.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Η ΓΕΦΥΡΑ – ΣΟΦΙΑ ΑΝΤΖΑΚΑ



Ο ύπνος του ήταν ανώμαλος εκείνη τη νύχτα. Ό,τι πήγαινε να βυθιστεί στη λήθη, μια ώθηση από την πλευρά της μνημοσύνης τίναζε τον ύπνο από τα βλέφαρά του και τον ανάγκαζε να κλωθογυρίζει μέσα του το αίνιγμα της μεσαίας περιοχής.
«Γιατί μου φέρθηκε έτσι ο Σίσυφος; Γιατί δεν με μύησε και στα μυστήρια της μεσαίας περιοχής; Μήπως επειδή είναι ιεροφάντης μόνο της Λήθης; Αλλά τότε γιατί μου φανέρωσε ορισμένα πράγματα για τη Μνημοσύνη;» σκεπτόταν συνέχεια.
Επιχείρησε να βγάλει άκρη μόνος του.
«Τι μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα στη Λήθη και τη Μνημοσύνη; Αυτές οι δύο μοιάζουν με τους δύο πόλους της Γης, ή κάποιου πλανήτη, ή οποιασδήποτε σφαίρας. Η Λήθη βρίσκεται στο Ναδίρ, στην ανυπαρξία, η Μνημοσύνη στο Ζενίθ, στην αιωνιότητα. Τι θα μπορούσε να είναι ενδιάμεσα; Στον ισημερινό, σαν να λέγαμε; Να πω ένα κράμα Λήθης – Μνημοσύνης; Αν δει κανείς διανοητικά το πράγμα, έτσι φαίνεται να είναι. Αλλά αυτή η λύση δεν μιλάει στο είναι μου. Δεν αγγίζει καμμιά χορδή μέσα μου».
Τον βασάνιζαν κι άλλες, παρόμοιες σκέψεις. Στράφηκε στη Φυσική και άντλησε αρκετά παραδείγματα από την περιοχή της. Κανένα δεν τον ικανοποίησε. Πάντα έμενε με ένα αίσθημα εκκρεμότητας. Του έλειπε η σιγουριά ότι πατούσε σε στέρεο έδαφος.
Όταν πήγε η ώρα 6.30’ το απόγευμα, δεν τον χωρούσε το σπίτι. Κάτι τον έσπρωχνε να πάει να χτυπήσει την πόρτα του Σίσυφου.
Έτσι, γύρω στις 7.00 βρέθηκε να χτυπά το κουδούνι του φίλου του. Χτύπησε, ξαναχτύπησε, τίποτα. Ήταν έτοιμος πια να φύγει όταν άνοιξε η πόρτα, σαν από μόνη της, χωρίς θόρυβο. Περίμενε να δει τον Σίσυφο, αλλά δεν είδε κανέναν. Απορημένος, έκλεισε πίσω του την πόρτα και τράβηξε για το σαλόνι. Εκεί βρήκε τον Σίσυφο να κάθεται με Ολύμπιο ύφος, σε μια ψηλή πολυθρόνα, σαν σε θρόνο. Το σαλόνι κολυμπούσε στο ημίφως. Σκιές ταξίδευαν στα μάτια και στο πρόσωπο του Σίσυφου.
Δεν σηκώθηκε από τη θέση του για να υποδεχτεί τον Φίλο. Δεν κινήθηκε καν. Έμοιαζε σαν να περίμενε την επίσκεψή του. Υπήρχε κάτι τόσο στην ατμόσφαιρα του Σίσυφου όσο και του σαλονιού, που έδεσε τη γλώσσα του Φίλου. Σαν μαγνητισμένος προχώρησε και κάθησε σ’ ένα χαμηλό σκαμνί αντικρυστά στον Σίσυφο. Ήταν σίγουρος ότι ο Σίσυφος γνώριζε τον λόγο της επίσκεψής του.
Έπεσε μαι πυκνή σιγή. Αρκετά δυσβάσταχτη για τον Φίλο. Τελικά, σήκωσε τα μάτια και ατένισε τον Σίσυφο σαν να τον ικέτευε να του μιλήσει. Και τότε, ο Ολύμπιος μίλησε.
«Βρισκόμαστε επάνω σε μια μεγάλη κα φαρδιά γέφυρα. Κόσμος πολύς κινείται πλάι μας, όπως και σ’ όλο το μήκος και το πλάτος της γέφυρας. Ένα ρεύμα βαδίζει προς τα κάτω κι ένα άλλο προς τα πάνω. Κανένας τους δεν διακρίνει ότι κινούνται επάνω σε μια γέφυρα. Σ’ αυτήν επάνω γεννιούνται και σ’ αυτήν πεθαίνουν. Να, τώρα καμμιά δεκαριά που έφτασαν στο κιγκλίδωμα της γέφυρας. Είναι απελπισμένοι από τον ανόητο συμφυρμό. Σκύβουν και κυττούν κάτω. Και αντικρύζουν μια σκοτεινή, βελούδινη περιοχή. Τους υποσχεται να λησμονήσουν τη γέφυρα αν βυθιστούν στο σκοτεινό της βελούδο. Τους βλέπεις; Πέφτουν. Έχουν κερδίσει τη Λήθη της ύπαρξης. Να τώρα δύο άλλοι που ψηλαφίζουν τα κάγκελα της γέφυρας, από την αντίθετη μεριά. Ούτε αυτοί αντέχουν τον συμφυρμό της γέφυρας. Σκύβουν και κυττούν προς τα κάτω. Και βλέπουν φως, άπλετο φως. Αν πέσουν στη φωτεινή περιοχή, όλες τους οι απορίες θα φωτιστούν. Αλλά επειδή τότε θα γνωρίζουν, θα αναλάβουν ευθύνες. Δεν θα μπορούν ποτέ να τη λησμονήσουν. Θα έχουν κερδίσει τη Μνημοσύνη του φωτός, του εαυτού τους, των άλλων».
Η φωνή του Σίσυφου ήταν βαθειά, υποβλητική. Διαπερνούσε τον Φίλο ως το κόκκαλο.
«Λίγοι γνωρίζουν ότι το μεγάλο προνόμιο της γέφυρας είναι η Εκλογή. Γι’ αυτό ελάχιστοι το χρησιμοποιούν. Οι δυσαρεστημένοι. Και έχουν, καθώς βλέπεις, δύο δυνατότητες εκλογής. Ή το Φως, ή το Σκοτάδι. Ή τη Μνημοσύνη ή τη Λήθη».
«Και η γέφυρα, τι είναι η γέφυρα;» ακούστηκε η φωνή του Φίλου να ρωτά με αγωνία.
«Η γέφυρα είναι η Ζωή. Και η Ζωή θάλεγα πως μοιάζει με πεταλούδα. Έχει έναν κορμό και δύο φτερά που τον πλαισιώνουν. Το ένα μαύρο, το άλλο φωτεινό. Αλλά ο κόσμος, δεν βλέπει τα φτερά. Ζωή είναι, γι’ αυτούς το κορμί της πεταλούδας. Είναι παραδομένοι στη μοίρα τους, μια μοίρα γέννησης και θανάτου, χωρίς διέξοδο. Αν κανενός ανοίξουν τα μάτια και αντιληφτεί ή τη μια ή την άλλη διέξοδο, αυτόματα γνωρίζει και την ύπαρξη της αντίθετης. Και τότε καλειται να εκλέξει. Αυτό είναι το μόνο καλό που έχει η Ζωή. Όλα τ’ άλλα είναι εφήμερα μονοδιάστατα, δεν υπερβαίνουν τον καθημερινό άνθρωπο και την πεζότητα της Ζωής. Μόνο η Λήθη και η Μνημοσύνη δίνουν την υπέρβαση στον άνθρωπο, αφού τον μεταφέρουν έξω από το ανθρώπινο στοιχείο, το τόσο ασφυκτικά πεπερασμένο».
Ο Φίλος τον άκουγε με κάτι σαν κατάνυξη.
«Και δεν έχουν καμμιά χαρά οι άνθρωποι οι παγιδευμένοι στη γέφυρα;» ρώτησε με αγωνία.
«Πως δεν έχουν;» ήρθε η απάντηση του Σίσυφου με αρκετή δόση χλεύης και ειρωνείας. «Έχουν τους σεξουαλικούς ερεθισμούς, τη φόρτιση και την εκτόνωση του πέους. Έχουν και τη διαιώνιση της δυστυχίας τους με την τεκνογονία. Λίγο είναι αυτό;»
Ο Φίλος καταντράπηκε. Και η αιτία ήταν ότι πολύ συχνά γινόταν έρμαιο σεξουαλικών ερεθισμών, άρα ανήκε στους ανερμάτιστους ανθρώπους της γέφυρας.
«Άκουσε ακόμα και τούτο», συνέχισε ο Σίσυφος. Στη γέφυρα, συναντιούνται και συμπλέκονται, αόρατα, η Λήθη με τη Μνημοσύνη, το Φως με το Σκοτάδι, η απόλυτη Παρουσία με την απόλυτη Απουσία. Η κάθε μια έχει τις ιδιότητές της. Ευνόητο είναι, λοιπόν, να συμπλέκονται κι αυτές. Και το κράμα αυτό διαπερνά τους ανθρώπους της γέφυρας που δεν είναι σε θέση να κάνουν διακρίσεις. Γι’ αυτό η ζωή τους είναι αντιφατική. Αρκεί να παρατηρήσεις τη σεξουαλική τους ζωή».
«Και ποιες είναι οι ιδιότητες της κάθε μιας;»
«Θα περιοριστώ στην περιοχή του σεξουαλισμού. Η Λήθη ωθεί προς τη λησμονιά με όχημα τα γεννητικά όργανα. Η Μνημοσύνη αναστέλλει αυτή την ώθηση, προσπαθώντας να σπρώξει στην αντίθετη κατεύθυνση. Γι’ αυτό η σεξουαλική ζωή των ανθρώπων της γέφυρας χαρακτηρίζεται από σύγκρουση και ένταση».
Όσο κι αν ο Φίλος ένιωθε καινούργιες απορίες να γεννιούνται μέσα του, κάτι τον προειδοποιούσε ότι ο Σίσυφος δεν είχε σκοπό να πει περισσότερα.
Έπειτα από μια μικρή παύση, που του φάνηκε αιώνας, ο Φίλος διέκρινε στα μάτια του Σίσυφου ότι η συνάντησή τους είχε φτάσει στο τέλος της.
Σηκώθηκε με ανορθωμένο το εσωτερικό του. Περίεργο, δεν ένιωθε πια καμμιάν απόσταση να τον χωρίζει από τον Σίσυφο. Λες και δεν υπήρχε πια ούτε μύστης, ούτε μυούμενος. Έδωσαν τα χέρια σαν ισότιμοι.
«Θα σου φανερώσω τώρα κι άλλο ένα, μικρό μυστικό», έκανε ο Σίσυφος, καθώς συνόδευε τον Φίλο στην εξώθυρα.
«Ποιο;» ρώτησε ανυπόμονα ο Φίλος.
«Το όνομά σου είναι η σφραγίδα της φύσης σου, όπως και το δικό μου της δικής μου».
Σαν σε αστραπή, θυμήθηκε ο Φίλος τα λόγια της Τριατίμα: «Θεόφιλος, αυτός που αγαπά τον Θεό».
Ο Σίσυφος συνέχισε:
«Η Μνημοσύνη είναι Θεία Περιοχή».
Ο Φίλος κύτταξε τον Σίσυφο κι ανατρίχιασε καθώς έφερε στο νου του την αιώνια τιμωρία του μυθικού προσώπου. Αυτό σήμαινε ότι ο Σίσυφος διαρκώς θα έχανε τα αποτελέσματα των προσπαθειών του. Θα άγγιζε τη Λήθη και αμέσως μετά θα την έχανε, γυρίζοντας στον μισητό γι’ αυτόν κόσμο της γέφυρας.

ΣΟΦΙΑ Ζ. ΑΝΤΖΑΚΑ
ΔΟΣΙΛΗΘΟ ΠΕΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΠΑΓΕΙΡΙΑ 1991

Δεν υπάρχουν σχόλια: