.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

ΟΡΑΤΟΝ ΣΥΜΠΑΝ. Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ ΚΑΙ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΙΣ – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ



Ως είπομεν, η λέξις και μόνη «Θεογενία», η οποία σημαίνει την Δημιουργίαν του Παντος, εκ της Αγκάλης του Πατρός, έρχεται εις πλήρη αντίθεσιν προς τας σημερινάς υλιστικάς αντιλήψεις της «Επιστήμης». Όπισθεν του ορατού Σύμπαντος, όπισθεν του ηλιακού συστήματος, με το Ζώδιον και τους επτά πλανήτας, οι αρχαίοι Έλληνες αντιμετώπιζον και διέκριναν τον νοητόν κόσμον, δι' έκαστον ορατόν πλανήτην, μίαν πνευματικήν ενότητα, εις την οποίαν και έδιδον το όνομα ενός Θεού! Όπισθεν εκάστου αστερισμού των 12 Ζωδίων, τόσον οι αρχαίοι Έλληνες, όσον και οι Ινδοί υπενόουν ως υπαρχούσας και διευθυνούσας πνευματικάς οντότητας ή θεούς. Και ούτε προς Θεού πρέπει να φαντασθή τις, ότι εις την τοιαύτην αντίληψιν – την θεμελιώδη άλλωστε και βασικήν – είναι αντίθετος η Χριστιανική Διδασκαλία, τόσον δηλαδή η Παλαιά Διαθήκη, όσον και η Καινή! Εις τον στίχον του Ομήρου:

«τοίσιν δε μύθον ήρχε Πατήρ ανδρών τε Θεών τε»
(Και μεταξύ των Θεών του Ολύμπου τον λόγον επήρε
πρώτος ο Ζευς, ο Πατήρ των Θεών και ανθρώπων)

περικλείεται ολόκληρος η «Θεολογία» ή «Κοσμογονία», ως μία άλυσις Θεών, πνευματικών οντοτήτων, διευθυνουσών μερικώς και συνολικώς τας τύχας του παντός! Έναν κόσμον πλήρη θεών, δαιμόνων, ηρώων, νηρηίδων, δρυάδων, νυμφών, ορεστιάδων ή ορειάδων είχε πάντοτε προ οφθαλμών της η αρχαία Ελλάς, από Μουσαίου, Λίνου, Ορφέως, Ησιόδου και Ομήρου μέχρι Συριανού, Πρόκλου Ολυμπιοδώρου και Δαμασκίου (των τελευταίων «εθνικών» φιλοσόφων)! Τον κόσμον «των πρώτων αιτίων και αρχών» είχον ως στόχον οι αρχαίοι Έλληνες. Οι σύγχρονοι επιστήμονες τον κόσμον των φαινομένων, δηλαδή την μεγάλην αυταπάτην και φαντασμαγορίαν όπως ονομάζει το βιβλίον του Τζιάν το ορατόν Σύμπαν!
Με τα είδωλα, τα φαντάσματα, τας σκιάς, ασχολείται η σημερινή «επιστήμη», μη ούσα εις θέσιν να εκτιμήσή δεόντως και να κατανοήση την σοφίαν, την εγκλειομένην εις την ακόλουθον φράσιν του Αριστοτέλους, περί την οποίαν περιστρέφεται ολόκληρος η «Μεταφυσική» και ολόκληρος η ποίησις και επιστήμη της αρχαίας Ελλάδος την «ονομαζομένην σοφίαν περί τα πρώτα αίτια και αρχάς υπολαμβάνουσι πάντες».
Το Ανώτατον Ευαγγέλιον της αρχαίας Ελλάδος είναι «Τα των Πυθαγορείων Έπη τα Χρυσά». Ιδού πως αρχίζουν:

«Αθανάτους μεν πρώτα Θεούς, νόμω ως διάκεινται
τίμα και σέβου όρκον έπειθ' ήρωας αγαυούς.
Τους τε καταχθονίους σέβε Δαίμονας, έννομα ρέζων...»
(Τους αθανάτους μεν πρώτα Θεούς, όπως υπό του νόμου
έχουν διαταχθή, να τιμάς και τον όρκον ομοίως
σέβου καθώς και την τάξιν των πεφωτισμένων ηρώων,
και τους επί της χθονός κατοικούντας δαίμονας σέβου...)

Εις δε τα επ' αυτών σχόλια ο Ηρακλής δίδει πολυτιμοτάτας πληροφορίας ως προς την τάξιν των θεών, των «αγαυών» ηρώων, των δαιμόνων ή δαημόνων.
Ευθύς αμέσως ο Θαλής παρουσιάζεται ως πρεσβεύων, ότι «ο κόσμος εμψυχός εστι και δαιμόνων πλήρης». Δια της λέξεως «δαίμων» ηννόουν οι πρόγονοί μας, «Θεός».
Ως διευθύνοντας και παρακολουθούντας πάσαν την εξέλιξιν και ανέλιξιν του σύμπαντος τους θεούς επίστευεν η αρχαία Ελλάς, μέχρι και των ελαχίστων λεπτομεριών. Όπως η Χριστιανική μας θρησκεία έχει τον «Μυστικόν Δείπνον» (τον ανώτατον και αγιώτατον, εις ον συμμετέχουν οι Δώδεκα Απόστολοι και Δέκατος Τρίτος ο Κύριος), και η αρχαία Ελλάς έχει την «Θεών Αγοράν» (εις το α' της Οδυσσείας) και «το Συμπόσιον των Θεών», κατά το οποίον η Έρις έρριψεν το Χρυσούν Μήλον. Το «Συμπόσιον» δηλοί τας υπερκοσμίους δυνάμεις των Θεών, και δια τούτον τον λόγον παρουσιάζονται οι θεοί συγκεντρωμένοι εις δείπνον. Το δε χρυσούν μήλον συμβοίζει τον κόσμον, ο οποίος νόμον του ύπατον έχει τα αντίθετα. Δι' ό και τόσον επιτυχώς ονομάζεται ούτος «το μήλον της Έριδος». Επειδή δε οι Θεοί άλλοι μεν άλλα δώρα χαρίζουν εις το σύμπαν και εις τους ανθρώπους, ο μυθος παρουσιάζει αυτούς ως φιλονεικούντας περί το μήλον ή τον κόσμον. Η δε τα φαινόμενα μόνον διώκουσα ψυχή (διότι αυτό συμβολίζει ο Πάρις), μη ούσα εις θέσιν να διακρίνη τας άλλας δυνάμεις, τας υπαρχούσας εν τω κόσμω, νομίζει ότι το μήλον μόνον δια το κάλλος της Αφροδίτης είναι.
Αυτάς τας τόσον ευστόχους εξηγήσεις περί του «μήλου της Έριδος» δίδει ο φιλόσοφος Σαλλούστιος εις το περισπούδαστόν του σύγγραμμα: «Περί Θεών του Κόσμου». Αυτός και μόνος ο τίτλος του πολυτιμοτάτου αυτού βιβλίου αποδεικνύει την βαθυτάτην αντίληψιν της αλληλοσυνδέσεως του κόσμου με τους Θεούς, την οποίαν είχον βαθύτατα οι Έλληνες ερριζωμένην εις την ψυχήν των, εν αντιθέσεις προς την νεωτέραν «Επιστήμην», την συγκεντρώνουσαν την προσοχήν της, όχι εις τας «πρώτας αιτίας και αρχάς» (τας οποίας απ' άκρου εις άκρον αποκαλύπτει το βιβλίον του Τζυάν) αλλά εις τα φαινόμενα, εις το ορατόν Σύμπαν, την μεγάλην απάτην!

Είπομεν προηγουμένως, ότι ο γράφων το παρών δεν συνάντησε μεγαλοπρεπέστερον εισαγωγικόν εμβατήριον από το πρώτον κεφάλαιον των Σταντζών του βιβλίου του Τζυάν από το πρώτον κεφάλαιον της «Μυστικής Θεολογίας» Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Και από το πρώτον κεφάλαιον των Σχολίων του Πρόκλου εις τον «Παρμενίδην» του Πλάτωνος. Ας δώσωμεν εν μεταφράσει την εισαγωγήν ταύτην του Πρόκλου, εκ της οποίας και καταφαίνεται εις ποίον κόσμον πνευματικότητος έζη ο Ελληνισμός ακόμη και κατά τον Ε' μ.Χ. αιώνα:
«Εύχομαι εις πάντας τους θεούς και εις πάσας τας θεάς να ποδηγετήσουν τον νουν μου εις την προκειμένην θεωρίαν, και ανάψαντες εν εμοί φως στιλπνόν της αληθείας, να καθοδηγήσουν την διάνοιάν μου επ' αυτήν ταύτην την επιστήμην των όντων, και να ανοίξουν τας πύλας της ψυχής μου, ώστε αύτη να υποδεχθή την ένθεον του Πλάτωνος υφήγησιν. Και αγκυροβολήσαντές μου την γνώσιν εις το φαεινότατον του όντος, να καταπαύσουν την εν τη ψυχή μου πολλήν δοξοσοφίαν (=αμφιταλαντευομένην γνώμην), εκδιώκοντες εξ αυτής την περί τα μη όντα πλάνην και υπεισάγοντες μόνιμον εις την ψυχήν μου την ενασχόλησιν με τα όντως όντα, δια των οποίων και μόνον τρέφεται και ποτίζεται το όμμα της ψυχής, όπως διακηρύσσει ο Σωκράτης εις τον «Φαίδρον». Εύχομαι περαιτέρω, όπως οι μεν νοητοί Θεοί μοι χαρίσουν τέλειον νουν. Οι νοεροί Θεοί δύναμιν αναγωγόν. Οι δε υπέρ τον Ουρανόν των όλων Ηγεμόνες ενέργειαν άλυτον και απηλλαγμένην των υλικών γνώσεων. Οι δε Θεοί, οι έχοντες κλήρον τον κόσμον, να μοι χαρίσουν ζωήν επτερωμένην (= μη ασχολουμένην με τα πεζά και ταπεινά). Οι δε αγγελικοί χοροί αληθή έμφασιν των θείων πραγμάτων. Οι δε αγαθοί δαίμονες συμπλήρωσιν της παρά των Θεών επιπνοίας. Οι δε ήρωες μεγαλόφρονα και σεμνήν και υψηλήν κατάστασιν. Τέλος εύχομαι, όπως πάντα γενικώς τα θεία γένη θέσουν μέσα εις την ψυχήν μου τελείαν προπαρασκευήν, ώστε να μεταλάβω της εποπτικωτάτης του Πλάτωνος και μυστικωτάτης θεωρίας...»
Εστραμμένη η σκέψις των Ελλήνων συνεχώς και πάντοτε προς τον κόσμον των αιτίων και πρώτων αρχών ήτο. Ενώ η σύγχρονος εποχή προς την «εξασφάλισιν του επιουσίου άρτου μόνον», προς την «θηρευτικήν θέσεων, διπλωμάτων εξασφαλιζόντων θέσιν» και παν άλλο ή προς τον ουρανόν και την αναζήτησιν της εν τω Παντί Αληθείας ασχολείται Ανατολή και Δύσις, Βορράς και Νότος! Κακά στοιχειά κρατούν ολόκληρον τον κόσμον σε μια Βαβέλ δεμένον!
«Τα είδωλα, τα φαντάσματα έχει ως στόχον της ο σημερινός «Πολιτισμός». Και όμως υπάρχουν Πανεπιστήμια, Ακαδημείαι, Εκκλησίαι, Πνευματικοί Ηγέται! Και... αποκαλούμεν τους αρχαίους Έλληνας ειδωλολάτρας, μη όντες εις θέσιν – εν τη διπλή αγνοία διατελούντες – να ξεχωρίσωμεν ποία είναι η αλήθεια και ποία η ειδωλολατρεία.
Κλείομεν το παρόν κεφάλαιον με την ακόλουθον εμπνευσμένην περικοπήν της θείας γυναικός, Άννας Κηγξφορτ: «Αλλά τι λοιπόν είναι ειδωλολατρεία και ποίοι είναι οι ψευδείς θεοί; Όταν κανείς υλοποιή πνευματικά μυστήρια μεταβάλλεται εις ειδωλολάτρην. Οι διαδεχθέντες εις την ιερατικήν καθέδραν τον Μωυσή αντικατέστησαν τας πνευματικάς αρχάς και αληθείας δια υλικών συμβόλων και έχυναν αθώον αίμα επί των αγνών βωμών του Κυρίου. Ειδωλολάτραι είναι εκείνοι, οι οποίοι εννοούν το γράμμα και όχι το πνεύμα, που εκλαμβάνουν τα είδωλα δια την ουσίαν, και οι οποίοι καλύπτουν τα πραγματικά χαρακτηριστικά των Θεών με υλικάς και νόθους παραστάσεις. Ειδωλολατρεία είναι ο ματεριαλισμός, η κοινή και αρχική αμαρτία των ανθρώπων, η οποία αντικαθιστά το πνεύμα, με την εμφάνισιν ή φαινόμενον, την ουσίαν με την απάτην, και οδηγεί τόσον την ηθικήν, όσον και διανοητικήν υπόστασιν του ανθρώπου εις την πλάνην, ούτως ώστε το κάτω η ψυχή να το νομίζη επάνω, και το βάθος να το θεωρεί ύψος. Μέχρι της ημέρας κατά την οποίαν ο μυστικός ανήρ και γυνή εγεύθησαν τον πονηρόν καρπόν, ο οποίος ελκύει τας αισθήσεις και ο οποίος υπήρξε το δέλεαρ του όφεως, οι πρωτόπλαστοι εγνώριζον τα πνευματικά, τα οποία ήσαν εις αυτούς, αρκετά. Αλλά μετά την πτώσιν, ήρχισαν να κατανοούν και υλικά πράγματα, εις τα οποία έδωσαν και την προτίμησίν των, και κατέστησαν ειδωλολάτραι. Και η αμαρτία των και το δηλητήριον, που επήγασεν από τον πονηρόν καρπόν, διέφθειρε το αίμα ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους».
Η σημερινή μας εποχή, είπερ ποτέ και άλλοτε, οφείλει να εξασκηθή εις την αντιδιαστολήν των ειδώλων και φαντασμάτων, από την ουσίαν και αλήθειαν. Άλλως την νύκτα, θα εκλαμβάνωμεν δια ημέραν, την άγουσαν κατά κρημνών και βαράθρων, δια «πρόοδον» και «πολιτισμόν», και την ψευδοεπιστήμην, την καταγινομένην με τα φαινόμενα, τα φαντάσματα και την ανταύγειαν, δι' αλήθειαν και επιστήμην.




ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ
ΑΠΟΚΡΥΦΟΣ ΘΕΟΣΟΦΙΑ
ΤΑ ΕΠΤΑ ΓΕΝΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ 
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ 1977

Δεν υπάρχουν σχόλια: