.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΑΒΒΑΛΑΣ – JORGE LUIS BORGES



Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος την αποπειράται, δε θα ‘ναι η τελευταία που θ’ αποτύχει, αλλά δύο πράγματα είναι διαφορετικά στην προκειμένη περίπτωση: κατ’ αρχάς, η απόλυτη άγνοιά μου της εβραϊκής. Δεύτερον, το γεγονός ότι δεν έχω καμία πρόθεση να υπερασπιστώ τη θεωρία, αλλά τις ερμηνευτικές ή κρυπτογραφικές μεθόδους που οδηγούν σ’ αυτήν. Αυτές οι μέθοδοι, όπως είναι γνωστό, είναι η κάθετη ανάγνωση των ιερών κειμένων, η ανάγνωση βουστροφηδόν, η μεθοδική αποκατάσταση ορισμένων γραμμάτων του αλφαβήτου με άλλα, η άθροιση της αριθμητικής αξίας των γραμμάτων κ.λπ. Είναι εύκολο να σαρκάσει κανείς τέτοιες ενέργειες. Εγώ, προτιμώ να προσπαθήσω να τις καταλάβω.
Προφανώς, μακρινή της αιτία είναι η ιδέα ότι η Βίβλος πηγάζει από μια μηχανική έμπνευση. Αυτή η ιδέα, που καθιστά τους ευαγγελιστές και τους προφήτες απρόσωπους γραμματείς του Θεού που γράφουν καθ’ υπαγόρευσίν του, είναι εκπεφρασμένη, με απρόσεκτη έμφαση, στο Formula consensus helvetica, που ισχυρίζεται ότι είναι αυθεντία στα σύμφωνα της Αγίας Γραφής, ακόμα και στα σημεία στίξεως που δεν υπήρχαν στις πρώτες εκδοχές της. [Αυτή η σαφής εκπλήρωση διαμέσου του ανθρώπου των λογοτεχνικών επιδιώξεων του Θεού λέγεται έμπνευση ή ενθουσιασμός: μια λέξη, που ετυμολογείται από το «ένθους» (ένθεος).] Οι ισλαμιστές μπορούν να επαίρονται ότι έχουν ξεπεράσει αυτή την υπερβολή, αφού έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το αρχέτυπο του Κορανίου - «η μητέρα του βιβλίου» - είναι μία από τις ιδιότητες του Θεού, ισότιμη με τη φιλευσπλαχνία Του ή την οργή Του, κι ότι είναι προγενέστερη της γλώσσας της Δημιουργίας. Όπως υπάρχουν και λουθηρανοί θεολόγοι που δεν τολμούν να εντάξουν τη Γραφή μεταξύ των πλασμάτων, και την ορίζουν ως ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος.
Του Αγίου Πνεύματος: και να που βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα μυστήριο. Δεν είναι η γενική θεότητα, αλλά η τρίτη υπόσταση της θεότητας, εκείνη που υπαγόρευσε τη Βίβλο. Αυτή είναι η κοινή δοξασία: το 1625, ο Μπέικον έγραψε: «Η πένα του Αγίου Πνεύματος στάθηκε πιο πολύ στα βάσανα του Ιώβ απ’ ό,τι στις ευτυχίες του Σολομώντα»* το ίδιο και ο σύγχρονός του, Τζον Νταν: «Το Άγιο Πνεύμα είναι ένας καλλιεπής συγγραφέας, ένας συγγραφέας φιλόπονος και θυελλώδης, αλλά καθόλου φλύαρος. Το ύφος του έχει τόση απόσταση από τη λιτότητα όση κι απ’ την υπερβολή».
Είναι αδύνατον να ορίσει κανείς το Άγιο Πνεύμα και να αποσιωπήσει την τρομερή τριαδική και ενιαία κοινωνία της οποίας αποτελεί μέλος. Οι λαϊκοί Καθολικοί τη θεωρούν συσσωμάτωση απείρως ορθή, αλλά και απείρως ανιαρή. Οι «ελευθερόφρονες», έναν ανώφελο θεολογικό κέρβερο, μια δεισιδαιμονία που η εξέλιξη και η πρόοδος θ’ αναλάβουν να την καταργήσουν μια και καλή. Η Αγία Τριάδα, φυσικά, είναι υπεράνω αυτών των δηλώσεων. Αν τη φέρει κανείς απότομα στο νου του (έναν πατέρα, έναν υιό κι ένα στοιχειό συναρθρωμένα σε έναν και μοναδικό οργανισμό), θα του φανεί σαν περίπτωση διανοητικής τερατολογίας. Ένα έκτρωμα, που μόνο μ’ έναν εφιάλτη μπορεί να συγκριθεί. Έτσι πιστεύω εγώ, αλλά τολμώ και να ισχυριστώ πως κάθε αντικείμενο του οποίου αγνοούμε το σκοπό, είναι κατ’ αρχάς τερατώδες. Αυτή η γενική παρατήρηση περιπλέκεται από το μυστήριο του έργου που επιτελεί το εν λόγω αντικείμενο.
Αν την αποσυνδέσουμε από την έννοια της λύτρωσης, η διάκριση των τριών προσώπων σε ένα δεν μπορεί παρά να φαίνεται αυθαίρετη. Αν τη θεωρήσουμε ως αναγκαιότητα της πίστεως, το θεμελιώδες μυστήριό της μπορεί μεν να παραμένει άλυτο, αλλά τουλάχιστον μας επιτρέπει να διαβλέψουμε την πρόθεση και τη λειτουργία της. Καταλαβαίνουμε πως, αν απαρνηθούμε την Αγία Τριάδα – ή, έστω, τη Δυάδα –, αυτό θα υποβίβαζε τον Ιησού σε ευκαιριακό απεσταλμένο του Κυρίου, ένα επεισόδιο της Ιστορίας, και όχι τον άφθαρτο, αιώνιο αποδέκτη της ευλαβείας μας. Αν ο Υιός δεν είναι και ο Πατήρ, τότε η λύτρωση δεν είναι άμεσο θείο έργο. Αν δεν είναι αιώνιος, τότε ούτε η θυσία του εξανθρωπισμού και του θανάτου του στο σταυρό είναι αιώνια. «Δε χρειάστηκε παρά μια άπειρη τελειότητα για να λυτρωθεί μια ψυχή που ήταν χαμένη για άπειρο χρόνο» διακήρυξε πανηγυρικά ο Τζέρεμι Τέιλορ. Έτσι μπορεί να δικαιωθεί το δόγμα, έστω και αν οι έννοιες της γενετής του Υιού από τον Πατέρα και της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος από αμφοτέρους προϋποθέτουν αιρετικά μια προτεραιότητα, κι ας παραβλέψουμε το ότι είναι ένοχες για το ότι δεν αποτελούν παρά καθαρές μεταφορές. Η θεολογία, που επιμένει να τις διακρίνει, αποφαίνεται πως δεν υπάρχει κανένας λόγος σύγχυσης, δεδομένου ότι, στην πρώτη περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι ο Υιός, σε δε δεύτερη, το Άγιο Πνεύμα. Αιώνια γένεση του Υιού, αιώνια εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος – αυτή είναι η εξαίσια λύση του Ειρηναίου: επινόηση μιας πράξης εκτός χρόνου, ενός ακρωτηριασμένου zeitloses Zeitwort, που μπορούμε να απορρίψουμε ή να το λατρέψουμε, αλλά όχι να το αμφισβητήσουμε. Η Κόλαση είναι μια καθαρά σωματική βία, αλλά τα τρία αξεδιάλυτα πρόσωπα συνιστούν μια διανοητική φρίκη, ένα αποπνικτικό, εικονικό άπειρο, όπως αυτό που σχηματίζουν δύο αντιμέτωποι καθρέφτες. Ο Δάντης θέλησε να τα παραστήσει με επάλληλους διαφανείς κύκλους διαφορετικών χρωμάτων. Ο Νταν, με μπλεγμένα, παχιά και αξεδιάλυτα φίδια. «Toto coruscat Trinitas mysterio» έγραψε ο άγιος Παυλίνος. «Η Αγία Τριάδα ακτινοβολεί εν πλήρει μυστηρίω».
Αν ο Υιός είναι η συμφιλίωση του Θεού με τον Κόσμο, τότε το Άγιο Πνεύμα – αρχή της αγιοποίησης, κατά τον Αθανάσιο. Ένας άγγελος όπως όλοι οι άλλοι, κατά τον Μακεδόνιο – δεν μπορεί να επιδεχθεί καλύτερο ορισμό από αυτόν της οικείωσης του Θεού μ’ εμάς, της διαρκούς παρουσίας Του εντός μας. (Για τους σοκινιανούς – και φοβάμαι πως είχαν απόλυτο δίκιο –, δεν ήταν παρά μια προσωποποιημένη διατύπωση, μια μεταφορά για τις θείες δραστηριότητες που, στη συνέχεια, έτυχε επεξεργασίας μέχρις ιλίγγου). Είτε πρόκειται για απλό συντακτικό σχήμα είτε όχι, φαίνεται πως αυτό το τρίτο, τυφλό πρόσωπο της περιπεπλεγμένης Τριάδας είναι ο αναγνωρισμένος συγγραφέας των Γραφών. Ο Γκίμπον, σ’ εκείνο το κεφάλαιο του έργου του πραγματεύεται το ισλάμ, περιλαμβάνει έναν γενικό κατάλογο των δημοσιεύσεων του Αγίου Πνεύματος, ο αριθμός των οποίων – κατά συντηρητική εκτίμηση – υπερβαίνει το εκατό. Εμένα, όμως, αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα είναι η Γένεσις: ύλη της καββάλας.
Οι καββαλιστές, όπως σήμερα και πολλοί χριστιανοί, πίστευαν στη θειότητα αυτής της ιστορίας, στην ηθελημένη σύνταξή της από μιαν άπειρη διάνοια. Οι συνέπειες αυτού του αξιώματος είναι πολλαπλές. Η επιπόλαιη διεκπεραίωση ενός τρέχοντος κειμένου, π.χ. ενός εφήμερου δημοσιογραφικού άρθρου, προϋποθέτει μια ικανή ποσότητα τύχης. Ενημερώνουν – θεωρώντας το δεδομένο – για ένα γεγονός: πληροφορούν ότι η πάντα ασυνήθιστη χθεσινή επίθεση έλαβε χώρα σ’ αυτόν το δρόμο, σ’ αυτή τη διασταύρωση, την τάδε ώρα. Η διατύπωση δε δεσμεύει κανέναν και περιορίζεται στο να μας υποδείξει το τάδε μέρος όπου μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες. Σε κάτι τέτοιες οδηγίες, η έκταση και η ακουστική των παραγράφων είναι κατ’ ανάγκην τυχαίες. Το αντίθετο ισχύει στην ποίηση: ο νόμος που τη διέπει είναι η υποταγή του νοήματος στις ανάγκες (ή τις δεισιδαιμονίες) της ευφωνίας. Στην ποίηση, το τυχαίο δεν είναι ο ήχος, αλλά αυτό που σημαίνει. Βλέπε τον πρώιμο Τένισον, τον Βερλέν και τον ύστερο Σουίνμπερν, που προσηλώνονται αποκλειστικά στην έκφραση γενικών καταστάσεων μέσα από τις πλούσιες περιπέτειες της προσωδίας τους. Ας θεωρήσουμε τώρα έναν τρίτο τύπο συγγραφέα: τον διανοούμενο. Ο οποίος, είτε γράφει πρόζα (Βαλερί, Ντε Κουίνσι) είτε στίχους, δεν έχει βέβαια αποσκορακίσει το τυχαίο, αλλά έχει αρνηθεί κατά το δυνατόν και περιορίσει την αστάθμητη σύμπραξή του. Προσεγγίζει αμυδρά τον Κύριο, για τον οποίο η θολή έννοια του τυχαίου δεν έχει καμία σημασία. Τον Κύριο, τον τελειοποιημένο Θεό των θεολόγων, ο οποίος γνωρίζει διαμιάς – uno intelligendi actu – όχι μόνο όλα τα γεγονότα αυτού του υπερπλήρους κόσμου, αλλά και αυτά που θα μπορούσε να έχουν συμβεί στη θέση τους αν άλλαζε το πιο ανεπαίσθητο απ’ αυτά, ακόμα και τα αδύνατον να συμβούν.
Ας φανταστούμε τώρα αυτή την αστρική διάνοια να θέλει να εκδηλωθεί όχι με δυναστείες, με θεομηνίες ή με πουλιά, αλλά με γραπτά. Ας φανταστούμε επίσης, σύμφωνα με την προ-αυγουστινιανή θεωρία της λεκτικής έμπνευσης, ότι ο Θεός υπαγορεύει, λέξη προς λέξη, αυτό που προτίθεται να πει**. Αυτή η βάση συλλογισμού (η ίδια την οποία χρησιμοποίησαν οι καββαλιστές) καθιστά τη Γραφή ένα απόλυτο κείμενο, όπου η συμβολή του τυχαίου αγγίζει το μηδέν. Αυτή και μόνο η σύλληψη είναι κάτι πιο θαυμαστό απ’ όλα όσα καταγράφουν οι σελίδες του. Ένα βιβλίο που είναι απρόσβλητο από το ενδεχόμενο, που είναι ένας μηχανισμός απείρων προθέσεων, αλάνθαστων παραλλαγών, αλλεπάλληλων επιφωτίσεων, συνεχών αποκαλύψεων που ενεδρεύουν, πως να μην το εξονυχίσεις ως το παράλογο, ως την αριθμητική απεραντολογία, όπως το έκανε η καββάλα;

1931


________________
* Ακολουθώ τη λατινική εκδοχή: «diffusius tractavit Jobi afflictiones». Στα αγγλικά, η διατύπωση του είναι ευτυχέστερη: «hath laboured more».
** Ο Ωριγένης απέδωσε τρεις σημασίες στα λόγια της Γραφής: την ιστορική, την ηθική και τη μυστικιστική, που αντιστοιχούν στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα που συγκροτούν τον άνθρωπο. Ο Ιωάννης Σκότος Εριγένης, έναν άπειρο αριθμό σημασιών, σαν τους ιριδισμούς στα φτερά του παγωνιού.



JORGE LUIS BORGES
ΔΟΚΙΜΙΑ
(Από τη συλλογή Συζήτηση – 1932)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΊΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: