.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

The Garden / Ο ΚΗΠΟΣ - H. P. Lovecraft


There's an ancient, ancient garden that I see sometimes in dreams,
Where the very Maytime sunlight plays and glows with spectral gleams;
Where the gaudy-tinted blossoms seem to wither into grey,
And the crumbling walls and pillars waken thoughts of yesterday.
There are vines in nooks and crannies, and there's moss about the pool,
And the tangled weedy thicket chokes the arbour dark and cool:
In the silent sunken pathways springs a herbage sparse and spare,
Where the musty scent of dead things dulls the fragrance of the air.
There is not a living creature in the lonely space arouna,
And the hedge~encompass'd d quiet never echoes to a sound.
As I walk, and wait, and listen, I will often seek to find
When it was I knew that garden in an age long left behind;
I will oft conjure a vision of a day that is no more,
As I gaze upon the grey, grey scenes I feel I knew before.
Then a sadness settles o'er me, and a tremor seems to start -
For I know the flow'rs are shrivell'd hopes - the garden is my heart.


Υπάρχει ένας κήπος αρχαίος, πολύ αρχαίος, που στα όνειρά μου εμφανίζεται πολλές
φορές,
όπου το ίδιο το φως του Μαγιού παίζει κι αστράφτει με φασματώδεις λάμψεις·
όπου τα φανταχτερά χρωματισμένα άνθη φαίνεται να μαραίνονται και να γκριζάρουν,
και τα τείχη που καταρρέουν κι οι πυλώνες ξυπνούν σκέψεις του χτες.
Υπάρχουν αναρριχητικά φυτά στις εσοχές και στις ρωγμές, βρύα γύρω απ’ την
πισίνα,
κι ο μπλεγμένος, γεμάτος ζιζάνια, θάμνος πνίγει την κληματαριά σκοτεινά και
ψύχραιμα:
στα σιωπηλά βυθισμένα μονοπάτια φύεται ένα χορτάρι αραιό και λιτό,
κ’ η μουχλιασμένη δυσωδία νεκρών πραγμάτων πνίγει του αέρα την ευοσμία.
Δεν υπάρχει ούτε ένα ζωντανό πλάσμα στο περιβάλλον, κι ο περικλείων φράχτης,
ήσυχος, δεν αντηχεί σε ήχο.
Καθώς περπατώ, περιμένω ή ακούω, συχνά προσπαθώ να θυμηθώ
πότε γνώρισα τον κήπο στα χρόνια τα πολύ περασμένα·
συχνά επικαλούμαι ένα όραμα μιας μέρας που δεν υφίσταται πια,
καθώς κοιτώ τις γκρίζες σκηνές που νομίζω πως έχω ξαναδεί.
Τότε μια λύπη εγκαθίσταται πάνω μου κι ένα ρίγος ξεκινά –
γιατί, καθώς γνωρίζω, τ’ άνθη είναι ζαρωμένες ελπίδες –
κι ο κήπος η δική μου η καρδιά.

Μετάφραση Αναστάσιος Δρακόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: