.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΠΟΛΑΡΙΣ – H. P. LOVECRAFT



Μέσα από το Βορινό Παράθυρο της κάμαράς μου λάμπει ο Πολικός Αστέρας με μιαν απόκοσμη λάμψη. Όλες τις μακριές καταχθόνιες ώρες του σκότους λάμπει εκεί. Και το φθινόπωρο, όταν οι βόρειοι άνεμοι καταριούνται και κλαυθμηρίζουν και τα κιτρινισμένα δέντρα του βάλτου ψιθυρίζουν μεταξύ τους, κάθομαι δίπλα στο παράθυρο τις μικρές ώρες της νύχτας κάτω από το φεγγάρι που φθίνει και κοιτάζω αυτό το αστέρι. Καθώς οι ώρες περνούν και η λαμπερή Κασσιόπη ξετυλίγεται στον ουρανό, ο Τσαρλς Γουέιν κινείται αδέξια πίσω από τα μουσκεμένα δέντρα του βάλτου που λικνίζονται στο νυχτερινό άνεμο. Λίγο πριν την αυγή, ο Αρκτούρος τρεμοσβήνει ροδοκόκκινος πάνω από το κοιμητήρι στο χαμηλό λόφο και το νεφέλωμα του Μπερένικου λαμπυρίζει παράξενα πέρα μακριά στην μυστηριώδη Ανατολή. Και ο Πολικός Αστέρας ακόμα κοιτάζει πονηρά κάτω από το ίδιο σημείο του μαύρου ορίζοντα, τρεμοσβήνοντας απόκοσμα σαν ένα τρελό μάτι που παρατηρεί και προσπαθεί να μεταδώσει κάποιο παράξενο μήνυμα, αλλά δεν θυμάται τίποτα παρά μόνον ότι κάποτε είχε ένα μήνυμα να μεταδώσει. Μερικές φορές, όταν έχει συννεφιά, μπορώ και κοιμάμαι.
Πόσο καλά θυμάμαι τη νύχτα της μεγάλης Ηούς, όταν πάνω από το βάλτο παιχνίδιζαν σκανδαλώδεις λάμψεις ενός δαιμονικού φωτός. Μετά τη λάμψη συννέφιασε, και τότε κοιμήθηκα.
Ήταν κάτω από ένα φεγγάρι που έφθινε όταν είδα την πόλη για πρώτη φορά. Απλωνόταν ακίνητη και σοβαρή σ' ένα παράξενο επίπεδο σ' ένα κοίλωμα ανάμεσα σε περίεργες κορυφές. Οι τοίχοι και οι πύργοι της, οι κίονες, οι θόλοι και τα πεζοδρόμια ήταν όλα από ένα ωχρό μάρμαρο. Στους μαρμάρινους δρόμους υπήρχαν μαρμάρινες κολόνες στο επάνω μέρος των οποίων ήταν σκαλισμένα κεφάλια σοβαρών γενειοφόρων ανδρών. Ο αέρας ήταν ζεστός και ακίνητος. Κι από πάνω, μόλις δέκα μοίρες από το ζενίθ, έλαμπε ο Πολικός Αστέρας. Κοιτούσα την πόλη πολλές ώρες, αλλά η μέρα δεν ήλθε. Όταν ο ερυθρός Αλδεβαράν, που τρεμόσβηνε χαμηλά στον ορίζοντα αλλά ποτέ δεν ήταν σταθερός, είχε κάνει αργά το ένα τέταρτο της πορείας του στον ορίζοντα, είδα φως και κίνηση στα σπίτια και στους δρόμους. Μορφές με περίεργα ρούχα, αλλά ευγενικές και οικείες, περπατούσαν κάτω από ένα μισοφέγγαρο σε παρακμή και μιλούσαν σοφά σε μια γλώσσα που καταλάβαινα, αν και δεν έμοιαζε με καμιά γλώσσα που ήξερα. Και όταν ο ερυθρός Αλδεβαράν είχε κάνει περισσότερο από το μισό της πορείας του στον ορίζοντα, έγινε πάλι σκοτάδι και ησυχία.
Όταν ξύπνησα, δεν ήμουν όπως πριν. Στη μνήμη μου είχε χαραχτεί το όραμα της πόλης και στην ψυχή μου είδε ξυπνήσει μια άλλη, πιο αμυδρή ανάμνηση, για τη φύση της οποίας δεν ήμουν σίγουρος ακόμα. Από τότε τις συννεφιασμένες νύχτες, όταν μπορούσα να κοιμηθώ, συχνά έβλεπα την πόλη. Μερικές φορές κάτω από τις ζεστές κίτρινες ακτίνες ενός ήλιου που δεν έδυε, αλλά κυλούσε χαμηλά γύρω από τον ορίζοντα. Και τις νύχτες που δεν είχε σύννεφα, ο Πολικός Αστέρας έλαμπε όσο ποτέ άλλοτε.
Σταδιακά άρχισα να αναρωτιέμαι ποια θα μπορούσε να είναι η θέση μου σ' αυτή την πόλη, στο παράξενο οροπέδιο ανάμεσα στις παράξενες κορυφές. Ενώ στην αρχή ήμουν ευχαριστημένος να βλέπω τη σκηνή σαν μια αόρατη πανταχού παρούσα παρουσία, τώρα επιθυμούσα να ορίσω τη σχέση μου μαζί της και να μιλήσω κι εγώ μαζί με τους αυστηρούς άντρες που συζητούσαν κάθε μέρα στις δημόσιες πλατείες. Είπα στον εαυτό μου: «Αυτό δεν είναι όνειρο, γιατί με ποιον τρόπο θα μπορούσα να αποδείξω ότι αυτή η άλλη ζωή στο σπίτι με τις πέτρες και τα τούβλα, νότια από τον απαίσιο βάλτο και το κοιμητήρι του μικρού λόφου, όπου ο Πολικός Αστέρας κοιτάζει απ' το Βοριά μέσ' απ' το παράθυρό μου, είναι στ' αλήθεια πιο πραγματική;»
Μια νύχτα καθώς άκουγα τη συζήτηση σε μια μεγάλη πλατεία με πολλά αγάλματα, αισθάνθηκα μιαν αλλαγή και συνειδητοποίησα ότι είχα αποκτήσει επιτέλους υλική μορφή. Εγώ δεν ήμουν ένας ξένος στους δρόμους της Ολαθόης, που βρίσκεται στο οροπέδιο της Σαρκίας, ανάμεσα στις κορυφές Νότον και Καντιφονέκ. Ήταν ο φίλος μου ο Άλος που μιλούσε και ο λόγος του ευχαριστούσε την ψυχή μου, γιατί ήταν ο λόγος ενός αληθινού άνδρα και πατριώτη. Εκείνη τη νύχτα είχαν φτάσει τα νέα για την πτώση του Ντάικος και την προέλαση των Ινούτος, κίτρινων, κοντόχοντρων, διαβολικών τεράτων, που εμφανίστηκαν πριν από πέντε χρόνια από την άγνωστη Δύση και σκόρπισαν τον όλεθρο στα σύνορα του βασιλείου και κατέλαβαν πολλές από τις πόλεις μας. Έχοντας καταλάβει τα οχυρωμένα μέρη στους πρόποδες του βουνού, ο δρόμος τους προς το οροπέδιο ήταν ανοιχτός, εκτός αν κάθε πολίτης μπορούσε να αντισταθεί με τη δύναμη δέκα ανδρών. Γιατί τα κοντόχοντρα πλάσματα ήταν δυνατά στην πολεμική τέχνη και δεν είχαν τις ηθικές αναστολές που συγκρατούσαν τους ψηλούς άντρες του Λομάρ με τα γκρίζα μάτια από το να φέρονται σαν ανηλεείς κατακτητές.
Ο φίλος μου ο Άλος ήταν διοικητής των δυνάμεων του οροπεδίου και σ' αυτόν στηρίζονταν οι τελευταίες ελπίδες της πατρίδας μας. Στη σημερινή περίσταση, μίλησε για τους κινδύνους που θα αντιμετωπίζαμε και προέτρεψε τους άνδρες της Ολαθόης, τους πιο γενναίους από τους Λομαριανούς, να διατηρήσουν τις παραδόσεις των προγόνων τους, οι οποίοι όταν υποχρεώθηκαν να κινηθούν νότια της Ζόμπνα πριν από την προέλαση του μεγάλου παγετού (όπως οι απόγονοί μας, πρέπει μια μέρα να φύγουν από τη γη του Λομάρ) με πολύ θάρρος κατατρόπωσαν τους τριχωτούς κανίβαλους Γκνόπκεχς, με τα μακριά χέρια, που εμπόδιζαν το δρόμο τους. Ο Άλος αρνήθηκε να μου δώσει το πόστο ενός πολεμιστή γιατί ήμουν αδύναμος και υπέφερα από περίεργες λιποθυμίες όταν βρισκόμουν σε ένταση και αντιμετώπιζα δυσκολίες. Αλλά είχα την πιο οξεία όραση σ' όλη την πόλη, παρά τις πολλές ώρες που αφιέρωνα κάθε μέρα στη μελέτη των Πνακοτικών χειρογράφων και της σοφίας των Ζομπναριανών πατέρων. Γι' αυτό ο φίλος μου, μη θέλοντας να με καταδικάσει σε απραξία, με αντάμειψε με αυτό το τόσο ασήμαντο καθήκον: με έστειλε στο παρατηρητήριο του Θαπνέν για να είμαι τα μάτια του στρατού μας. Εάν οι Ινούτος προσπαθούσαν να αιφνιδιάσουν τη φρουρά καταλαμβάνοντας το οχυρό στο στενό πίσω από την κορυφή Νότον, έπρεπε να δώσω σινιάλο με τη φωτιά που θα ειδοποιούσε τους στρατιώτες που περίμεναν και θα έσωζε την πόλη από σίγουρη καταστροφή.

Σκαρφάλωσα μόνος μου στον πύργο, γιατί κάθε γερός άνδρας χρειαζόταν στα χαμηλά περάσματα. Είχα να κοιμηθώ πολλές μέρες και το μυαλό μου πονούσε σαστισμένο από την ταραχή και την κούραση. Αλλά ο σκοπός μου ήταν ακλόνητος γιατί αγαπούσε την πατρίδα μου τη Λομάρ και τη μαρμάρινη πόλη της Ολαθόης, που βρίσκεται ανάμεσα στις κορυφές Νότον και Καντιφονέκ.
Καθώς καθόμουν στην υψηλότερη κάμαρα του πύργου, είδα το μισοφέγγαρο που ήταν στη χάση του, κόκκινο και απόκοσμο, να τρέμει μέσα από τους ατμούς που αιωρούνταν πάνω από τη μακρινή κοιλάδα του Μπάνοφ. Και μέσα από ένα άνοιγμα στην οροφή έλαμπε ο ωχρός Πολικός Αστέρας, φτερουγίζοντας σαν ζωντανός και κρυφογελώντας σαν δαίμονας και εκμαυλιστής. Μου φάνηκε ότι το πνεύμα του ψιθύριζε κακές συμβουλές, οδηγώντας με σε προδοτική υπνηλία με μια καταραμένη ρυθμική υπόσχεση που επαναλαμβανόταν συνέχεια:

Κοιμήσου παρατηρητή, μέχρις ότου οι σφαίρες,
Διακόσια τρισεκατομμύρια μέρες
Θα γυρνούν, και θα επιστρέψω εγώ
Στο ίδιο σημείο αυτό το λαμπερό.
Άλλα άστρα θ' ανατείλουν σύντομα
Στου ουρανού το στερέωμα,
Άστρα που φέρνουν δόξα κι ευφροσύνη
Με μια γλυκιά λησμοσύνη.
Μόνον όταν ο κύκλος μου ολοκληρωθεί
Το παρελθόν μπροστά σου πάλι θα ξαναφανεί.

Μάταια αγωνιζόμουν να μην κοιμηθώ, προσπαθώντας να συνδέσω αυτές τις παράξενες λέξεις με κάποιες γνώσεις για τον ουρανό που είχα αποκτήσει από τα Πνακοτικά χειρόγραφα. Το κεφάλι μου, βαρύ και ζαλισμένο, έπεσε στο στήθος μου και, όταν το σήκωσα και πάλι, ήταν μέσα σε ένα όνειρο, με τον Πολικό Αστέρα να μου χαμογελά ειρωνικά μέσα από ένα παράθυρο πάνω από τα φρικτά ταλαντευόμενα δέντρα ενός ονειρικού βάλτου. Κι ακόμα ονειρεύομαι.
Μερικές φορές μέσα στην ντροπή και την απελπισία μου ουρλιάζω απεγνωσμένα και εκλιπαρώ τα πλάσματα του ονείρου γύρω μου να με ξυπνήσουν πριν οι Ινούτος καταλάβουν το πέρασμα πίσω από την κορυφή Νότον και αιφνιδιάσουν το οχυρό, αλλά τα πλάσματα αυτά είναι δαίμονες, γιατί γελούν και μου λένε ότι δεν ονειρεύομαι. Με κοροϊδεύουν ενώ κοιμάμαι κι ενώ ο κοντόχοντρος κίτρινος εχθρός μπορεί να έρχεται σιωπηλά εναντίον μας. Απέτυχα στο καθήκον μου και πρόδωσα τη μαρμάρινη πόλη της Ολαθόης. Αποδείχτηκα ανάξιος της εμπιστοσύνης του Άλος, του φίλου μου και διοικητή. Αλλά αυτές οι σκιές έρχονται στα όνειρά μου και με περιγελούν. Λένε ότι η γη της Λομάρ δεν υπάρχει παρά μόνο στις νυχτερινές μου φαντασιώσεις και ότι σ' αυτά τα βασίλεια όπου ο Πολικός Αστέρας λάμπει ψηλά και ο ερυθρός Αλδεβαράν σέρνεται χαμηλά γύρω από τον ορίζοντα, εδώ και εκατομμύρια χρόνια δεν υπάρχει τίποτα εκτός από πάγο και χιόνι και ποτέ δεν υπήρξαν άνθρωποι εκτός από κάτι κοντόχοντρα κίτρινα πλάσματα ξεραμένα από το κρύο, τα οποία αποκαλούν «Εσκιμώους».
Και καθώς σφαδάζω μέσα στην ένοχη αγωνία μου και προσπαθώ απεγνωσμένα να σώσω την πόλη που κινδυνεύει ολοένα και περισσότερο και μάταια αγωνίζομαι να αποτινάξω αυτό το αφύσικο όνειρο ενός σπιτιού από τούβλο και πέτρα στη νότια πλευρά ενός απόκοσμου βάλτου και ενός νεκροταφείου σ' ένα χαμηλό λόφο, ο Πολικός Αστέρας, κακός και τερατώδης, χαμογελάει ειρωνικά από το μαύρο στερέωμα, τρεμοσβήνοντας φρικιαστικά σαν το τρελό μάτι ενός παρατηρητή που προσπαθεί να μεταδώσει ένα μήνυμα, αλλά δε θυμάται τίποτε άλλο παρά μόνον ότι κάποτε είχε ένα μήνυμα να μεταδώσει.


H. P. Lovecraft
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ 2
Μετάφραση Αλίκη Ακοντίδου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ 1990

Δεν υπάρχουν σχόλια: