.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Η μάχη με τον τρόμο - Andre Alice Norton



...Η ομίχλη με τύλιγε από παντού. Σταγόνες υγρασίας έσταζαν από το γείσο του κράνους μου, γυάλιζαν λαδερά στην πανοπλία μου και μούλιαζαν το χειμωνιάτικο τρίχωμα του Φάλλον. Ύστερα –
Κάτι κινήθηκε!
Ο Φάλλον τίναξε πάνω το κεφάλι του αφήνοντας ένα διαπεραστικό χλιμίντρισμα φόβου. Την ίδια στιγμή εκείνο που είχα νιώσει με τύλιξε και με αγκάλιασε απ' όλες τις μεριές.
Και μέσα από τις ομίχλες ξεπρόβαλε κάτι το απερίγραπτα φριχτό. Ήταν έφιππο όπως κι εγώ, αλλά κάποια οφθαλμαπάτη της ομίχλης το έκανε να φαντάζει μεγαλύτερο απ' όσο ήταν. Όμως δεν ήταν καβάλα σε κανένα άλογο από σάρκα και οστά – αλλά μάλλον σ' ένα σκέλεθρο που το συγκρατούσαν ίνες από σαπισμένη και ξεραμένη σάρκα. Ο ίδιος αναβάτης, όπως και το ζώο του, ήτνα κάτι προ πολλού νεκρό, που ωστόσο διέθετε κάποιο είδος αποτρόπαιης ζωής.

Το όπλο του δεν ήταν κανένα σπαθί, αλλά ο ίδιος ο τρόμος. Καθώς σταματούσα απότομα και άρχισα ν' αντλώ βαθιά από τη δύναμή μου, κατάλαβα τι ήταν – μια σκεπτομορφή γεννημένη από αρχαίους φόβους και μίση! Έτσι τούτο το πλάσμα συνέχιζε να συντηρείται από τα ανάλογα συναισθήματα που συναντούσε, αποκτώντας με την κάθε φορά περισσότερη υλική υπόσταση.
Θα πρέπει να το είχαν προσελκύσει και θρέψει ο φόβος μου και η οργή μου. Αλλά ήταν κάτι πραγματικό. Γι' αυτό θα μπορούσα να πάρω όρκο – ήμουν τόσο σίγουρη όσο κι αν είχα αγγίξει με το χέρι μου εκείνο το τεντωμένο σκελετικό μπράτσο. Ακόμη και ο έντονος τρόμος του Φάλλον αποτελούσε τροφή για τούτο το πράγμα. Και στο πέρασμά του έσερνε πίσω του, σαν μανδύα, μια βαθιά κατάθλιψη του πνεύματος.
Ο Φάλλον τινάχτηκε σούζα στα πίσω πόδια του, σκούζοντας αφηνιασμένα. Το σκελετικό άλογο αντίκρυ μας άνοιξε τα σαγόνια του σαν σε απάντηση. Πάλευα να κουμαντάρω το ξετρελαμένο από τον πανικό άλογό μου, σχεδόν ευτυχής που είχα αυτό το πρόβλημα γιατί αποσπούσε το μυαλό μου από τα κύματα του τρόμου που ξεχύνονταν από εκείνο το φάντασμα.
Άνοιξα το στόμα μου και φώναξα, σαν πολεμική ιαχή, ορισμένες Λέξεις. Ωστόσο ο φασματικός καβαλάρης δε φάνηκε να κλονίζεται, ούτε αυτός ούτε το άλογό του. Συγκέντρωσα τις δυνάμεις μου σε μια προσπάθεια να ελέγξω τις αισθήσεις μου. Τούτο το πράγμα χρειαζόταν τρόμο και απόγνωση για να ζήσει. Αν συγκρατούσα τα δικά μου δε θα είχε καμία δύναμη να –
Ο Φάλλον ιδρωκοπούσε τόσο, που η δυνατή μυρωδιά του γέμιζε όλο εκείνο το στενό πέρασμα. Η θέλησή μου είχε αρπάξει τα χαλινάρια και του δικού του μυαλού, κρατώντας τον στη θέση του. Το ζώο δεν έσκουζε πια, αλλά από το λαιμό του έβγαινε ένας ήχος που έμοιαζε με το ρόγχο ανθρώπου που ψυχορραγεί.
Τούτο το πράγμα μπροστά μου ήταν κάτι πλασμένο από φόβο και, αν δεν υπήρχε φόβος να το θρέψει... Μετέτρεψα τον εαυτό μου σε απόρθητο κάστρο και, για μια ακόμη φορά, το αψήφησα με τη φωνή μου. Δε φώναξα δυνατά αυτή τη φορά, ελέγχοντας τη φωνή μου, όπως έκανα και με τον Φάλλον.
Το πλάσμα στεκόταν σε απόσταση χεριού και η μπόχα που ανέδιδε μπούκωνε τα ρουθούνια μου. Το βλέμμα από τις άδειες κόχες του ήταν καρφωμένο πάνω μου. Ύστερα... έσβησε αργά στην καταχνιά.
Ο Φάλλον εξακολουθουσε να βγάζει εκείνο το ανθρώπινο ρόγχο ενώ δυνατά ρίγη διέτρεχαν το κορμί του. Τον κέντρισα να προχωρήσει και υπάκουσε, βαδίζοντας με ασταθή βηματισμό για ένα διάστημα, ενώ οι ομίχλες αναδεύονταν και στροβιλίζονταν γύρω μας σαν να πάσχιζαν να μας παγιδέψουν.
Μου αρκούσε για την ώρα που εκείνη η φρικαλεότητα είχε νικηθεί. Έλπιζα, δίχως μεγάλη σιγουριά, ότι τα όσα σχετικά ήξερα ήταν η αλήθεια, ότι αυτές οι οντότητες ήταν δεμένες με ορισμένους τόπους της γης, σε περιοχές όπου κάποια βίαια συναισθήματα τις είχαν γεννήσει αρχικά.

Καθώς βαδίζαμε παράλληλα στην όχθη του μικρού ρυακιού άκουσα ήχους να πλησιάζουν, όχι από μπροστά αλλά από πίσω μας. Στην αρχή ήταν αχνοί αλλά δυνάμωναν. Άκουγα ένα δυνατό ποδοβολητό αλόγου σαν κάποιος καβαλάρης να κάλπαζε πολύ ριψοκίνδυνα σ' εκείνη την πετρώδη στενωπό. Επίσης φωνές έφτασαν ως τ' αυτιά μου μέσα από την ομίχλη, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω λέξεις γιατί οι ήχοι έφταναν πνιχτοί και παραλλαγμένοι. Ωστόσο είχα την εντύπωση ότι κάποια καταδίωξη λάβαινε χώρα πίσω μου.
Μια παράξενη εικόνα έλαμψε ξαφνικά στο μυαλό μου, ενός ανθρώπου που κάλπαζε σκυμμένος στη ράχη ενός έντρομου αλόγου ενώ πίσω του ερχόταν αόρατος ο τρόμος που έδινε στα πόδια του φτερά.
Τόσο σαφής και καθαρή ήταν αυτή η εικόνα που, όταν έφτασα σ' ένα σωρό από βράχια που μπορούσαν να προστατέψουν τα νώτα μου, έκανα μεταβολή και περίμενα, τραβώντας το σπαθί μου. Στεκόμουν με το αριστερό χέρι σφιγμένο στα χαλινάρια του Φάλλον για να μη λακίσει και πάρει δρόμο, όταν κάτι πέρασε ορμητικά από μπροστά μας. Αλλά τίποτα το υλικό δεν εμφανίστηκε μέσα από τις ομίχλες. Φαίνεται ότι πάλι με είχαν ξεγελάσει κάποιοι αρχαίοι ίσκιοι.
Αν και περίμενα με τα νεύρα τεντωμένα μήπως κι εμφανιστεί εκείνο που κυνηγούσε το μοναχικό καβαλάρη του μακρινού παρελθόντος, δεν είδα το παραμικρό. Τίποτα – μονάχα μια δυσάρεστη αίσθηση ότι εδώ επιζούσαν τ' απομεινάρια ενός αρχαίου τρόμου, δεμένα για πάντα σε τούτες τις καταχνιές. Ύστερα, ντροπιασμένη για την έλλειψη αυτοελέγχου, πήρα πάλι το δρόμο μου. Τούτη τη φορά οδηγώντας τον Φάλλον, χαϊδεύοντας το κεφάλι του και μιλώντας του ενθαρρυντικά, εμφυσώντας στο μυαλό του μια αυτοπεποίθηση που δεν την ένιωθα απόλυτα ούτε εγώ...



Andre Alice Norton
Το Σπαθί της Απιστίας
Από την συλλογή: Σπαθιά και κλέφτες
Μετάφραση Γιώργος Μπαλάνος

Εκδόσεις Locus7 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: