.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΙΩΠΗ (Μύθος) – EDGAR ALLAN POE



Άκουσε, είπε ο Δαίμων ακουμπώντας το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου. Η χώρα που σου αναφέρω είν' ένας τόπος θλιβερός, στη Λιβύη, στις όχθες του ποταμού Ζαΐρ. Εκεί δεν υπάρχει ούτε ησυχία, ούτε σιωπή.
»Τα νερά του ποταμού έχουν ένα χρώμα θειαφί κι αρρωστημένο. Και δεν κυλούν κατά τη θάλασσα, μόνο αναταράζονται στον αιώνα τον άπαντα, κάτω από το κόκκινο μάτι του ήλιου, με μια κίνηση βουερή και σπασμωδική. Κι από τις δυό πλευρές της λασπιασμένης κοίτης του ποταμού, απλώνεται για πολλά μίλια μια κίτρινη έρημος από γιγάντια νούφαρα. Αναστενάζουν το ένα στο άλλο μέσα σ' αυτή τη μοναξιά και τεντώνουν προς τον ουρανό τους ψηλούς και φρικαλέους λαιμούς τους, και κουνούνε δώθε κείθε τις αιώνιες κεφαλές τους. Κι έν' απροσδιόριστο ψιθύρισμα βγαίνει από μέσα τους, σα να κυλούνε υποχθόνια νερά. Κι αναστενάζουν το ένα στο άλλο.
»Μα υπάρχουν σύνορα στο βασίλειό τους – τα σύνορα του σκοτεινού, φριχτού και ψηλόκορμου δάσους. Εκεί, όπως τα κύματα γύρω στις Εβρίδες, οι θάμνοι αναταράζονται αδιάκοπα. Και όμως καμιά πνοή ανέμου δε φυσά. Και τα ψηλά πανάρχαια δέντρα κουνούν αιώνια δώθε κείθε μ' έναν πελώριο και καταθλιφτικό αχό. Κι από τις ψηλές κορφές τους πέφτουν αιώνια, μια μια, σταλαματιές δροσιάς. Και στις ρίζες τους, φαρμακερά λουλούδια αναδεύονται μες στον ανήσυχο ύπνο τους. Και ψηλά, μ' ένα δυνατό θρόισμα, τα γκρίζα σύννεφα τρέχουν ορμητικά, αιώνια προς τη δύση, ώσπου κυλούνε ίδιος καταρράχτης πάνω από το φλογισμένο τοίχο του ορίζοντα. Αλλά καμιά πνοή ανέμου δε φυσά. Και στις όχθες του ποταμού Ζαΐρ δεν υπάρχει ούτε ησυχία ούτε σιωπή.
»Ήτανε νύχτα κι έβρεχε, και η βροχή, όσο έπεφτε, ήταν βροχή, μα όταν πια έπεφτε, ήταν αίμα. Κι εγώ στεκόμουνα στο βάλτο, ανάμεσα στα ψηλά νούφαρα, κι η βροχή έπεφτε πάνω στο κεφάλι μου – και τα νούφαρα αναστέναζαν το ένα στο άλλο, επιβλητικά κι επίσημα μες στην απελπισία τους.
»Και ξαφνικά το φεγγάρι ανάτειλε μεσ' από την ανάρια και χλωμή καταχνιά, και το χρώμα του ήτανε κατακόκκινο. Και τα μάτια μου έπεσαν πάνω στον πελώριο γκρίζο βράχο που ορθωνότανε πλάι στην όχθη του ποταμού, και που τον φώτιζε το φως του φεγγαριού. Κι ο βράχος ήταν γκρίζος, φαντασματικός και ψηλός – κι ήτανε γκρίζος ο βράχος.
»Στο μπροστινό του μέρος ήταν σκαλισμένα γράμματα. Κι εγώ προχώρησα μεσ' από το βάλτο με τα νούφαρα, ώσπου έφτασα κοντά στην ακροποταμιά,για να μπορέσω να διαβάσω τα γράμματα. Μα δεν μπόρεσα να τα ξεδιαλύνω. Ετοιμαζόμουν να γυρίσω πίσω στο βάλτο, όταν το φεγγάρι έλαμψε πιο κόκκινο ακόμα, και γύρισα και ξανακοίταξα το βράχο και τα γράμματα – και τα γράμματα έλεγαν: ΕΡΗΜΩΣΗ.
»Και αναθώρησα, κι ένας άνθρωπος στεκότανε στην κορφή του βράχου. Κι εγώ κρύφτηκα ανάμεσα στα νούφαρα, για να κατασκοπεύσω τις πράξεις του ανθρώπου. Κι ο άνθρωπος ήταν ψηλός κι επιβλητικός, τυλιγμένος από τους ώμους ως τα πόδια μέσα στην τήβεννο της αρχαίας Ρώμης. Και το περίγραμμα του κορμιού του ήταν θαμπό – αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν χαρακτηριστικά θεότητας. Γιατί ο μανδύας της νύχτας, και της καταχνιάς, και του φεγγαριού, και της δρόσου, είχαν αφήσει ξέσκεπα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Και το μέτωπό του ήταν ψηλό από τη σκέψη, και η ματιά του γεμάτη φροντίδες. Και στις λιγοστές ρυτίδες πάνω στα μάγουλά του διάβασα τη θλίψη, την κούραση και την αηδία για την ανθρωπότητα, και μια λαχτάρα για μοναξιά.
»Κι ο άνθρωπος κάθισε πάνω στο βράχο, έγειρε το κεφάλι πάνω στο χέρι του, κι αγνάντεψε την ερήμωση. Κοίταξε κάτω τους ταραγμένους θάμνους και ψηλά τα θεόρατα πανάρχαια δέντρα, κι ακόμα πιο ψηλά τον ουρανό που θρόιζε και το κατακόκκινο φεγγάρι. Κι εγώ ήμουν κρυμμένος μες στα νούφαρα και παρατηρούσα τις πράξεις του ανθρώπου. Κι ο άνθρωπος έτρεμε μέσα στη μοναξιά – μα η νύχτα προχωρούσε, κι αυτός καθότανε πάνω στο βράχο.
»Τότε προχώρησα πιο βαθιά μέσα στο βάλτο, κι ακόμα πιο βαθιά τσαλαβουτώντας μέσα στην ερημιά των νούφαρων, και κάλεσα τους ιπποπόταμους, που κατοικούν ανάμεσα στις φτέρες, στ' απόμερα του βάλτου. Κι οι ιπποπόταμοι άκουσαν τη φωνή μου και ήρθαν, μαζί με το βεχεμώθ(1), στα πόδια του βράχου, και βρυχήθηκαν δυνατά και τρομαχτικά κάτω απ' το φεγγάρι.
Κι εγώ καθόμουνα κρυμμένος και παρατηρούσα τις πράξεις του ανθρώπου. Κι ο άνθρωπος έτρεμε στη μοναξιά – μα η νύχτα προχωρούσε κι αυτός καθότανε πάνω στο βράχο.
»Τότε θύμωσα και καταράστηκα, με την κατάρα της σιωπής, το ποτάμι και τα νούφαρα, και τον άνεμο και το δάσος, και τον ουρανό και τη βροντή, και τους αναστεναγμούς των νούφαρων. Και η κατάρα μου έπιασε, και σώπασαν. Και το φεγγάρι σταμάτησε ν' ανεβαίνει το μονοπάτι του στον ουρανό... και η βροντή έσβησε στο απόμακρο... κι η αστραπή δεν άστραψε... και τα σύννεφα κρέμονταν ακίνητα... και τα νερά κατακάθισαν και γαλήνεψαν... και τα δέντρα έπαψαν να σαλεύουν... και τα νούφαρα δεν αναστέναζαν πια – και το ψιθύρισμά τους δεν ακουγότανε, ούτε καν ακουγότανε ως κι ο ίσκιος κάποιου ήχου πέρα ως πέρα στον απέραντο έρημότοπο. Και κοίταξα τα γράμματα πάνω στο βράχο, και είχαν αλλάξει. Και τα γράμματα έλεγαν: ΣΙΩΠΗ.
»Και τα μάτια μου έπεσαν πάνω στην όψη του ανθρώπου, και η όψη του ήταν χλωμή από τον τρόμο. Και βιαστικά σήκωσε το κεφάλι του από το χέρι του και στάθηκε στην άκρη του βράχου και αφουγκράστηκε. Αλλά καμιά φωνή δεν ακουγότανε σ' ολόκληρη την απέραντη ερημιά – και τα γράμματα πάνω στο βράχο έλεγαν: σιωπή. Κι ο άνθρωπος αναρίγησε, απόστρεψε το πρόσωπό του κι έφυγε βιαστικά, μακριά, έτσι που τον έχασ' από τα μάτια μου»


Υπάρχουν, βέβαια, ωραίοι μύθοι μες στα βιβλία των Μάγων – μες στα σιδεροδεμένα μελαγχολικά βιβλία των Μάγων. Εκεί μέσα, λέω, υπάρχουν θαυμαστές ιστορίες για τον Ουρανό και για τη Γη και για τους κραταιούς Ωκεανούς – και για τα Πνεύματα που κυβερνούσαν τους ωκεανούς τη γη και τα ψηλά ουράνια. Επίσης, υπάρχουν πολλά διδάγματα στους χρησμούς που έλεγαν οι Σίβυλλες. Και πράγματα ιερά, πανίερα, ακούστηκαν τον παλιό καιρό από το σκοτεινό νόημα των φύλλων που τρεμούλιαζαν γύρω από τη Δωδώνη – αλλά, μα τον αθάνατο Αλλάχ, αυτό το μύθο, που μου διηγήθηκε ο Δαίμων καθισμένος πλάι μου, στον ίσκιο του τάφου, τον θεωρώ τον πιο υπέροχο απ' όλους! Και όταν ο Δαίμων τέλειωσε την αφήγησή του, έπεσε πάλι μέσα στο άνοιγμα του τάφου και γελούσε. Κι εγώ δεν μπορούσα να γελάσω μαζί με το Δαίμονα, κι αυτός με καταράστηκε, γιατί δεν μπορούσα να γελάσω. Και ο λύγγας που κατοικούσε αιώνια στον τάφο, βγήκε από κει μέσα και ξάπλωσε στα πόδια του Δαίμονα, και στύλωσε τα μάτια του πάνω στο πρόσωπό του.



_________
(1)Ζώο που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη (Ιώβ), πιθανότατα ιπποπόταμος.



EDGAR ALLAN POE
ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ (1979)

Δεν υπάρχουν σχόλια: