.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Το φλεγόμενο όνειρο της Υβόν - Malcolm Lowry


...Ξαφνικά η βροχή άρχισε να πέφτει πιο πυκνή. Ένας άνεμος, σαν εξπρές, χίμηξε μέσα στο δάσος. Κάπου μπροστά ένας κεραυνός σπάθισε τα εντρα μ' ένα άγριο και διαπεραστικό μπουμπουνητό που συγκλόνισε το έδαφος...
Υπάρχει μερικές φορές, στην καταιγίδα ένας άλλος άνθρωπος που σκέφτεται αντί για σένα, που μπάζει μέσα στα καθίσματα της νοητικής σου βεράντας, κλείνει και μανταλώνει τα παράθυρα του νου ενάντια σ' αυτό που μοιάζει φοβερό όχι τόσο σαν απειλή, όσο σαν κάποια παραβίαση της ουράνιας ισορροπίας, μια καταστροφική παραφροσύνη του ουρανού, μια μορφή ανόσιου που απαγορεύεται στους θνητούς να τη βλέπουν από πολύ κοντά. Μένει όμως πάντα μια πόρτα ανοιχτή στο μυαλό – όπως λέγεται πως μερικοί άνθρωποι άφησαν σε μεγάλες καταιγίδες ανοιχτές τις πραγματικές τους πόρτες για να μπει μέσα ο Χριστός – για την είσοδο και την αποδοχή του ανεπανάληπτου, τη φοβισμένη αποδοχή του κεραυνού, που ποτέ δεν πέφτει πάνω σου, για το αστροπελέκι που χτυπάει πάντα το διπλανό δρόμο, για την καταστροφή που τόσο σπάνια έρχεται στην καταστροφική ώρα. Κι ήταν μέσα απ' αυτή την πόρτα της ψυχής της που η Υβόν, ισορροπώντας πάντα στην κορφή του κορμού, συνειδητοποίησε τώρα την απειλή πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Μέσα στον ήχο του κεραυνού που έσβηνε τώρα, ένιωσε κάτι να πλησιάζει μ' ένα θόρυβο που δεν ήταν της βροχής. Ήταν ένα ζώο, τρομοκρατημένο από τη θύελλα και σ' όποιο είδος κι αν ανήκε – ελάφι, άλογο, σίγουρα όμως είχε οπλές – πλησίαζε τρέχοντας ξέφρενα, αφηνιασμένο, μέσα απ' τα χαμόκλαδα του δάσους: και τώρα καθώς ο κεραυνός άστραψε πάλι και η βροντή υποχώρησε ξανά, άκουσε ένα παρατεταμένο χλιμίντρισμα να γίνεται κραυγή σχεδόν ανθρώπινη μέσα στον πανικό της. Η Υβόν κατάλαβε πως τα γόνατά της τρέμανε. Φωνάζοντας τον Χιου, προσπάθησε να γυρίσει για να κατεβεί τη σκάλα, μα ένιωσε το πόδι της να γλιστράει πάνω στον κορμό: προσπάθησε να ξαναβρει την ισορροπία της, γλίστρησε ξανά και έπεσε μπροστά. Το ένα πόδι της διπλώθηκε από κάτω, μ' ένα δυνατό πόνο, καθώς έπεφτε. Την άλλη στιγμή προσπαθώντας να σηκωθεί είδε, φωτισμένο από τη λάμψη της αστραπής, το χωρίς αναβάτη άλογο. Ορμούσε στο πλάι, όχι καταπάνω της, και είδε κάθε του λεπτομέρεια, τη σέλα που κουδούνιζε και γλιστρούσε απ' τη ράχη του, ακόμα και τον αριθμό εφτά, χαραγμένο στα καπούλια του. Κάνοντας πάλι μια προσπάθεια να σηκωθεί άκουσε τον εαυτό της να ουρλιάζει καθώς το ζώο στράφηκε προς το μέρος της και καταπάνω της. Ο ουρανός ήταν μια οθόνη λευκής φλόγας που πάνω της χαράχτηκαν για μια στιγμή τα δέντρα και το άλογο σηκωμένο, ζυγισμένο στα πισινά του πόδια.

Ήταν οι κούκλες του πανηγυριού που γύριζαν γύρω της. Όχι ήταν οι πλανήτες, ενώ στο κέντρο ο ήλιος στροβιλιζόταν φλεγόμενος κι αστραφτερος. Να τώρα γύριζαν ξανά, ο Ερμής, η Αφροδίτη, η Γη, ο Άρης, ο Δίας, ο Κρόνος, ο Ουρανός, ο Ποσειδώνας, ο Πλούτωνας. Μα δεν ήταν πλανήτες γιατί εδώ δεν ήταν οι κούνιες μα ο Μεγάλος Τροχός, ήταν οι αστερισμοί που στο κέντρο τους, σαν τεράστιο ψυχρό μάτι, έκαιγε ο Πολικός Αστέρας και γύρω του στριφογύριζαν ξανά και ξανά: η Κασσιόπη, ο Κηφέας, ο Λυγξ, η Μεγάλη Άρκτος, η Μικρή Άρκτος και ο Δράκων. Κι ωστόσο δεν ήταν αστερισμοί αλλά μυριάδες όμορφες πεταλούδες, έμπαινε στο λιμάνι του Ακαπούλκο μέσα σ' ένα στρόβιλο από πανέμορφες πεταλούδες που τρελοπετούσαν πάνω απ' το κεφάλι της και χάνονταν από την πρύμνη, στη θάλασσα, την άγρια και καθαρή, με τα μακριά κύματα της αυγής να προχωρούν, ν' ανεβαίνουν και να σπάζουν γλιστρώντας σε διάφανες ελλείψεις πάνω στην άμμο, βουλιάζοντας, κάποιος μακριά φώναζε το όνομά της και θυμήθηκε, ήταν σ' ένα σκοτεινό δάσος, άκουσε τον άνεμο και τη βροχή να ορμάνε μέσα στο δάσος και είδε την κυματιστή γραμμή της αστραπής να πάλλεται στον ουρανό και το άλογο, Κύριε των Δυνάμεων, το άλογο, – θα επαναλαμβανόταν έτσι η σκηνή αυτή, ατέλειωτα, για πάντα; – το άλογο, ορθωμένο στα πισινά του πόδια, ζυγισμένο πάνω της μαρμαρωμένο στον αέρα, ένα άγαλμα, κάποιος καθόταν πάνω στό άγαλμα, η Υβόν Γκριφατόν, όχι ήταν το άγαλμα του Χουέρτα του μεθύστακα, του φονιά, όχι ήταν ο Πρόξενος, ή μήπως ήταν το μηχανικό άλογο με την κούνια, τ' αλογάκια, τ' αλογάκια όμως είχαν σταματήσει κι εκείνη βρισκόταν στον πάτο ενός φαραγγιού όπου χιλιάδες άλογα έτρεχαν αφηνιασμένα προς το μέρος της κι εκείνη έπρεπε να ξεφύγει, μέσα από το φιλικό δάσος, για το σπίτι τους, το σπίτι τους δίπλα στη θάλασσα. Μα το σπίτι τους καιγόταν, το έβλεπε τώρα από το δάσος, από τα σκαλιά επάνω, άκουγε το τρίξιμο, είχε πιάσει φωτιά και όλα καίγονταν, το όνειρο καιγόταν, το σπίτι καιγόταν, κι όμως στέκονταν εκεί για μια στιγμή, ο Τζόφρεϋ κι εκείνη, μέσα, μέσα στο σπίτι τους, σφίγγοντας τα χέρια, κι όλα φαίνονταν εντάξει, στη σωστή τους θέση, το σπίτι ήταν πάντα εκεί, κι όλα αγαπημένα και φυσικά και οικεία, μόνο που η στέγη είχε πάρει φωτιά και ακουγόταν αυτός ο θόρυβος, σαν ξερά φύλλα που τα έσερνε ο άνεμος πάνω στη στέγη, αυτό το μηχανικό τρίξιμο και τώρα η φωτιά απλωνόταν ολοένα καθώς κοιτούσαν, το ντουλάπι, οι κατσαρόλες, η παλιά τσαγέρα, η καινούρια τσαγέρα, ο φύλακας άγγελος του βαθιού, δροσερού πηγαδιού, η τσουγκράνα, η ξύλινη ξυλαποθήκη με την πλαγιαστή στέγη που πάνω της έπεφταν, μα δε θα πέφτουν πια, τα λευκά άνθη της κρανιάς, γιατί το δέντρο καιγόταν, κι η φωτιά απλωνόταν ολοένα και πιο γρήγορα, οι τοίχοι με τις ριγωτές ανταύγειες του ήλιου πάνω στο νερό καίγονταν, τα λουλούδια του κήπου μαύριζαν και καίγονταν, σφάδαζαν, συστρέφονταν κι έπεφταν, ο κήπος καιγόταν, η κόκκινη πόρτα, τα τζαμωτά παράθυρα, οι κουρτίνες που είχε ράψει μόνη της καίγονταν, η παλιά πολυθρόνα του Τζόφρεϋ καιγόταν, οι σελίδες καίγονταν, καίγονταν, καίγονταν, στροβιλίζονταν ανεβαίνοντας ψηλά πάνω απ' τη φωτιά, σκορπίζονταν, φλεγόμενες στην παραλία και τώρα σκοτείνιαζε και τα νερά ανέβαιναν, η θάλασσα ανέβαινε στα συντρίμμια του γκρεμισμένου σπιτιού, και τα κρουαζερόπλοια που έφερναν άλλοτε τραγούδια, γύριζαν στο λιμάνι πλέοντας σιωπηλά στα σκοτεινά νερά του Ηριδανού. Το σπίτι τους πέθαινε, μόνο μια επιθανάτια αγωνία έμενε πια εκεί.
Κι αφήνοντας το φλεγόμενο όνειρό της η Υβόν ένιωσε ξαφνικά να τινάζεται ψηλά και να ορμάει προς τα άστρα, μέσα σε δίνες αστεριών που σκόρπιζαν, ανοίγοντας σε όλο και πλατύτερες τροχιές, σαν κύκλοι μέσα στο νερό, κια ανάμεσά τους πρόβαλλαν τώρα, σαν ένα σμάρι διαμαντένια πουλιά που πετούσαν απαλά και σταθερά προς τον Ωρίωνα, οι Πλειάδες...


Malcolm Lowry
Κάτω από το ηφαίστειο
Μετάφραση ΜΑΡΙΝΑ ΛΩΜΗ
Εκδόσεις ΑΣΤΕΡΙ 1983

Δεν υπάρχουν σχόλια: