Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Το όνειρο και οι σφήκες – William Gibson

...Έσβησε το τσιγάρο στην τρίτη ρουφηξιά, γύρισε από την άλλη πλευρά και προσπάθησε να κοιμηθεί.
Το όνειρο, η μνήμη, ξετυλιγόταν με τη μονοτονία μιας ταινίας υπνοϋποβολής. Στα δεκαπέντε του χρόνια είχε περάσει ένα μήνα σ' ένα μικρό ξενοδοχείο με μια κοπέλα που την έλεγαν Μαρλίν. Το ασανσέρ είχε να λειτουργήσει πριν από δέκα χρόνια. Μόλις άναβες το φως, μια στρατιά από κατσαρίδες έτρεχε να κρυφτεί στις γωνιές της μικρής κουζίνας. Είχαν κοιμηθεί με τη Μαρλίν επί ένα μήνα πάνω σ' ένα ξεκοιλιασμένο στρώμα χωρίς σεντόνια.
Δεν είχαν προσέξει την πρώτη σφήκα που μπήκε και άρχισε να χτίζει τη φωλιά πάνω στο πλαίσιο του παραθύρου, αλλά πολύ σύντομα, η σφηκοφωλιά έγινε μεγάλη σαν γροθιά και τα έντομα έμπαιναν κι έβγαιναν σαν μικροσκοπικά ελικόπτερα γυρεύοντας τροφή γύρω από τους σκουπιδοτενεκέδες που στοιβάζονταν κάτω στο δρόμο.
Είχαν πιει από μια ντουζίνα μπίρες μέχρι το απόγευμα, όταν μια σφήκα τσίμπησε τη Μαρλίν. «Σκότωσέ τις, τις μαλακισμένες», είπε με μάτια βουρκωμένα από λύσσα. «Κάφ' τες». Μεθυσμένος, ο Κέις άνοιξε το ντουλάπι και πήρε ένα φορητό φλογοβόλο, δώρο του παλιού φίλου της Μαρλίν. Πλησίασε στο παράθυρο. Μια σφήκα βγήκε από τη φωλιά και πέταξε γύρω από το κεφάλι του. Ο Κέις πάτησε το διακόπτη ανάφλεξης, μέτρησε ως το τρία και πίεσε τη σκανδάλη. Το καύσιμο τινάχτηκε με πίεση κι άναψε περνώντας πάνω από την πυρακτωμένη αντίσταση της ανάφλεξης. Μια χλομή φλόγα τινάχτηκε πέντε μέτρα μακριά. Η φωλιά τραντάχτηκε και ξεκόλλησε. Από την άλλη μεριά του δρόμου κάποιος χειροκρότησε.
«Γαμώτο», είπε η Μαρλίν. «Ηλίθιε! Δεν τις έκαψες, απλώς έριξες κάτω τη φωλιά. Τώρα θα 'ρθουν εδώ και θα μας σκοτώσουν με τα τσιμπήματα τους». Η φωνή της του έσπαζε τα νεύρα. Τη φαντάστηκε παραδομένη στις φλόγες, με τα ξανθά μαλλιά της τυλιγμένα από μια πρασινωπή λάμψη.
Κατέβηκε στο δρόμο και πλησίασε τη μαυρισμένη φωλιά με το φλογοβόλο στο χέρι. Η φωλιά είχε ανοίξει στα δύο. Μισοκαμένες σφήκες σέρνονταν στην άσφαλτο.
Ο Κέις έβλεπε τώρα αυτό που κρυβόταν στο εσωτερικό της φωλιάς.
Φρίκη. Αληθινό εργοστάσιο. Διαδοχικά επίπεδα με κυψέλες. Τα τυφλά σαγόνια των αγέννητων κινούνταν ασταμάτητα. Η διαδοχικότητα των σταδίων οδηγούσε από τα αβγά στις νύμφες, στις προ-σφήκες και τελικά στις σφήκες. Η εικόνα που αποτυπώθηκε στο μυαλό του ήταν εκείνη ενός βιολογικού πολυβόλου τρομακτικής τελειότητας. Πίεσε τη σκανδάλη ξεχνώντας να πατήσει την ανάφλεξη. Το καύσιμο έλουσε τα έντομα που στροβιλίζονταν στα πόδια του.
Όταν, τελικά, άναψε τη φλόγα, έγινε μια υπόκωφη έκρηξη. Πέντε πατώματα πιο πάνω, ακούστηκε το γέλιο της Μαρλίν.
Ξύπνησε έχοντας την αίσθηση πως κάποιο φως έσβηνε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, αλλά το δωμάτιο ήταν σκοτεινό όταν άνοιξε τα μάτια του. Έξω, στον ουρανό, έλαμπαν τ' αστέρια της μαγνητοσκοπημένης αυγής. Δεν ακούγονταν φωνές πια, αλλά μόνο ο θόρυβος του νερού, κάτω στη βάση του Ιντερκοντινένταλ.
Στο όνειρό του, λίγο προτού κάψει τη σφηκοφωλιά, είχε δει σκαλισμένο επάνω της το σήμα Τ-Α της Τέσιερ-Άσπουλ…


William Gibson
Νευρομάντης
Μετάφραση Δημήτρης Σταματιάδης
Εκδόσεις Aquarius 1989

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

[Όταν μπαίνει το καλοκαίρι μελαγχολώ] - 465 – Fernando Pessoa

Όταν μπαίνει το καλοκαίρι μελαγχολώ. Λένε πως η φωτεινότητα των καλοκαιρινών ωρών, αν και δριμεία, θα έπρεπε να χαϊδεύει όποιον δεν ξέρει ποιος είναι. Όμως όχι, εμένα δεν με χαϊδεύει. Υπάρχει μια υπερβολική αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική ζωή που ξεχειλίζει και σ’ αυτό που αισθάνομαι και σκέφτομαι, χωρίς να ξέρω να σκέφτομαι μήτε να αισθάνομαι – το άταφο στην αιωνιότητα πτώμα των αισθήσεων μου. Έχω την εντύπωση ότι ζω σ’ αυτή την άμορφη πατρίδα που λέγεται σύμπαν, κάτω από μια πολιτική τυραννία που, αν και δεν με καταπιέζει άμεσα, προσβάλλει ωστόσο κάποιο κρυφό αξίωμα της ψυχής μου. Και τότε κατεβαίνει μέσα μου, υπόγεια, αργά, η προκαταβολική νοσταλγία της ανέφικτης εξορίας.
Βασικά νυστάζω. Δεν είναι μια νύστα όπου υποβόσκει, όπως σε όλες τις νύστες, ακόμα και τις νοσηρές, το σωματικό προνόμιο της ησυχίας. Δεν είναι μια νύστα που, επειδή θα ξεχάσει τη ζωή, και ενδεχομένως θα φέρει όνειρα, έχει πάνω στον δίσκο που κουβαλάει για να προσφέρει στην ψυχή μας τα γαλήνια δώρα μιας μεγάλης παραίτησης. Όχι: είναι μια νύστα που δεν καταφέρνει να κοιμηθεί, που βαραίνει στα βλέφαρα χωρίς να τα κλείνει, που κάνει να σμίγουν σε μια κίνηση καμωμένη από βλακεία και απέχθεια οι γωνιές των άπιστων χειλιών. Είναι μια νύστα σαν αυτή που βαραίνει ανώφελα πάνω στο κορμί στις μεγάλες αϋπνίες της ψυχής.
Μόνο όταν έρχεται η νύχτα αισθάνομαι κατά κάποιον τρόπο, όχι χαρά, αλλά ανάπαυση, και, επειδή και άλλες φορές οι στιγμές ανάπαυσης ήταν ευχάριστες, κατ’ αναλογία των αισθήσεων είναι κι αυτή ευχάριστη. Τότε η νύστα περνάει, η σύγχυση του νοητικού λυκόφωτος που είχε προκαλέσει αυτή η νύστα διαλύεται, φωτίζεται, σχεδόν αστραποβολεί. Για μια στιγμή  έρχεται η ελπίδα άλλων πραγμάτων. Αλλά η ελπίδα αυτή είναι σύντομη. Αυτό που έρχεται μετά είναι μια πλήξη χωρίς ύπνο μήτε ελπίδα, το κακό ξύπνημα αυτού που δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Και από το παράθυρο του δωματίου μου κοιτάζω, καημένη ψυχή με το κουρασμένο κορμί σου, πολλά άστρα, πολλά άστρα, τίποτα, το τίποτα, αλλά πολλά άστρα…


Fernando Pessoa
Βιβλίο της Ανησυχίας Β' Τόμος
Σύνθεση τού Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθού λογιστή στην πόλη τής Λισαβόνας
Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Αναθεωρημένη Έκδοση
Εκδόσεις Gutenberg 2018

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Η συνοικία των σφαγείων – Ελένη Βακαλό



Σ’ εκείνη την πόλη καθώς δεν την ήξερα κι επίφοβο αισθάνθηκα
το μέρος που έφτασα, χωρίς ν’ ακούγεται τίποτα
Τα κεφάλια των ζώων μου φάνηκε έβλεπα
στοιχειωμένα
Στο ύψος των ζώων που ήτανε άλλοτε
την ώρα που
γίνονται λύκοι

Και μόλις στα γόνατα σέρνοντας μπορούσε κανένας άνθρωπος
να περάσει
Κι όλοι τους αυτό έκαναν σε κείνη τη συνοικία καθώς το είδα
Μα ακόμη πιο τρομερό
κρύα ήτανε τρομερό
−κίτρινα−
Πώς να το πω;
Τα σώματά τους από το τέλος του λαιμού τους αρχίζοντας
Από το πτώμα που ήτανε

Πετσιά  ήτανε
που είχαν ξυστεί μεριές απ' το κρέας
Κι ένα μεγάλο δέρμα ζώου
άσπρο αν ήτανε
−χλωμό ήτανε−
Κουνώντας πια ελαφρά ανέβαινε και σκέπασε τη  Συνοικία των
Σφαγείων

Ελένη Βακαλό
Το άλλο του πράγματος Ποίηση 1954-1994
Τα Κοινά / Του Κόσμου 1978
Εκδόσεις Νεφέλη 1995