.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Οι γνωστικοί – Κ. Γεωργούλης


Κατά τους πρώτους αιώνας της αναπτύξεως και διαδόσεως του Χριστιανισμού ενεφανίσθη η τάσις εις τινας των οπαδών της νέας θρησκείας να μη αρκεσθούν εις την πίστην, αλλά να προχωρήσουν και εις την δια της γνώσεως επεξεργασίαν και κατανόησιν των θεμελιωδών προτάσεων του χριστιανικού κηρύγματος. Τοιουτοτρόπως εδημιουργήθη το κίνημα των «Γνωστικών», οίτινες ήθελον να κατανοήσουν το υπεραισθητόν περιεχόμενον της πίστεως. «Γνώσις» δεν σημαίνει κατά τους Γνωστικούς το να γνωρίζομεν δια της πίστεως ότι υπάρχει ο Θεός και ότι ο Χριστός έλαβεν ανθρωπίνην σάρκα. Ούτε γνώσις είναι να αποδείξωμεν δια της λογικής και διαλεκτικής την αλήθειαν των χριστιανικών δοξασιών. Οι Γνωστικοί λέγοντες γνώσιν εννούν να διαρρήξωμεν τον μυστικόν πέπλον, όστις καλύπτει το υπεραισθητόν, να ίδωμεν τον Θεόν και να λάβωμεν πλήρη εποπτικήν και άμεσον ενόρασιν του υπεραισθητού κόσμου. Ο Ωριγένης εις τα σχόλιά του εις τον Ιωάννην (14, 4, 17) ερμηνεύων το ρήμα γιγνώσκειν λέγει ότι τούτο σημαίνει όχι απλώς γνωρίζειν, αλλά ένωσιν και συμμετοχήν εις το γιγνωσκόμενον. Οι Γνωστικοί ισχυρίζονται ότι το βλέμμα των διεισδύει μέχρι του βάθους των μυστηρίων. Είναι οι άνθρωποι οι: «Φάσκοντες μόνοι τα βάθη γνωρίζειν» (Οι διϊσχυριζόμενοι ότι φθάνουν να γνωρίσουν τα βάθη). Δι' αυτούς όλα τα μυστήρια αποκαλύπτονται. Είναι εις θέσιν να γνωρίζουν πόθεν έρχεται ο άνθρωπος, που υπάγει, ποία είναι η ουσία του. Το πνευματικόν νόημα των θρησκευτικών συμβόλων είναι δι' αυτούς καταφανές.
Είναι φανερόν ότι οι Γνωστικοί προσπαθούν να ιδρύσουν μίαν φιλοσοφίαν της Χριστιανικής θρησκείας δυναμένην να προχωρήση περαιτέρω της πίστεως και να αποκαλύψη το έσχατον νόημα του θρησκευτικού φαινομένου. Συγχρόνως η Γνώσις εγείρει την αξίωσιν ότι πραγματοποιεί δια της εκστάσεως, της θρησκευτικής ασκήσεως και της τελετουργίας την ένωσιν της ανθρωπίνης ψυχής με το υπεραισθητόν. Είναι τοιουτοτρόπως όχι μόνον θρησκευτική φιλοσοφία, αλλά και θρησκευτική αίρεσις. Χρησιμοποιεί τα μέσα της φιλοσοφικής ερεύνης, την μέθοδον της αλληγορικής ερμηνείας. Ταυτοχρόνως επιδιώκει δια μυστικιστικών καταστάσεων και τελετουργιών να υψωθή εις την ένωσιν με το θείον και το υπερκόσμιον. Είναι και φιλοσοφία, και μυθολογία και μυστικισμός.
Τας πρώτας εκδηλώσεις τοιούτων τάσεων τας έχομεν ήδη συναντήσει εις τους Νεοπυθαγορείους και τον Φίλωνα. Αλλ' εις έντονον μορφήν εμφανίζεται το κίνημα τούτο ήδη από των πρώτων αποστολικών χρόνων. Τινές εκ των ερευνητών της Εκκλησιαστικής Ιστορίας θεωρούν τον Σίμωνα τον Μάγον, περί του οποίου γίνεται λόγος εις τας Πράξεις των Αποστόλων, ως τον πρώτον κατά χρονολογικήν σειράν φορέα του γνωστικισμού. Ο Γερμανός ιστορικός της Δογματικής Χάρνακ έχει την γνώμην ότι ο γνωστικισμός υπήρξε προσπάθεια ήτις επεδίωξε να εξελληνίση τον Χριστιανισμόν. Δια τούτο τον χαρακτηρίζει ως «έντονον εξελληνισμόν του Χριστιανισμού». Δια της Γνώσεως καταβάλλεται προσπάθεια να ερμηνευθή ο Χριστιανισμός επί τη βάσει των αντιλήψεως τας οποίας είχεν αναπτύξει η μεταγενεστέρα ελληνική φιλοσοφία. Η γνώμη αύτη του Χάρνακ δεν εγένετο γενικώς αποδεκτή. Άλλοι ιστορικοί διακρίνουν εις τον γνωστικισμόν την παρουσίαν στοιχείων τα οποία έχουν ληφθή από τας Ανατολικάς θρησκείας, και τας μυστηριακάς τελετουργίας. Πάντως οι Γνωστικοί χρησιμοποιούν στοιχεία εκ της Ιουδαϊκής θρησκείας, εκ της μυθολογίας και θρησκείας των Αιγυπτίων και των άλλων Ανατολικών λαών, τα οποία αναμιγνύουν με την ελληνικήν μυθολογίαν και φιλοσοφίαν και με τας χριστιανικάς αντιλήψεις. Πάντα ταύτα τα στοιχεία προσπαθούν να διαμορφώσουν εις ενιαίον σύνολον. Χρησιμοποιούν όχι μόνον τα ως αυθεντικά θεωρούμενα χριστιανικά κείμενα αλλά και πλήθος αποκρύφων. Πάντα σχεδόν τα γνωστικά συστήματα παραδέχονται τον μεταξύ του καλού και κακού δυϊσμόν, και ως κύρια προβλήματα θεωρούν τα αναφερόμενα εις την αρχήν του κόσμου, την δημιουργικήν διαδικασίαν δια της οποίας εδημιουργήθη, και εις τον τρόπον δια του οποίου θα επέλθη η από του κακού απολύτρωσις, ήτις θα σημάνη και την φθοράν του παρόντος κόσμου. Αι σπουδαιότεραι εκ των πηγών, αι οποίαι μας παρέχουν πληροφορίας περί του γνωστικισμού, είναι αι ακόλουθοι: 1ον) «Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως» του Ειρηναίου, 2ον) «Φιλοσοφούμενα», έργον αγνώστου συγγραφέως αποδιδόμενον υπό τινων εις τον Ιππόλυτον, 3ον) Το «Κατά των Βαλεντιανών» σύγγραμμα εις την Λατινικήν του Τερτυλλιανού, 4ον) Το εις την Κοπτικήν μετάφρασιν διασωθέν Γνωστικόν σύγγραμμα «Πίστις και Ελπίς», 5ον) Πάπυροι εις κοπτικήν γλώσσαν ανακαλυφθέντες εν Αιγύπτω, 6ον) Πάπυροι εις Κοπτικήν γλώσσαν ανακαλυφθέντες κατά Ιούλιον 1949 εις Λούξορ Ναγκ Χαμάντι.
Η ιστορική εξέλιξις του γνωστικισμού διήλθε δια των ακολούθων σταδίων: Οι αρχαιότεροι Γνωστικοί ήσαν οι Οφίται κατά το τέλος του 1ου αιώνος μ.Χ. εν Εφέσω και Συρία. Κατά τα μέσα του 2ου αιώνος έδρα του γνωστικισμού αποβαίνει δια του Βασιλείδου η Αίγυπτος. Συγχρόνως προς τον Βασιλείδην δρα εξ Αλεξανδρείας ορμηθείς εν Ρώμη και Κύπρω ο Βαλεντίνος. Ολίγον αργότερον εμφανίζεται δρων και ο μαθητής του Βαλεντίνου Βαρδησάνης. Ετέραν σχολήν αποτελεί ο Μαρκίων εν Σινώπη κατά την εποχήν του Αδριανού και κατόπιν εν Ρώμη. Περί το 130 αναφέρεται ως γνωστικός εν Αλεξανδρεία και ο Καρποκράτης. Την όλην δε ιστορικήν εξέλιξιν κλείει ο εκ Περσίας Μάνης, όστις εγεννήθη περί το 216. Ούτος είναι ο ιδρυτής της πολυπληθούς αιρέσεως των Μανιχαίων.
Την πρώτην εκδήλωσιν του γνωστικισμού αποτελούν οι Οφίται, αποκληθέντες ούτω διότι το κύριον σύμβολον αυτών ήτο ο όφις, τον οποίον κατά την Παλαιάν Διαθήκην ύψωσεν ο Μωυσής εν τη ερήμω. Την ερμηνείαν του συμβόλου τούτου παρέλαβον απ'οτο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (3, 14) εν το οποίω αναγράφεται: «Και καθώς Μωυσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω ούτω υψωθήναιδει τον υιόν του ανθρώπου, ίνα πας ο πιστεύων εν αυτώ έχη ζωήν αιώνιον». Κατά τους Οφίτας η γνώσις του ανθρώπου αρχίζει με την κατανόησιν του εαυτού του και τελειώνει με την θείαν επίγνωσιν «αρχή τελειώσεως γνώσις ανθρώπου, θεού δε γνώσις απηρτισμένη τελείωσις». Εδέχοντο ότι ο Αδάμ, ο πρώτος άνθρωπος, ήτο «αρσενοθήλυς» και συνεκέντρωνε εις τον εαυτόν του «το νοερόν, το ψυχικόν και το χοϊκόν». Τα τρία ταύτα στοιχεία συνηνώθησαν και πάλιν εις τον Ιησούν, τον υιόν της Μαρίας. Ως πηγήν των δοξασιών των προέβαλλον οι Οφίται την διδασκαλίαν του αδελφού του Χριστού Ιακώβου.

Συγγενικάς αντιλήψεις προς αυτούς είχον και οι Περάται, οίτινες ωνομάσθησαν τοιουτοτρόπως διότι επίστευον ότι η γνώσις θα τους καθίστα ικανούς να υπερνικήσουν την φθοράν. «Διελθείν και περάσαι την φθοράν». Κατ' αυτούς ο κόσμους αποτελεί τριαδικήν ενότητα. Το πρώτον μέρος της τριάδος είναι το τέλειον αγαθόν, το δεύτερον αποτελείται εξ απειραρίθμου πλήθους δυνάμεων αίτινες είναι αυτοδημιούργητοι, το δε τρίτον είναι ο γήινος κόσμος. Μεταξύ της πρώτης πατρικής αρχής και του υλικού κόσμου την συνδιαλλαγήν την αποκαθιστά «ο σοφός της Εύας λόγος», ο όφις, ο υψωθείς εν τη ερήμω υπό του Μωυσέως όστις ταυτίζεται με τον Χριστόν.
Εκείνος όστις δύναται να θεωρηθή ως συστηματικός διδάσκαλος του γνωστικισμού είναι ο Βασιλείδης όστις, καταγόμενος εκ Συρίας, εδίδαξεν εν Αλεξανδρεία κατά το 120 – 140. Είχε γράψει εν Ευαγγέλιον, σχόλια εξ 24 βιβλίων εις τούτο υπό τον τίτλον «Εξηγητικά» και είχε συνθέσει, όπως μαρτυρεί ο Ωριγένης ψαλμούς και ωδάς. Ως αρχήν δέχεται ο Βασιλείδης τον «άρρητον και ακατανόμαστον θεόν». Εκ τούτου απορρέει ο νους και εξ αυτού ο λόγος. Εκ του λόγου απορρέει η φρόνησις, εκ ταύτης η σοφία και η δύναμις και εκ τούτων η δικαιοσύνη και η ειρήνη. Όλα ταύτα τα παράγωγα μαζί με την πρώτην αρχήν αποτελούν τον πρώτον ουρανόν. Εκ του πρώτου ουρανού απορρέει δεύτερος και εκ τούτου τρίτος και ούτω καθεξής μέχρις ότου παραχθούν 365 ουρανοί και αγγελικά τάγματα επί των οποίων άρχει ο Αβρασάξ. Οι άνθρωποι βλέπομεν μόνον τον ουρανόν επί του οποίου άρχει ο θεός των Ιουδαίων. Απέναντι του ουρανού τούτου ίσταται το χάος, όπερ είναι η «ρίζα του κακού». Ο Χριστός είναι ο νους ο απορρέων εκ του θεού των Ιουδαίων και επιφέρων την λύτρωσιν του υλικού κόσμου. Κατ' άλλην εκδοχήν ο Βασιλείδης εδόξαζεν ότι εν αρχή υπάρχει το μη ον. Εκ τούτου εγεννήθη το σπέρμα του κόσμου. Ο μη υπάρχων θεός εγεννήθη δια της βουλήσεως του εκ του μη όντος και παρήγαε ταραχήν και σύγχυσιν: «τάραχος και συγχυσις αρχική», εξ ης επήγασεν η πανσπερμία του κόσμου. Εκ ταύτης παράγονται δευτερεύουσαι υπεραισθηταί οντότητες. Ο Βασιλείδης αναπτύσσει αχαλίνωτον δύναμιν φαντασίας δια να παρουσιάση μιαν ιεραρχικήν διάρθρωσιν των οντοτήτων τούτων. Είναι λίαν αξιοπαρατήρητον ότι και οι νεώτεροι μυστικισταί του Μεσαίωνος (Μπαίμε) επανέρχονται εις τοιαύτας μεθόδους, χρησιμοποιούντες και το μη ον ως δημιουργικήν αρχήν.

Το περιεκτικώτατον εξ όλων των γνωστικών συστημάτων ήτο το του Βαλεντίνου όστις εδίδασκεν εν Αλεξανδρεία περί το 130, εγκατεστάθη έπειτα εις Ρώμην, ένθα έμεινε μέχρι του 160 και εν τέλει μετέβη εις Κύπρον ένθα απέθανεν. Ως αρχήν λαμβάνει ο Βαλεντίνος ένα υπεραισθητόν κόσμον, τον οποίον ονομάζει «πλήρωμα» νοεί δε αυτόν απαρτιζόμενον εκ ζευγών τα οποία ονομάζει «αιώνας». Η πρώτη ύπαρξις είναι «μονή, αγέννητος, άφθαρτος, απερινόητος, ακατάληπτος, γόνιμος». Λέγεται προσέτι και «βυθός», «άρρητος» και «τέλειος αιών». Την μονάδαν ταύτην τινές εκ των Βαλεντιανών ελάμβανον ως θηλυκήν ύπαρξιν και την εκάλουν «σιγήν» και έθετον πλησίον της την «έννοιαν». Άλλοι όμως την ελάμβανον ως ανδρικήν και την ονόμαζον «πατέρα». Η πρώτη αρχή κινουμένη εξ αγάπης γεννά τον «νουν» και το «αληθές». «Φιλέρημος γαρουκ ην αγάπη γαρ, ην όλος. Η δε αγάπη ουκ έστιν αγάπη εάν μη ή το αγαπώμενον». Φιλοσοφούμενα 4, 20. (Διότι ο πατήρ δεν ήτο φίλος της ερημίας. Διότι ήτο εξ ολοκλήρου αγάπη. Η δε αγάπη δεν είναι αγάπη εάν δεν υπάρχει εν αντικείμενον της αγάπης). Η πρώτη λοιπόν αρχή, ο βυθός μυζί με την σιγήν, τον νουν και την αλήθειαν αποτελούν την πρώτη τετράδα: «πρώτην και αρχέγονον πυθαγορικήν τετρακτύν», ήτις είναι η ρίζα όλων των πραγμάτων. Από τον νουν και την αλήθειαν παράγονται ο λόγος και η ζωή και εκ τούτων ο άνθρωπος και η εκκλησία. Δι' όλων τούτων των απορροών συμπληρούται μια «ογδοάς». Η παραγωγική όμως διαδικασία προχωρεί και παράγει εν όλω τριάκοντα οντότητας, τας οποίας καλεί ο Βαλεντίνος και αιώνας. Ο τελευταίος εκ των αιώνων ονομάζεται «σοφία». Άπαντες δε οι αιώνες αποτελούν το «πλήρωμα». Δια να συγκρατήται δε η τάξις μέσα εις το πλήρωμα τούτο δημιουργείται και εις ακόμη αιών, όστις ονομάζεται «όρος». Η σοφία κινουμένη εξ έρωτος προσπαθεί να ανέλθει εις τον πατέρα, αποτυγχάνει όμως και ούτω γεννάται μια «ουσία άμορφος», εν «έκτρωμα», ήτις είναι η «ενθύμησις» ως «Αχαμώθ». Ο πατήρ εξ οίκτου κινούμενος εισδέχεται και πάλιν εις το πλήρωμα την σοφίαν, εκδιώκει δε έξω από αυτό την ενθύμησιν. Εν τω μεταξύ, κατ' εντολήν του πατρός, ο νους και η αλήθεια γεννούν τον Χριστόν και το Άγιον Πνεύμα. Ο Χριστός διδάσκει τους αιώνας ότι πρέπει να είναι ευγνώμονες προς τον πατέρα και αυτοί προς ένδειξιν της ευγνωμοσύνης των γεννούν τον σωτήρα Ιησούν, ο οποίος είναι «κοινός του πληρώματος καρπός». Ο Ιησούς αποστέλλεται υπό του πληρώματος δια να απαλλάξη την πλανωμένην Αχαμώθ από τα δεινά της, διότι αύτη ριφθεισα εκτός του πληρώματος, είχε περιπέσει εις «φόβον, λύπην, απορίαν, δέησιν και ικετίαν». Ο Ιησούς απεκάθαρε την Αχαμώθ και κατέστησεν αυτήν βάσιν δια την δημιουργίαν του ορατού κόσμου. Η Αχαμώθ διαμένει εις την κατωτέραν ογδοάδα, ήτις αποτελεί περιοχήν χωρισμένην από τους αιώνας. Κάτω από την ογδοάδα ίσταται η περιοχή της εβδομάδος, ένθα υπάρχει ο κόσμος των αγγέλων, των δαιμόνων και των ψυχών αίτινες πλάττουν από την υλικήν ούσίαν τα σώματα. Το ανθρώπινον γένος, όπερ απαρτίζεται εξ υλικού, ψυχικού και πνευματικού στοιχείου, υπάρχει εις τον κατώτερον αυτόν χώρον. Εις τους εθνικούς υπερισχύει το υλικόν στοιχείον, εις τους Ιουδαίους το ψυχικόν και εις τους Χριστιανούς το πνευματικόν. Δια την σωτηρίαν των πνευματικών ανθρώπων κατέρχεται εκ του πληρώματος ο Ιησούς και υφίσταται το σταυρικόν μαρτύριον, ανερχόμενος κατόπιν δια της Αναστάσεως εις το πλήρωμα. Είναι φανερόν ότι ο Βαλεντίνος χρησιμοποιών αριθμητικά σύμβολα (τριάκοντα αιώνες, οδγοάδες, εβδομάδες) και μεταβάλλων εις μυθολογικάς οντότητας διαφόρους οντολογικάς και ηθικάς εννοίας, προσπαθεί να απεικονίση την πορείαν του κοσμολογικού δράματος από της πρώτης αρχής μέχρι του υλικού ανθρώπου. Αλλά το σύμπλεγμα των διαδοχικώς παραγωμένων οντοτήτων ήτο λίαν περίπλοκον και δια τούτο δεν έσχον αι δοξασίαι του ευρείαν διάδοσιν.
Εκ των δοξασιών του Βαλεντίνου απορρέει και το περιεχόμενον του μνημονευθέντος συγγράμματος «Πίστις, Σοφία» όπερ διεσώθη εις την κοπτικήν γλώσσαν. Έχει γραφή κατά τον 3ον αιώνα και αποτελεί μετάφρασιν εξ ελληνικών κειμένων. Εις αυτό εν διαλογική μορφή ο αναστηθείς Χριστός εξιστορεί εις τους μαθητάς του και ιδία εις την Μαρίαν την Μαγδαληνήν τα πάθη της Πίστεως και της Σοφίας. Μαθητής του Βαλεντίνου υπήρξεν ο εκ της εν Μεσσοποταμία Εδέσσης καταγόμενος Βαρδησάνης, γεννηθείς κατά το 154 και θανών κατά το 222. αναφέρεται ως συγγράψας διάλογον «περί ειμαρμένης» ή «καθ' ειμαρμένης» και ως αστρολόγος και φυσικός φιλόσοφος. Αποδεχθείς κατ' αρχάς τον γνωστικισμόν έπειτα απεμακρύνθη τούτου.
Περισσότερον απηλλαγμένος από τας υπερβολάς του γνωστικισμού εμφανίζεται ο εκ της Σινώπης καταγόμενος Μαρκίων. Εις την Ρώμην ήλθε κατά το 140 και εγένετο μέλος της εκεί Εκκλησίας. Λόγω των αιρετικών του διδασκαλιών αφωρίσθη κατά το 144 και ίδρυσεν ιδικήν του εκκλησιαστικήν κοινότητα. Ο Μαρκίων ησχολήθη εις το να ανεύρηκαι να υπογραμμίσει τας αντινομίας τας υπαρχούσας μεταξύ της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Τα πορίσματα της ερεύνης του διετύπωσεν εις βιβλίον υπό τον τίτλον «Αντιθέσεις». Εφρόνει ότι η διδασκαλία του Ευαγγελίου αποτελεί κάτι το εντελώς νέον, το οποίον δεν έχει την πηγήν της προελεύσεως του εκ του κόσμου τούτου. Δεν δύναται να προέρχεται εκ του Θεού, όστις έπλασε και κυβερνά τον ορατόν κόσμον. Υπεράνω του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης τον οποίον ο Μαρκίων καλεί «Κοσμοκράτορα» υπάρχει έτερος Θεός, όστις απέστειλεν εις τον κόσμον τον Ιησούν δια να επιτελέση την σωτηρίαν. Τα διδάγματα του Ιησού ερμηνεύει πλήρως ο Παύλος ενώ ο Πέτρος παρεποίησε ταύτα. Ο Μαρκίων αντιπροσωπεύει την προσπάθειαν του αποχωρισμού του Χριστιανισμού από του Ιουδαϊσμού και ως κύριον θέμα των μελετών του αντιλαμβάνεται όχι το πρόβλημα της δημιουργίας του κόσμου, αλλά το πρόβλημα της σωτηρίας του ανθρώπου. Τον Μαρκίωνα θεωρεί ο Γερμανός ιστορικός της δογματικής Χαρνάκ ως τον πρωτοτυπώτερον στοχαστήν μετά τον Παύλον και τον Αυγουστίνον. Την κατεύθυνσιν του Μαρκίωνος ηκολούθησεν ο μαθητής του Απελλής, όστις εις το σύγγραμά του «Συλλογισμοί» λέγει ότι τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης περιέχουν ανακριβείας και δια τούτο δεν δύνανται να θεωρηθούν ως προερχόμενα εκ του Θεού. Ακολουθών τον Μαρκίωνα εδέχετο ως υψίστην αρχήν τον «αγέννητον Θεόν». Ο πρώτος ούτος Θεός εδημιούργησε τον κόσμον των αγγέλων μεταξύ των οποίων ο πρώτος είναι ο δημιουργός. Ο ορατός κόσμος επλάσθη κατ' απομίμησιν του αοράτου, υπό του Δημιουργού, όστις ταυτίζεται με τον Θεόν των Ιουδαίων. Εις όμως εκ των λοιπών αγγέλων, ο «άγγελος πυρετός» εδημιούργησε την «σάρκα της αμαρτίας» και ενέπλεξεν εις αυτήν τας εκ του αοράτου κόσμου κατελθούσας εις τον ορατόν ψυχάς. Κατά παράκλησιν δε του δημιουργού Θεού, ο αγέννητος Θεός στέλλει εις τον κόσμον τον Ιησούν δια να επιτελέση την απελευθέρωσιν από την σάρκα της αμαρτίας. Αποσπάσματα εκ του μνημονευθέντος έργου του μας διέσωσεν ο Αμβρόσιος παραλαβών ταύτα από απολεσθέντα έργα του Ωριγένους. Κατά την νεωτέραν εποχήν ο Ρενάν έχει εκφρασθή μετ' ενθουσιασμού δια τας αντιλήψεις του Απελλή επειδή ενόμισεν ότι εύρεν εις αυητάς την τάσιν της απομακρύνσεως από τα περίπλοκα συστήματα και της επανόδου εις την απλήν σκέψιν.
Εις την Αλεξάνδρειαν περί το 130 φέρεται ως διδάσκαλος της αιρέσεως των γνωστικών και ο Καρποκράτης. Περί του βίου του ουδέν σχεδόν γνωρίζομεν. Δια τούτο διετυπώθη η αντίληψις ότι ίσως το όνομα Καρποκράτης αποτελεί σύμβολον αιρέσεως. Εσχετίσθη ακόμη το όνομα τούτο προς τον αιγυπτιακόν θεόν Αρποκράτην , όστις αποτελεί μίαν των μορφών υπό την οποίαν εμφανίζεται ο θεός Ώρος. Δεν είναι απίθανον να υπήρξε πραγματικον πρόσωπον Καρποκράτης, το οποίον έπειτα ελατρεύθη, όπως και ο Σίμων ο Μάγος, ως θεός. Το επ' ονόματι του Καρποκράτους φερόμενον γνωστικόν σύστημα δύναται να χαρακτηρισθή ως ευρυτάτη ορθολογιστική σύνθεσις. Οι οπαδοί του έδιδον τιμητικήν θέσιν όχι μόνον εις τον Χριστόν και τον Παύλον, αλλά και εις τον Πυθαγόραν. Τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Όμηρον και πολλούς άλλους. Εις πολλά σημεία ηκολούθουν τας πλατωνικάς αντιλήψεις. Εδόξαζον ότι αι ψυχαί διατρίβουν εις τον υπερουράνιον τόπον μαζί με τον Θεόν. Εκ τούτου καταπίπτουν, όπως λέγει και ο Πλάτων εις τον «Φαίδρον», εις την γην. Ευρισκόμεναι εις την γηίνην περιοχήν αναμιμνήσκονται τα ουράνια θεάματα και δέχονται την επίδρασιν της δυνάμεως ήτις εκπορευομένη από τον Θεόν φθάνει μέψρι των καρδιών των. Αι ψυχαί αίτινες ζουν εν τω κόσμω τούτω συμμορφούμεναι προς την θέλησιν του Θεού μετά θάνατον επανέρχονται εις τον υπερουράνιον τόπον. Αι λοιπαί εισέρχονται εις νέα σώματα μέχρις ότου αποκαθαρθούν. Ο Χριστός είναι ο Μεσσίας ο επιφέρων την συνδιαλλαγήν και την απολύτρωσιν. Ως ιδρυτής της αιρέσεως ταύτης αναφέρεται εκτός του Καρποκράτους και ο υιός του Επιφάνης όστις επρόφθασεν καίτοι απέθανεν δεκαεπταετής, να γράψη βιβλίον περί δικαιοσύνης. Οι οπαδοί της αιρέσεως απέδωσαν εις αυτόν θείας τιμάς, ανηγέρθησαν δε εις μνήμην του και στήλαι εν Σάμη της Κεφαλληνίας, εκ της οποίας κατήγετο η μήτηρ του. Λίαν αξιοσημείωτον τυγχάνει ότι εις το βιβλίον του εκείνο αφορμώμενος ο Επιφάνης εκ του Πλάτωνος υπεστήριζεν εν σύστημα εξ ολοκλήρου κομμουνιστικόν και αναρχικόν, «Κοινή πάσιν εποίησεν τας αμπέλους ο Θεός, αι μήτε στρουθόν μήτε κλέπτην απαρνούνται». (Έκαμεν ο Θεός τας αμπέλους κοινάς εις όλους. Αύται δεν απαρνούνται τον καρπόν των ούτε εις τον στρουθόν, ούτε εις τον κλέπτην). Η δικαιοσύνη του Θεού, έλεγε, προϋποθέτει κονότητα και ισότητα. Μεταξύ των ανθρώπων ουδεμία πρέπει να υπάρχη διαφορά. Οι νόμοι εδίδαξαν τους ανθρώπους να παρανομούν. «Οι νόμοι ανθρώπων αμάθιαν κολάζειν μη δυνάμενοι παρανομείν εδίδαξον». (Επειδή οι νόμοι δεν ηδύναντο να περιορίζουν την αμάθειαν των ανθρώπων, τους εδίδαξαν να παρανομούν). Η διάκρισις του ιδικού μου και ιδικού σου ήλθεν εις τον κόσμον δια των νομικών διατάξεων αίτινες προστατεύουν την ιδιοκτησίαν και αυτή είναι η αιτία της διασπάσεως της κοινότητος. Όλα τα αγαθά πρέπει να είναι κοινά, κοιναί δε θα είναι και αι γυναίκες. Η επιθυμία αποτελεί θείαν προσταγήν προς συντήρησιν του ανθρωπίνου γένους. «Την επιθυμίαν έντονον και σφοδροτέραν ενεποίησεν ο Θεός εν τοις άρρεσιν εις την των γενών παραμονήν, η ούτε νόμος ούτε έθος αφανίσαι δύναται Θεού γαρ εστί δόγμα». Εκ των πληροφοριών τας οποίας μας παρέχει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς εις τους «Στρωματείς» δύναταί τις να συναγάγη ότι ο σύλλογος των Καρποκρατιανών ήτο θίασος οργιαστικών λατρευτικών τελετουργιών. Είναι συχνή εις τας μυστικιστικάς αιρέσεις η μετάπτωσις εκ του υψίστου ασκητισμού εις την αχαλίνωτον αισθησιακήν ηδυπάθειαν.
Διάφορος του Γνωστικισμού είναι ο Μανιχαϊσμός, τον οποίον ίδρυσε κατά τα μέσα του 3ου αιώνος ο Πέρσης Μάνης. Εγεννήθη ούτος κατά το 216, ενεφανίσθη ως αρχηγός αιρέσεως κατά το 242 και εθανατώθη δια λιθοβολισμού υπό των Περσών ιερέων κατά το 272. Η διδασκαλία του συναπετελέσθη εκ μίγματος χριστιανικών, γνωστικών, βαβυλωνοχαλδαϊκών και ζωροαστρικών στοιχείων. Το θεμελιώδες δόγμα του είναι ότι υπάρχουν δύο αντιμαχόμενα μέσα εις το σύμπαν στοιχεία, το αγαθόν αφ' ενός και το κακόν αφ' ετέρου. Και μέσα εις τον άνθρωπον υπάρχουν δύο ψυχαί, η σαρκική κακή και η φωτεινή αγαθή ψυχή. Μεταξύ του αγαθού και του κακού, και εις το σύμπαν και εις τον ψυχικόν κόσμον του ανθρώπου, διεξάγεται διαρκής αγών. Η απολύτρωσις του ανθρώπου επιτυγχάνεται δια της εγκρατείας, δια της αποφυγής από της κρεοφαγίας, δια της καταργήσεως της ιδιοκτησίας και του γάμου. Η διαφορά του Μανιχαϊσμού από του γνωστικισμού έγκειται εις το ότι, ενώ οι γνωστικοί είναι μονοθεϊσταία, οι Μανιχαίοι δέχονται την ύπαρξιν δύο δημιουργικών δυνάμεων, αίτινες ευρίσκονται εις διαρκή πάλην. Εκ της συγκρούσεως ταύτης προκύπτει δραματική πάλη, ήτις αποτελεί την ιστορίαν της κοσμικής εξελίξεως. Η αίρεσις του Μανιχαϊσμού έσχε μεγάλην διάδοσιν, επί τινα δε χρόνον υπήρξεν οπαδός ταύτης και ο Αυγουστίνος. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους εμφανίζονται δια των διαφόρων αιρέσεων δοξασίαι της μανιχαϊκής αιρέσεως.
Αι δοξασίαι των Γνωστικών και των Μανιχαίων κατεπολεμήθησαν υπό της χριστιανικής Εκκλησίας. Τον γνωστικισμόν κατεπολέμησαν ο Ειρηναίος (130-142) και ο Ιππόλυτος δράσας περί το 200 εν Ρώμη. Κατά των Γνωστικών έγραψε πολεμικήν πραγματείαν και ο Πλωτίνος. Τους Μανιχαίους δε, κατεπολέμησεν εν τη Δύσει ο Αυγουστίνος. Η συμβολή του γνωστικισμού εις την φιλοσοφικήν σκέψιν έγκειται εις το ότι συνετέλεσεν εις την διάδοσιν της εννοίας της «απορροής», ήτοι της αντιλήψεως ότι εκ του Θεού, κατά τοσούτον αποξενούνται αυτού. Αι απορροαί αύται παραβάλλονται με το φυσικόν φαινόμενον της φωτεινής ακτινοβολίας. Διέδωσαν προσέτι τα εν λόγω συστήματα και την δοξασίαν, ότι ο κόσμος παρήχθη κατόπιν μιας εκπτώσεως και αποστασίας από του Θεού, εδίδαξαν δε ότι είναι δυνατή η επιστροφή προς την θείαν αρχήν. Εισήγαγον τοιουτοτρόπως την έννοιαν της ιστορικής εξελίξεως εις την θεολογίαν. Κατά τον Μεσαίωνα συχνάκις αναφαίνονται παρόμοιαι αντιλήψεις ιδία εις τους κύκλους των μυστικιστών. Εις τους Ρώσσους θεολόγους και φιλοσόφους του 19ου και 20ου αιώνος, Σόλοβιεφ και Μπεντιάεφ είναι αισθητή η συμπάθεια προς τας θεωρίας του γνωστικισμού.



Κ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ
ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ “ΗΛΙΟΥ”
ΤΟΜΟΣ 7ος ΕΛΛΑΣ
(σελ. 675)

Δεν υπάρχουν σχόλια: