...Συνέχισαν την πορεία τους. Είχε αετούς κι άλλα πουλιά στην κοιλάδα και πολλά ελάφια, και είχε άγριες ορχιδέες και συστάδες μπαμπού. Το ποτάμι εκεί ήταν αρκετά πλατύ και περνούσε ανάμεσα σε πελώριους ογκόλιθους, και καταρράχτες έπεφταν παντού μέσα από την ψηλή και μπερδεμένη ζούγκλα. Ο δικαστής πορευόταν πλέον μπροστά, μαζί με έναν από τους Ντέλαγουερ, και διατηρούσε το τουφέκι του γεμάτο με μικρούς σκληρούς σπόρους φραγκόσυκου, και το βράδυ περιποιούνταν με μαεστρία τα πολύχρωμα πουλιά που είχε σκοτώσει, τρίβοντας το δέρμα τους με μπαρούτι, γεμίζοντάς τα με μπάλες από ξεραμένα χόρτα και αποθηκεύοντας τα στους σάκους του. Έβαζε τα φύλλα δέντρων και φυτών στο σημειωματάριό του και κυνηγούσε ακροπατώντας τις ορεινές πεταλούδες με το πουκάμισο απλωμένο στα δύο του χέρια, μιλώντας τους ψιθυριστά, αντικείμενο άξιο μελέτης κι ο ίδιος. Ο Τόουντβάιν καθόταν και τον παρατηρούσε που κρατούσε τις σημειώσεις του με τις σελίδες στραμμένες προς τη φωτιά για να βλέπει, και τον ρώτησε ποιος ο λόγος για όλα αυτά.
Η πένα του δικαστή σταμάτησε το γρατζούνισμα. Γύρισε και κοίταξε τον Τόουντβάιν. Μετά άρχισε πάλι να γράφει.
Ο Τόουντβάιν έφτυσε μέσα στη φωτιά.
Ο δικαστής συνέχισε να γράφει και μετά έκλεισε το σημειωματάριό του, το άφησε στο πλάι, πίεσε τις παλάμες του τη μία με την άλλη, τις πέρασε προς τα κάτω πάνω από τη μύτη και το στόμα του και τις ακούμπησε στα γόνατά του.
Οτιδήποτε υπάρχει, είπε. Οτιδήποτε στην πλάση υπάρχει χωρίς τη γνώση μου, υπάρχει χωρίς τη συγκατάθεσή μου.
Κοίταξε γύρω του το σκοτεινό δάσος όπου ήταν καταυλισμένοι. Έγνεψε προς τα δείγματα που είχε συλλέξει. Αυτά τα ανώνυμα πλάσματα, είπε, μπορεί να σου φαίνεται πως έχουν πολύ μικρή σημασία, ή ίσως και καθόλου. Κι όμως, και το παραμικρό ζωύφιο μπορεί να μας καταβροχθίσει. Οποιοδήποτε τόσο δα πλασματάκι κάτω απ’ αυτή την πέτρα, που κανείς άνθρωπος δεν το γνωρίζει. Μόνο η φύση μπορεί να υποδουλώσει τον άνθρωπο, και μόνο όταν η ύπαρξη και της τελευταίας μικροσκοπικής οντότητας εξιχνιαστεί και παρουσιαστεί ολόγυμνη μπροστά του, τότε και μόνο τότε θα μπορεί να γίνει επικυρίαρχος της γης.
Τι σημαίνει επικυρίαρχος;
Φύλακας. Φύλακας ή αφέντης.
Τότε γιατί να μην τον πούμε φύλακα;
Γιατί είναι ένα ιδιαίτερο είδος φύλακα. Ο επικυρίαρχος κυβερνά ακόμη κι εκεί όπου υπάρχουν άλλοι άρχοντες. Η εξουσία του υπερισχύει των τοπικών αποφάσεων.
Ο Τόουντβάιν έφτυσε.
Ο δικαστής έβαλε τις παλάμες του στο έδαφος. Κοίταξε τον συνομιλητή του. Εγώ έχω δικαιώματα σ’ αυτό εδώ το έδαφος. Όμως παντού εδώ πάνω υπάρχουν αυτόνομοι θύλακες ζωής. Αυτόνομοι. Για να γίνει λοιπόν δικό μου, τίποτα δεν επιτρέπεται να συμβαίνει επάνω του παρά μόνο με τη δική μου έγκριση.
Ο Τόουντβάιν καθόταν με τα πόδια σταυρωτά μπροστά στη φωτιά. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τα πάντα στη γη, είπε.
Ο δικαστής έγειρε στο πλάι το μεγάλο κεφάλι του. Όποιος πιστεύει ότι τα μυστικά του κόσμου θα μείνουν αιώνια κρυμμένα, ζει μέσα στο μυστήριο και το φόβο. Η δεισιδαιμονία θα τον κρατά πίσω. Η βροχή θα διαβρώσει τις πράξεις της ζωής του. Όποιος όμως αναθέσει στον εαυτό του το καθήκον να ξεχωρίσει το νήμα της τάξης από το υφαντό, μόνο και μόνο από αυτή του την απόφαση θα έχει πάρει στα χέρια του τα ηνία του κόσμου, και μόνο με αυτά τα ηνία θα βρει τον τρόπο να θέσει ο ίδιος τους όρους της μοίρας του.
Δεν βλέπω τι σχέση έχει αυτό με το να πιάνεις πουλιά.
Η ελευθερία των πουλιών είναι προσβολή για μένα. Θα προτιμούσα να τα έχω όλα μέσα σε ζωολογικό κήπο.
Θα ήταν πολύ μεγάλος αυτός ο κήπος.
Ο δικαστής χαμογέλασε. Ναι, είπε. Θα ήταν.
Cormac McCarthy
Αιματοβαμμένος Μεσημβρινός
ή
Το Δειλινό Κοκκίνισμα στη Δύση
Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Gutenberg 2024
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου