.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Η Απαισιόδοξος θεωρία περί κακού. Αι γνωστικαί διαρχικαί αποκαλύψεις – ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ



Βάσις της διδασκαλίας των Γνωστικών εν γένει, είναι εν είδος συγκριτισμού όλων των δοξασιών αίτινες προϋπήρξαν της εποχής των (ορφισμός, νεοπλατωνισμός, αιγυπτιακή και βαβυλωνιακή θρησκεία, Ζωροαστρισμός, διδασκαλία του Φίλωνος κ.κ.) εις τον οποίον παρεμβάλονται χριστιανικά και ιουδαϊκά στοιχεία, πάντα δε ταύτα επενδύονται δια χαρακτήρος εσωτερικού, μυητικού και αποκαλυπτικού.
Ο Χριστός, έλεγον, ομιλών ενώπιον του όχλου και επομένως, μεταχειριζόμενος την εξωτερικήν γλώσσαν, προσηρμόζετο προς τας αντιλήψεις αυτού, ενώ εις τους μαθητάς του μετέδιδεν εν απορρήτω ανωτέραν (μυστικήν, εσωτερικήν) διδασκαλίαν, ήτις και απετέλει τον αληθή της χριστικής αληθείας πυρήνα. Τούτο αποδεικνύεται και εκ των λόγων του ιδίου Ιησού (Ματθ. 13, 11) αλλά και εκ των παραβολών και συμβόλων τα οποία πολλαχώς εχρησιμοποίει. Την ιδίαν τακτικήν ηκολούθησαν και οι Απόστολοι, μεταδώσαντες εις μόνους τους μεμυημένους την εσωτερικήν διδασκαλίαν, εις δε τον αμύητον όχλον την εξωτερικήν ηθικήν. Η διδασκαλία της Εκκλησίας είναι, κατά τους ίδιους Γνωστικούς , καθαρώς εξωτερική και κατ’ ακολουθίαν περικλείει ουχί την αγνήν αλήθειαν, αλλά μόνον εκείνο το μέρος αυτής το προς την αντίληψιν και τας αμέσους ανάγκας του όχλου προσηρμοσμένον, επομένως μετά πολλών πλανών μεμειγμένον. Εκείνος λοιπόν που θα ήθελε να μάθη την καθαράν και πλήρη αλήθειαν, ώφειλε να ζητήση την απόρρητον εκείνην σοφίαν. Η τελευταία αυτή είναι η αληθής και γνησία Γνώσις, εν αντιθέσει προς την υπό της Εκκλησίας επιζητουμένην Πίστιν, η οποία είναι κατωτέρα βαθμίς της Γνώσεως. Συνεπεία των αντιλήψεων τούτων και ίνα μη η ανωτέρα αύτη γνώσις περιπέση εις χείρας αμυήτων, υπεβάλλοντο τα μέλη εις είδος τυπολογικής μυήσεως, κατ’ αρχάς απλής (βάπτισμα) αργότερον πολυπλοκωτέρας.
Κατ’ αναλογίαν, αι πλείσται των γνωστικών αιρέσεων, διεχώριζον την ανθρωπότητα εις τρεις βασικάς κατηγορίας (γένη), αι οποίαι ήσαν κατά τον αιρεσιάρχην Ουαλεντίνον: Οι Πνευματικοί (υπόδειγμα ο Κάιν) πλήρεις θείου πνεύματος εις ους ήρκει δια να λυτρωθούν η Γνώσις και τα εκ ταύτης ιερά απόρρητα. Ο Χριστός παρέχει εις τούτους την έλλαμψιν. Ακολουθούν οι Ψυχικοί (υπόδειγμα ο Σηθ) οι οποίοι κατέχουν εν τη ψυχή των ασθενή τινα θείον σπινθήρα, των οποίων όμως η λύτρωσις δεν ήτο εξασφαλισμένη. Ώφειλον να πράττουν το καλόν, δια να επιτύχουν κατόπιν κόπων και θυσιών. Ο Χριστός ήτο δι’ αυτούς το καλόν παράδειγμα προς μίμησιν δια του βίου του, των εντολών του και του φαινομενικού θανάτου επί του σταυρού. Τέλος ήτο η κατηγορία των υλικών ή Χοϊκών (υπόδειγμα Άβελ) οι οποίοι εστερούντο τελείως θείας πνοής και έμελλον αδηρίτως να επανέλθουν εις τον πηλόν και την ιλύν, εξ ης είχον προέλθη. (Βλ. Ειρηναίος, Έλεγχος ψευδονύμου γνώσεως, A’ VII, 5).
Σημειωτέον ότι ο διαχωρισμός ούτος εις γένη δεν ήτο ίδιος των Γνωστικών. Τόσον ο Ωριγένης (εις Ιωάν. VI, 36,37) ομιλεί περί των τελείων (τετελεσμένων – μεμυημένων) όσον και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματ. VII) επεθύμει να έχη μεμυημένους, εκλεκτούς και ολιγάριθμους. Ενώ δε ο κανών ούτος ητόνησε δια της διαδόσεως της νέας Θρησκείας εις τους πάντας, τουναντίον ετηρήθη, με πάσαν δυνατήν μέριμναν από τας γνωστικάς αιρέσεις.
Μια εκ των πρώτων γνωστών είναι η αίρεσις των Μαρκιωνιτών (11ος, μ.Χ. αιών). Μαρκίων ο εκ του Πόντου, φέρεται ως υιός επισκόπου. Φυγών δια τας ιδέας του εκ της πατρίδος, ήλθεν εις Ρώμην και ίδρυσεν ιδίαν, όχι φιλοσοφικήν σχολήν, αλλά οργάνωσιν σαφώς θρησκευτικήν, μίαν Εκκλησίαν, η οποία επέζησεν επί αρκετούς αιώνας μετά τον θάνατον του ιδρυτού της. Η παρατήρησις ότι πολλά κακά υπάρχουν εν τω κόσμω, δεν επιτρέπει εις τον Μαρκίωνα να πιστεύση ότι αυτόν εδημιούργησεν ο αγαθός Θεός. Διαστέλλει λοιπόν τον ύψιστον αγαθόν Θεόν, από του Δημιουργού Θεού, ο οποίος δεν προέρχεται εξ εκείνου δι’ απορροής ή δια πτώσεως, αλλά ελαμβάνει τούτον ως όμοιον προς τον ύψιστον Θεόν, πλη αΐδιον και αντίθετον προς αυτόν.
Ο αληθής Θεός, η πρώτη Αρχή, είναι ο καλός Ξένος, η αρχή του Αγαθού, ο φιλεύσπλαχνος. Ο Δημιουργός, ο πλάστης του υλικού κόσμου, είναι ο σκληρός Ιαβέ της Π.Δ. Ο αγαθός Θεός, πριν επιφανή ο Χριστός, ήτο εντελώς άγνωστος, όχι μόνον εις τους προφήτας, αλλά και εις εαυτόν τον ίδιον. Ίνα αφανίση το κακόν έργον του Δημιουργού (του «Κοσμοκράτορος» πρβλ. «ο άρχων του κόσμου τούτου» της Κ.Δ.) και ίνα ελευθερώση τον άνθρωπον από του καταθλιπτικού ζυγού του κακού, απεκαλύφθη εξ οίκτου ορμώμενος εν τω υιώ Αυτού Ιησού Χριστώ, όστις κατήλθεν εις τον κόσμον και επεφάνη εν τη Ιουδαία, ενανθρωπήσας. Εν τω Χριστώ εκδηλούται η Αγάπη και η ευσπλαχνία του αγαθού θεου, ενώ εν τη Π.Δ. εμφανίζεται ο θεός της σκληρότητος και δικαιοσύνης. Ο θεός της Κ.Δ. είναι θεός αγαθός, ο θεός της Π.Δ. δεν είναι αγαθός, αλλά μοχθηρός, πλην είναι απλώς δίκαιος δηλ. παρέχει νόμους των οποίων την τήρησιν ελέγχει άνευ οίκτου και ελέους. Κατόπιν τούτων ο Μαρκίων απορρίπτει την Π.Δ. ως έργων των οπαδών του Δημιουργού και γέμουσαν ανακριβειών.
Εκ της ανωτέρω δοξασίας ο Μαρκίων αποδεικνύεται σαφώς δυαρχιστής, πλην η δυαρχία του περιωρίζετο κυρίως εις την αντιπαράταξιν της δικαιοσύνης προς την ευσπλαχνίαν, της σκληρότητος προς την αγάπην. Εν τη εξελίξει όμως της μαρκιωνικής εκκλησίας, ήδη από του τρίτου αιώνος, η αντίθεσις μεταξύ αγαθού και κακού θεού οξύνεται και καταλήγει εις την διαστολήν καλού Ξένου και Σατανά. Συνέπεια της αναγνωρίσως της Π.Δ. ως έργου της ράχης του κακού, ήτο και η θεώρησις όλων των υπ’ αυτής ως μοχθηρών, εν τη πραγματικότητι ως ηρώων. Ο Κάιν, ούτινος η Ουσία δεν ήτο ευπρόσδεκτος εις τον Ιαβέ, εγένετο το ίνδαλμα των Καϊνιτών. Ο όφις όστις έθεσεν εις πειρασμόν την Εύαν εν τω Παραδείσω, υπήρξε το αντικείμενον λατρείας των Οφιτών, Ναασηνών κ.α. διότι ο φωτοδότης Εωσφόρος προσεπάθησε να δώση εις το ζεύγος των Πρωτοπλάστων το δώρον της Γνώσεως, ούτινος ζηλοτύπως ο Ιαβέ απεστέρει αυτούς. Το έργον αυτό του φωτοδότου ταυτίζεται προς το έργον του Χριστού, όστις θεωρείται ως ο αληθής και τέλειος όφις.
Ιδιαιτέρως έντονα εμφανίζονται αι δυαρχικαί αντιλήψεις εις άλλην τίνα δοξασίαν, τον Μανιχαϊσμόν. Ιδρυτής της φερωνύμου αιρέσεως ήτο ο Μάνης ή Μανιχαίος (γεν. 216 μ.Χ.) όστις κατήγετο κατά τας πιθανωτάτας ειδήσεις, εξ επιφανούς οίκου των Περσών Μάγων. Ανατραφείς κατ’ αρχάς εν τη περσική θρησκεία του Ζωροάστρου, μετέστη αργότερον εις τον Χριστιανισμόν. Τω 242 τίθεται επικεφαλής κινήσεως με σκοπόν την εγκαθίδρυσιν νέας θρησκείας, αποκαλών εαυτόν ως τον υπό του Χριστού επηγγελμένον Παράκλητον, όστις ήρχετο δια να διαδώση εις την Ανθρωπότητα το πνεύμα της Αληθείας.
Ο Μάνης παρεδέχετο δύο αρχάς, αγεννήτους, αυτοφυείς και αϊδίους, τον Θεόν-Πνεύμα και την Ύλην. Εξ ων εκείνος μεν είναι το Αγαθόν, αυτή δε το Κακόν. Αμφότεραι αι αρχαί αύται υπηρετούνται υπό αναλόγων τη φύσει των δυνάμεων. Η Ύλη ανελθούσα εις τας άνω περιοχάς και καταπλαγείσα υπό του περί τω Θεώ Φωτός, ηθέλησε να κατάσχη την αρχήν, εκβάλλουσα τον Θεόν. Ο Θεός, προς κύρωσιν προβάλλει εξ εαυτού δύναμιν λεγομένην Μητέρα της Ζωής ή τον Πρώτον Άνθρωπον. Ούτος υπό των αρχόντων του σκότους πολεμούμενος θα εκινδύνευεν, εάν δεν έστελλεν ο Θεός προς βοήθειάν του, ετέραν δύναμιν προβληθείσαν και καλουμένην Ζων Πνεύμα. Κατά τον αγώνα όμως ο πρώτος Άνθρωπος απώλεσε πολλά εκ των φωτεινών συστατικών του, άτινα και κατεπόθησαν υπό των Αρχόντων. Ταύτα μένουσιν εν τη χαώδει ύλη και γίνονται Ψυχή του Κόσμου, ήτις είναι ο Χριστός, ο υιός του πρώτου Ανθρώπου, το δε ζών πνεύμα το οποίον έσωσε τον πρώτον Άνθρωπον, εγένετο κατά διαταγήν του Θεού κοσμοποιόν, συναγαγόν το εν τη ύλη υπολειφθέν και μήπω καταποθέν φως και συγκεντρώσαν αυτό εν τω Ηλίω και τη Σελήνη, τους δε δαίμονας προσήλωσεν ως αστέρας εις το στερέωμα. Ο εν τω Ηλίω και τη Σελήνη εδρεύων Ιησούς, πειράται να ελευθερώση το υπό της ύλης κατεχόμενον φως, βοηθούμενος προς τούτο υπό δύο άλλων όντων, τ.ε. υπό της Παρθένου του Φωτός και του Αγίου Πνεύματος.
Οι Άρχοντες του Σκότους, εποίησαν εκ του αφαιρεθέντος φωτός, κατά το πρότυπον του Πρώτου Ανθρώπου και καθ’ ομοίωσιν αυτών άνθρωπον, τον Αδάμ και εν συνεχεία την Εύαν, ίνα δι’ αυτών διαδώσωσι το ανθρώπινον γένος και παραλύσωσι την προς απελευθέρωσιν δύναμιν και τάσιν του εν ύλη κατεχομένου φωτός. Γάμος άρα και γέννησις κατάγονται εκ της κακής Αρχής, δι’ ο και η ανωτέρα τάξις, η των εκλεκτών, απηγορεύετο να συνάπτη γάμον.
Εν τω ανθρώπω διακρίνονται δύο ψυχαί. Η μεν το σώμα ζωογονούσα ψυχή κατάγεται εκ της ύλης και είναι φύσει κακή, η δε άλλη φωτεινή ψυχή, απορρέει εκ της αγαθής αρχής και είναι φύσει αγαθή. Αι δύο αύται ψυχαί εύρηνται εν διηνεκή προς αλλήλας διαμάχη. Η κακή ψυχή εμφορείται υπό κακών επιθυμιών, ων επακόλουθον είναι αι κακαί πράξεις. Η δε αγαθή ψυχή δεν αμαρτάνει, αλλά πράττει μόνον το αγαθόν. Το εγκαλόν αύτη δεν είναι η ενεργός βούλησις (της οποίας στερείται) αλλ’ απλώς η αδυναμία και η υποχώρησις εις τας επιθυμίας και ροπάς της άλλης ψυχής. Επειδή δε η αγαθή ψυχή ευρίσκετο εν πλάνη και αγνοία, ένεκα της επιβολής των Αρχόντων του σκότους, κατήλθεν εκ του Ηλίου ο Ιησούς, όστις διεφώτισε τας ψυχάς περί της αληθούς αυτών καταγωγής, έδειξε δε την οδόν της απαλλαγής των από των δεσμών της ύλης. Ο Ιησούς όμως δεν επρόφθασε να ολοκληρώση το απολυτρωτικόν του Έργον και προς τούτο έπεμψε το Αγ. Πνεύμα, όπερ και ενεφανίσθη εν τω προσώπω του Μάνεντος (Μανιχαίου).
Χάρις εις την ανεκτικότητα την οποίαν ο Μάνης και η εκκλησία του επέδειξαν, ευκόλως και ταχέως κατέκτησε τας ψυχάς των ανθρώπων και η αίρεσις έλαβε μεγίστην διάδοσιν. Ο Μάνης ήρχισε την διδασκαλίαν του τω 242 μ.Χ. Μετά παρέλευσιν ολιγώτερον του ενός αιώνος υπήρχον εκκλησίαι Μανιχαίων από του Τουρκεστάν, μέχρι της Καρχηδόνος και όλα τα σημεία εδείκνυον ότι μέλλει να καταστή η θρησκεία όλου του κόσμου. Κατά το έτος 1.000 μ.Χ. ο Μανιχαϊσμός είναι ακόμη η ισχυροτέρα αίρεσις κυρίως εις το Τουρκεστάν. Αλλά και εις την Αφρικήν το κλέος είναι τοιούτον ώστε σημειούται ο προσηλυτισμός και αυτού του Αγίου Αυγουστίνου. Η παραμονή του εις την ετεροδοξίαν διαρκεί επί 9 έτη «εάν δε αργότερον απεσπάσθη και κατέστη πολέμιος αυτής, παρ’ όλα ταύτα δεν δύναται να υποστηριχθή ότι απηλάγη τελείως των επηρειών της» (Runciman). Εις την διάλυσιν του Μανιχαϊσμού συνέβαλλον αι εισβολαί των βαρβάρων (Βανδήλοι).
Εκ της συντόμου σκιαγραφίας ην ανωτέρω παρουσιάσαμεν, δύο εκ των κυριωτέρων γνωστικών αιρέσεων, θα είναι εις θέσιν ο Αναγνώστης να αποκρυσταλλώση τα κεντρικά σημεία της διδασκαλίας των περί προελεύσεως και του ρόλου της αρχής του Κακού.


ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: