.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΒΕΡΘΕΡΟΥ (ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΤΗΣ 22 ΜΑΪΟΥ & 18 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ) - Johann Wolfgang von Goethe


22 Μαΐου

Το ότι η ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά ένα όνειρο είναι κάτι που το 'χουν πει πολλοί, αλλά κι εμένα αυτό το ίδιο αίσθημα με συνοδεύει παντού. Όταν αναλογίζομαι τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις δραστηριότητες και στις έρευνες του ανθρώπου. Όταν βλέπω πως όλες οι προσπάθειες κατατείνουν στην ικανοποίηση αναγκών, οι οποίες πάλι δεν έχουν άλλο στόχο από το να παρατείνουν τη φτωχή μας ύπαρξη, και ύστερα ότι κάθε ικανοποίηση που μπορούμε να έχουμε για ορισμένα σημεία της έρευνάς μας δεν είναι παρά μια ονειροπόλα παραίτηση, αφού άλλο δεν κάνει κανείς από το να ζωγραφίζει τους τοίχους της φυλακής του με πολύχρωμες μορφές και φωτεινά σχήματα – Όλα αυτά, Βίλελμ, μου κόβουν τη μιλιά. Επιστρέφω στον εαυτό μου και βρίσκω έναν ολόκληρο κόσμο! Αλλά περισσότερο έναν κόσμο προαισθημάτων και σκοτεινών επιθυμιών παρά καθαρών παραστάσεων και ζωντανής δύναμης. Και τότε όλα αιωρούνται ενώπιόν μου κι εγώ ακολουθώ χαμογελώντας το όνειρό μου βαθιά μέσα στον κόσμο.
Το ότι τα παιδιά δεν ξέρουν γιατί θέλουν κάτι είναι ένα θέμα στο οποί συμφωνούν δάσκαλοι και παιδαγωγοί με όλη τη λογιότητά τους. Όμως, ότι και οι ενήλικοι, όμοια με τα παιδιά, προχωρούν τρικλίζοντας πάνω σ' αυτή τη γη και δεν ξέρουν ούτε από που έρχονται ούτε που πηγαίνουν, ότι, όπως κι αυτά, δεν ενεργούν με βάση αληθινούς στόχους, ενώ αφήνουν να κυβερνιούνται από τα μπισκότα, τα γλυκά και το ξύλο, αυτό είναι κάτι που κανείς δεν θέλει να το πιστέψει κι ωστόσο εμένα μου φαίνεται χειροπιαστή πραγματικότητα.
Παραδέχομαι ευχαρίστως, γιατί ξέρω τι θα μου έλεγες επ' αυτού, ότι οι ευτυχέστεροι είναι εκείνοι που, όμοια με τα παιδιά, μέρα τη μέρα σέρνοντας μαζί τις κούκλες του που τις ντύνουν και τις ξεντύνουν, ενώ στριφογυρίζουν με μεγάλο σεβασμό γύρω απ' το συρτάρι, όπου η μαμά έχει κλειδώσει τα ζαχαρωτά, και, όταν επιτέλους τ' αρπάξουν, τα καταβροχθίζουν λαίμαργα φωνάζοντας: «Κι άλλο, κι άλλο!» - Αυτά είναι ευτυχισμένα πλάσματα. Καλά νιώθουν επίσης αυτοί που στις μίζερες ενασχολήσεις τους ή ακόμη και στα πάθη τους δίνουν επιβλητικούς τίτλους που τους εγγράφουν στο λογαριασμό της ανθρωπότητας ως γιγαντιαία έργα για τη σωτηρία και την ευημερία της. Καλότυχος όποιος μπορεί να ζει έτσι! Όποιος όμως, μέσα στην ταπεινοφροσύνη του, διακρίνει που οδηγούν όλα αυτά, όποιος βλέπει πόσο φρόνιμα ο κάθε καλοβολεμένος αστός ξέρει να τακτοποιεί τον κηπάκο του και να τον κάνει παράδεισο, πόσο αγόγγυστα ο δυστυχισμένος ακολουθεί και αυτός ασθμαίνοντας το δρόμο του και πόσο επιθυμούν όλοι εξίσου να δουν το φως του ήλιου έστω και για ένα λεπτό παραπάνω – ναι, αυτός είναι ήσυχος και δημιουργεί τον κόσμο του αντλώντας από τον εαυτό του και είναι επίσης ευτυχής, γιατί είναι άνθρωπος. Κι έπειτα, όσο κι αν είναι περιορισμένος, κρατάει ωστόσο στην καρδιά του το γλυκό αίσθημα της ελευθερίας και ξέρει ότι μπορεί ν' αφήσει πίσω του αυτή τη φυλακή, όποτε το θελήσει.

* * *

18 Αυγούστου

Γιατί άραγε αυτό που κάνει την ευτυχία του ανθρώπου να πρέπει να γίνεται και η πηγή της δυστυχίας του;
Αυτό το θερμό αίσθημα της πληρότητας που γεννούσε στην καρδιά μου η ζωντάνια της φύσης, το οποίο με πλημμύριζε με τέτοια ηδονή, και το οποίο έκανε τον κόσμο γύρω μου παράδεισο, γίνεται τώρα για μένα ένας ανυπόφορος δήμιος, ένα διωκτικό πνεύμα, που με κατατρέχει όπου κι αν πάω. Άλλοτε, όταν, ψηλά απ' το βράχο, αγκάλιαζα με το βλέμμα μου τη γόνιμη κοιλάδα που φτάνει πέρα απ' το ποτάμι μέχρι τους μακρινούς λόφους και έβλεπα τα πάντα γύρω μου να φυτρώνουν και ν' αναβλύζουν. Όταν έβλεπα εκείνα τα βουνά τα σκεπασμένα από τη ρίζα ως την κορφή με ψηλά, πυκνόφυλλα δέντρα, εκείνες τις κοιλάδες με τα άπειρα μονοπάτια που τα σκίαζαν τα πιο χαριτωμένα δάση, ενώ το ποτάμι κυλούσε απαλό ανάμεσα στα καλάμια που ψιθύριζαν και καθρέφτιζε τα θελκτικά σύννεφα που η ανάλαφρη βραδυνή αύρα λίκνιζε στον ουρανό. Όταν μετά άκουγα ολόγυρά μου τα πουλιά να ζωντανεύουν το δάσος, και τα χιλιάδες σύννεφα από μυγάκια χόρευαν εύθυμα στην τελευταία κατακόκκινη αχτίδα του ήλιου, που το τελευταίο σπαρτάρισμα του βλέμματός του έκανε το σκαραβαίο που βομβούσε να εγκαταλείπει τη φυλακή του μέσα στο χορτάρι. Όταν η κίνηση και το βουητό γύρω μου τραβούσαν την προσοχή μου στο έδαφος και στα βρύα που αποσπούν την τροφή τους από τον σκληρό βράχο μου, και όταν τα χαμόκλαδα που φυτρώνουν στην ξερή πλαγιά του αμμουδερού λόφου μου αποκάλυπταν τη διάπυρη, εσώτερη, ιερή ζωή της φύσης, τότε πως τα έκλεινα όλα αυτά μέσα στη θέρμη της καρδιάς μου! Μέσα σ' αυτήν την υπερεκχειλίζουσα πληρότητα ένιωθα σχεδόν σαν θεός και οι θαυμαστές μορφές του άπειρου κόσμου κινούνταν και ζωντάνευαν τα πάντα μέσα στην ψυχή μου. Τεράστια βουνά με τριγύριζαν, γκρεμοί έχαιναν μπροστά μου και χείμαρροι κατέβαιναν ορμητικοί, τα ποτάμια κυλούσαν κάτω από τα πόδια μου, το δάσος και τα όρη αντηχούσαν. Κι εγώ έβλεπα να δρουν και να ενεργούν δημιουργικά στα βάθη της γης όλες αυτές οι ανεξιχνίαστες δυνάμεις ενώ πάνω στη γη και κάτω από τον ουρανό έβλεπα να μυρμηγκιάζουν όλων των ειδών τα πλάσματα. Όλα, όλα είναι κατοικημένα από χίλιων λογιών διαφορετικές μορφές κι ύστερα έρχονται οι άνθρωποι και ασφαλίζονται στα σπιτάκια τους και φωλιάζουν εκεί και φαντάζονται με το μυαλό τους ότι εξουσιάζουν τον απέραντο κόσμο! Φτωχέ ανόητε που τα νομίζεις όλα τόσο μικρά, γιατί εσύ είσαι τόσο μικρός. – Από τα απρόσιτα όρη, περνώντας από την απάτητη έρημο μέχρι τα πέρατα του άγνωστου ωκεανού το πνεύμα εκείνου που δημιουργεί αιώνια, πνέει και χαίρεται με κάθε κόκκο σκόνης που το αισθάνεται και ζει. Αχ πόσες φορές τότε δεν επιθύμησα, με τα φτερά του γερανού, που πετούσε από πάνω μου, να φτάσω στην όχθη της απροσμέτρητης θάλασσας, να πιω απ' το αφρισμένο κύπελλο του απείρου εκείνη τη χαρά της ζωής που ξεχειλίζει και να νιώσω μόνο για μια στιγμή μέσα στην περιορισμένη δύναμη του στήθους μου μια σταγόνα από τη μακαριότητα του όντος που δημιουργεί τα πάντα εντός του και διαμέσου του εαυτού του.
Αδελφέ μου, και μόνο η ανάμνηση αυτών των στιγμών αρκεί για να μου κάνει καλό. Η ίδια η προσπάθεια να ανακαλέσω και να ξαναεκφράσω αυτά τα άφατα συναισθήματα ανυψώνει την ψυχή μου πάνω από τον εαυτό της και με κάνει να νιώθω διπλά την αγωνία της κατάστασης στην οποία είμαι βυθισμένος.
Μπροστά στην ψυχή μου είναι σαν να 'χει παραμεριστεί ένα παραπέτασμα και βλέπω τη σκηνή όπου εκτυλίσσεται η απεραντοσύνη της ζωής να μεταβάλλεται ενώπιόν μου στην άβυσσο ενός αιώνα ανοιχτού τάφου. Μπορείς να πεις: Αυτό είναι! όταν όλα περνούν δίπλα σου; Όταν όλα κυλούν με την ταχύτητα του κεραυνού, όταν σπάνια εξαντλούν ολόκληρη τη δύμανη της ύπαρξής τους κι αλίμονο! παρασύρονται από το ρεύμα, βυθίζονται και τσακίζονται στους βράχους; Δεν υπάρχει στιγμή που να μη σε κατατρώγει, εσένα και τους γύρω σου, στιγμή που να μη γίνεσαι εσύ ο ίδιος αναπόφευκτα καταστροφέας. Ο πιο αθώος περίπατος στοιχίζει σε χιλιάδες φτωχά σκουλήκια τη ζωή τους. Μια και μόνη πατημασιά συνθλίβει τα κτίσματα που τα μυρμήγκια έφτιαξαν με τόσο κόπο και ρίχνει έναν μικρό κόσμο σ' έναν ατιμωτικό τάφο. Α! δεν με συγκινούν εμένα οι μεγάλες σπάνιες καταστροφές του κόσμου, αυτές οι πλημμύρες που ρημάζουν τα χωριά σας, οι σεισμοί που καταπίνουν τις πόλεις σας(93). Εμένα μου τρώει την καρδιά αυτή η διαβρωτική δύναμη που βρίσκεται κρυμμένη μέσα στο σύνολο της φύσης η οποία δεν έχει φτιάξει κανένα ον που να μην καταστρέφει το διπλανό του, να μην καταστρέφει τον ίδιο του τον εαυτό. Κι έτσι κλυδωνίζομαι μες στην αγωνία. Γύρω μου ο ουρανός κι η γη και οι δυνάμεις τους που συμπλέκονται: δεν βλέπω άλλο από ένα τέρας που καταβροχθίζει αέναα και αέναα μηρυκάζει(94).



Johann Wolfgang von Goethe
ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΒΕΡΘΕΡΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΕΛΛΑ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ
Γ' ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: