.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

ΑΜΠΟΥ – HARLAN ELLISON


ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Παρατίθεται εδώ ένα δοκίμιο. Πρόκειται σαφώς για έργο που απευθύνεται στο συναίσθημα. Κατά την ανάγνωσή του, διερωτηθείτε αν αφορά στο υπό συζήτηση θέμα. Τι επιχειρεί να πει ο συγγραφεύς; Επιτυγχάνει τους στόχους του; Νομίζετε ότι το δοκίμιό του φωτίζει το περιεχόμενό του υπό συζήτηση θέματος; Μετά την ανάγνωση, γράψτε στην πίσω πλευρά της κόλλας σας ένα δικό σας κείμενο (ως 500 λέξεις) για την απώλεια κάποιου που αγαπούσατε. Αν δεν έχετε χάσει αγαπημένο σας πρόσωπο, φανταστείτε τι θα κάνατε σε μια τέτοια περίπτωση.

ΑΜΠΟΥ

Χτες πέθανε ο σκύλος μου. Επί έντεκα χρόνια ο Αμπού ήταν ο καλύτερός μου φίλος. Χάρη σ' αυτόν έγραψα κάποτε ένα διήγημα για ένα αγόρι και το σκύλο του, που το διάβασε πολύς κόσμος. Γυρίστηκε και σε ταινία πετυχημένη. Ο σκύλος στην ταινία έμοιαζε πολύ με τον Αμπού. Δεν ήταν κατοικίδιο ζώο εκείνο, είχε προσωπικότητα. Να τον δω σαν άνθρωπο δεν μπορούσα, δεν έφτανε σ' αυτό το επίπεδο. Από την άλλη, όμως, ήταν τόσο ξεχωριστό πλάσμα, είχε τόσο έντονη παρουσία, έδειχνε τόσο αποφασιστικός στο να μοιράζεται τη ζωή του μόνο με όσους εκείνος διάλεγε, ώστε ήταν αδύνατο να τον θεωρήσεις απλό σκύλο. Πέρα από την κυνοειδή εμφάνιση στην οποία τον περιόριζαν τα γονίδιά του, όλη του η στάση και η παρουσία τον κατέτασσαν σε κάποιο άγνωστο είδος που είχε αυτόν ως μοναδικό του εκπρόσωπο.
Γνωριστήκαμε τυχαία στο Ίδρυμα Φιλόζώων του Δυτικού Λος Άντζελες. Είχα πάει να πάρω ένα σκύλο, γιατί ένιωθα μοναξιά και θυμόμουνα καλά ότι ο μοναδικός μου φίλος τότε που ήμουνα παιδί ήταν ο σκύλος μου. Ένα καλοκαίρι είχα πάει κατασκήνωση κι όταν γύρισα, ανακάλυψα ότι μια παλιόγρια από τη γειτονιά είχε βάλει τον μπόγια να τον πιάσει και να τον ξεπαστρέψει, την ώρα που ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά. Εκείνη τη νύχτα χώθηκα στην αυλή της γριάς και βρήκα έαν χαλί απλωμένο στο μπουγαδοσκοινο. Το ραβδί για το τίναγμα το 'χε κρεμάσει σ' ένα στύλο. Το 'κλεψα και το 'θαψα.
Στο Ίδρυμα Φιλόζωων είχε ουρά. Ο μπροστινός μου είχε φέρει ένα κουτάβι, μιας βδομάδας το πολύ: ένα Πούλι, ουγγαρέζικο τσοπανόσκυλο, με πολύ θλιμμένο μουτράκι. Ο τύπος είχε πολλά από την ίδια γέννα κι αυτό το 'χε φέρει για να το δώσουν σε άλλον ή να του κάνουν ευθανασία. Το πήραν μέσα κι ήρθε η σειρά μου να πάω στο γκισέ. Είπα στον υπάλληλο πως ήθελα σκύλο και με πήγε να δω τα κλουβιά.
Σ' ένα απ' αυτά, το μικρούτσικο Πούλι που ήταν φρέσκο στο Ίδρυμα δεχόταν επίθεση από τρία μεγαλύτερα σκυλιά, παλιότερους κατοίκους του κλουβιού. Το κουτάβι ήτανε μια σταλιά, τα μεγάλα το 'χαν βάλει κάτω και του άλλαζαν τα φώτα. Αλλά πάλευε γερά.
«Βγάλ' τον αυτόν από κει μέσα!» φώναξα. «Αυτόν θα πάρω, αυτόν, βγάλ' τον από κει μέσα!»
Κόστισε δύο δολλάρια. Ποτέ στη ζωή μου δεν ξαναξόδεψα δύο δολλάρια με καλύτερο τρόπο.
Στο δρόμο για το σπίτι, είχε στρωθεί στην πέρα μεριά της θέσης του συνοδηγού και μ' έκοβε. Από νωρίτερα είχα μια γενική ιδέα του ονόματος που θα 'δινα στο ζωάκι που θα 'παιρνα, αλλά μόλις τον είδα να με καρφώνει με τα μάτια του κάτι μου θύμισε ξαφνικά μια σκηνή από τον Κλέφτη της Βαγδάτης που γύρισε το 1939 ο Αλεξάντερ Κόρντα – μια σκηνή στην οποία ο σατανικός βεζίρης (το ρόλο έπαιζε ο Κόνραντ Βέιντ) μετατρέπει σε σκύλο τον Αμπού, το μικρό κλεφτρόνι που υποδυόταν ο Σαμπού*. Στο φιλμ, το σκυλίσιο μουτράκι είχε τυπωθεί για μια στιγμή μπροστά από το ανθρώπινο κι έπαιρνε όψη εκπληκτικά έξυπνη. Η έκφραση του κουταβιού καθώς με κοίταζε ήταν ολόιδια. «Αμπού» είπα.
Απαξίωσε τελείως ν' αποκριθεί. Αλλά από κείνη τη στιγμή, αυτό ήταν το όνομά του.
Ούτε έναν, απ' όσους πέρασαν κατά καιρούς να μ' επισκεφτούν δεν άφησε ανεπηρέαστο η παρουσία του. Όταν ένιωθε καλές δονήσεις από κάποιον, γινόταν χαλί να τον πατήσεις. Τρελαινόταν να τον ξύνουν και, παρά τις κατσάδες χρόνων και χρόνων, είχε το συνήθειο να ζητιανεύει μπουκιές την ώρα που τρώγαμε, γιατί ήξερε πως οι περισσότεροι απ' όσους έρχονταν να τους κάνω το τραπέζι ήταν θύματα και δεν μπορούσαν ν' αντισταθούν στο παραπονιάρικο μουτράκι του που ράγιζε πιο πολλές καρδιές απ' ό,τι ο Τζάκι Κούγκαν** ως χαμίνι.
Ταυτόχρονα, ωστόσο, ήταν και αξιόπιστο βαρόμετρο για τους αγύρτες. Όλα τα άτομα που κατά καιρούς συμπάθησα ενώ ο Αμπού τα απέφευγε, στο τέλος αποδείχτηκαν μεγάλες κουφάλες. Κατέληξα να παρακολουθώ τη στάση του προς τις νέες μου γνωριμίες και οφείλω να παραδεχτώ ότι επηρέαζε τις αντιδράσεις μου. Ήμουν πάντα επιφυλακτικός με όσους απέρριπτε ο Αμπού.
Γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκα βραχυπρόθεσμα δε δίσταζαν να ξανάρχονται πότε πότε στο σπίτι – για να δουν το σκύλο. Είχε έναν κύκλο στενών φίλων, πολλοί από τους οποίους δε σχετίζονταν με μένα. Στην παρέα εκείνη συμπεριλαμβάνονταν και μερικές από τις ομορφότερες ηθοποιούς του Χόλλυγουντ. Μια εξαίρετη κυρία έστελνε κάθε Κυριακή απόγευμα τον οδηγό της να τον πάρει και να της τον πάει για τσαλίμια στην παραλία.
Ποτέ δεν τον ρώτησα τι έκαναν οι δυό τους. Δεν μιλούσε.
Από πέρσι είχε αρχίσει να παραδίνει, εγώ όμως δεν το κατάλαβα γιατί κράτησε το χαρακτήρα του κουταβιού ως την τελευταία του ώρα σχεδόν. Αλλά παρακοιμόταν και, όταν έτρωγε, έβγαζε τα συκώτια του – ακόμη κι αν το φαγητό ήταν το ουγγαρέζικο που του 'φερναν κάτι γείτονες Μαγυάροι. Και επιτέλους, εδέησα κι εγώ να το καταλάβω πως κάτι πήγαινε στραβά, όταν τον είδα τρομαγμένο την ώρα του μεγάλου σεισμού που έγινε πέρσι στο Λος Άντζελες. Ο Αμπού δεν τρόμαζε ποτέ. Ριχνόταν άφοβος στον Ειρηνικό Ωκεανό και κοίταζε αφ' υψηλού τις γάτες. Αλλά ο σεισμός τον τρομοκράτησε: όρμησε στο κρεβάτι μου και μου τύλιξε το λαιμό με τα μπροστινά του πόδια. Παρά λίγο και θα γινόμουνα το μοναδικό θύμα του σεισμού που θα 'χε στραγγαλιστεί από ζώο.
Όλο στον κτηνίατρο τον πήγαινα στις αρχές αυτής της χρονιάς κι αυτός ο ηλίθιος έλεγε ότι έφταιγε η δίαιτά του, του σκύλου μου.
Ύστερα, μια Κυριακή που είχε βγει στην αυλή, τον βρήκα καταλασπωμένο στο τελευταίο σκαλί, να ξερνοβολάει τόσο, που έβγαζε μόνο χολή πια. Είχε λερωθεί κι ο ίδιος με τους εμετούς και προσπαθούσε απελπισμένα να χώσει τη μουσούδα του στη γη για να δροσιστεί. Ίσα που ανάσαινε. Τον πήρα και τον πήγα σε άλλον κτηνίατρο.
Στην αρχή νομίσανε πως ήταν απλώς τα γηρατειά... ότι θα κατάφερνε να τη σκαπουλάρει. Στο τέλος όωμς του βγάλαν ακτινογραφίες και φάνηκε ο καρκίνος που του 'χε φάει το στομάχι και το συκώτι του.
Το ανέβαλα όσο μπορούσα. Όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να φανταστώ τον κόσμο χωρίς αυτόν. Αλλά χτες πήγα στο γραφείο του κτηνίατρου κι υπέγραψα τα χαρτιά για την ευθανασία.
«Θα 'θελα να τον δω για λίγο», είπα.
Τον έφεραν και τον έβαλαν στο ατσάλινο τραπέζι των εξατάσεων. Τι αδύνατος που είχε γίνει! Εγώ τον ήξερα πάντα με μια κοιλιά να! Αλλά τώρα του είχε πέσει. Οι μυς στα πίσω πόδια ήταν αδύναμοι, πλαδαροί. Με πλησιάσε κι έχωσε το κεφάλι του στη μασχάλη μου. Έτρεμε σύγκορμος. Του σήκωσα το κεφάλι και με κοίταξε με κείνη την κωμική φατσούλα που πάντα μου θύμιζε τον Λώρενς Τάλμποτ, τον Λυκάνθρωπο. Καταλάβαινε. Μυαλό ξυράφι ως και την τελευταία στιγμή, ε παλιόφιλε; Καταλάβαινε και φοβόταν. Τρέμαν ακόμη κι οι αραχνοΰφαντοι μύες των ποδιών του. Ποιανού; Του Αμπού, που κάποτε έμοιαζε με μαλλιαρή μπάλα και που εύκολα τον περνούσες για προβιά όταν έμενε ακίνητος σε σκούρο χαλί, γιατί δεν ξεχώριζες το κεφάλι από την ουρά του. Πόσο αδύνατος! Να τρέμει, ξέροντας τι τον περίμενε. Αλλά κουτάβι ακόμη.
Με πήραν τα κλάματα και τα μάτια μου έκλεισαν καθώς η μύτη μου βούλωσε από τα δάκρυα κι έθαψε κι αυτός το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, γιατί δεν είχαμε κλαφτεί πολύ ο ένας στον άλλον. Ντρεπόμασταν κι οι δύο που δεν μπορούσαμε να το αποδεχτούμε.
«Πρέπει να το κάνω, κουταβάκι, πρέπει. Πονάς και δεν μπορείς να φας». Αλλά αυτός ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε.
Τότε ήρθε ο κτηνίατρος. Ήταν εντάξει τύπος και με ρώτησε μήπως ήθελα να φύγω, ν' άφηνα εκείνον να το φροντίσει.
Τότε ο Αμπού ξεμύτισε και με κοίταξε.
Υπάρχει μια σκηνή στο Βίβα Ζαπάτα του Καζάν, όπου ένας στενός φίλος του Ζαπάτα, του Μπράντο, έχει καταδικαστεί επειδή συνωμότησε με τους federales. Ένας φίλος που ήταν με τον Ζαπάτα από την εποχή των βουνών, από την αρχή της revolucion. Έρχονται λοιπόν στην καλύβα να τον πάρουν για το εκτελεστικό απόσπασμα κι ο Μπράντο πάει να πει κάτι, αλλά ο φίλος του τον πιάνει από το μπράτσο, τον σταματάει και του λέει με ύφος που δείχνει μεγάλη φιλία «Κάν' το εσύ, Εμιλιάνο».
Ο Αμπού με κοίταξε και, εντάξει, το ξέρω πως ήταν σκύλος, αλλά αν μπορούσε να μιλήσει σαν άνθρωπος, δε θα 'λεγε πιο εύγλωττα απ' όσο με τη ματιά του Μη μ' αφήνεις με ξένους.
Τον κράτησα λοιπόν μόλις τον ξάπλωσαν, ο κτηνίατρος του πέρασε μια θηλιά στο δεξί μπροστινό πόδι, του το 'σφιξε για να φουσκώσει η φλέβα και, καθώς του κρατούσα το κεφάλι, ο Αμπού το γύρισε για να μη με βλέπει τη στιγμή που θα 'μπαινε η βελόνα. Δεν το κατάλαβα πότε πέρασε από τη ζωή στο θάνατο. Χαλάρωσε το κεφάλι του στο χέρι μου, τρεμόπαιξε τα μάτια κι έφυγε.
Τον τύλιξα σ' ένα σεντόνι με τη βοήθεια του κτηνίατρου και τον έβαλα στο αυτοκίνητο. Γύρισα σπίτι με τον Αμπού στο κάθισμα του συνοδηγού, όπως την πρώτη φορά που πηγαίναμε εκεί, πριν από έντεκα χρόνια. Τον έβγαλα στην αυλή κι άρχισα ν' ανοίγω στη γη έναν τάφο για να τον θάψω. Έσκαβα ώρες κι έκλαιγα, πότε μονολογώντας, πότε μιλώντας σ' αυτόν, μές στο σεντόνι. Ο τάφος ήταν προσεγμένος, ορθογώνιος, με τις πλευρές ίσιες και με τα χώματα σκουπισμένα καλά με το χέρι.
Τον ξάπλωσα στον πάτο και μου φάνηκε μικροσκοπικός, αυτός ο σκύλος που ζωντανό τον νόμιζα τόσο μεγάλο, τόσο μαλλιαρό, τόσο αστείο. Ύστερα τον σκέπασα με χώμα και όταν η τρύπα γέμισε έβαλα πάλι από πάνω τη φλούδα γης με το γρασίδι που είχα ξηλώσει προσεκτικά στην αρχή. Κι αυτό ήταν όλο.
Αλλά δεν μπορούσα να τον στείλω σε ξένους.

ΤΕΛΟΣ


______________________
*Σαμπού: (1924-1963)Ινδικής καταγωγής «πιτσιρίκος» του Χόλλυγουντ που και ως ενήλικος εμφανίστηκε σε πολλές «εξωτικές» ταινίες (σ.τ.μ.)
**Τζάκι Κούγκαν: Από τα πρώτα παιδιά θαύματα του Χόλλυγουντ στη δεκαετία του '20 διάσημος σταρ στα επτά του, στην ταινία The Kid του Τσάπλιν (σ.τ.μ.)

ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
1.Έχει σημασία το ότι αναγραμματισμένη η λέξη dog (σκύλος) δίνει τη λέξη god (θεός); Αν ναι, ποια;
2.Νομίζετε ότι ο συγγραφέας προσπαθεί να αποδώσει ανθρώπινες ιδιότητες σε μη ανθρώπινο πλάσμα; Γιατί; Αναπτύξτε την έννοια του ανθρωπομορφισμού στο φως της φράσης «Συ ει ο Θεός».
3.Εξετάστε την αγάπη που εκφράζει ο συγγραφέας στο δοκίμιο. Συγκρίνετέ την και αντιπαραβάλλετέ της με άλλες μορφές αγάπης: την αγάπη του άντρα προς τη γυναίκα, της μητέρας προς το παιδί της, του γιου προς τη μητέρα του, του βοτανολόγου προς τα φυτά του οικολόγου προς τη Γη.


HARLAN ELLISON
ΔΕΝ ΕΧΩ ΣΤΟΜΑ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΞΩ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 1991

Δεν υπάρχουν σχόλια: