Νιότη μου, που δε σ’ ένιωσα, χωρίζουμε σε λίγο∙
μάταια τα χέρια μου κρατάς στα χέρια σου πριν φύγω.
Το αίμα τρέχει απ’ την πληγή που σ’ άνοιξα στα στήθη –
ω… ο θάνατος σου νά ’σβηνε κι αυτός μέσα στη λήθη…
Μας λείπεται ώς την ύστερη την ώρα λίγος δρόμος.
Θα τον περάσουμε κι αυτόν∙ τι τ’ όφελός μας όμως,
αφού την άγια βλάστηση που γύρω μας φουντώνει
η πληγωμένη σου καρδιά στάζοντας θα ματώνει;
Ωστόσο ας προχωρήσουμε… Τίποτε πια δε μένει,
στο τέλειωμα του δρόμου μας ο τάφος περιμένει –
τα χέρια μου τον άνοιξαν, μυρίζουν χώμα ακόμα,
και θα τον κλείσουνε μαζί με το άχραντό σου σώμα.
Όμως κάλλιο να πέθαινα πριν από σένα, Νιότη
– κερδίζουν πάντα στη ζωή όσοι πεθαίνουν πρώτοι –
παρά να σέρνω ανέλπιδος τα βήματά μου μόνα
σ’ ένα χλωμό χινόπωρο κι ύστερα στο χειμώνα.
Λευκές με σέναν άνοιξες κι άλικα καλοκαίρια
σκορπίζουν τα λουλούδια τους και χίλια περιστέρια
με τσακισμένα τα φτερά σωριάζονται στο χώμα
εκεί που – θρήνος… – οι Έρωτες ψυχομαχούν ακόμα.
Μόνος μου πια δε θα νοιαστώ η Μούσα αν θα μου βάνει
πάνω στα γκρίζα μου μαλλιά της δάφνης το στεφάνι∙
απ’ το κεφάλι μου έπεσαν τα ρόδα που φορούσα
κι ό,τι τα νιάτα μου άξιζαν, ω… δεν τ’ αξίζει η Μούσα.
Ήσουν τραγούδι ανείπωτο στα σύννεφα γραμμένο
όνειρο πάνω απ’ τη ζωή κι απ’ τους ανθρώπους ξένο,
που η μπόρα τώρα σε σκορπά μες στ’ ουρανού τα βάθη –
πουλί που στον ορίζοντα το μακρινό εχάθη.
Το χέρι μου περίλυπος στο μέτωπο μου ας φέρω:
Θα ξέρω πως η σκέψη μου κλείνει βαθιά ένα γέρο.
Ω… των πραγμάτων βιάστηκα και βρήκα το άδειο βάθος
κι αιτία του θανάτου σου γίνηκε αυτό το λάθος.
Νιότη μου, που δε σ’ ένιωσα, χωρίζουμε σε λίγο…
Σε μια κραυγή το στόμα μου μ’ απελπισιά ανοίγω∙
αυτά τα λόγια μοναχά στο θάνατό σου παν:
– Πεθαίνει ο Μέγας Παν…