.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΤΙΤΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ, ΠΡΑΞΗ 5, ΣΚΗΝΗ 2 – WILLIAM SHAKESPEARE



Ρώμη. Μπροστά στο σπίτι του Τίτου.

(Μπαίνουν ΤΑΜΟΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ και ΧΕΙΡΩΝ μεταμφιεσμένοι)

ΤΑΜΟΡΑ
Έτσι παράξενα και πένθιμα μεταμφιεσμένη,
θα συναντήσω τον Ανδρόνικο και θα του πω
πως είμ' η Εκδίκηση, σταλμένη από τον Άδη
για να τον βρω και να δικιώσω όσ' αδικία έχει πάθει.
Χτύπα στο σπουδαστήρι του, όπου λεν πως μένει,
κι αναμασάει τρελά σχέδια γι' άγρια εκδίκηση.
Πες του πως η Εκδίκηση ήρθε για να τον βοηθήσει
να καταστρέψει τους εχθρούς του.

(Χτυπούν. Μπαίνει ο ΤΙΤΟΣ από πάνω.)

ΤΙΤΟΣ
Ποιος μ' ενοχλεί που μελετάω; Είναι το κόλπο σας
για ν' ανοίξω την πόρτα μου και να πετάξουν
και να μου φύγουν τα αυστηρά μου διατάγματα
κι όλη η σπουδή μου να πάει στράφι; Γελαστήκατε.
Γιατί ό,τι έχω στο νου να κάνω, δέστε εδώ,
το 'χω καταχωρίσει σε γραμμές γραμμένες
μ' αίμα. Κι ό,τι έχω γράψει θα εχτελεστεί .
ΤΑΜΟΡΑ
Τίτο είμαι φερμένη για να σου μιλήσω.
ΤΙΤΟΣ
Όχι, ούτε λέξη. Πως να δώσω αξιά στα λόγια μου
αφού δεν έχω χέρι να το κάνω πράξη;
Είναι από πάνω και γι' αυτό ως εδώ και φτάνει.
ΤΑΜΟΡΑ
Αν ήξερες ποια είμ' εγώ, θα μίλαγες για μένα.
ΤΙΤΟΣ
Τρελός δεν είμαι. Σε γνωρίζω και πολύ καλά.
Μάρτυρας το κουλό μου τούτο το άθλιο, μάρτυρας
τούτες οι κόκκινες αράδες. Μάρτυρας
τούτες οι ζάρες που τις έκαμε ο καημός κι η έγνοια.
Μάρτυρας μέρα ατέλειωτη και νύχτα ασήκωτη.
Μάρτυρας όλη η θλίψη πως σε ξέρω εγώ καλά
τη φαντασμένη ρήγισσά μας, την τρανή Ταμόρα.
Θα 'ρχεσαι βέβαια για τ' άλλο χέρι μου.
ΤΑΜΟΡΑ
Μάθε, ταλαίπωρε, δεν είμαι η Ταμόρα. Εκείνη είν'
εχθρός σου, εγώ είμαι φίλος σου. Είμ' η Εκδίκηση,
σταλμένη απ' του Άδη το βασίλειο για να σε λυτρώσω
απ' το όρνιο που σου τρώει τον νου με τιμωρία
των εχθρών σου. Έλα κάτω, καλωσόρισέ με
στο φως του πάνω κόσμου. Να σκεφτείς μαζί μου
για φόνο και για θάνατο. Δεν είναι τρύπα,
κρυψώνα ή σκοτεινή ερημιά, ή καταχνιασμένο
φαράγγι, όταν ο ματωμένος φόνος ή
ο μισητός βιασμός να φωλιάσει περίτρομος,
που εγώ δε θα τους ξετρυπώσω και στ'α αφτιά τους
δε θα ειπώ το φοβερό μου τ' όνομα, Εκδίκηση,
που κάνει κάθε φαύλο κακοποιό να τρέμει.
ΤΙΤΟΣ
Είσαι η Εκδίκηση. Και σ' έστειλαν σε μένα
να τιμωρήσεις τους εχθρούς μου;
ΤΑΜΟΡΑ
Είμαι. Γι' αυτό έλα κάτω να με υποδεχτείς.
ΤΙΤΟΣ
Κάνε μου κάποια χάρη πριν ερθώ σε σένα.
Να, πλάι σου στέκουν ο Βιασμός και ο Φόνος.
Δώσε μου μιαν εγγύηση πως είσ' η Εκδίκηση:
σφάχ' τους ή πατησέ τους με τις ρόδες του αμαξιού σου
και τότε θα 'ρθω και θα γίνω ο αμαξάς σου,
και θα σβουρίζουμε μαζί γύρω στη σφαίρα.
Φέρε δυο ωραία αλόγατα, κατάμαυρα, για να
σύρουν γοργά το εκδικητικό σου αμάξι,
και να 'βρουν τους φονιάδες μες στις ένοχες σπηλιές τους:
κι όταν το άρμα σου γεμίσει απ' τα κεφάλια τους,
θα κατεβώ και πλάι στη ρόδα του αμαξιού σου
θα πιλαλώ σαν υπηρέτης πεζοδρόμος
ολημερίς, αφ' όταν ανατέλλει ο Υπερίων
ώσπου να βυθιστεί στη θάλασσα: και κάθε μέρα
θα κάνω αυτόν τον μόχθο, ώστε ξέκανε κι εσύ
τον Βιασμο και Φόνο εκεί.
ΤΑΜΟΡΑ
Αυτοί 'ναι οι υπουργοί μου και μ' ακολουθούν.
ΤΙΤΟΣ
Είναι υπουργοί σου; Ποια είναι τα ονόματά τους;
ΤΑΜΟΡΑ
Βιασμός και Φόνος. Λέγονται έτσι επειδή
παίρνουν εκδίκηση από ανθρώπους τέτοιου είδους.
ΤΙΤΟΣ
Καλέ Θεέ μου, πόσο μοιάζουνε με τους γιους
της ρήγισσας κι εσύ μ' αυτή την ίδια! Μα εμείς
οι κοσμικοί έχουμε άρρωστα, άθλια μάτια
που πλανώνται. Ω, γλυκιά Εκδίκηση! Τώρα έρχομαι
σε σένα. Κι αν το αγκάλιασμα μονόχειρα
σ' ευχαριστεί, μ' αυτό θα σ' αγκαλιάσω όσο μπορώ.

(Βγαίνει)

ΤΑΜΟΡΑ
Πάμε με τα νερά της τρέλας του. Ό,τι κι αν
μηχανευτώ να θρέψω τα τρελά του κέφια,
υποστηρίχτε το με όσα εσείς θα λέτε,
τι τώρα το 'χει σίγουρο πως είμ' η Εκδίκηση.
Κι έτσι όπως είναι μες στην τρέλα του ευκολόπιστος,
θα τονε κάμω να καλέσει εδώ το γιό του
τον Λούκιο. Κι ενώ θα τον κρατώ με ασφάλεια
σε γεύμα, θα 'βρω τέχνασμα έξυπνο και πρόχειρο
να διασκορπίσω τους λαφρόμυαλους τους Γότθους,
ή τέλος να τους κάμω εχθρούς του. Να τον, έρχεται,
κι ας βάλω μπρος το θέμα μου.

(Μπαίνει ο ΤΙΤΟΣ)

ΤΙΤΟΣ
Καιρό 'χω μείνει έρημος κι όλα για σένα.
Καλώς τη φοβερή Ερινύα στο πικρό μου σπίτι.
Βιασμέ και Φόνε, καλωσήρθατε και σεις.
Πως μοιάζετε με τη βασίλισσα και με τους γιους της!
Θα 'σαστε τέλειοι αν είχατε κι έναν αράπη.
Δε μπόρεσε όλος ο Άδης να σας βρει έναν τέτοιο διάολο;
Γιατί ήξερα ότι η ρήγισσα ποτέ δε βγαίνει
χωρίς να 'χει παρέα της έναν αράπη.
Και για να περπατήσετε σωστά τη ρήγισσά μας,
θα 'πρεπε να 'χατε έναν τέτοιο διάβολο.
Μα καλωσήρθατε όπως είστε. Τι θα κάνουμε;
ΤΑΜΟΡΑ
Τι θα 'θελες να κάνουμε, Ανδρόνικε;
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Δείξε μου έναν φονιά και θα τον κανονίσω.
ΧΕΙΡΩΝ
Δείξε μου έναν αχρείο που 'χει κάνει βιασμό
κι είμαι σταλμένος να τον τιμωρήσω.
ΤΑΜΟΡΑ
Δείξε μου χίλιους που να σ' έχουν αδικήσει
κι εγώ θα πάρω εκδίκηση απ' όλους τους.
ΤΙΤΟΣ
Κοίταξε γύρω στους μικρούς της Ρώμης δρόμους
κι όταν βρεις έναν όμοιό σου, καλέ μου Φόνε,
μαχαίρωσ' τον. Είναι φονιάς. Άντε και συ μαζί του.
Κι αν τύχει να 'βρεις άλλον όμοιον με σένα,
καλέ Βιασμέ μου, σκότωσ' τον. Είναι βιαστής.
Άντε κι εσύ μαζί και στην αυλή του ρήγα
είναι μια ρήγισσα με ακόλουθο έναν μαύρο.
Θα τη γνωρίσεις απ' το ίδιο σου σουλούπι,
γιατί πατόκορφα σου μοιάζει. Σε ικετεύω,
θανάτωσέ τους άγρια. Φερθήκαν άγρια
σε μένανε και στους δικούς μου.
ΤΑΜΟΡΑ
Καλά μας εδασκάλεψες. Αυτό θα κάνουμε.
Μα θα 'θελες καλέ μου Ανδρόνικε, να στείλεις
στον Λούκιο τον τρισάξιο γιο σου, που οδηγάει
κατά τη Ρώμη ένα λεφούσι πολεμόχαρους
Γότθους, για να του ειπείς να 'ρθεί για γεύμα σπίτι σου;
Όταν θα φτάσει εδώ, στο γλέντι σου το επίσημο,
θα φέρω εδώ και την Ταμόρα και τους γιους της,
τον βασιλιά τον ίδιον κι όλους τους εχθρούς σου,
και στο έλεός σου θα συρθούν γονατιστοί,
κι απάνω τους θα σβήσεις της καρδιάς σου την οργή.
Τι λέει ο Ανδρόνικος γι' αυτή μου την ιδέα;
ΤΙΤΟΣ
Μάρκο αδερφέ μου! Ο δόλιος Τίτος σε καλεί.

(Μπαίνει ο ΜΑΡΚΟΣ)

Πήγαινε, Μάρκο μου, στον ανιψιό σου Λούκιο.
Να ψάξεις να τον βρεις ανάμεσα στους Γότθους:
πες του να 'ρθεί σε μένα φέρνοντας μαζί του
καμπόσους απ' τους πρώτους αρχηγούς των Γότθων.
Πες να στρατοπεδέψει τον στρατό του εκεί
που είναι: πες του, ο βασιλιάς μαι και η βασίλισσα
είν' καλεσμένοι σπίτι μου και πως μαζί τους
θα 'ναι κι ο Λούκιος. Κάνε μου τη χάρη αυτή
κι αυτός να μου την κάνει, αν του γέρο πατέρα του
ψηφάει τη ζωή.
ΜΑΡΚΟΣ
Θα κάνω αυτό και θα γυρίσω γρήγορα. (Βγαίνει.)
ΤΑΜΟΡΑ
Πηγαίνω τώρα για να κάνω τη δουλειά σου
και παίρνω και τους υπουργούς μαζί μου.
ΤΙΤΟΣ
Όχι, όχι, άσε μου εδώ τον Βιασμό και τον Φόνο.
Αλλιώς καλώ τον αδερφό μου να γυρίσει πίσω,
κι αφήνω την εκδίκηση μόνο στον Λούκιο.
ΤΑΜΟΡΑ
(Ιδία στους γιους της.)
Παιδιά, τι λέτε; Μένετε μαζί του ωσότου
να πάω να ειπώ του αφέντη βασιλιά μου πως
εκανόνισα το αστείο που αποφασίσαμε;
Κάντε το κέφι του και καλοπιάστε τον,
κι απασχολήστε τον ωσότου να γυρίσω.
ΤΙΤΟΣ
(Ιδία.) Τους ξέρω εγώ κι ας με θεωρούν τρελό.
Και θα τους πιάσω μες στην ίδια τους παγίδα,
τα κολασμένα τα ζαγάρια και τη μάνα τους.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
(Ιδία στην ΤΑΜΟΡΑ.)
Κυρία, όπως σ' αρέσει. Κι άσε μας εδώ.
ΤΑΜΟΡΑ
Χαίρε Ανδρόνικε. Η Εκδίκηση πηγαίνει τώρα
να βάλει σχέδιο μπρος να πιάσει τους εχθρούς σου.

(Βγαίνει η ΤΑΜΟΡΑ.)

ΤΙΤΟΣ
Ξέρω πως θα το κάνεις. Χαίρε, Εκδίκησή μου!
ΧΕΙΡΩΝ
Γέροντα, πες μας, από μας τι χρειάζεσαι;
ΤΙΤΟΣ
Ου, έχω εγώ δουλειά αρκετή και για τους δυο σας.
Πούμπλιε, για ελάτε, Γάιε, Βαλεντίνε!

(Μπαίνουν ο ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ κ.λπ.)

ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ
Τι μας προστάζεις;
ΤΙΤΟΣ
Γνωρίζετε τούτους τους δυο;
ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ
Θαρρώ 'ναι οι γιοι της Ρήγισσας, ο Χείρων κι ο Δημήτρης.
ΤΙΤΟΣ
Ντροπή σου, Πούμπλιε, πολύ επλανήθης. Ο ένας
είναι ο Φόνος κι ο άλλος λέγεται Βιασμός.
Και γι' αυτό δεσ' τους, Πούμπλιε. Γάιε, Βαλεντίνε,
απάνω τους. Συχνά μ' ακούσατε που ευχήθηκα
για την στιγμή αυτή και τώρα να, τη βρίσκω.
Γι' αυτό δέστε τους σίγουρα και κλείστε τους
το στόμα, αν κάνουν πως φωνάζουν.

(Βγαίνει ο ΤΙΤΟΣ. Ο ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ κ.λπ. αρπάζουν τον ΧΕΙΡΩΝΑ και τον ΔΗΜΗΤΡΙΟ.)

ΧΕΙΡΩΝ
Κάτω τα χέρια αχρείοι! Είμαστε οι γιοι της ρήγισσας.
ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ
Γι' αυτό κι εμείς κάνουμ' αυτό που μας επρόσταξαν.
Βουλώστε τους το στόμα, να μη βγάλουν λέξη.
Τον έδεσες καλά; Δες να δεθούν σφιχτά.

(Ξαναμπαίνει ο ΤΙΤΟΣ με τη ΛΑΒΙΝΙΑ. Αυτή κρατώντας λεκάνη κι εκείνος μαχαίρι.)

ΤΙΤΟΣ
Έλα, Λαβίνια. Να, οι εχθροί που είναι δεμένοι.
Σεις κλείστε τους το στόμα, να μη μου μιλήσουν,
μόνο ν' ακούν τα τρομερά που θα προφέρω λόγια.
Ε, σεις κακούργοι, Χείρων και Δημήτρη, εδώ
στέκει η πηγή που τη λερώσατε με βούρκο,
το καλοκαίρι που έσμιξε με το χειμώνα σας.
Σκοτώσατε τον άντρα της και για το φαύλο αυτό
έγκλημά δύο αδέρφια της εθανατώθηκαν,
μου κόψανε το χέρι και το κάμαν μπαίγνιο.
Τα δυο χεράκια της, τη γλώσσα και το πιο ακριβό
από χέρια και γλώσσα, την άσπιλη αγνότητά της,
κακούργα χτήνη, με το ζόρι την εβιάσατε.
Τι θα λέγατε αν άφηνα να μου μιλήσετε;
αχρείοι, από ντροπή δεν θα ζητούσατε έλεος.
Ακούστε, αθλιοι, πως σκοπεύω να σας βασανίσω.
Μου 'μεινε το 'να χέρι αυτό για να σας κόψω
τα λαρύγγια, ενώ με τα κουλά της η Λαβίνια
θα κρατάει τη λεκάνη που θα υποδεχτεί
το αμαρτωλό σας αίμα. Ξέρετε, η μητέρα σας
έχει σκοπό να φάει μαζί μου, αυτοκαλείται
Εκδίκηση και με θαρρεί τρελόν. Ακούστε, αχρείοι.
Τα κόκαλά σας θα τ' αλέσω σκόνη, και μ' αυτή
και με το αίμα σας θα κάνω ζύμη. Κι απ' τη ζύμη
θ' ανοίξω φύλλο για να ψήσω δύο πίτες
με τα αισχρά κεφάλια σας. Και θα ειπώ στη σκρόφα,
την ακόλαστη μάνα σας, όπως η γη,
να χάψει το ίδιο της το γέννημα. Αυτό είν' το γλέντι
που την προσκάλεσα να 'ρθεί, κι αυτό το γεύμα
για να περιδρομιάσει. Κάνατε χειρότερα
στην κόρη μου απ' της Φιλομήλας και χειρότερα
θα εκδικηθώ απ' την Πρόκνη. Τώρα τα λαρύγγια σας
ετοιμάστε. - Λαβίνια, έλα να πιάσεις το αίμα.

(Τους κόβει τους λαιμούς.)

Κι αφού πεθάνουνε, τα κόκαλά τους σκόνη
ψιλή θ' αλέσω, και μ' αυτό το σιχαμένο υγρό
θα τη ζυμώσω. Και στη ζύμη αυτή θα βάλω
τα αισχρά κεφάλια τους για να ψηθούν. Εμπρός, εμπρός,
δουλεύτε πρόθυμα όλοι για το γεύμα αυτό, που θέλω
να 'ναι πιο άγριο και αιμοβόρο απ' το τσιμπούσι
των Κενταύρων. Και τώρα μέσα φέρτε τους, γιατί
θα γίνω μάγειρας, για να τους ετοιμάσω
για τη μητέρα τους που θα 'ρθει.

(Βγαίνουν κουβαλώντας τα κουφάρια.)




WILLIAM SHAKESPEARE
ΤΙΤΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, ΒΟΥΛΑ ΔΑΜΙΑΝΑΚΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: