.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

ΑΜΠΟΥ – HARLAN ELLISON


ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Παρατίθεται εδώ ένα δοκίμιο. Πρόκειται σαφώς για έργο που απευθύνεται στο συναίσθημα. Κατά την ανάγνωσή του, διερωτηθείτε αν αφορά στο υπό συζήτηση θέμα. Τι επιχειρεί να πει ο συγγραφεύς; Επιτυγχάνει τους στόχους του; Νομίζετε ότι το δοκίμιό του φωτίζει το περιεχόμενό του υπό συζήτηση θέματος; Μετά την ανάγνωση, γράψτε στην πίσω πλευρά της κόλλας σας ένα δικό σας κείμενο (ως 500 λέξεις) για την απώλεια κάποιου που αγαπούσατε. Αν δεν έχετε χάσει αγαπημένο σας πρόσωπο, φανταστείτε τι θα κάνατε σε μια τέτοια περίπτωση.

ΑΜΠΟΥ

Χτες πέθανε ο σκύλος μου. Επί έντεκα χρόνια ο Αμπού ήταν ο καλύτερός μου φίλος. Χάρη σ' αυτόν έγραψα κάποτε ένα διήγημα για ένα αγόρι και το σκύλο του, που το διάβασε πολύς κόσμος. Γυρίστηκε και σε ταινία πετυχημένη. Ο σκύλος στην ταινία έμοιαζε πολύ με τον Αμπού. Δεν ήταν κατοικίδιο ζώο εκείνο, είχε προσωπικότητα. Να τον δω σαν άνθρωπο δεν μπορούσα, δεν έφτανε σ' αυτό το επίπεδο. Από την άλλη, όμως, ήταν τόσο ξεχωριστό πλάσμα, είχε τόσο έντονη παρουσία, έδειχνε τόσο αποφασιστικός στο να μοιράζεται τη ζωή του μόνο με όσους εκείνος διάλεγε, ώστε ήταν αδύνατο να τον θεωρήσεις απλό σκύλο. Πέρα από την κυνοειδή εμφάνιση στην οποία τον περιόριζαν τα γονίδιά του, όλη του η στάση και η παρουσία τον κατέτασσαν σε κάποιο άγνωστο είδος που είχε αυτόν ως μοναδικό του εκπρόσωπο.
Γνωριστήκαμε τυχαία στο Ίδρυμα Φιλόζώων του Δυτικού Λος Άντζελες. Είχα πάει να πάρω ένα σκύλο, γιατί ένιωθα μοναξιά και θυμόμουνα καλά ότι ο μοναδικός μου φίλος τότε που ήμουνα παιδί ήταν ο σκύλος μου. Ένα καλοκαίρι είχα πάει κατασκήνωση κι όταν γύρισα, ανακάλυψα ότι μια παλιόγρια από τη γειτονιά είχε βάλει τον μπόγια να τον πιάσει και να τον ξεπαστρέψει, την ώρα που ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά. Εκείνη τη νύχτα χώθηκα στην αυλή της γριάς και βρήκα έαν χαλί απλωμένο στο μπουγαδοσκοινο. Το ραβδί για το τίναγμα το 'χε κρεμάσει σ' ένα στύλο. Το 'κλεψα και το 'θαψα.
Στο Ίδρυμα Φιλόζωων είχε ουρά. Ο μπροστινός μου είχε φέρει ένα κουτάβι, μιας βδομάδας το πολύ: ένα Πούλι, ουγγαρέζικο τσοπανόσκυλο, με πολύ θλιμμένο μουτράκι. Ο τύπος είχε πολλά από την ίδια γέννα κι αυτό το 'χε φέρει για να το δώσουν σε άλλον ή να του κάνουν ευθανασία. Το πήραν μέσα κι ήρθε η σειρά μου να πάω στο γκισέ. Είπα στον υπάλληλο πως ήθελα σκύλο και με πήγε να δω τα κλουβιά.
Σ' ένα απ' αυτά, το μικρούτσικο Πούλι που ήταν φρέσκο στο Ίδρυμα δεχόταν επίθεση από τρία μεγαλύτερα σκυλιά, παλιότερους κατοίκους του κλουβιού. Το κουτάβι ήτανε μια σταλιά, τα μεγάλα το 'χαν βάλει κάτω και του άλλαζαν τα φώτα. Αλλά πάλευε γερά.
«Βγάλ' τον αυτόν από κει μέσα!» φώναξα. «Αυτόν θα πάρω, αυτόν, βγάλ' τον από κει μέσα!»
Κόστισε δύο δολλάρια. Ποτέ στη ζωή μου δεν ξαναξόδεψα δύο δολλάρια με καλύτερο τρόπο.
Στο δρόμο για το σπίτι, είχε στρωθεί στην πέρα μεριά της θέσης του συνοδηγού και μ' έκοβε. Από νωρίτερα είχα μια γενική ιδέα του ονόματος που θα 'δινα στο ζωάκι που θα 'παιρνα, αλλά μόλις τον είδα να με καρφώνει με τα μάτια του κάτι μου θύμισε ξαφνικά μια σκηνή από τον Κλέφτη της Βαγδάτης που γύρισε το 1939 ο Αλεξάντερ Κόρντα – μια σκηνή στην οποία ο σατανικός βεζίρης (το ρόλο έπαιζε ο Κόνραντ Βέιντ) μετατρέπει σε σκύλο τον Αμπού, το μικρό κλεφτρόνι που υποδυόταν ο Σαμπού*. Στο φιλμ, το σκυλίσιο μουτράκι είχε τυπωθεί για μια στιγμή μπροστά από το ανθρώπινο κι έπαιρνε όψη εκπληκτικά έξυπνη. Η έκφραση του κουταβιού καθώς με κοίταζε ήταν ολόιδια. «Αμπού» είπα.
Απαξίωσε τελείως ν' αποκριθεί. Αλλά από κείνη τη στιγμή, αυτό ήταν το όνομά του.
Ούτε έναν, απ' όσους πέρασαν κατά καιρούς να μ' επισκεφτούν δεν άφησε ανεπηρέαστο η παρουσία του. Όταν ένιωθε καλές δονήσεις από κάποιον, γινόταν χαλί να τον πατήσεις. Τρελαινόταν να τον ξύνουν και, παρά τις κατσάδες χρόνων και χρόνων, είχε το συνήθειο να ζητιανεύει μπουκιές την ώρα που τρώγαμε, γιατί ήξερε πως οι περισσότεροι απ' όσους έρχονταν να τους κάνω το τραπέζι ήταν θύματα και δεν μπορούσαν ν' αντισταθούν στο παραπονιάρικο μουτράκι του που ράγιζε πιο πολλές καρδιές απ' ό,τι ο Τζάκι Κούγκαν** ως χαμίνι.
Ταυτόχρονα, ωστόσο, ήταν και αξιόπιστο βαρόμετρο για τους αγύρτες. Όλα τα άτομα που κατά καιρούς συμπάθησα ενώ ο Αμπού τα απέφευγε, στο τέλος αποδείχτηκαν μεγάλες κουφάλες. Κατέληξα να παρακολουθώ τη στάση του προς τις νέες μου γνωριμίες και οφείλω να παραδεχτώ ότι επηρέαζε τις αντιδράσεις μου. Ήμουν πάντα επιφυλακτικός με όσους απέρριπτε ο Αμπού.
Γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκα βραχυπρόθεσμα δε δίσταζαν να ξανάρχονται πότε πότε στο σπίτι – για να δουν το σκύλο. Είχε έναν κύκλο στενών φίλων, πολλοί από τους οποίους δε σχετίζονταν με μένα. Στην παρέα εκείνη συμπεριλαμβάνονταν και μερικές από τις ομορφότερες ηθοποιούς του Χόλλυγουντ. Μια εξαίρετη κυρία έστελνε κάθε Κυριακή απόγευμα τον οδηγό της να τον πάρει και να της τον πάει για τσαλίμια στην παραλία.
Ποτέ δεν τον ρώτησα τι έκαναν οι δυό τους. Δεν μιλούσε.
Από πέρσι είχε αρχίσει να παραδίνει, εγώ όμως δεν το κατάλαβα γιατί κράτησε το χαρακτήρα του κουταβιού ως την τελευταία του ώρα σχεδόν. Αλλά παρακοιμόταν και, όταν έτρωγε, έβγαζε τα συκώτια του – ακόμη κι αν το φαγητό ήταν το ουγγαρέζικο που του 'φερναν κάτι γείτονες Μαγυάροι. Και επιτέλους, εδέησα κι εγώ να το καταλάβω πως κάτι πήγαινε στραβά, όταν τον είδα τρομαγμένο την ώρα του μεγάλου σεισμού που έγινε πέρσι στο Λος Άντζελες. Ο Αμπού δεν τρόμαζε ποτέ. Ριχνόταν άφοβος στον Ειρηνικό Ωκεανό και κοίταζε αφ' υψηλού τις γάτες. Αλλά ο σεισμός τον τρομοκράτησε: όρμησε στο κρεβάτι μου και μου τύλιξε το λαιμό με τα μπροστινά του πόδια. Παρά λίγο και θα γινόμουνα το μοναδικό θύμα του σεισμού που θα 'χε στραγγαλιστεί από ζώο.
Όλο στον κτηνίατρο τον πήγαινα στις αρχές αυτής της χρονιάς κι αυτός ο ηλίθιος έλεγε ότι έφταιγε η δίαιτά του, του σκύλου μου.
Ύστερα, μια Κυριακή που είχε βγει στην αυλή, τον βρήκα καταλασπωμένο στο τελευταίο σκαλί, να ξερνοβολάει τόσο, που έβγαζε μόνο χολή πια. Είχε λερωθεί κι ο ίδιος με τους εμετούς και προσπαθούσε απελπισμένα να χώσει τη μουσούδα του στη γη για να δροσιστεί. Ίσα που ανάσαινε. Τον πήρα και τον πήγα σε άλλον κτηνίατρο.
Στην αρχή νομίσανε πως ήταν απλώς τα γηρατειά... ότι θα κατάφερνε να τη σκαπουλάρει. Στο τέλος όωμς του βγάλαν ακτινογραφίες και φάνηκε ο καρκίνος που του 'χε φάει το στομάχι και το συκώτι του.
Το ανέβαλα όσο μπορούσα. Όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να φανταστώ τον κόσμο χωρίς αυτόν. Αλλά χτες πήγα στο γραφείο του κτηνίατρου κι υπέγραψα τα χαρτιά για την ευθανασία.
«Θα 'θελα να τον δω για λίγο», είπα.
Τον έφεραν και τον έβαλαν στο ατσάλινο τραπέζι των εξατάσεων. Τι αδύνατος που είχε γίνει! Εγώ τον ήξερα πάντα με μια κοιλιά να! Αλλά τώρα του είχε πέσει. Οι μυς στα πίσω πόδια ήταν αδύναμοι, πλαδαροί. Με πλησιάσε κι έχωσε το κεφάλι του στη μασχάλη μου. Έτρεμε σύγκορμος. Του σήκωσα το κεφάλι και με κοίταξε με κείνη την κωμική φατσούλα που πάντα μου θύμιζε τον Λώρενς Τάλμποτ, τον Λυκάνθρωπο. Καταλάβαινε. Μυαλό ξυράφι ως και την τελευταία στιγμή, ε παλιόφιλε; Καταλάβαινε και φοβόταν. Τρέμαν ακόμη κι οι αραχνοΰφαντοι μύες των ποδιών του. Ποιανού; Του Αμπού, που κάποτε έμοιαζε με μαλλιαρή μπάλα και που εύκολα τον περνούσες για προβιά όταν έμενε ακίνητος σε σκούρο χαλί, γιατί δεν ξεχώριζες το κεφάλι από την ουρά του. Πόσο αδύνατος! Να τρέμει, ξέροντας τι τον περίμενε. Αλλά κουτάβι ακόμη.
Με πήραν τα κλάματα και τα μάτια μου έκλεισαν καθώς η μύτη μου βούλωσε από τα δάκρυα κι έθαψε κι αυτός το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, γιατί δεν είχαμε κλαφτεί πολύ ο ένας στον άλλον. Ντρεπόμασταν κι οι δύο που δεν μπορούσαμε να το αποδεχτούμε.
«Πρέπει να το κάνω, κουταβάκι, πρέπει. Πονάς και δεν μπορείς να φας». Αλλά αυτός ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε.
Τότε ήρθε ο κτηνίατρος. Ήταν εντάξει τύπος και με ρώτησε μήπως ήθελα να φύγω, ν' άφηνα εκείνον να το φροντίσει.
Τότε ο Αμπού ξεμύτισε και με κοίταξε.
Υπάρχει μια σκηνή στο Βίβα Ζαπάτα του Καζάν, όπου ένας στενός φίλος του Ζαπάτα, του Μπράντο, έχει καταδικαστεί επειδή συνωμότησε με τους federales. Ένας φίλος που ήταν με τον Ζαπάτα από την εποχή των βουνών, από την αρχή της revolucion. Έρχονται λοιπόν στην καλύβα να τον πάρουν για το εκτελεστικό απόσπασμα κι ο Μπράντο πάει να πει κάτι, αλλά ο φίλος του τον πιάνει από το μπράτσο, τον σταματάει και του λέει με ύφος που δείχνει μεγάλη φιλία «Κάν' το εσύ, Εμιλιάνο».
Ο Αμπού με κοίταξε και, εντάξει, το ξέρω πως ήταν σκύλος, αλλά αν μπορούσε να μιλήσει σαν άνθρωπος, δε θα 'λεγε πιο εύγλωττα απ' όσο με τη ματιά του Μη μ' αφήνεις με ξένους.
Τον κράτησα λοιπόν μόλις τον ξάπλωσαν, ο κτηνίατρος του πέρασε μια θηλιά στο δεξί μπροστινό πόδι, του το 'σφιξε για να φουσκώσει η φλέβα και, καθώς του κρατούσα το κεφάλι, ο Αμπού το γύρισε για να μη με βλέπει τη στιγμή που θα 'μπαινε η βελόνα. Δεν το κατάλαβα πότε πέρασε από τη ζωή στο θάνατο. Χαλάρωσε το κεφάλι του στο χέρι μου, τρεμόπαιξε τα μάτια κι έφυγε.
Τον τύλιξα σ' ένα σεντόνι με τη βοήθεια του κτηνίατρου και τον έβαλα στο αυτοκίνητο. Γύρισα σπίτι με τον Αμπού στο κάθισμα του συνοδηγού, όπως την πρώτη φορά που πηγαίναμε εκεί, πριν από έντεκα χρόνια. Τον έβγαλα στην αυλή κι άρχισα ν' ανοίγω στη γη έναν τάφο για να τον θάψω. Έσκαβα ώρες κι έκλαιγα, πότε μονολογώντας, πότε μιλώντας σ' αυτόν, μές στο σεντόνι. Ο τάφος ήταν προσεγμένος, ορθογώνιος, με τις πλευρές ίσιες και με τα χώματα σκουπισμένα καλά με το χέρι.
Τον ξάπλωσα στον πάτο και μου φάνηκε μικροσκοπικός, αυτός ο σκύλος που ζωντανό τον νόμιζα τόσο μεγάλο, τόσο μαλλιαρό, τόσο αστείο. Ύστερα τον σκέπασα με χώμα και όταν η τρύπα γέμισε έβαλα πάλι από πάνω τη φλούδα γης με το γρασίδι που είχα ξηλώσει προσεκτικά στην αρχή. Κι αυτό ήταν όλο.
Αλλά δεν μπορούσα να τον στείλω σε ξένους.

ΤΕΛΟΣ


______________________
*Σαμπού: (1924-1963)Ινδικής καταγωγής «πιτσιρίκος» του Χόλλυγουντ που και ως ενήλικος εμφανίστηκε σε πολλές «εξωτικές» ταινίες (σ.τ.μ.)
**Τζάκι Κούγκαν: Από τα πρώτα παιδιά θαύματα του Χόλλυγουντ στη δεκαετία του '20 διάσημος σταρ στα επτά του, στην ταινία The Kid του Τσάπλιν (σ.τ.μ.)

ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
1.Έχει σημασία το ότι αναγραμματισμένη η λέξη dog (σκύλος) δίνει τη λέξη god (θεός); Αν ναι, ποια;
2.Νομίζετε ότι ο συγγραφέας προσπαθεί να αποδώσει ανθρώπινες ιδιότητες σε μη ανθρώπινο πλάσμα; Γιατί; Αναπτύξτε την έννοια του ανθρωπομορφισμού στο φως της φράσης «Συ ει ο Θεός».
3.Εξετάστε την αγάπη που εκφράζει ο συγγραφέας στο δοκίμιο. Συγκρίνετέ την και αντιπαραβάλλετέ της με άλλες μορφές αγάπης: την αγάπη του άντρα προς τη γυναίκα, της μητέρας προς το παιδί της, του γιου προς τη μητέρα του, του βοτανολόγου προς τα φυτά του οικολόγου προς τη Γη.


HARLAN ELLISON
ΔΕΝ ΕΧΩ ΣΤΟΜΑ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΞΩ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 1991

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ - Arthur Rimbaud



Μακαρίστε τρεις φορές την έμπνευση μου! Δεν είναι καμιά τυχαία έμπνευση!
Γέννημα θρέμμα της κάψας που χω μέσα στ' άντερα. Ένεκεν δηλητηρίου δηλαδή! Το κατάπια και το χάρηκα! Νιώθω να ζαρώνω. Και τα πνευμόνια μου, να γίνονται δισάκι που καλά φυλάει τη στάχτη.
Η κόλαση είναι η ποινή! Η αιώνια! Δείτε τι λάγνα με χαϊδεύουν οι φωτιές της!

Καίω, καθώς πρέπει.
Εμπρός διάβολε!
Το ‘ξερα εγώ. Το ‘χα προβλέψει! Όλα θα γυρνούσανε μια μέρα, προς το καλό. Πώς να το περιγράψω; Να , μέσα στην κόλαση, πού να υμνήσω; Πώς να τολμήσω κάτι τέτοιο; Όχι, δηλαδή, πως θέλω να υμνήσω εγώ , αλλά να, στο όραμα , που λέω, όλα είχαν στα χείλια τους καλά κρατημένο έναν ύμνο. Σαν να κρατούσαν με τα δόντια κάποιο τριαντάφυλλο. ! Περαιτέρω, δεν γνωρίζω. Ήτανε η δύναμη; Ήταν η ειρήνη;

Ευγενείς φιλοδοξίες; Ίσως.
Κι όμως, ακόμη απομένει ζωή.
Τώρα, αν ο κολασμός είναι αιώνιος... Πάντως, αυτός που θέλει να κολαστεί, θα κολαστεί.
Άλλωστε, ο κολασμός, δεν είναι παρά μια μορφή ευνουχισμού. Όλα αυτά όμως, όλα αυτά που περνώ, είναι τα επακόλουθα του βαπτίσματος μου! Την καταδίκη μου την υπέγραψαν οι γονείς μου.
Με βάπτισαν και τώρα τιμωρούμαι για κάτι που ποτέ δεν θέλησα να αναλάβω!
Με ευνούχισε το βάπτισμα!
Αλλά, θα τιμωρηθούνε και αυτοί! Ενώ, άντε να επιτεθεί σε έναν ειδωλολάτρη ο σατανάς! Ποτέ.
Για αυτούς, η κόλαση, παράδεισος!
Μάλλον θα πρέπει να φτάσω βαθύτερα στη κόλαση για να την απολαύσω. Λοιπόν, γρήγορα, όσο μου μένει ζωή, κάποιο έγκλημα! Να χω να πέφτω βαθύτερα.
Έστω , αν όχι στην κόλαση, στο ανύπαρκτο, όπως το λένε οι άνθρωποι.
Καλύτερα να σταματήσω! Η ηλιθιότητα μου, αρχίζει να με τρομάζει!
Να, ο σατανάς, είναι μάρτυρας: « Δεν είναι τίποτε τα καζάνια. Προς τι ο θυμός σου καλέ μου;»

Αρκετά! Όλα τα λάθη που μου φορτώνουνε, τα μάγια, τα χρίσματα τα κάλαντα! Όλα φτιαχτά για να με ξεγελάσουν! Και να πω ακόμη, πως, εγώ, την αλήθεια, την κατέχω. Και η κρίση μου είναι σταθερή και υγιής. Βλέπω την αξία της δικαιοσύνης. Είμαι πανέτοιμος για την τελειότητα…υπεροψία; Μπορεί.
Να το. Ήδη καίγομαι και η σάρκα του προσώπου μου ξεραίνεται.
( Εγώ,
Φοβάμαι, Διψάω…! )
Ω τα παιδικά μου χρόνια… τα περιβόλια , τα πρωτοβρόχια, οι λίμνες… και πάντα, όποτε το ρολόι σήμαινε μεσάνυχτα, σαν πάντοτε να χε πανσέληνο! «Παναγίτσα... βοήθησε με... είναι η ώρα του κακού σατανά!
Κρέμεται σα τη μαϊμού στους δείχτες.»
(Μα τι βόδι που ήμουν!)
Όχι, εκεί κάτω, δεν υπάρχει κανένας με την ελάχιστη στοργή για εμένα, εκεί κάτω, δεν υπάρχει ειλικρίνεια. «Μιλώ κουκουλωμένος απ' το μαξιλάρι μου, δεν με ακούνε, έλεγα, τα φαντάσματα»
Άρα, είμαι.
( -Ναι, τώρα ή τότε;)
Από τότε στη κόλαση λοιπόν! Την θυμάμαι αυτή την κάψα!
Κι ό,τι με φόβιζε , η μόνη λύτρωση μου.
Πάει, κανένας άλλος παρά μόνο το πεπρωμένο ανησυχεί για εμάς.


Οι παραισθήσεις, είναι αναρίθμητες. Το μόνο που ανέκαθεν κατέχω, είναι η απιστία.
Ιστορία!
Που άλλο δεν κάνει τίποτα απ' το να ζωγραφίζει
βασίλεια στις σελίδες της κ' ύστερα με φιλήδονα
τερτίπια να τις σκίζει
Θα το βουλώσω:
ιδεαλιστές και ποιητές, θα με ζηλέψουν.
Είμαι χίλιες φορές πιο πλούσιος. Δεν ξέρω από τι.
Ας είμαστε φειδωλοί σα την αντάρα!
Τα ρολόγια σταματούν. Συνεπώς, τέλος. θάνατος.
Η θεολογία δεν αστειεύεται: η κόλαση είναι κάτω από τη γη.
Και βέβαια, τη τοποθεσία της την μάθαμε εξ ουρανού. - Έκσταση και εφιάλτης σε φλεγόμενες κούνιες.
Η κακεντρέχεια μου επιμένει ακόμη και στη ρέμβη της εξοχής: Ο σατανάς, ο Φερντινάδος, τρέχει με την αγέλη του! Ο Ιησούς, έφλεγε τις βάτους δίχως να τις καίει…περπάταγε πάνω στα νερά...
Τον Ιησού, τον ξέρουμε στητό, με καστανά μαλλιά, ωχρό, δίπλα σε κύματα σμαράγδινα στο χρώμα.
Θέλω ν' αποκαλύψω όλα τα μυστήρια. Θρησκεία και φύση δεν θα μου ξεφύγουν.
Θα τις κάνω δικές μου…και όσα ήρθανε, και όσα θα ‘ρθουν, θα τα βρω. Θα τα μάθω.
Είμαι άπιαστος στα υπερθεάματα της βαρύγδουπης αναζήτησης.
Ακούστε.

Εγώ, έχω όλα τα ταλέντα! (…όπως παντού, κανείς δεν είναι εδώ που γράφω,
μα και κάτι υπάρχει…).
Ας είναι.- Δεν θα ‘πρεπε να δώσω μία από τον θησαυρό μου κι όμως σας μιλώ! Εκμεταλλευτείτε το !
Χρειάζονται τραγούδια μαύρα και αφρικάνικοι χοροί. Πρέπει να χαθώ. Να βουτήξω μες στις λασπωμένες λίμνες, να βουτήξω στα θολά νερά και να βρω το δαχτυλίδι. Να βουτήξω λοιπόν; Ε; θα φτιάξω καινούρια βοτάνια αν το ζητήσετε. Θα σας φτιάξω χρυσάφι. Λέτε λοιπόν! Μιλήστε!
Ελάτε που να πάρει ο διάολος, πιστέψτε με.
Μάθετε από εμένα ότι…η πίστη θα γλυκάνει τις καρδούλες σας. Πραΰνει η πίστη.
Και καθοδηγεί. ( Προπάντων. )
Ελάτε σε εμένα άνθρωποι φτωχοί , στην λαμπρή , στην μεγάλη μου καρδιά! Μου αρκεί η πίστη σας, είμαι , ας πούμε ολιγαρκής Θεός! Κρατήστε τις υμνολογίες και τα τελετουργικά. Μου αρκεί και μόνη η πίστη σας.
Όσο για εμένα τώρα: έχω πια την τύχη να μην υποφέρω. Η ζωή μου, ήταν γεμάτη από γλυκές τρέλες. Αξιοθρήνητη εν ολίγοις. Έτσι, ελάχιστα τον νοσταλγώ τον κόσμο.

Χε! Ας κάνουμε κάθε δυνατή γκριμάτσα!
Είναι ξεκάθαρο! Είμαστε εκτός κόσμου. Άκρα του τάφου…
Αχ, το φρούριο μου, η Σαξονία μου, τα δάση με τις φουντουκιές, τα απογεύματα
τα πρωινά, οι έσπεροι και τ' ακρινά μεσάνυχτα!
Πάει, κουράστηκα.
Θα ‘πρεπε να χα' έναν κοπάδι από κολάσεις.
Μία για το θυμό και μια για τη λαγνεία μου. Κι ακόμα μία για τον σνομπισμό μου.
Είμαι πτώμα. Με κάθε σημασία… Να τον! Είναι ο τάφος.
Γεια και χαρά που λένε, τρέχω, πάω στα σκουλήκια. Φόβος και τρόμος!
Απατεώνα! Θέλεις να ξεστρατίσω διάβολε! Αν, δε πα' να βάλεις όλα σου τα μαγικά! Το αρνούμαι.
Κι ας με πασαλείβεις με λάβες κι ας με λογχίζεις!


Ωό! να ‘μαι ξανά στον πάνω κόσμο! Τι τερατούργημα! Κείνο το φαρμάκι και το τρισκατάρατο φιλί!
Η αδυναμία μου... η σκληρότητα του κόσμου! Έλεος θεέ μου, κρύψε με. Κρύψε με γιατί ξεφεύγω.

Κρύφτηκα ή όχι;
… Όπου κολασμένος και η ποινή του.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

ΣΥΝΟΜΩΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ – Arkady and Boris Strugatsky



...Έσκυψα πίσω στο ψυγείο και τράβηξα έξω ένα κουτί πολυτελείας με ζαχαρωτά «Ντάμα Πίκα».
«Το βλέπεις αυτό;»
«Αυτό μάλιστα!» έκανε ο Βεσερόφσκι με σεβασμό.
Θαυμάσαμε το κουτί.
«Είναι χαιρετίσματα απ' τον υπερπολιτισμό», είπα. «Α, ναι! Τι έλεγες; Με μπέρδεψε εκείνος ο άθλιος Βαϊνγκάρτεν. Α, θυμήθηκα! Ώστε, δηλαδή, επιμένεις ύστερα απ' όλα αυτά ότι...»
»Χμ. Ναι, επιμένω. Ήξερα από πάντα πως δεν υπάρχουν υπερπολιτισμοί. Αλλά τώρα, ύστερα απ' όλα αυτά, όπως είπες, αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί δεν υπάρχουν».
«Για στάσου», έκανα, αφήνοντας κάτω το φλυτζάνι. «Το γιατί και τα λοιπά σου είναι θεωρίες. Θέλω να μ' απαντήσεις σε τούτο: αν δεν υπάρχει υπερπολιτισμός, αν δεν υπάρχουν ξένοι, τότε ποιοι είναι αυτοί που μας κατατρέχουν;» Είχα θυμώσει. «Γνωρίζεις τίποτε ή σου αρέσει να ξεφουρνίζεις παραδοξολογίες; Ένας άνθρωπος σκοτώθηκε κι ένας άλλος μεταβλήθηκε σε αμοιβάδα. Τι αερολογίες είν' αυτές που μου τσαμπουνάς;»
Όμως όχι. Ήταν φανερό με την πρώτη ματιά ότι ο Βεσερόφσκι δεν ευχαριστιόταν ν' αραδιάζει παραδοξολογίες ή να αερολογεί. Ξάφνου είδα το πρόσωπό του να γίνεται γκρίζο και να παίρνει μια κουρασμένη έκφραση, και κατόπιν, κάτω από μια προσεκτικά κρυμμένη εσωτερική προσπάθεια, να μεταβάλλεται σε μάσκα. Πιθανόν να ήταν το πείσμα του – ένα άγριο, συγκρατημένο πείσμα – αλλά δεν ήμουν βέβαιος. Πάντως, έπαψα ξαφνικά να τον αναγνωρίζω. Το πρόσωπό του, που ήταν συνήθως μαραμένο και χρωματιζόταν από μια αριστοκρατική πλαδαρότητα, τώρα είχε γίνει σκληρό σαν βράχος. Ο φόβος μου ξαναγύρισε. Για πρώτη φορά μου πέρασε απ' το μυαλό ότι ο Βεσερόφσκι δεν καθόταν μαζί μου για να μου συμπαρασταθεί ηθικά. Κι ούτε ήταν αυτός ο λόγος που με είχε καλέσει να περάσω τη νύχτα στο διαμέρισμά του ή να μείνω να εργαστώ εκεί, όπως μου είχε προτείνει το πρωί. Και παρόλο που ήμουν πολύ φοβισμένος, ένιωσα ξάφνου ένα κύμα οίκτου για λογαριασμό του, έναν οίκτο που δεν δικαιολογούνταν, είναι αλήθεια, από τίποτε χειροπιαστό, εκτός από κάποια αόριστη προαίσθηση και από την αλλαγή στο πρόσωπό του.
Και τότε εντελώς απροσδόκητα, θυμήθηκα ότι ο Βεσερόφσκι, πριν από τρία χρόνια, είχε νοσηλευτεί για λίγο διάστημα σε νοσοκομείο από έναν άγνωστο μέχρι τότε τύπο καλοήθους όγκου. Το είχα ανακαλύψει μόλις το περασμένο φθινόπωρο, παρόλο που τον έβλεπα κάθε μέρα, έπινα καφέ μαζί του, άκουγα τα καμπανιστά του γέλια (που τ' αποκαλούσα “αρειανά”), του παραπονιόμουν πως με κούραζε πολύ ν' ακούω τα μαθηματικά του προβλήματα.
Κι όμως δεν είχα υποψιαστεί τίποτε, απολύτως τίποτε.
Και τώρα, πλημμυρισμένος απ' αυτόν τον απροσδόκητο οίκτο, δεν μπόρεσα να κρατηθώ και είπα, παρόλο που γνώριζα πως ήταν ανώφελο και πως δεν επρόκειτο να πάρω απάντηση:
«Φιλ, σε πιέζουν κι εσένα;»
Όπως ήταν φυσικό δεν έδωσε προσοχή στην ερώτησή μου. Ούτε καν την άκουσε. Η ένταση εξαφανίστηκε από το πρόσωπό του, δίνοντας τη θέση της στην αριστοκρατική πλαδαρότητα, τα κοκκινωπά ματόκλαδά του ξαναβρήκαν την ισορροπία τους πάνω απ' τα μάτια του, και άρχισε πάλι να ρουφάει το τσιμπούκι του.
«Δεν λέω καθόλου αερολογίες», είπε. «Εσείς έχετε τρελλάνει τον εαυτό σας. Ανακαλύψατε τους υπερπολιτισμούς και δεν μπορείτε να καταλάβετε κάτι πολύ απλό: ότι οι υπερπολιτισμοί είναι η σύγχρονη μυθολογία μας και τίποτε περισσότερο».
Ανατρίχιασα. Μήπως το πράγμα ήταν πιο περίπλοκο; Δηλαδή πιο χειρότερο; Τι θα μπορούσε να είναι χειρότερο;
«Είσαι αστρονόμος», συνέχισε ο Βεσερόφσκι επιτιμητικά. «Θα 'πρεπε να γνωρίζεις το θεμελιακά παράδοξο κάθε ξενολογίας».
«Το ξέρω. Κάθε πολιτισμός κατά την εξέλιξή του είναι πολύ πιθανόν να...»
«Και ούτω καθεξής», με διέκοψε ο Βεσερόφσκι. «Είναι αναπόφευκτο ότι θα παρατηρούσαμε ίχνη της δραστηριότητάς τους, αλλά δεν παρατηρούμε. Γιατί; Διότι δεν υπάρχουν υπερπολιτισμοί. Διότι, για κάποιο λόγο, οι πολιτισμοί δεν γίνονται υπερπολιτισμοί».
«Ναι, ναι. Η ιδέα ότι η λογική καταστρέφει τον εαυτό της με πυρηνικούς πολέμους. Αυτό είναι ανοησία».
«Και βέβαια είναι ανοησία», συμφώνησε ήρεμα. «Είναι μάλιστα πολύ σχηματική, πολύ πρωτόγονη – στην περιοχή του συνηθισμένου μας τρόπου σκέψης».
«Μια στιγμή! Γιατί επιμένεις στην έννοια του πρωτόγονου; Σίγουρα ο πυρηνικός πόλεμος είναι μια πρωτόγονη αντίληψη, αλλά δεν χρειάζεται να είναι τόσο απλή. Γενετικές ασθένειες, άνια της ύπαρξης, επαναπροσανατολισμός των σκοπών. Υπάρχει ολόκληρη φιλολογία γύρω απ' αυτό. Εγώ για πρώτη φορά νιώθω ότι οι εκδηλώσεις των υπερπολιτισμών είναι κοσμικής υφής και δεν μπορούμε να τις διακρίνουμε από τα φυσικά κοσμικά φαινόμενα. Ας πάρουμε την περίπτωσή μας, λογουχάρη. Γιατί λες ότι δεν είναι μια εκδήλωση του υπερπολιτισμού;»
«Χμ, πολύ ανθρώπινο επιχείρημα. Ανακάλυψαν ότι οι γήινοι βρίσκονται στο κατώφλι του Διαστήματος. Φοβούμενοι τον συναγωνισμό, αποφασίζουν να τους σταματήσουν. Αυτό θες να πεις;»
«Γιατί όχι;»
«Γιατί πρόκειται για παραμύθι. Παραμύθι της πεντάρας, με φτηνό, εντυπωσιακό εξώφυλλο. Είναι σα να προσπαθείς να βάλεις τα πόδια ενός χταποδιού μέσα στα μπατζάκια ενός σμόκιν. Και δεν μιλώ για κανένα απλό χταπόδι, αλλά για χταπόδι που δεν υπάρχει καν».
Ο Βεσερόφσκι μετακίνησε το φλυτζάνι του, ακούμπησε τον αγκώνα του στο τραπέζι και, στηρίζοντας το σαγόνι στη γροθιά του, ανασήκωσε τα ματόκλαδά του και κοίταξε ψηλά το διάστημα.

«Κοίτα να δεις πως έχουν τα πράγματα. Πριν από δύο ώρες φαινόταν να έχουμε καταλήξει σε μια απόφαση. Δεν έχει σημασία ποια δύναμη επενεργεί επάνω μας, σημασία έχει πως συμπεριφερόμαστε μεις κάτω από αυτή την πίεση. Βλέπω όμως ότι εσύ δεν το σκέφτεσαι καθόλου αυτό. Εσύ προσπαθείς πεισματικά ν' ανακαλύψεις για ποια δύναμη πρόκειται. Και το ίδιο πεισματικά, ξαναγυρίζεις στην υπόθεση του υπερπολιτισμού. Είσαι έτοιμος να ξεχάσεις – και το έχεις ήδη ξεχάσει – τις ισχνές αντιρρήσεις σου γι' αυτή την υπόθεση. Μπορώ να καταλάβω γιατί σου συμβαίνει αυτό. Κάπου βαθιά μέσα σου διατηρείς την αντίληψη ότι οποιοσδήποτε υπερπολιτισμός εξακολουθεί να είναι πολιτισμός, και ότι δύο πολιτισμοί μπορούν πάντα να έρθουν σε κάποια συμφωνία, να βρουν ένα είδος συμβιβασμού, να ταΐσουν τους λύκους και να σώσουν τα πρόβατα. Κι αν τα πράγματα πάνε στο χειρότερο, υπάρχει πάντα μια διέξοδος: η συνετή παράδοση σ' αυτή την εχθρική αλλά επιβλητική δύναμη, η αξιοπρεπής υποχώρηση μπρόστά σ' έναν εχθρό που του αξίζει να νικήσει, και σε συνέχεια – ο διάβολος παίζει πολλά παιχνίδια – δεν πρέπει ν' αποκλείεται ακόμα και κάποια ανταμοιβή γι' αυτή τη λογική και φρόνιμη στάση. Μη με κοιτάς έτσι, Ντμίτρι. Είπα πως όλα αυτά έγιναν υποσυνείδητα. Μήπως νομίζεις ότι είσαι ο μόνος που σκέφτεται έτσι; Πρόκειται για μαι παραπολύ ανθρώπινη στάση. Απορρίψαμε το Θεό, αλλά ακόμα δεν μπορούμε να σταθούμε στα δυό μας πόδια χωρίς κάποιο μύθο, που να μας στηρίζει. Πρέπει όμως. Πρέπει να μάθουμε. Γιατί, στην περίπτωση σου, όχι μόνο δεν έχεις φίλους, αλλά είσαι τόσο μόνος ώστε δεν έχεις ούτε καν εχθρούς! Αυτό είναι που αρνιέσαι να καταλάβεις».
Ο Βεσερόφσκι σταμάτησε. Καθώς μιλούσε, είχα επιχειρήσει να τον διακόψω, είχα προσπαθήσει να βρω επιχειρήματα ν' ανασκευάσω τον ισχυρισμό του, να φιλονικήσω άγρια – αλλά για ν' αποδείξω τι; Δεν ξέρω. Είχε δίκιο. Δεν είναι ντροπή να ενδίδεις σ' έναν άξιο αντίπαλο. Δεν εννοώ μ' αυτό ότι το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος, αλλά ότι αυτό σκέφτομαι εγώ, δηλαδή αυτό σκέφτηκα ξαφνικά, μετά από όσα είπε. Είχα νιώσει πολλές φορές το αίσθημα ενός στρατηγού αποδεκατισμένου στρατού που περιφέρεται μέσα στ' αποκαΐδια της μάχης αναζητώντας τον νικητή στρατηγό για να του παραδώσει το ξίφος του. Κι εκείνο που με στεναχωρούσε περισσότερο δεν ήταν η κατάστασή μου, αλλά το γεγονός ότι δεν μπορώ να βρω τον εχθρό.
«Τι εννοείς ότι δεν υπάρχει εχθρός;» ρώτησα τελικά. «Κάποιος τα θέλησε όλα αυτά».
«Και ποιος τα θέλησε τάχα», έκανε ο Βεσερόφσκι σέρνοντας τα λόγια του, «να ρίξει ένα βράχο στην επιφάνεια της Γης με ταχύτητα εννιά κόμμα ογδόντα ένα;»
«Δεν καταλαβαίνω».
«Μ' αυτή ακριβώς την τιμή δεν πέφτει;»
«Ναι».
«Δεν θα μπορούσες να επικαλεστείς έναν υπερπολιτισμό εδώ για να εξηγήσειςτο γεγονός;»
«Για στάσου! Τι έχει να κάνει αυτό με...»
«Τότε ποιος θέλησε να πέσει ο βράχος μ' αυτή ακριβώς την ταχύτητα; Ποιος;»
Έρριξα λίγο τσάι στο φλυτζάνι μου. Το πράγμα έμοιαζε απλό, όπως το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, αλλά εγώ εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τίποτα.
«Εννοείς πως έχουμε να κάνουμε με κάποια στοιχειακή δύναμη; Ένα φυσικό φαινόμενο;»
«Αν θέλεις», είπε ο Βεσερόφσκι.
«Για φαντάσου! Άνοιξα απότομα τα χέρια μου, με αποτέλεσμα να παρασύρω το φλυτζάνι και να χύσω το τσάι μου στο τραπέζι. «Άι στο δαίμονα!»
Ενώ σκούπιζα το τραπέζι, ο Βεσερόφσκι συνέχισε νωχελικά: «Προσπάθησε να αναθεωρήσεις το επικυκλικό σύστημα και να τοποθετήσεις τον ήλιο και όχι τη Γη στο κέντρο των πραγμάτων. Τότε θα δεις πως μιλάω σωστά».
Πέταξα τη βρεγμένη πατσαβούρα μέσα στο νεροχύτη.
«Εννοείς πως έχεις μια δική σου θεωρία;» είπα.
«Ναι».
«Τότε ας την ακούσουμε. Αλλά γιατί, διάολε, δεν μας την έλεγες αμέσως; Όταν ακόμα ήταν εδώ ο Βαϊνγκάρτεν;»
Ο Βεσερόφσκι ανοιγόκλεισε τα ματόκλαδά του.
«Κάθε καινούργια θεωρία, βλέπεις, έχει ένα μεγάλο ελάττωμα: προκαλεί ατέρμονες συζητήσεις, κι εγώ δεν είχα καμιά διάθεση για συζητήσεις. Απλώς ήθελα να σας βεβαιώσω πως βρίσκεστε αντιμέτωποι με μια εκλογή. Κατά τα φαινόμενα, δεν το πέτυχα. Τώρα νομίζω πως η θεωρία μου θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν συμπληρωματικό επιχείρημα, γιατί η ουσία της (στην πραγματικότητα, το μόνο δυνατό συμπέρασμα που μπορεί να βγει απ' αυτήν) είναι πως εσείς τώρα, όχι μονάχα δεν έχετε φίλους, αλλά δεν έχετε ούτε καν εχθρούς. Προφανώς είχα άδικο. Προφανώς έπρεπε να μπλεχτώ σε μια εξαντλητική συζήτηση μαζί σας, η οποία θα έκανε τη θέση σας σαφέστερη. Τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ έχουν ως εξής...»


Δεν μπορώ να πω πως δεν κατάλαβα την θεωρία του, αλλά δεν μπορώ να πω πως την συνέλαβα και στην ολότητά της. Δεν μπορώ να πως πως αυτή η θεωρία με έπεισε πλήρως, αλλά από την άλλη πλευρά, όλα όσα μας είχαν συμβεί μέχρι τότε, ταίριαζαν μια χαρά στο πλαίσιό της. Κάτι περισσότερο: ό,τι είχε συμβεί στο παρελθόν, ό,τι συνέβαινε τώρα και ο,τιδήποτε θα συνέβαινε στο μέλλον, σ' ολόκληρο το σύμπαν, ταίριαζαν σ' αυτό το πλαίσιο. Αυτή ήταν και η αδύνατη πλευρά της θεωρίας. Ποντάριζε στην προϋπόθεση ότι μια αλυσίδα είναι απλώς μια αλυσίδα και τίποτε περισσότερο.
Ο Βεσερόφσκι άρχισε την ανάπτυξή του εισάγοντας την έννοια του Ομοιοστατικού Σύμπαντος. «Το Σύμπαν διατηρεί τη δομή του», αυτό ήταν το βασικό του αξίωμα. Κατά τα λεγόμενά του, οι νόμοι της διατήρησης της ενέργειας και της ύλης ήταν απλώς αφηρημένες εκδηλώσεις του νόμου της διατήρησης της δομής. Ο νόμος μη μειούμενης εντροπίας* έρχεται σε αντίφαση με την ομοιοστατική του σύμπαντος και κατά συνέπεια είναι μερικός και όχι γενικός νόμος. Συμπληρωματικός του νόμου αυτούς ήταν ο νόμος της συνεχούς αναπαραγωγής του λόγου. Ο συνδυασμός και η σύγκρουση αυτών των δύο μερικών νόμων αποτελούσαν την έκφραση του παγκοσμίου νόμου της διατήρησης της δομής.
Αν ο νόμος της μη μειούμενης εντροπίας υπήρχε, η δομή του σύμπαντος θα καταστρεφόταν και θα βασίλευε χάος. Από την άλλη μεριά, αν υπερίσχυε μια διαρκώς αυτοτελειούμενη και παντοδύναμη διάνοια, η δομή του σύμπαντος, που βασίζεται στην ομοιοστατική, θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα: τη ν αποδιάρθρωσή της. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι το σύμπαν θα γινόταν καλύτερο ή χειρότερο. Απλώς θα γινόταν διαφορετικό, αντίθετο με την αρχή της ομοιοστατικής, δεδομένου ότι μια διαρκώς αναπτυσσόμενη διάνοια δεν μπορεί να έχει παρά ένα σκοπό: την αλλαγή της φύσης. Να γιατί η ουσία της Ομοιοστατικής του Σύμπαντος συνίσταται στη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην αύξηση της εντροπίας και στην ανάπτυξη της λογικής. Να γιατί δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν υπερπολιτισμοί, μια που ο όρος υπερπολιτισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια διάνοια που έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε να πηγαίνει πιο πέρα από το νόμο της μη μειούμενης εντροπίας σε κοσμική κλίμακα. Αυτό που συνέβαινε σε μας τώρα, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια πρώτη αντίδραση του Ομοιοστατικού Σύμπαντος απέναντι στην απειλή της ανθρωπότητας να μεταβληθεί σε υπερπολιτισμό. Το σύμπαν προστάτευε τον εαυτό του.
Μη με ρωτήσεις, συνέχισε ο Βεσερόφσκι, γιατί εσύ και ο Γκλούκωφ γίνατε τα πρώτα θύματα αυτού του επερχόμενου κατακλυσμού. Μη με ρωτήσεις ποια είναι η ειδική φύση των σημείων που επηρεάζουν αρνητικά την ομοιοστατική σ' αυτή την γωνιά του σύμπαντος όπου εσύ κι ο Γκλούκωφ ασχολείστε με τις έρευνές σας. Με δυο λόγια, μη με ρωτήσεις τίποτε για τους μηχανισμούς του Ομοιοστατικού Σύμπαντος. Δεν ξέρω τίποτε γι' αυτούς, όπως ακριβώς οι άνθρωποι δεν ξέρουν τίποτε για τη λειτουργία του νόμου της διατήρησης της ενέργειας. Όλες οι εξελικτικές διαδικασίες λειτουργούν με τέτοιο τρόπο, ώστε η εργασία η δική σου και του Γκλούκωφ, σε συνδυασμό με την εργασία εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων, να μην έχει σαν αποτέλεσμα το τέλος του κόσμου. Βέβαια δεν μπαίνει θέμα καταστροφής του κόσμου γενικά, αλλά του κόσμου που βλέπουμε σήμερα γύρω μας, του κόσμου που υπάρχει ήδη ένα δισεκατομμύριο χρόνια, του κόσμου που εσύ κι ο Γκλούκωφ, με τα μικροσκοπικά σας εγχειρήματα, απειλείτε να ξεπεράσετε την εντροπία.
Αυτά πάνω κάτω κατάλαβα απ' όσα είπε, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάλαβα απόλυτα σωστά. Μπορεί και να κάνω λάθος. Δεν συζήτησα καν μαζί του το θέμα. Ήδη τα πράγματα ήταν άσχημα και χωρίς αυτό, αλλά αν τελικά υιοθετούσες αυτή την οπτική, όλα γίνονταν τόσο απελπιστικά που δεν ήξερες ούτε πως να αντιδράσεις. Γιατι να συνεχίσεις να ζεις; Φαντάσου: ο Ντμίτρι Αλεξέγιεβιτς Μαλιάνοφ ενάντια στο Ομοιοστατικό Σύμπαν!

«Άκουσε, Φιλ», είπα. «Αν τα πράγματα είναι όπως τα λες, τότε δεν υπάρχει λόγος να συζητάμε. Στο διάολο τα Μ-κοιλώματα! Όσο για την εκλογή, τι είδους εκλογή μπορεί να υπάρξει εδώ;»
Ο Βεσερόφσκι έβγαλε τα γυαλιά του και έτριψε την ερεθισμένη γέφυρα της μύτης του με το μικρό του δάχτυλο. Έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα. Περίμενα με ανυπομονησία. Η έκτη μου αίσθηση μου έλεγε πως δεν ήταν δυνατόν ο Βεσερόφσκι να με άφηνε έτσι στα κρύα του λουτρού, στο έλεος της ομοιοστατικής. Σίγουρα δεν θα μου έλεγε τίποτα αν δεν υπήρχε κάποια διέξοδος, κάποια εναλλακτική λύση, κάποια δυνατότητα εκλογής. Επιτέλους σταμάτησε να τρίβει τη μύτη του, φόρεσε τα γυαλιά του και μίλησε με σιγανή φωνή:
«Μου είπαν ότι αυτός ο δρόμος θα με οδηγούσε στον ωκεανό του θανάτου και γύρισα πίσω απ' τα μισά του δρόμου. Από τότε δεν υπάρχουν μπροστά μου παρά ελικοειδή, κυκλικα, ξεχασμένα απ' το θεό μονοπάτια».
«Δηλαδή;» ρώτησα.
«Θέλεις να το επαναλάβω;»
«Ναι, επανέλαβέ το».
Το επανέλαβε. Μου 'ρθε να βάλω τις φωνές. Σηκώθηκα γρήγορα, γέμισα νερό την τσαγιέρα και την έβαλα στην φωτιά.
«Ευτυχώς που υπάρχει τσάι. Διαφορετικά θα είχα γίνει στουπί στο μεθύσι μέχρι τώρα», είπα.
«Εγώ προτιμώ καφέ», είπε ο Βεσερόφσκι.



____________________
*όρος της θερμοδυναμικής (σ.τ.μ.)



Arkady and Boris Strugatsky
ΣΥΝΟΜΩΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ
(Ένα χειρόγραφο που ανακαλύφθηκε κάτω από παράξενες συνθήκες)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1979

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΠΟΛΑΡΙΣ – H. P. LOVECRAFT



Μέσα από το Βορινό Παράθυρο της κάμαράς μου λάμπει ο Πολικός Αστέρας με μιαν απόκοσμη λάμψη. Όλες τις μακριές καταχθόνιες ώρες του σκότους λάμπει εκεί. Και το φθινόπωρο, όταν οι βόρειοι άνεμοι καταριούνται και κλαυθμηρίζουν και τα κιτρινισμένα δέντρα του βάλτου ψιθυρίζουν μεταξύ τους, κάθομαι δίπλα στο παράθυρο τις μικρές ώρες της νύχτας κάτω από το φεγγάρι που φθίνει και κοιτάζω αυτό το αστέρι. Καθώς οι ώρες περνούν και η λαμπερή Κασσιόπη ξετυλίγεται στον ουρανό, ο Τσαρλς Γουέιν κινείται αδέξια πίσω από τα μουσκεμένα δέντρα του βάλτου που λικνίζονται στο νυχτερινό άνεμο. Λίγο πριν την αυγή, ο Αρκτούρος τρεμοσβήνει ροδοκόκκινος πάνω από το κοιμητήρι στο χαμηλό λόφο και το νεφέλωμα του Μπερένικου λαμπυρίζει παράξενα πέρα μακριά στην μυστηριώδη Ανατολή. Και ο Πολικός Αστέρας ακόμα κοιτάζει πονηρά κάτω από το ίδιο σημείο του μαύρου ορίζοντα, τρεμοσβήνοντας απόκοσμα σαν ένα τρελό μάτι που παρατηρεί και προσπαθεί να μεταδώσει κάποιο παράξενο μήνυμα, αλλά δεν θυμάται τίποτα παρά μόνον ότι κάποτε είχε ένα μήνυμα να μεταδώσει. Μερικές φορές, όταν έχει συννεφιά, μπορώ και κοιμάμαι.
Πόσο καλά θυμάμαι τη νύχτα της μεγάλης Ηούς, όταν πάνω από το βάλτο παιχνίδιζαν σκανδαλώδεις λάμψεις ενός δαιμονικού φωτός. Μετά τη λάμψη συννέφιασε, και τότε κοιμήθηκα.
Ήταν κάτω από ένα φεγγάρι που έφθινε όταν είδα την πόλη για πρώτη φορά. Απλωνόταν ακίνητη και σοβαρή σ' ένα παράξενο επίπεδο σ' ένα κοίλωμα ανάμεσα σε περίεργες κορυφές. Οι τοίχοι και οι πύργοι της, οι κίονες, οι θόλοι και τα πεζοδρόμια ήταν όλα από ένα ωχρό μάρμαρο. Στους μαρμάρινους δρόμους υπήρχαν μαρμάρινες κολόνες στο επάνω μέρος των οποίων ήταν σκαλισμένα κεφάλια σοβαρών γενειοφόρων ανδρών. Ο αέρας ήταν ζεστός και ακίνητος. Κι από πάνω, μόλις δέκα μοίρες από το ζενίθ, έλαμπε ο Πολικός Αστέρας. Κοιτούσα την πόλη πολλές ώρες, αλλά η μέρα δεν ήλθε. Όταν ο ερυθρός Αλδεβαράν, που τρεμόσβηνε χαμηλά στον ορίζοντα αλλά ποτέ δεν ήταν σταθερός, είχε κάνει αργά το ένα τέταρτο της πορείας του στον ορίζοντα, είδα φως και κίνηση στα σπίτια και στους δρόμους. Μορφές με περίεργα ρούχα, αλλά ευγενικές και οικείες, περπατούσαν κάτω από ένα μισοφέγγαρο σε παρακμή και μιλούσαν σοφά σε μια γλώσσα που καταλάβαινα, αν και δεν έμοιαζε με καμιά γλώσσα που ήξερα. Και όταν ο ερυθρός Αλδεβαράν είχε κάνει περισσότερο από το μισό της πορείας του στον ορίζοντα, έγινε πάλι σκοτάδι και ησυχία.
Όταν ξύπνησα, δεν ήμουν όπως πριν. Στη μνήμη μου είχε χαραχτεί το όραμα της πόλης και στην ψυχή μου είδε ξυπνήσει μια άλλη, πιο αμυδρή ανάμνηση, για τη φύση της οποίας δεν ήμουν σίγουρος ακόμα. Από τότε τις συννεφιασμένες νύχτες, όταν μπορούσα να κοιμηθώ, συχνά έβλεπα την πόλη. Μερικές φορές κάτω από τις ζεστές κίτρινες ακτίνες ενός ήλιου που δεν έδυε, αλλά κυλούσε χαμηλά γύρω από τον ορίζοντα. Και τις νύχτες που δεν είχε σύννεφα, ο Πολικός Αστέρας έλαμπε όσο ποτέ άλλοτε.
Σταδιακά άρχισα να αναρωτιέμαι ποια θα μπορούσε να είναι η θέση μου σ' αυτή την πόλη, στο παράξενο οροπέδιο ανάμεσα στις παράξενες κορυφές. Ενώ στην αρχή ήμουν ευχαριστημένος να βλέπω τη σκηνή σαν μια αόρατη πανταχού παρούσα παρουσία, τώρα επιθυμούσα να ορίσω τη σχέση μου μαζί της και να μιλήσω κι εγώ μαζί με τους αυστηρούς άντρες που συζητούσαν κάθε μέρα στις δημόσιες πλατείες. Είπα στον εαυτό μου: «Αυτό δεν είναι όνειρο, γιατί με ποιον τρόπο θα μπορούσα να αποδείξω ότι αυτή η άλλη ζωή στο σπίτι με τις πέτρες και τα τούβλα, νότια από τον απαίσιο βάλτο και το κοιμητήρι του μικρού λόφου, όπου ο Πολικός Αστέρας κοιτάζει απ' το Βοριά μέσ' απ' το παράθυρό μου, είναι στ' αλήθεια πιο πραγματική;»
Μια νύχτα καθώς άκουγα τη συζήτηση σε μια μεγάλη πλατεία με πολλά αγάλματα, αισθάνθηκα μιαν αλλαγή και συνειδητοποίησα ότι είχα αποκτήσει επιτέλους υλική μορφή. Εγώ δεν ήμουν ένας ξένος στους δρόμους της Ολαθόης, που βρίσκεται στο οροπέδιο της Σαρκίας, ανάμεσα στις κορυφές Νότον και Καντιφονέκ. Ήταν ο φίλος μου ο Άλος που μιλούσε και ο λόγος του ευχαριστούσε την ψυχή μου, γιατί ήταν ο λόγος ενός αληθινού άνδρα και πατριώτη. Εκείνη τη νύχτα είχαν φτάσει τα νέα για την πτώση του Ντάικος και την προέλαση των Ινούτος, κίτρινων, κοντόχοντρων, διαβολικών τεράτων, που εμφανίστηκαν πριν από πέντε χρόνια από την άγνωστη Δύση και σκόρπισαν τον όλεθρο στα σύνορα του βασιλείου και κατέλαβαν πολλές από τις πόλεις μας. Έχοντας καταλάβει τα οχυρωμένα μέρη στους πρόποδες του βουνού, ο δρόμος τους προς το οροπέδιο ήταν ανοιχτός, εκτός αν κάθε πολίτης μπορούσε να αντισταθεί με τη δύναμη δέκα ανδρών. Γιατί τα κοντόχοντρα πλάσματα ήταν δυνατά στην πολεμική τέχνη και δεν είχαν τις ηθικές αναστολές που συγκρατούσαν τους ψηλούς άντρες του Λομάρ με τα γκρίζα μάτια από το να φέρονται σαν ανηλεείς κατακτητές.
Ο φίλος μου ο Άλος ήταν διοικητής των δυνάμεων του οροπεδίου και σ' αυτόν στηρίζονταν οι τελευταίες ελπίδες της πατρίδας μας. Στη σημερινή περίσταση, μίλησε για τους κινδύνους που θα αντιμετωπίζαμε και προέτρεψε τους άνδρες της Ολαθόης, τους πιο γενναίους από τους Λομαριανούς, να διατηρήσουν τις παραδόσεις των προγόνων τους, οι οποίοι όταν υποχρεώθηκαν να κινηθούν νότια της Ζόμπνα πριν από την προέλαση του μεγάλου παγετού (όπως οι απόγονοί μας, πρέπει μια μέρα να φύγουν από τη γη του Λομάρ) με πολύ θάρρος κατατρόπωσαν τους τριχωτούς κανίβαλους Γκνόπκεχς, με τα μακριά χέρια, που εμπόδιζαν το δρόμο τους. Ο Άλος αρνήθηκε να μου δώσει το πόστο ενός πολεμιστή γιατί ήμουν αδύναμος και υπέφερα από περίεργες λιποθυμίες όταν βρισκόμουν σε ένταση και αντιμετώπιζα δυσκολίες. Αλλά είχα την πιο οξεία όραση σ' όλη την πόλη, παρά τις πολλές ώρες που αφιέρωνα κάθε μέρα στη μελέτη των Πνακοτικών χειρογράφων και της σοφίας των Ζομπναριανών πατέρων. Γι' αυτό ο φίλος μου, μη θέλοντας να με καταδικάσει σε απραξία, με αντάμειψε με αυτό το τόσο ασήμαντο καθήκον: με έστειλε στο παρατηρητήριο του Θαπνέν για να είμαι τα μάτια του στρατού μας. Εάν οι Ινούτος προσπαθούσαν να αιφνιδιάσουν τη φρουρά καταλαμβάνοντας το οχυρό στο στενό πίσω από την κορυφή Νότον, έπρεπε να δώσω σινιάλο με τη φωτιά που θα ειδοποιούσε τους στρατιώτες που περίμεναν και θα έσωζε την πόλη από σίγουρη καταστροφή.

Σκαρφάλωσα μόνος μου στον πύργο, γιατί κάθε γερός άνδρας χρειαζόταν στα χαμηλά περάσματα. Είχα να κοιμηθώ πολλές μέρες και το μυαλό μου πονούσε σαστισμένο από την ταραχή και την κούραση. Αλλά ο σκοπός μου ήταν ακλόνητος γιατί αγαπούσε την πατρίδα μου τη Λομάρ και τη μαρμάρινη πόλη της Ολαθόης, που βρίσκεται ανάμεσα στις κορυφές Νότον και Καντιφονέκ.
Καθώς καθόμουν στην υψηλότερη κάμαρα του πύργου, είδα το μισοφέγγαρο που ήταν στη χάση του, κόκκινο και απόκοσμο, να τρέμει μέσα από τους ατμούς που αιωρούνταν πάνω από τη μακρινή κοιλάδα του Μπάνοφ. Και μέσα από ένα άνοιγμα στην οροφή έλαμπε ο ωχρός Πολικός Αστέρας, φτερουγίζοντας σαν ζωντανός και κρυφογελώντας σαν δαίμονας και εκμαυλιστής. Μου φάνηκε ότι το πνεύμα του ψιθύριζε κακές συμβουλές, οδηγώντας με σε προδοτική υπνηλία με μια καταραμένη ρυθμική υπόσχεση που επαναλαμβανόταν συνέχεια:

Κοιμήσου παρατηρητή, μέχρις ότου οι σφαίρες,
Διακόσια τρισεκατομμύρια μέρες
Θα γυρνούν, και θα επιστρέψω εγώ
Στο ίδιο σημείο αυτό το λαμπερό.
Άλλα άστρα θ' ανατείλουν σύντομα
Στου ουρανού το στερέωμα,
Άστρα που φέρνουν δόξα κι ευφροσύνη
Με μια γλυκιά λησμοσύνη.
Μόνον όταν ο κύκλος μου ολοκληρωθεί
Το παρελθόν μπροστά σου πάλι θα ξαναφανεί.

Μάταια αγωνιζόμουν να μην κοιμηθώ, προσπαθώντας να συνδέσω αυτές τις παράξενες λέξεις με κάποιες γνώσεις για τον ουρανό που είχα αποκτήσει από τα Πνακοτικά χειρόγραφα. Το κεφάλι μου, βαρύ και ζαλισμένο, έπεσε στο στήθος μου και, όταν το σήκωσα και πάλι, ήταν μέσα σε ένα όνειρο, με τον Πολικό Αστέρα να μου χαμογελά ειρωνικά μέσα από ένα παράθυρο πάνω από τα φρικτά ταλαντευόμενα δέντρα ενός ονειρικού βάλτου. Κι ακόμα ονειρεύομαι.
Μερικές φορές μέσα στην ντροπή και την απελπισία μου ουρλιάζω απεγνωσμένα και εκλιπαρώ τα πλάσματα του ονείρου γύρω μου να με ξυπνήσουν πριν οι Ινούτος καταλάβουν το πέρασμα πίσω από την κορυφή Νότον και αιφνιδιάσουν το οχυρό, αλλά τα πλάσματα αυτά είναι δαίμονες, γιατί γελούν και μου λένε ότι δεν ονειρεύομαι. Με κοροϊδεύουν ενώ κοιμάμαι κι ενώ ο κοντόχοντρος κίτρινος εχθρός μπορεί να έρχεται σιωπηλά εναντίον μας. Απέτυχα στο καθήκον μου και πρόδωσα τη μαρμάρινη πόλη της Ολαθόης. Αποδείχτηκα ανάξιος της εμπιστοσύνης του Άλος, του φίλου μου και διοικητή. Αλλά αυτές οι σκιές έρχονται στα όνειρά μου και με περιγελούν. Λένε ότι η γη της Λομάρ δεν υπάρχει παρά μόνο στις νυχτερινές μου φαντασιώσεις και ότι σ' αυτά τα βασίλεια όπου ο Πολικός Αστέρας λάμπει ψηλά και ο ερυθρός Αλδεβαράν σέρνεται χαμηλά γύρω από τον ορίζοντα, εδώ και εκατομμύρια χρόνια δεν υπάρχει τίποτα εκτός από πάγο και χιόνι και ποτέ δεν υπήρξαν άνθρωποι εκτός από κάτι κοντόχοντρα κίτρινα πλάσματα ξεραμένα από το κρύο, τα οποία αποκαλούν «Εσκιμώους».
Και καθώς σφαδάζω μέσα στην ένοχη αγωνία μου και προσπαθώ απεγνωσμένα να σώσω την πόλη που κινδυνεύει ολοένα και περισσότερο και μάταια αγωνίζομαι να αποτινάξω αυτό το αφύσικο όνειρο ενός σπιτιού από τούβλο και πέτρα στη νότια πλευρά ενός απόκοσμου βάλτου και ενός νεκροταφείου σ' ένα χαμηλό λόφο, ο Πολικός Αστέρας, κακός και τερατώδης, χαμογελάει ειρωνικά από το μαύρο στερέωμα, τρεμοσβήνοντας φρικιαστικά σαν το τρελό μάτι ενός παρατηρητή που προσπαθεί να μεταδώσει ένα μήνυμα, αλλά δε θυμάται τίποτε άλλο παρά μόνον ότι κάποτε είχε ένα μήνυμα να μεταδώσει.


H. P. Lovecraft
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ 2
Μετάφραση Αλίκη Ακοντίδου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ 1990

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

ΕΜΕΙΣ / Τριακοστή έκτη εγγραφή (Κενές σελίδες, Ο Θεός των Χριστιανών, Για τη μητέρα μου) – YEVGENY ZAMYATIN



Είναι παράξενο: λες και υπάρχει μια λευκή σελίδα μέσα στο κεφάλι μου. Δε θυμάμαι πως πήγα εκεί, ότι έπρεπε να περιμένω (ξέρω πως περίμενα). Δε θυμάμαι ούτε ένα πράγμα, ούτε έναν ήχο, ούτε ένα πρόσωπο, ούτε μια χειρονομία. Λες και όλα τα νήματα που με συνδέρανε με το σύμπαν είχαν κοπεί.
Όταν πήγα, στεκόμουν κιόλας μπροστά Του. Φοβόμουν να σηκώσω τα μάτια μου: έβλεπα μόνο τα τεράστια, σαν εκμαγείο, χέρια Του, ακουμπισμένα πάνω στα γόνατά Του. Αυτά τα χέρια σύντριβαν τον εαυτό Του, έκαναν τα γόνατά Του να λυγίζουν. Τα δάχτυλά Του κουνήθηκαν ελαφρά. Το πρόσωπό Του βρισκόταν κάπου ψηλά, στην ομίχλη, και νόμισα πως ήταν έτσι γιατί έφτανε σε μένα από τέτοιο ύψος χωρίς να κυλάει σαν βροντή, δε με κούφαινε, αλλά έμοιαζε με μια κανονική ανθρώπινη φωνή: «Και έτσι – et tu; Εσύ ο κατασκευαστής του Ολοκληρωτή; Εσύ, που σου είχε παραχωρηθεί η ευκαιρία να γίνεις ο μεγαλύτερος των κονκισταδόρων; Εσύ, που τ' όνομά σου επρόκειτο να εγκαινιάσει ένα νέο, ένδοξο κεφάλαιο στην ιστορία του Μονοκράτους, εσύ;»
Το αίμα έφτασε στο κεφάλι μου, στα μάγουλά μου, μετά – άλλη μια λευκή σελίδα: παραμένει μόνο η θύμηση του σφυγμού στους κροτάφους μου και η φωνή ν' αντηχεί από εκεί πάνω, αλλά ούτε μια λέξη. Μόνο όταν αυτός σώπασε, συνήλθα. Παρατηρούσα το χέρι Του να κουνιέται ελαφρά σαν να ζύγιζε τρεις χιλιάδες λίτρα: σύρθηκε μπροστά, ακόμη πιο αργά. Ένα δάχτυλο μ' έδειξε αυστηρά: «Λοιπόν; Γιατί σωπαίνεις; “Είναι ένας δήμιος” – διάβασα σωστά τη σκέψη σου – ναι ή όχι;».
«Ναι», απάντησα πειθήνια. Και από κείνη τη στιγμή άκουσα κάθε του λέξη καθαρά.

«Νομίζεις πως φοβάμαι αυτή τη λέξη; Έλα, προσπάθησες ποτέ σου να της βγάλεις το κέλυφος και να δεις τι βρίσκεται μέσα; Θα σου το δείξω τώρα αμέσως. Ανακάλεσε στη μνήμη σου: ένα βουνό μες στο μπλε σούρουπο, ένας σταυρός, όχλος. Μερικοί άντρες βουτηγμένοι στα αίματα καρφώνουν στην κορφή του σταυρού ένα σώμα. Άλλοι, βουτηγμένοι στα δάκρυα, στα πόδια του σταυρού κοιτάζουν προς τα πάνω. Δε σου φαίνεται πως ο ρόλος εκείνων στην κορφή του σταυρού είναι ο πιο δύσκολος, ο πιο σημαντικός; Γιατί, αν δεν ήταν στη διανομή, θα είχε παιχθεί άραγε όλη αυτή η θαυμάσια τραγωδία; Σφυρίχτηκαν από το σκοτεινό όχλο. Αλλά τότε, για να επανορθώσει ο συγγραφέας αυτής της τραγωδίας – ο Θεός – υποχρεώθηκε να τους ανταμείψει όλους, όσο γίνεται πιο γενναιόδωρα. Ο Φιλέσπλαχνος Θεός των Χριστιανών, ο οποίος απανθράκωσε όλους τους πεισματάρηδες μέσα στις αργές φλόγες της Κόλασης – δεν είναι τάχα κι Αυτός ένας δήμιος; Ή πάρε τα autos-da-fe και τα ζωντανά βασανιστήρια – αλήθεια είναι τάχα ο αριθμός εκείνων που έκαψαν οι Χριστιανοί μικρότερος απ' τον αριθμό των Χριστιανών που κάηκαν; Και όμως, το ίδιο κάνει – το καταλαβαίνεις αυτό; – Αυτός ο Θεός ήταν ακριβώς το ίδιο, δοξαζόταν στους αιώνες σαν Θεός της Αγάπης. Παραλογισμός; Όχι: αντίθετα, είναι μια εφεύρεση, γραμμένη με αίμα, που πιστοποιεί το ανεκρίζωτο, κοινό νου του ανθρώπου. Ακόμη και τότε που ήταν ένας μαλλιαρός άγριος έπιασε αυτή την αλήθεια, αλγεβρική αγάπη για την ανθρωπότητα είναι αλάνθαστα απάνθρωπη, και ότι ένα αλάνθαστο σημάδι της αλήθειας είναι η σκληρότητά της. Όπως ακριβώς ένα αλάνθαστο σημάδι φωτιάς, είναι ό,τι καταβροχθίζεται από τη φωτιά. Μπορείς να μου δείξεις μια φωτιά που να μην κάψει τίποτα; Έλα παρουσίασε τα επιχειρήματά σου, εμπρός! Φιλονίκησε μαζί μου!»
Πως μπορούσα να φιλονικήσω μαζί Του; Πως μπορούσα να φιλονικήσω μαζί Του, όταν αυτά ήσαν (μέχρι τώρα) οι δικές μου σκέψεις – μόνο που δεν είχα μπορέσει ποτέ να τις ντύσω με πανοπλία τόσο καλά σφυρηλατημένη, με μια αστραφτερή αρματωσιά. Σώπαινα.

«Αν η σιωπή σου δείχνει πως συμφωνείς μαζί μου, ας μιλήσουμε σαν μεγάλοι όταν τα παιδιά έχουν πάει στο κρεβάτι. Ας τα πούμε όλα ως το τέλος. Σε ρωτώ: για τι πράγμα έχουν οι άνθρωποι, από τις φασκιές τους ακόμη, παρακαλέσει, ονειρευτεί, βασανίσει τους εαυτούς τους; Για να έχουν κάποιον να τους πει μια και καλή, τι ακριβώς είναι η ευτυχία – και μετά να τους δέσει σ' αυτή την ευτυχία με αλυσίδες. Λοιπόν, τι άλλο κάνουμε τώρα αν όχι αυτό; Το αρχαίο όνειρο του Παράδεισου... Θυμίσου, στον Παράδεισο δε γνωρίζουν πια τίποτα, ούτε επιθυμίες, ούτε οίκτο, ούτε αγάπη. Εκεί θα βρεις μόνο τους μακαρισμένους, γιατί τους έχει γίνει φαντασιεκτομή (αυτή είναι η μονη αιτία που είναι μακαρισμένοι) – οι άγγελοι, οι υπηρέτες του Θεού. Και τώρα, τη μοναδική στιγμή, όταν εμείς έχουμε κιόλας συλλάβει αυτό το όνειρο, όταν ήδη το έχουμε φτάσει τόσο (τα χέρια Του σφίχτηκαν: αν υπήρχε μια πέτρα ανάμεσά τους, η πέτρα θα είχε ξεχειλίσει χυμό), όταν ό,τι απόμενε ήταν να ξεκοιλιαστεί η λεία και να γίνει κομματάκια για γενική διανομή – αυτή τη μοναδική στιγμή εσύ... εσύ...»
Ο υπόκωφος θόρυβος του σιδερένιου εκμαγείου έσπασε αναπάντεχα. Ήμουν κατακόκκινος σαν χυτοσίδηρος χελώνας πάνω σ' ένα αμόνι, κάτω από ένα βαρύ σφυρί. Το βαρύ σφυρί ήταν σιωπηλά σταματημένο, και περιμένοντάς το να πέσει ήταν ακόμη περισσότερο... πιο πολύ τρομαχτικό...
Ξαφνικά!: «Πόσο χρονών είσαι;»
«Τριάντα δύο».
«Είσαι δυό φορές η ηλικία ενός γέρου εξήντα χρονών – αλλά πολύ αφελής! Άκουσέ με: Είναι ίσως πιθανό ότι δεν πρόδωσες ούτε μια φορά, πως αυτοί – ακόμη δεν γνωρίζουμε τους αριθμούς τους, αλλά είμαι σίγουρος πως θα τους μάθουμε από σένα – πως σε χρειάζονταν μόνο σαν τον κατασκευαστή του Ολοκληρωτή, μόνο για να μπορέσουν, μέσα από σένα...»
«Όχι! Όχι!, ξεφώνισα. Έμοιαζε σαν να έβαζες τα χέρια σου μπροστά σαν μια ασπίδα, και φώναζες σ' ένα βόλι. Ακόμη μπορείς ν' ακούσεις αυτό το αστείο «Όχι!» σου, αλλά η σφαίρα σ' έχει κιόλας κομματιάσει, και συ βρίσκεσαι κουλουριασμένος στο πάτωμα. Ναι, ναι, ήμουν ο κατασκευαστής του Ολοκληρωτή. Ναι, ναι... και αμέσως: η λάμψη του εξαγριωμένου προσώπου της U- με τα τρεμουλιαστά καφέ-κόκκινα βράγχια, το πρωί. Όταν αυτή και η Ε- είχαν έρθει μαζι στο δωμάτιό μου.
Θυμήθηκα πιο καθαρά: ξέσπασα σε γέλια, σήκωσα τα μάτια μου. Καθισμένος μπροστά μου ήταν ένας φαλακρός, ένας Σωκρατικά φαλακρός άντρας. Σταγόνες ιδρώτα ολόγυρα στο φαλακρό κεφάλι.
Πόσο απλά όλα αυτά. Πόσο μαγευτικά κοινά, και τόσο πολύ απλά που ήσαν για γέλια. Το γέλιο μ' έπνιξε. Ξέφευγε από μέσα μου κυματιστά. Σκέπασα με το χέρι μου το στόμα μου και όρμησα έξω κακείν-κακώς.
Σκάλες. Σκαλοπάτια. Άνεμος. Βρεγμένα, πηδηχτά κομμάτια από φώτα, από πρόσωπα. Και, ακόμη και καθώς έτρεχα, συνέχισα να σκέπτομαι, «όχι πρέπει να τη δω! Πρέπει να τη δω, έστω γι' άλλη μια φορά!»
Εδώ, άλλη μια κενή σελίδα. Ό,τι θυμάμαι είναι πόδια. Όχι άνθρωποι, αλλά ακριβώς πόδια. Εκατοντάδες πόδια, παράφωνα, τρεμουλιαστά, να πέφτουν στο πεζοδρόμιο από κάπου ψηλά: μια ραγδαία βροχή από πόδια. Και κάτι σαν θορυβώδες, διασκεδαστικό, ερεθιστικό τραγούδι, και μια κραυγή (ίσως για μένα): «Έι! Έι! Έλα απο δω, μαζί μας!».
Μετά μια έρημη πλατεία παραγεμισμένη μ' ένα τεντωμένο αέρα. Στο κέντρο της πλατείας, ένας αμβλυμένος, λαμπερός, βαρύς, δυσοίωνος όγκος: η Μηχανή του Ευεργέτη. Και εξαιτίας αυτής της Μηχανής, η αντανάκλαση μιας εικόνας, φαινομενικά απρόσμενη, ξεπήδησε μέσα μου: ένα θαμβωτικά λευκό μαξιλάρι και πάνω του το κεφάλι μιας γυναίκας, ριγμένο πίσω, με τα μάτια μισόκλειστα, τα δόντια μια κοφτερή, γλυκιά γραμμή... Όλο αυτό ήταν κάπως τόσο άτοπο και τόσο τρομακτικά δεμένο με τη Μηχανή. Ήξερα τη φύση αυτού του δεσμού, αλλά ακόμη δεν ήθελα να τη δω, να την ονομάσω – δεν ήθελα, δεν μπορούσα.
Έκλεισα τα μάτια μου, έκατσα στα σκαλιά που οδηγούσαν στη Μηχανή. Πρέπει να είχε βρέξει: το πρόσωπό μου ήταν βρεμένο. Σκεπασμένες φωνές, κάπου μακριά. Αλλά κανεις – κανείς!, δε μ' άκουσε να κλαίω, «Σώστε με! Σώστε με απ' όλα αυτά!»
Αν μονάχα είχα μια μητέρα, όπως οι αρχαίοι: μια μητέρα δική μου, ναι, ακριβώς, δική μου... Και αν μονάχα δεν ήμουν, όσο της περνούσε από το χέρι, ο κατασκευαστής του Ολοκληρωτή, ούτε ο αριθμός D-503, ούτε ένα μόριο Του Μονοκράτους, αλλά ένα κομμάτι κοινού ανθρώπου, ένα κομμάτι από τον εαυτό της, ένα τσαλαπατημένο, σπασμένο κομματάκι... Και ενώ θα σταύρωνα ή θα σταυρωνόμουν (ίσως και τα δύο να είναι το ίδιο), αν μονάχα μπορούσε ν' ακούσει αυτή, όσα κανείς δεν μπορεί ν' ακούσει, αν μονάχα τα χείλη, τα χείλη μιας γριούλας, γεμάτα ρυτίδες...



YEVGENY ZAMYATIN
ΕΜΕΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΛΙΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ / ΑΡΚΤΟΣ 1992

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

ΜΕΘΥΣΤΕ - Charles Baudelaire


Πρέπει να 'σαι πάντα μεθυσμένος. Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα. Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα.
Αλλα με τί; Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει. Αλλά μεθύστε.
Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού, στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας, ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο ή χαμένο, ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογγά, το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά, ρωτήστε τι ώρα είναι. Και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: «Είναι η ώρα να μεθύσετε! Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθύστε. Μεθύστε χωρίς διακοπή! Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει».



Charles Baudelaire
20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
από τη συλλογή
PETITS POEMES EN PROSE
(LE SPLEEN DE PARIS)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΑ ΜΥΛΩΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ 1978

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ – ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΟΣΤΟΓΕΦΣΚΗ



...-Συμβουλευθήτε ένα ιατρόν.
-Η παρατήρησίς σας ήτο περιττή, εννοώ εγώ αυτός ότι πάσχω, αν και τη αληθεία, δεν ειξεύρω από τι. Κατ' εμέ, είμαι πεντάκις καλύτερα από σας. Δεν σας ηρώτησα: πιστεύετε ότι βλέπουν φάσματα; η ερώτησίς μου ήτο αύτη: πιστεύετε ότι υπάρχουν φάσματα;
-Όχι βέβαια, δεν το πιστεύω! απήντησεν οργίλως ο νεανίας.
-Τι λέγουν συνήθως; εψιθύρισεν εν ήδη μονολόγου ο Σβιδριγαϊλώφ, όστις κλίνων ολίγον την κεφαλήν, έβλεπεν εγκαρσίως. Οι άνθρωποι σας λέγουν: «Είσθε ασθενής, επομένως ό,τι σας επιφαίνεται είνε πλάσμα του πυρετού και της φρεναπάτης». Το τοιούτον δεν είναι αυστηράς λογικής. Παραδέχομαι ότι τα φάσματα επιφαίνονται εις τους νοσούντας, αλλά τούτο αποδεικνύει μόνον ότι πρέπει να νοσή τις δια να τα ίδη, όχι ότι καθ' εαυτά δεν υπάρχουσι.
-Βεβαίως δεν υπάρχουσιν! επανέλαβε βιαίως ο Ρασκολνικώφ.
Ο Σβιδριγαϊλώφ τον εθεώρησεν επί μακρόν.
-Δεν υπάρχουσιν; αυτή είνε η γνώμη σας; Αλλά δεν δύναταί τις να συλλογισθή ούτω: «Τα φάσματα είνε, τρόπον τινά, αποσπάσματα, τεμάχια άλλων κόσμων. Ο υγιής άνθρωπος, φυσικώ τω λόγω, δεν έχει λόγους να τα ίδη, καθόσον ο υγιής άνθρωπος είνε προ πάντων άνθρωπος υλικός, επομένως οφείλει δια να είνε εντάξει, να ζή μόνον την ζωήν του κόσμου τούτου. Αλλ' άμα νοσήση, άμα περιέλθη εις αταξίαν η ομαλή και επίγειος τάξις του οργανισμού του, πάραυτα αρχίζει να εκδηλούται το ενδεχόμενον άλλου κόσμου. Καθ' όσον δε η νόσος δεινούται, αι επαφαί του μετά του άλλου κόσμου πληθύνονται μέχρις ου ο θάνατος τον εισαγάγη όλον εις τον άλλον κόσμον». Προ πολλού έκαμα τον συλλογισμόν τούτον, και αν πιστεύετε εις την μέλλουσαν ζωήν, τίποτε δεν σας εμποδίζει να τον παραδεχθήτε.

-Μόνον εις την μέλλουσαν ζωήν πιστεύω, απήντησεν ο Ρασκολνικώφ.
Ο Σβιδριγαϊλώφ έμεινε σύννους.
-Εάν δεν υπήρχον εκεί ειμή μόνον αράχναι και άλλα παρόμοια; είπεν αίφνης.
«Είνε τρελλός», διελογίσθη ο Ρασκολνικώφ.
-Φαντάζομαι πάντοτε την αιωνιότητα ως ιδέαν, ην δεν δύναταί τις να κατανοήση, κάτι τι άπειρον, άπειρον! Αλλά διατί αναγκαίως να είνε ούτω; Αντί τούτου, φαντασθήτε μικρόν κευθμώνα, οιονεί λουτρόν, καπνώδη, αραχνώδη, και ιδού όλη η αιωνιότης. Εγώ, ειξεύρετε, τοιαύτην ενίοτε την φαντάζομαι.
-Πως; Είνε δυνατόν να μη σχηματίζητε περί αυτής δικαιοτέραν και μάλλον παρήγορον ιδέαν!ανέκραξεν ο Ρασκολνικώφ με δυσθυμίας αίσθημα.
-Δικαιοτέραν; Τις οίδεν; η άποψις αύτη είνε ίσως η αληθής, και θα ήτο βεβαίως αν τούτο παρ' εμού εξηρτάτο! απήντησε μετ' ασθενούς μειδιάματος ο Σβιδριγαϊλώφ.
Η απαισία αύτη απάντησις ενέβαλε ρίγος εις τα μέλη του Ρασκολνικώφ. Ο Σβιδριγαϊλώφ ύψωσε την κεφαλήν, εθεώρησεν ατενώς τον νέον, και αίφνης εκάγχασε...


ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΟΣΤΟΓΕΦΣΚΗ
ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ Η ΤΙΜΩΡΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΚΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ 1992