.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

ΑΙΩΝΙΑ ΣΟΦΙΑ – Frithjof Schuon


Ως «Αιώνια Φιλοσοφία» νοούμε γενικά τη μεταφυσική αλήθεια που δεν έχει αρχή και παραμένει αναλλοίωτη σε κάθε έκφραση της Σοφίας. Ίσως εδώ είναι καλύτερο ή πιο συνετό να μιλήσουμε για «Αιώνια Σοφία», αφού δεν τίθεται ζήτημα τεχνητών νοητικών κατασκευών, όπως συχνά συμβαίνει με τη φιλοσοφία. Ή, επίσης, η πρωταρχική σοφία που πάντοτε παραμένει αμετάβλητη θα μπορούσε να ονομαστεί «Αιώνια Θρησκεία», δεδομένου ότι από τη φύση της συνεπάγεται, κατά μια έννοια, τη λατρεία και την πνευματική ολοκλήρωση. Ουσιαστικά δεν έχουμε τίποτα εναντίον του όρου «φιλοσοφία», αφού οι αρχαίοι νοούσαν με αυτόν όλες τις οδούς της σοφίας. Όμως στην πραγματικότητα ο ορθολογισμός, ο οποίος δεν έχει απολύτως καμμιά σχέση με την πνευματική ενατένιση, έχει προσδώσει στη λέξη «φιλοσοφία» μια περιοριστική απόχρωση, έτσι ώστε δεν μπορεί κανείς να ξέρει σε τι πραγματικά αναφέρεται αυτή η λέξη. Αν ο Καντ είναι φιλόσοφος, τότε ο Πλωτίνος δεν είναι, και αντιστρόφως.
Σχετικά με την Αιώνια Σοφία τίθεται το εξής ζήτημα: υπάρχουν αλήθειες έμφυτες στο ανθρώπινο πνεύμα, οι οποίες όμως είναι κατά μια έννοια θαμμένες στα βάθη της «καρδιάς» – στην καθαρή Διάνοια – και είναι προσιτές μόνο σε όποιον έχει φτάσει το επίπεδο της πνευματικής ενόρασης. Αυτές είναι οι θεμελιώδεις μεταφυσικές αλήθειες. Πρόσβαση σ' αυτές έχει ο «γνωστικός», ο «πνευματικός» ή ο ο «θεόσοφος» – με την πρωταρχική και όχι την αιρετική έννοια των όρων – όπως και οι «φιλόσοφοι», με την πραγματική και ακόμα αθώα σημασία της λέξης: για παράδειγμα, ο Πυθαγόρας, ο Πλάτωνας και, σε μεγάλο βαθμό, ο Αριστοτέλης.
Αν δεν υπήρχε Διάνοια, ενορατικό και άμεσα γιγνώσκον πνεύμα, «Γνώση της Καρδιάς», δεν θα υπήρχε και λογική. Τα ζώα δεν έχουν λογική, γιατί δεν είναι ικανά να γνωρίσουν τον Θεό. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος έχει λογική ή νόηση – και, επίσης, γλώσσα – επειδή είναι από τη φύση του ικανός να φτάσει στην υπερβατική θέαση, και ως εκ τούτου στη μεταφυσική αλήθεια.

Το θεμελιώδες περιεχόμενο της Αλήθειας είναι το Αναιτιώδες, το Μεταφυσικό Απόλυτο. Το Έσχατο, που είναι επίσης το Απόλυτο Καλό, το Πλατωνικό «Αγαθόν». Όμως ενυπάρχει στη φύση του Απολύτου να είναι Άπειρο και Παντοδύνατο*, και μ' αυτή την έννοια ο Άγιος Αυγουστίνος είπε ότι είναι στη φύση του καλού να κοινωνεί τον εαυτό του. Αν υπάρχει ήλιος, τότε υπάρχει και ακτινοβολία. Και εκεί έγκειται η αναγκαιότητα του κόσμου που μαρτυρεί τον Θεό.
Ωστόσο, ακτινοβολία σημαίνει επίσης χωρισμός από την πηγή του φωτός. Αφού ο Θεός είναι το απόλυτο και άπειρο καλό, ο,τιδήποτε δεν είναι Θεός – δηλαδή ο κόσμος καθαυτός – δεν μπορεί να είναι απολύτως καλό: η μη-θειότητα του κόσμου συνεπιφέρει, με τους περιορισμούς της, το φαινόμενο του κακού και της κακότητας, το οποίο επειδή είναι μια αντίθεση, εξαίρει όλο και περισσότερο τη φύση του καλού. «Όσο πιο πολύ βλασφημεί», λέει ο Eckhart, «τοσο πιο πολύ δοξάζει τον Θεό».
Το ουσιώδες εδώ είναι η διάκριση μεταξύ Άτμα και Μάγυα, μεταξύ της Πραγματικότητας ως «Εαυτού» και της σχετικότητας ως «κοσμικού παιχνιδιού»: αφού το Απόλυτο είναι Άπειρο – ελλείψει του οποίου θα ήταν αδύνατο να είναι το Απόλυτο – πρέπει να δημιουργήσει τη Μάγυα, μία «κατώτερη πραγματικότητα», και κατά μία έννοια μια «ψευδαίσθηση». Το Άτμα είναι η Αρχή – η Πρωταρχική Αρχή θα έλεγε κανείς – και η Μάγυα είναι η εκδήλωση ή το αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα η Μάγυα είναι κατά μια έννοια και Άτμα, αφού σε τελευταία ανάλυση υπάρχει μόνο Άτμα. Κατά συνέπεια, και οι δύο πόλοι πρέπει να συναντώνται και να συνδέονται, με την έννοια ότι στο Άτμα, η Μάγυα κατά κάποιο τρόπο προεικονίζεται, ενώ αντίθετα η Μάγυα αντιπροσωπεύει ή αντανακλά με τον δικό της τρόπο το Άτμα. Στο Άτμα η Μάγυα είναι Ον, ο Δημιουργός του κόσμου, ο Προσωπικός Θεός, ο οποίος αποκαλύπτει τον Εαυτό Του στον κόσμο, σε όλες τις δυνατότητες Εκδήλωσής Του. Στη Μάγυα, το Άτμα είναι η κάθε αντανάκλαση του Θείου, όπως οι Αβατάρα, οι Ιερές Γραφές, το Θεοτικό σύμβολο.
Στο πεδίο της Μάγυα ή της σχετικότητας, δεν υπάρχει μόνο «χώρος», αλλά και «χρόνος». Μιλώντας συγκριτικά ή μεταφορικά, δεν υπάρχει μόνο ομοχρονία και κλιμάκωση, αλλά επίσης αλλαγή και διαδοχή. Δεν υπάρχουν μόνο κόσμοι, αλλά και «εποχές» και «κύκλοι». Όλα αυτά ανήκουν στο «παιχνίδι» της Μάγυα, στη σχεδόν «μαγικη» εκτύλιξη των δυνατοτήτων που είναι κρυμμένες στο Πρωταρχικό Ένα.

Όμως στο Παγκόσμιο Όλο δεν υπάρχει μόνο «αυτό που γιγνώσκεται», αλλά και «αυτό που γιγνώσκει». Στο Άτμα τα δυό τους είναι αδιαίρετα, το ένα είναι αξεδιάλυτα παρόν στο άλλο, ενώ στη Μάγυα το Ένα διασπάται σε δύο πόλους, δηλαδή σε αντικείμενο και υποκείμενο. Το Άτμα είναι ο «Εαυτός». Όμως μπορεί κανείς να το ονομάσει και «Ον» – όχι με την περιορισμένη έννοια – σε εξάρτηση με την υπό συζήτηση άποψη ή σχέση: γίνεται γνωστό ως Πραγματικότητα, όμως είναι επίσης η Γνώση, που κατοικεί μέσα μας, για ο,τιδήποτε πραγματικό.
Από αυτό συνάγεται ότι η γνώση του Ενός ή του Όλου απαιτεί, σύμφωνα με τη φύση της, την ενοποιητική και ολική γνώση. Απαιτεί, πέρα και πάνω από τη σκέψη μας, το είναι μας. Και εδώ ορίζεται ο σκοπός όλης της πνευματικής ζωής: όποιος γνωρίζει το Απόλυτο, ή όποιος «πιστεύει στον Θεό», δεν μπορεί να αρκεστεί σ' αυτή τη διανοητική γνώση ή σ' αυτή τη διανοητική πίστη, αλλά πρέπει να προχωρήσει και να συνδέσει όλο του το είναι μ' αυτή τη γνώση ή αυτή την πίστη. Η γνώση και η πίστη δεν είναι καθαρά διανοητικές, αλλά, σύμφωνα με την αληθινή τους φύση και το περιεχόμενό τους, απαιτούν περισσότερα και δίνουν περισσότερα από την απλή σκέψη. Ο άνθρωπος πρέπει «να γίνει αυτό που είναι» ακριβώς με το «να γίνεται ό,τι είναι». Αυτή η άμεση πνευματική αναγκαιότητα ισχύει τόσο για την απλούστερη θρησκεία, όσο και για τη βαθύτερη μεταφυσική, με τον τρόπο που ισχύει για την κάθε μια.
Και όλα αυτά πηγάζουν από το γεγονός ότι ο άνθρωπος όχι μόνο γνωρίζει, αλλά και θέλει. Στην ικανότητα της γνώσης του Απολύτου ανήκει και η ικανότητα της βούλησης γι' αυτό. Στην Ολότητα του Πνεύματος προσιδιάζει η ελευθερία της Θέλησης. Η ελευθερία της Θέλησης δεν θα είχε νόημα χωρίς τη γνώση του Θεού, δεν θα ήταν ούτε δυνατή, ούτε χρήσιμη.

Ο άνθρωπος αποτελείται από σκέψη, θέληση και αγάπη. Μπορεί να σκεφτεί το αληθινό ή το ψεύτικο, μπορεί να θελήσει το καλό ή το κακό, μπορεί να αγαπήσει το όμορφο ή το άσχημο. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι κάποιος αγαπά το καλό που είναι άσχημο για την εσωτερική του ομορφιά, η οποία είναι αθάνατη, ενώ η εξωτερική ασχήμια είναι εφήμερη. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εξωτερική ομορφιά, παρά την τυχόν εσωτερική ασχήμια, μαρτυρεί την ομορφιά καθεαυτή, η οποία έχει ουράνια φύση, και δεν πρέπει να την περιφρονούμε σε καμμιά από τις εκδηλώσεις της.
Η σκέψη της αλήθειας – ή η γνώση του πραγματικού – απαιτεί από τη μια την επιθυμία του καλού και από την άλλη την αγάπη του όμορφου, και συνεπώς της αρετής, γιατί αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ομορφιά της ψυχής. Δεν είναι άνευ ουσίας ότι για τους Έλληνες η αρετή χαρακτήριζε την αληθινή φιλοσοφία. Χωρίς την ομορφιά της ψυχής κάθε επιθυμία είναι στείρα, είναι ασήμαντη, εγωιστική, μάταιη και υποκριτική. Και παρομοίως: χωρίς πνευματική εργασία, δηλαδή, χωρίς τη συνεργασία της θέλησης, η σκέψη παραμένει σε τελευταία ανάλυση επιφανειακή και ανώφελη. Γι' αυτό και ο σοφός υπερβαίνει τόσο τα πράγματα, όσο και τον εαυτό του. Σ' αυτό οφείλεται η ανιδιοτέλειά του, η μεγαλοσύνη της ψυχής του, η ευγένεια και η γενναιοδωρία του. Η μεταφυσική αλήθεια ως περιεχόμενο της συνείδησης ενός ανθρώπου δεν συμβαδίζει με την ασημαντότητα, τη σκοπιμότητα, τη φιλοδοξία και τα παρόμοια. Γι' αυτό «να 'σαι τέλειος, όπως είναι τέλειος ο Πατέρας σου στον Ουρανό».
Και περαιτέρω: δεν θα μπορούσε ν' αγαπήσει τις γήινες αρετές, αν αυτές δεν ήταν ριζωμένες στο Θείο. Στα επίγεια πράγματα αγαπά κανείς ασυνείδητα τον Θεό. Ο πνευματικός άνθρωπος το κάνει αυτό συνειδητά, το γήινο καλό τον επαναφέρει πάντοτε στο Θείο: από τη μια πλευρά δεν αγαπά τίποτε περισσότερο από τον Θεό, ή δεν αγαπά τίποτα όσο τον Θεό, και από την άλλη αγαπά τα πάντα που μπορούν να αγαπηθούν εν Θεώ.
Υπάρχει κάτι που ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει ή να σκέφτεται. Κάτι που πρέπει να θέλει ή να κάνει. Και κάτι που πρέπει να αγαπά ή να είναι. Πρέπει να γνωρίζει ότι ο Θεός είναι ένα αυτάρκες Ον, ότι είναι Αυτό που δεν μπορεί να μην είναι. Και πρέπει να γνωρίζει ότι ο κόσμος είναι μόνο το εν δυνάμει, δηλαδή αυτό που μπορεί είτε να είναι, είτε να μην είναι. Όλες οι άλλες διακρίσεις και ισχύουσες κρίσεις πηγάζουν απ' αυτή τη μεταφυσική διάκριση. Περαιτέρω, ο άνθρωπος πρέπει να επιθυμεί ο,τιδήποτε τον οδηγεί άμεσα ή έμμεσα στον Θεό, και έτσι να απέχει από ο,τιδήποτε τον απομακρύνει από τον Θεό. Το κύριο περιεχόμενο αυτής της επιθυμίας είναι η προσευχή, η απάντηση στον Θεό, και σ' αυτήν περιλαμβάνεται κάθε πνευματική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένου του μεταφυσικού στοχασμού. Και έπειτα, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο άνθρωπος πρέπει να αγαπά ο,τιδήποτε αντιστοιχεί στον Θεό. Πρέπει να αγαπά το καλό, και αφού το καλό υπερβαίνει αναγκαστικά τον εαυτό του, πρέπει να προσπαθήσει να υπερνικήσει αυτόν τον περιορισμένο και ασθενικό εαυτό. Πρέπει να αγαπά κανείς το καλό καθεαυτό περισσότερο από το εγω του, και αυτή η αυτογνωσία και ανιδιοτέλεια συνιστούν την ευγένια της ψυχής.

Το Θείο είναι Απολυτότητα, Απειρότητα και Τελειότητα. Η Μάγυα δεν είναι μόνο η ακτινοβολία που εκδηλώνει τον Θεό και που, μέσω αυτής της εκδήλωσης, αναγκαστικά απομακρύνεται απ' Αυτόν, αλλά είναι και η αρχή, ή το όργανο, της διάθλασης και του πολλαπλασιασμού: εκδηλώνει το Θείο, όχι μόνο μέσω μιας μοναδικής ύπαρξης, αλλά επίσης μέσω των αναρίθμητων μορφών και ποιοτήτων που λαμπυρίζουν στην ύπαρξη. Και αφού συλλαμβάνουμε αυτές τις αξίες και τις αναγνωρίζουμε ως αξίες, γνωρίζουμε ότι δεν αρκεί να ονομάσουμε τη Θεότητα ως το Απόλυτο και το Άπειρο. Γνωρίζουμε ότι στην Απολυτότητα και στην Απειρότητα της, είναι και το Τέλειο, από το οποίο πηγάζει κάθε κοσμική τελειότητα, και το οποίο μαρτυρούν χιλιάδες γλώσσες.

Πολλοί ίσως πουν ότι όλα αυτά είναι καθαρός «δογματισμός» και απλή «εικοτολογία». Αυτό στην πραγματικότητα είναι το πρόβλημα: η μεταφυσική ανάλυση φαίνεται σαν ένα καθαρά νοητικό φαινόμενο όταν δεν γνωρίζει κανείς ότι η αρχή της δεν είναι μια νοητική ανάπτυξη ή μια στάση της ψυχής αλλά μια θέαση εντελώς ανεξάρτητη από γνώμες, συμπεράσματα και πιστεύω, η οποία πραγματώνεται στην καθαρή Διάνοια – μέσω του «Οφθαλμού της Καρδιάς». Η μεταφυσική ανάλυση δεν είναι αληθής γιατί είναι λογική – όσον αφορά τη μορφή της, μπορεί και να μην συμβαίνει αυτό –, αλλά είναι λογική καθαυτή, δηλαδή, είναι σωστά θεμελιωμένη και έχει συνέχεια, επειδή είναι αληθής. Ο μεταφυσικός στοχασμός δεν είναι ένα τεχνητό στήριγμα μιας γνώμης που πρέπει να αποδειχθεί, αλλά απλώς είναι μια περιγραφή που έχει προσαρμοστεί στους κανόνες της ανθρώπινης σκέψης. Οι αποδείξεις του είναι βοηθήματα και όχι στόχοι.
Ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης είπε ότι είναι αδύνατο να αποδείξουμε την ύπαρξη του Θείου Όντος, όχι επειδή είναι ασαφής, αλλά, αντιθέτως επειδή «υπερβαίνει τη διαύγεια». Τίποτα δεν είναι πιο ανόητο από το ερώτημα αν μπορεί να αποδειχθεί το υπεραισθητό: γιατί, από τη μια, μπορούμε να αποδείξουμε τα πάντα σε κάποιον που είναι πνευματικά προικισμένος, ενώ από την άλλη, όποιος δεν φέρει μέσα του πνευματικά χαρίσματα μένει τυφλός απέναντι στις καλύτερες αποδείξεις. Η σκέψη δεν υπάρχει για να εξαντλεί την πραγματικότητα με λέξεις. Αν μπορούσε να το κάνει, θα ήταν η ίδια μια πραγματικότητα, υπόθεση που αντιφάσκει με τον εαυτό της. Απεναντίας, ο ρόλος της συνίσταται μόνο στο να παρέχει κλειδιά για την Πραγματικότητα. Το κλειδί δεν είναι Πραγματικότητα, ούτε και μπορεί να γίνει, αλλά είναι μια οδός προς αυτήν για όσους μπορούν και θέλουν να ακολουθήσουν αυτή την οδό. Και στην οδό υπάρχει ήδη ένα προανάκρουσμα του τέλους, όπως ακριβώς στο αποτέλεσμα υπάρχει κάτι από την αιτία.
Η σύγχρονη σκέψη, την οποία συνεχίζουν να αποκαλούν λανθασμένα «φιλοσοφική», απομακρύνεται όλο και περισσότερο από μια λογική που θεωρείται «σχολαστική», και επιζητεί όλο και πιο πολύ να είναι «ψυχολογικά», ακόμα και «βιολογικά» καθορισμένη. Αυτή η σκέψη δεν διαφεύγει της προσοχής μας, όμως αυτό δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να μας εμποδίσει από το να σκεπτόμαστε ή να ζούμε με τον τρόπο που απαιτεί η θεομορφική φύση του ανθρώπου, και συνεπώς η επαρκής αιτία της ανθρώπινης κατάστασης. Μιλούν πολλοί σήμερα για τον «άνθρωπο του καρού μας», σαν ο άνθρωπος να είναι ένας «καιρός», και σαν να μην ισχύει η αλήθεια για τον άνθρωπο καθαυτόν. Αυτό που συνιστά το θαύμα του ανθρώπου δεν υπόκειται σε αλλαγές, γιατί στο κατ' εικόνα του Θεού δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αύξηση ούτε μείωση, και το ότι ο άνθρωπος είναι αυτή η εικόνα, συνάγεται από το απλό γεγονός ότι κατέχει την έννοια του Απολύτου. Σ' αυτή την πρωταρχική έννοια βρίσκεται η ουσία του ανθρώπου και συνεπώς ο προορισμός του.

_______________________
*Σ.τ.Μ. Τη λέξη αυτή μας την παραδίδει ο Ιώσηπος


ΑΙΩΝΙΕΣ ΑΞΙΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΡΑΚΜΗ
(ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ 1992

Δεν υπάρχουν σχόλια: