Όλοι
τους βγήκαν ή εμείναν σπίτι τους
με το
γραμμόφωνο στο παραθύρι πλάι.
Μονάχα
ένας ζητιάνος με τη βιέλλα* του
επέρασε
κουτσαίνοντας και πάει.
Έρημοι
οι δρόμοι και κλειστές οι καγκελόπορτες
θύρα
ανοιχτή καμμιά δεν έχει μείνει.
Για
ναύρουν ησυχία οι ανθρώποι εφύγανε,
κι
αφήσαν πίσω τους τρομαχτική γαλήνη.
Κι
ένας που πάει μονάχος κι αργοπόρησε,
μια
περιπέτεια μπορεί να συναντήσει:
καθώς
θα στρίβη ανύποπτος στο δρόμο του,
κατάφατσα
τον εαυτό του ν’ αντικρύση.
«Ε,
πατριώτη, εσύ ‘σαι; Πως τα κέφια μας;
Μα…
κάτι μούχαν πη για θάνατο σου,
για
κάποια απελπισία, λέει, που σ’ έσπρωξε
σκοινί
να δέσης γύρω στο λαιμό σου!»
Κι
ύστερα, θλιβερά θ’ αποχαιρέταγε
τον
εαυτό του, γιατί ξέρει πως μια μέρα,
στρίβοντας
τη γωνιά, το πλήθος θάβρισκε,
το
πλήθος να φωνάζη όλο φοβέρα.
Τώρα
η πλατεία είν’ άδεια, - ως απολείτουργα
μένει
ο Θεός κι η χάρη του στην εκκλησία.
Κι ο
φύλακας μονάχος παραστέκεται,
το
βράδυ να γυρνούμε με ησυχία.
_______________
* είδος
κιθάρας
Μετάφραση
Αιμιλία Στεφ. Δάφνη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου