.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Ο ΑΓΙΑΝΤΩΝΗΣ - Guy de Maupassant


Τον φωνάζανε Αγιαντώνη γιατί ονομαζόταν Αντώνης και ίσως επειδή ήταν γλεντζές, χαρούμενος, χωρατατζής, γερό πηρούνι και γερό ποτήρι, και δεινός μουρντάρης με τα δουλικά, αν και ήταν περασμένα τα εξήντα.
Ήταν ένας μεγαλόσωμος χωρικός της περιοχής του Κο, ροδοκόκκινος, πλατύστερνος και κοιλαράς, στημένος σε μακριά κανιά που έμοιαζαν πάρα πολύ ισχνά για το τεράστιο σώμα του. Αφότου χήρεψε, ζούσε μονάχος του με την υπηρέτρια και τους δυο του υπηρέτες στο αγρόκτημά του, που το διεύθυνε με διαολεμένη πανουργία, άσσος καθώς ήταν στις δουλειές του και στην κτηνοτροφία και στην καλλιέργεια των κτημάτων. Οι δυο γιοι και οι τρεις κόρες του, που είχαν καλοπαντρευτεί, ζούσαν στα περίχωρα κι ερχόντουσαν μια φορά το μήνα να δειπνήσουν με τον πατέρα τους. Η ρώμη του ήταν ξακουστή σ' ολόκληρη τη γύρω περιοχή, όπου έλεγαν ως παρομοίωση: «Δυνατός σαν τον Αγιαντώνη».
Όταν έγινε η πρωσική εισβολή, ο Αγιαντώνης, στο καπηλειό, υποσχόταν να φάει ένα στράτευμα, γιατί, σαν βέρος Νορμανδός, ήταν φαφλατάς, λίγο κιοτής και καυχησιάρης. Βρόνταγε τη γροθιά του πάνω στο ξύλινο τραπέζι, που τρανταζόταν κάνοντας να χορεύουν τα φλιτζάνια και τα ποτήρια, και φώναζε ξαναμμένος με (ύφος κουτοπόνηρο, μ' έναν ψεύτικο θυμό πρόσχαρου ανθρώπου: «Πρέπει να φάω μερικούς από δαύτους, να πάρ' η ευχή!». Υπολόγιζε βέβαια πως οι Πρώσοι δε θα 'φταναν ίσαμε την Ταννεβίλ· μα όταν έμαθε πως βρίσκονταν στο Ροτό, δεν ξεμύτισε πια από το σπίτι του και παραφύλαγε ακατάπαυστα τη δημοσιά από το παραθυράκι της κουζίνας του, περιμένοντας ανά πάσαν στιγμή να δει ξιφολόγχες να περνούν.
Ένα πρωινό, εκεί που έτρωγε τη σουπίτσα του μαζί με τους υπηρέτες, άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε ο πρόεδρος της κοινότητας, ο μαστρο-Σικό, συνοδευόμενος από ένα στρατιώτη που φορούσε μαύρο κράνος με χάλκινη αιχμή. Ο Αγιαντώνης τινάχτηκε όρθιος· και οι υπηρέτες του τον εκοίταζαν όλοι, περιμένοντας να τον δουν να λιανίζει τον Πρώσο· όμως εκείνος αρκέστηκε να σφίξει το χέρι του κοινοτάρχη, που του είπε: «Να κι ένας για του λόγου σου, Αγιαντώνη. Ήρθαν σήμερα τη νύχτα. Μόνο μην κάνεις καμιά κουταμάρα, γιατί λένε πως θα ντουφεκίσουν και θα κάψουν τα πάντα, έτσι και γίνει τίποτα. Εγώ μια φορά σου τα 'πα. Δώσ' του να φάει· φαίνεται καλό παλικάρι. Την καλησπέρα μου. Πάω και στους άλλους. Υπάρχουν από δαύτους για όλο τον κόσμο». Και βγήκε.
Κάτωχρος ο μπαρμπ-Αντώνης κοίταξε τον Πρώσο του. Ήταν ένας παχύς, πλαδαρός, ασπρουλιάρης νέος, γαλανομάτης, ξανθοτρίχης, πνιγμένος στα γένια, που έμοιαζε ηλίθιος, ντροπαλός και καλόβολος. Ο πονηρός Νορμανδός τον μυρίστηκε αμέσως και, καθησυχασμένος, του ένευσε να κάτσει. Ύστερα τον ερώτησε: «Θέλετε σούπα;».
Ο ξένος δεν κατάλαβε. Τότε ο Αντώνης ξεθάρρεψε απροσδόκητα και του 'σπρωξε κάτω απ' τη μύτη του ένα γεμάτο πιάτο: «Έλα, χλαπάκιασε, χοντρογούρουνο».
Ο στρατιώτης απάντησε «Για» και βάλθηκε να τρώει λαίμαργα, ενόσω ο αγροκτήμονας, θριαμβολογώντας επειδή ένιωθε να ξαναποκτάει το γόητρό του, έκλεινε το μάτι στους υπηρέτες που μόρφαζαν παράξενα, καθώς είχαν όρεξη να γελάσουν παρ' όλη την τρομάρα τους. Όταν ο Πρώσος καταβρόχθισε το πρώτο του πιάτο, ο Αγιαντώνης του 'βαλε άλλο ένα, που κι αυτό το εξαφάνισε, όμως κώλωσε μπρος στο τρίτο, που ο αγροκτήμονας ήθελε να τον κάνει να φάει με το ζόρι, επαναλαμβάνοντας.»Άντε, κατέβασέ το. Θα παχύνεις και θα πεις κι ένα τραγούδι, άντε γουρούνι μου!».
Κι ο στρατιώτης, καταλαβαίνοντας μονάχα ότι ήθελαν να τον κάνουν να φάει μέχρι σκασμού, γελούσε με ύφος ευχαριστημένο, γνέφοντας ότι είχε χορτάσει για τα καλά.
Τότε ο Αγιαντώνης, όλο οικειότητα, τον χτύπησε στην κοιλιά φωνάζοντας: «Τίγκα η κοιλάρα του γουρουνιού μου». Μα ξαφνικά διπλώθηκε στα δύο, τόσο κόκκινος που να πάθει συμφόρηση, μη μπορώντας να μιλήσει άλλο. Του 'χε έρθει μια ιδέα, που τον έκανε να πνίγεται στα γέλια: «Αυτό είναι, αυτό είναι, ο Αγιαντώνης και το γουρούνι του. Να το γουρούνι μου!». Και οι τρεις υπηρέτες ξεκαρδίστηκαν κι αυτοί στα γέλια.
Ο γέρος ήταν τόσο ευχαριστημένος, ώστε πρόσταξε να φέρουν τσίπουρο, από το καλό, και κέρασε όλο τον κόσμο. Τσούγκρισαν τα ποτήρια με τον Πρώσο, που πλατάγισε κολακευμένος τη γλώσσα του για να δείξει ότι το έβρισκε περίφημο. Κι ο Αγιαντώνης του φώναζε κατάμουτρα: «Βλέπεις; Αυτό 'ναι τσίπουρο. Δεν πίνεις δα τέτοιο πράμα σπίτι σου, γουρούνι μου, ε;».
Από τότε, ο μπαρμπ- Αντώνης δεν ξαναβγήκε έξω χωρίς τον Πρώσο του. Είχε βρει αυτό που ήθελε: ήταν η δική του εκδίκηση, η εκδίκηση ενός αρχικατεργάρη. Κι όλη η περιοχή, που πέθαινε από την τρομάρα της, ξεραινόταν στα γέλια, πίσω από την πλάτη των νικητών, με τα χωρατά του Αγιαντώνη. Τωόντι, στην πλάκα δεν είχε το ταίρι του. Μόνο αυτός μπορούσε να σκαρώνει τέτοια πράγματα.. Βρε τον άτιμο!
Και κάθε μέρα, τ' απομεσήμερο, πήγαινε στους γείτονες αλά μπρατσέτα με τον Γερμανό του, που τον παρουσίαζε με εύθυμο ύφος, κτυπώντας τον στον ώμο: «Δέστε, να το γουρούνι μου, κοιτάξτε πως παχαίνει αυτό το ζωντανό».
Και οι χωριάτες ενθουσιαζόντουσαν: «Α ρε πλάκα που έχει ο διάολο-Αντώνης!».
- Σ' το πουλάω, Σεζαίρ, τρεις πιστόλες.
- Τ' αγοράζω, Αντώνη, και σε καλώ να φας τα λουκάνικα.
- Μα, αυτό που θέλω είναι απ' τα πόδια του.
- Πιάσ' του την κοιλιά, θα δεις πως είναι όλο ξύγκι.
Κι όλοι έκλειναν το μάτι, χωρίς ωστόσο να γελάνε πολύ δυνατά, μην τυχόν και καταλάβει τελικά ο Πρώσος πως τον κοροϊδεύουν. Μονάχα ο Αντώνης, ξεθαρρεύοντας μέρα με τη μέρα, του 'δινε τσιμπιές στα μπούτια και φώναζε: «Σκέτο ξύγκι»· τον χτύπαγε στον πισινό ουρλιάζοντας: «Όλ'αυτά μόνο γουρουνοτόμαρο»· και ο γερο-κολοσσός, που μπορούσε να σηκώσει ένα ολόκληρο αμόνι, τον έπαιρνε στα χέρια λέγοντας: «Ζυγίζει εξακόσια και χωρίς φύρα».

Κι άρχιζε να πηγαίνει στα ξένα σπίτια και να προστάζει να βάνουν φαγητό στο γουρούνι του. Αυτό ήταν η καθημερινή μεγάλη του απόλαυση, το μεγάλο πανηγύρι: «Δώστε του ό,τι κι αν θέλετε, καταβροχθίζει τα πάντα». Και πρόσφεραν στον Πρώσο ψωμί και βούτυρο, πατάτες, κρύο φαγί, χοιρινά γεμιστά λουκάνικα, που έκαναν να λες: «Σπιτικό πράμα και διαλεχτό».
Ο στρατιώτης, βλάκας και μαλακός, έτρωγε από λεπτότητα, ευχαριστημένος απ' αυτές τις φιλοφρονήσεις, βαρυστομάχιαζε για να μην αρνηθεί. Και πάχαινε αληθινά, ασφυκτιούσε μες στη στολή του, γεγονός που ευχαριστούσε τον Αγιαντώνη και τον έκανε να επαναλαμβάνει: «Ξέρεις, γουρουνάκι μου, θα χρειαστεί να βάλω να σου κάνουν ένα άλλο κλουβί».
Είχαν γίνει άλλωστε οι καλύτεροι φίλοι του κόσμου·κι όταν ο γέρος πήγαινε για τις δουλειές του στα περίχωρα, ο Πρώσος κινούσε κι αυτός από κοντά, μόνο και μόνο για να 'ναι μαζί του.
Ο καιρός ήταν δριμύς. Έκανε φοβερή παγωνιά· ο τρομερός χειμώνας του 1870 έμοιαζε να εξαπολύει όλες μαζί τις μάστιγες στη Γαλλία.
Ο μπαρμπ' Αντώνης, που ετοίμαζε τις δουλειές του καιρό πριν και εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία, πρόβλεψε ότι θα υπάρξει έλλειψη κοπριάς για τις ανοιξιάτικες εργασίες και αγόρασε την κοπριά ενός γείτονα που τα 'φερνε δύσκολα βόλτα· συμφώνησαν μάλιστα πως θα πήγαινε κάθε βράδυ με το κάρο του να παίρνει ένα φόρτωμα λίπασμα.
Κάθε μέρα, λοιπόν, το σούρουπο, κίναγε και πήγαινε στην αγροικία των Ωλ, μισή λεύγα απόσταση, συντροφιά πάντοτε με το γουρούνι του. Και κάθε μέρα το γλένταγε που τάιζε το ζωντόβολο. Όλοι οι κάτοικοι της περιοχής συνέρρεαν εκεί, έτσι όπως πάνε στην κυριακάτικη λειτουργία.
Εν τω μεταξύ ο στρατιώτης άρχιζε να δυσπιστεί· κι όταν γύρω του γέλαγαν τρανταχτά, κοίταζε ανήσυχος, με μάτια που άναβαν πότε πότε από μια φλόγα θυμού.
Ένα βράδυ το λοιπόν, αφού είχε φάει τον περίδρομο, αρνήθηκε να καταπιεί μια μπουκιά παραπάνω κι έκανε να σηκωθεί να φύγει. Όμως ο Αγιαντώνης τον άρπαξε από τον καρπό και με τις δυο χερούκλες του στους ώμους τον ξανακάθισε με τέτοια ορμή, που η καρέκλα τσάκισε.
Θύελλα ευθυμίας ξέσπασε· κι ο Αντώνης, ακτινοβολώντας από χαρά, περιμάζεψε το γουρούνι του και καμώθηκε πως του έδενε τις πληγές για να το γιατρέψει· ύστερα του είπε: «Αφού δε θέλεις να φας, θα πιεις, να πάρ' ο διάολος». Και πήγαν να φέρουν τσίπουρο από το καπηλειό.
Ο στρατιώτης κοίταζε τριγύρω του θυμωμένος· κι όμως ήπιε παρ' όλ' αυτά. Ήπιε όσο ήθελαν κι ο Αγιαντώνης του κρατούσε το κεφάλι, προς μεγάλη χαρά των θαμώνων.
Ο Νορμανδός, κόκκινος σαν πατζάρι, με μάτια που πετούσαν φωτιές, γέμιζε τα ποτήρια, τσούγκριζε βροντοφωνάζοντας: «Με τις υγείες σου». Κι ο Πρώσος, χωρίς να βγάζει άχνα, κατέβαζε το 'να μετά το άλλο ολόκληρα ποτήρια κονιάκ.
Ήταν μια αναμέτρηση, σωστή μάχη για το ποιος θα έπινε το πιο πολύ. Όταν στράγγιξε η μπουκάλα, είχαν πέσει και οι δύο ξεροί. Αλλά κανένας τους δεν είχε νικηθεί. Κι έφυγαν αλά μπρατσέτα όμορφα κι ωραία. Έπρεπε, βλέπεις, να ξαναρχίσουν την επομένη.
Βγήκαν τρικλίζοντας και πήραν το δρόμο πλάι στο κάρο με την κοπριά, που το 'σερναν αργά τα δύο αλόγα.
Το χιόνι άρχισε να πέφτει, και την αφέγγαρη νύχτα τη φώτιζε θλιβερά η νεκρική λευκότητα των πεδιάδων. Το κρύο άρπαξε τους δυο άντρες, μεγαλώνοντας το μεθύσι τους, κι ο Αγιαντώνης, δυσαρεστημένος που δεν τα είχε καταφέρει, διασκέδαζε σπρώχνοντας στον ώμο το γουρούνι του για να το κάνει να κουτρουβαλήσει μες στο χαντάκι. Ο άλλος απέφευγε τις επιθέσεις υποχωρώντας· και κάθε φορά ξεστόμιζε τσαντισμένος κάποιες γερμανικές λέξεις που έκαναν το χωρικό να ξελιγώνεται στα γέλια. Στο τέλος ο Πρώσος θύμωσε· και ακριβώς τη στιγμή που ο Αντώνης του έδινε μια καινούργια σπρωξιά, απάντησε με μια τρομαχτική γροθιά που έκανε τον κολοσσό να κλονιστεί.
Τότε ο γέρος, ξαναμμένος από το τσίπουρο, τον άδραξε, από τη μέση, τον ταρακούνησε μερικά δευτερόλεπτα, όπως θα 'κανε μ' ένα παιδί, και τον εκσφενδόνισε βίαια στην άλλη μεριά του δρόμου .Ύστερα, ευχαριστημένος με το κατόρθωμά του, σταύρωσε τα μπράτσα του και ξαναγέλασε.
Όμως ο στρατιώτης σηκώθηκε σβέλτα, με το κεφάλι ξέσκεπο, χωρίς το κράνος του, που είχε κυλήσει χάμω, και ξεθηκαρώνοντας το σπαθί του επιτέθηκε στον μπαρμπ- Αντώνη. Όταν τον είδε ο χωρικός, άρπαξε το καμτσίκι του, εκείνο το μεγάλο καμτσίκι που είχε από λιόπρινο, ίσιο, δυνατό και ευλύγιστο σαν βούνευρο.
Ο Πρώσος όρμησε με το κεφάλι μπροστά, το όπλο προτεταμένο, βέβαιος ότι θα σκότωνε. Όμως ο γέρος φούχτωσε τη λάμα, που η αιχμή της θα τον ξεκοίλιαζε, την έκανε πέρα και μ' ένα απότομο χτύπημα στον κρόταφο με τη λαβή του καμτσικιού έκανε τον εχθρό να σωριαστεί στα πόδια του.
Ύστερα κοίταξε σαστισμένος, αποβλακωμένος από την κατάπληξη, το σώμα που στην αρχή τιναζόταν από σπασμούς, έπειτα γύρισε μπρούμυτα κι έμεινε ασάλευτο. Έσκυψε από πάνω του, το αναποδογύρισε, το θωρούσε κάμποση ώρα. Ο Πρώσος είχε τα μάτια κλειστά· και μια κλωστή αίμα κυλούσε από μια σχισμή στην άκρη του μετώπου. Παρ' όλο το σκοτάδι, ο μπαρμπ-Αντώνης διέκρινε τη σκούρα κηλίδα απ' το αίμα πάνω στο χιόνι.
Στεκόταν εκεί ολότελα χαμένος, ενώ η σούστα συνέχιζε ν' απομακρύνεται στο ήσυχο βήμα των αλόγων.
Τι να 'κανε; Θα τον ντουφέκιζαν. Θα του έκαιγαν την αγροικία, θα ρήμαζαν τον τόπο. Τι να κάνει; τι να κάνει; Πώς να κρύψει το σώμα, να κρύψει το θάνατο, να ξεγελάσει τους Πρώσους; Άκουσε φωνές μακριά, μες στη μεγάλη σιωπή του χιονιού. Τότε, μες στον πανικό του, μάζεψε το κράνος από χάμω και το ξαναφόρεσε στο θύμα του. Ύστερα, πιάνοντάς το από τη μέση, το φορτώθηκε, έτρεξε, πρόφτασε το κάρο του και πέταξε το σώμα πάνω στην κοπριά. Στο σπίτι πια, κάτι θα σκαρφιζόταν.
Προχωρούσε αργά, σπαζοκεφαλιάζοντας, δίχως να βρίσκει λύση. Έβλεπε, αισθανόταν τον εαυτό του να χάνεται. Μπήκε στην αυλή του. Φως έκαιγε σ' ένα φεγγίτη, η υπηρέτριά του δεν είχε ακόμα κοιμηθεί. Έσπρωξε λοιπόν ζωηρά τη σούστα του με την όπισθεν ίσαμε το λάκκο της κοπριάς. Σκέφτηκε πως, αναποδογυρίζοντας το φόρτωμα, το σώμα που ήταν ριγμένο πάνω θα έπεφτε πρώτο στο χαντάκι, κι άδειασε το κάρο.
Όπως το 'χε προβλέψει, ο άνθρωπος θάφτηκε κάτω από την κοπριά. Ο Αντώνης ίσιωσε το σωρό με τη δικράνα του και ύστερα την κάρφωσε παραδίπλα στο χώμα. Φώναξε τον υπηρέτη του, πρόσταξε να βάλουν τα άλογα στο σταύλο κι ανέβηκε στο δωμάτιό του.
Πλάγιασε με τη σκέψη καρφωμένη στο τι έμελλε να κάμει, όμως δεν του ερχόταν καμιά φαεινή ιδέα· ο τρόμος του όλο και μεγάλωνε μες στην ακινησία του κρεβατιού. Θα τον ντουφέκιζαν! Κρύος ίδρωτας τον έλουζε από το φόβο, τα δόντια του χτυπούσαν. Σηκώθηκε τουρτουρίζοντας, μη μπορώντας να μείνει άλλο πια στο κρεβάτι.
Τότε κατέβηκε στην κουζίνα, πήρε την μπουκάλα με το δυνατό κονιάκ απ' τον μπουφέ και ξανανέβηκε στην κάμαρά του. Ήπιε δυο μεγάλα ποτήρια απανωτά, προσθέτοντας καινούργιο μεθύσι στο παλιό, χωρίς να μπορέσει να καταπραΰνει το άγχος του. Ωραία τα 'χε καταφέρει, που να πάρ' η οργή, ο ηλίθιος.
Περπατούσε τώρα πάνω κάτω, ψάχνοντας στρατηγήματα, δικαιολογίες, πονηριές, και πότε πότε ξέπλενε το στόμα του με μια γουλιά για να πάρει κουράγιο.
Όμως δεν έβρισκε τίποτα. Μα τίποτα.
Γύρω στα μεσάνυχτα, το σκυλί του, ένα είδος λυκόσκυλου που το φώναζε «Μοβόρο», βάλθηκε να ουρλιάζει λυπητερά. Ο μπαρμπ-Αντώνης ανατρίχιασε μέχρι το μεδούλι του. Και κάθε φορά που το ζώο ξανάρχιζε τον πένθιμο και μακρόσυρτο θρήνο του, ρίγος φόβου τον διαπερνούσε ολόκληρο.
Είχε σωριαστεί σε μια καρέκλα, με τα γόνατα λυμένα, σαν αποβλακωμένος· δεν άντεχε άλλο πια· γεμάτος αγωνία περίμενε να ξαναρχίσει ο Μοβόρος το θρήνο του, ενώ τον συγκλόνιζε ο τρόμος που διαλύει το νευρικό μας σύστημα.
Το ρολόι, κάτω, σήμανε πέντε η ώρα. Το σκυλί δεν σώπαινε. Ο χωρικός κόντευε να τρελαθεί. Σηκώθηκε να πάει να λύσει το ζωντανό, για να μην το ακούει πια. Κατέβηκε, άνοιξε την πόρτα, προχώρησε μες στο σκοτάδι.
Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει. Τα πάντα ήταν λευκά. Τα υποστατικά της αγροικίας σχημάτιζαν μεγάλες, μαύρες κηλίδες. Ο άνθρωπος πλησίασε στο γιατάκι. Ο σκύλος τράβαγε την αλυσίδα του. Τον άφησε ελεύθερο. Τότε ο Μοβόρος έδωσε ένα πήδο, έπειτα σταμάτησε επί τόπου, μ' ανασηκωμένο το τρίχωμα, τεντωμένα τα πόδια, δείχνοντας τους κυνόδοντές του, με το ρύγχος στραμμένο προς τον κοπρόλακκο.
Ο Αγιαντώνης, τρέμοντας σύγκορμος, ψέλλισε: «Τι τρέχει, βρωμόσκυλο;» και προχώρησε μερικά βήματα, ανιχνεύοντας με το βλέμμα το ακαθόριστο, το θαμπό σκοτάδι της αυλής. Και τότε είδε μια μορφή, μιαν ανθρώπινη μορφή, να κάθεται πάνω στην κοπριά.
Κοίταζε παραλυμένος από τον τρόμο του και κοντανασαίνοντας. Μα ξαφνικά διέκρινε δίπλα του το στειλιάρι της δικράνας του που ήταν μπηγμένη στο χώμα. Την τράβηξε με δύναμη από τη γη και, στην παραφορά του φόβου που κάνει τολμηρούς ακόμα και τους πιο δειλούς, χύμηξε προς τα μπρος για να δει.
Ήταν αυτός, ο Πρώσος του, που πρόβαλλε καταλασπωμένος από το στρώμα της ακαθαρσίας που τον είχε ζεστάνει, τον είχε αναζωογονήσει. Είχε ανακαθήσει μηχανικά και παρέμενε εκεί, κάτω από το χιόνι που τον πασπάλιζε, μαγαρισμένος από βρωμιές και αίμα, αποχαυνωμένος ακόμα από το μεθύσι, ζαλισμένος από το χτύπημα, εξουθενωμένος από το τραύμα του. Αντιλήφθηκε τον Αντώνη, κι έτσι που ήταν εντελώς ζαβλακωμένος και δεν καταλάβαινε τίποτα, έκανε να σηκω- θεί. Ο γέρος όμως, μόλις τον αναγνώρισε, άφρισε σαν λυσσασμένο ζώο.
Τραύλιζε: «Γουρούνι! γουρούνι! γουρούνι! Δεν ψόφησες! θα με καταγγείλεις αμέσως… Στάσου… στάσου να δεις!».
Και ορμώντας καταπάνω στον Γερμανό, σήκωσε τη δικράνα του ψηλά σαν λόγχη με όλη τη δύναμη των χεριών του και του 'μπηξε στο στήθος τα τέσσερα δόντια της μέχρι το στειλιάρι.
Ο στρατιώτης γύρισε ανάσκελα αφήνοντας ένα μακρύ επιθανάτιο αναστεναγμό, ενώ ο γεροχωριάτης, τραβώντας το όπλο του από τις πληγές, το ξαναβύθιζε απανωτά στην κοιλιά, στο στομάχι, στο λαιμό, χτυπώντας σαν μανιακός, τρυπώντας από το κεφάλι μέχρι τα νύχια το κορμί που σπαρταρούσε, ενώ το αίμα ανάβρυζε κοχλάζοντας.
Ύστερα σταμάτησε λαχανιασμένος από το βίαιο έργο του, βαριανασαίνοντας, ήσυχος τώρα πια που το έγκλημα είχε τελειώσει.
Τότε, ενώ οι κότες κακάριζαν στο κοτέτσι και καθώς έπαιρνε να χαράζει, ανασκουμπώθηκε για να θάψει το πτώμα.
Έσκαψε μια τρύπα μες στην κοπριά, βρήκε το έδαφος, έψαξε ακόμα πιο βαθιά, δουλεύοντας άτσαλα, σ' ένα ξέσπασμα δύναμης, με μανιασμένες κινήσεις των χεριών και ολόκληρου του σώματος.
Όταν το χαντάκι σκάφτηκε αρκετά, κύλησε με τη διχάλα το πτώμα μέσα σ' αυτό, έριξε και πάλι το χώμα από πάνω, το πάτησε γι' αρκετή ώρα, σώριασε ξανά την κοπριά στη θέση της και χαμογέλασε βλέποντας το παχύ χιόνι να ολοκληρώνει το μόχθο του και να καλύπτει τα ίχνη με το λευκό του πέπλο.
Ύστερα ξανάμπηξε τη δικράνα του στο σωρό από ακαθαρσίες και μπήκε στο σπίτι του. Η μπουκάλα του, μισογεμάτη ακόμα με τσίπουρο, ήταν πάνω στο τραπέζι. Την άδειασε μονορούφι, έπεσε στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε βαθιά.
Ξύπνησε ξεμέθυστος, με νηφάλιο και καθαρό μυαλό, ικανό να κρίνει γεγονότα και να προλαβαίνει καταστάσεις. Σε μιαν ώρα, τριγύριζε την περιοχή ρωτώντας παντού για το στρατιώτη του. Πήγε και βρήκε τους αξιωματικούς, για να μάθει, όπως έλεγε, για ποιο λόγο του είχαν πάρει τον άνθρωπό του.
Καθώς όλοι γνώριζαν το δεσμό τους, δεν τον υποψιάστηκαν· εκείνος μάλιστα κατεύθυνε τις έρευνες, βεβαιώνοντας ότι ο Πρώσος κάθε βράδυ κυνηγούσε τους ποδόγυρους.
Ένας γέρος χωροφύλακας εν αποστρατεία, που κρατούσε ένα πανδοχείο στο διπλανό χωριό και είχε μιαν όμορφη θυγατέρα, συνελήφθη και ντουφεκίστηκε.

μτφρ. Φοίβος Πιομπίνος




Δεν υπάρχουν σχόλια: