.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Η εμφάνιση και οι εντολές της θεάς Ίσιδας - Lucius Apuleius


...Ύστερα από την προσευχή αυτή κι άλλους παρόμοιους θρήνους, με τις αισθήσεις μου κουρασμένες και νικημένος πια κι εξαντλημένος, αποκοιμήθηκα. Και μόλις είχα κλείσει τα μάτια, βλέπω να προβάλλει μέσ' από τη θάλασσα και ν' αναδύεται μια θεϊκιά μορφή, που τη λατρεύουνε ακόμη κι οι θεοί. Σιγά-σιγά φανερωνόταν το κορμί της, ώσπου στο τέλος η πανώρια εικόνα ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, ταράζοντας το κύμα τ' αρμυρό.
Θα προσπαθήσω να σας περιγράψω την εξαίσια μορφή της, αν εννοείται η φτώχεια των εκφράσεών μου το κατορθώσει, ή αν η ίδια η Θεά μου δώσει την ικανότητα και τη δύναμη.
Τα πυκνά μαλλιά της, τελειώνοντας σε μπούκλες, έπεφταν με αφέλεια στους θείους ώμους της. Ένα στέμμα πολύσχημο με διάφορα λουλούδια στόλιζε το κεφάλι της, και κάτι σαν καθρέφτης, ή μάλλον για να φαίνεται πως ήταν η σελήνη, έλαμπε στο μέσο του μετώπου της μ' ένα ασημένιο κυκλικό φως.
Δεξιά κι αριστερά της δυό φίδια περστραμμένα κρύβονταν κάτω από στάχυα σταριού. Το φόρεμά της, από λεπτότατο λινό, ήταν χιλιόχρωμο, και άλλοτε είχε μιαν εκτυφλωτική λευκότητα, άλλοτε την κιτρινάδα του κρόκου, άλλοτε μια κοκκινάδα φωτιάς. Κι ο μανδύας, με χρώμα βαθύμαυρο σοβαρό, που έλαμπε μπρος στα μάτια μου και μου τα θάμπωνε, τη σκέπαζεν ολάκερη και περνούσε σα σάλι από τον αριστερό ώμο στο δεξιό, κατέβαινε με πολλές πτυχές και κυμάτιζε ελαφρά και σκανταλιάρικα.

Το άκρο και το βάθος ακόμη του υφάσματος αυτού ήταν σπαρμένα με λαμπερά αστέρια, και από το κέντρο τους μια πανσέληνος έριχνε το λαμπρό φως της. Και στο μήκος των πτυχών του θαυμάσιου εκείνου μανδύα έτρεχε μια μόνη γιρλάντα κεντημένη με καρπούς και άνθη λογής-λογής.
Η Θεά βαστούσε πράγματα πολύ ετερογενή. Στο δεξί της χέρι ένα χάλκινο σείστρο που η στενή και γυριστή λάμα του, σαν μικρή ζώνη, διαπερνόταν από τρεις χαλύβδινες βεργίτσες. Αυτές δεμένες μαζί έβγαζαν ένα διαυγή ήχο. Στο αριστερό της χέρι κρατούσε ένα χρυσό βάζο σα βάρκα, που η λαβή του στο πάνω μέρος σηκωνόταν σαν φίδι με το κεφάλι όρθιο, με φαρδύ και φουσκωμένο το λαιμό, ενώ στα αθάνατα πόδια της φορούσε σανδάλια πλεγμένα από φύλλα φοινικιάς, του δέντρου της νίκης. Μ' αυτή τη μορφή, σκορπίζοντας τις ωραιότερες μυρωδιές της ευδαίμονος Αραβίας μου παρουσιάστηκε και καταδέχτηκε να μου απευθύνει αυτά τα θεία λόγια:

«Έρχομαι σε σένα, Λούκιε. Οι προσευχές σου με συγκίνησαν, εμένα, τη μητέρα όλης της φύσης, την κυρία όλων των στοιχείων, την πρώτη πηγή των αιώνων, τη μεγαλύτερη των θεοτήτων, την βασίλισσα των ψυχών, την πρώτη στον ουρανό. Εγώ που συγχωνεύω στον εαυτό μου και τους θεούς και τις θεές, που προστάζω όπως θέλω το λαμπερό θόλο τ' ουρανού, τους ευνοϊκούς ανέμους του Ωκεανού, την πένθιμη σιωπή του Ερέβους.
Η οικουμένη με λατρεύει με χίλιες μορφές, χίλια ονόματα και με διάφορες τελετές και προσευχές. Οι Φρύγες, η πρωτόγονη φυλή, με ονομάζουν Κυβέλη. Οι Κυπριώτες Παφία Αφροδίτη, οι ντόπιοι Αθηναίοι Κεκρόπεια Αθηνά. Οι Κρήτες Άρτεμη Δικτύνη. Οι Σικελοί, που μιλούν τρεις γλώσσες, Περσεφόνη Στυγία. Οι κάτοικοι της Ελευσίνας, αρχαία Δήμητρα, άλλοι Ήρα Μπέλλόνα, Εκάτη, μερικοί Ραμνούσια Νέμεση. Μα οι Αιθίοπες, που ο ήλιος τους φωτίζει στην ανατολή του, οι Αριανοί και οι Αιγύπτιοι, που στις επιστήμες προηγήθηκαν από όλους τους λαούς, μου αποδίδουν την λατρεία που μου πρέπει με το αληθινό όνομα, της Θεάς Ίσιδος. Έρχομαι σε σένα συγκινημένη απ' τη συμφορά σου, έρχομαι πρόθυμη κι ευμενής. Σταμάτησε τα δάκρυα. Πάψε να κλαις και διώξε από πάνω σου τη λύπη. Γρήγορα αποφάσισα να σε λευθερώσω. Πρόσεχε λοιπόν τις διαταγές μου: η αυριανή μέρα μου είναι αφιερωμένη. Στην εποχήν αυτή που παύουν οι χειμερινές καταιγίδες, που τα κύματα της θάλασσας ησυχάζουν και μπορούνε πια οι άνθρωποι να ταξιδεύουν, τότε μου γιορτάζουν τα εγκαίνεια του ταξιδιού και μου αφιερώνουν ένα καινούριο καράβι. Είναι ανάγκη, λοιπόν, χωρίς ν' ανησυχείς, να περιμένεις μ' ευλάβεια αυτή την τελετή.

Σ' αυτήν ο αρχιερέας ειδοποιημένος από μένα, θα βαστά στο χέρι ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα δεμένο στο σείστρο του. Με θάρρος λοιπόν διάσχισε αμέσως το πλήθος, πλησίασε σιγά-σιγά τον αρχιερέα, και ζητώντας να του φιλήσεις το χέρι φάγε τα τριαντάφυλλα. Το δέρμα του άσχημου αυτού ζώου που από χρόνια το μισώ* θα πέσει αμέσως. Μη φοβάσαι κανένα εμπόδιο στην απόφασή μου. Την ίδια αυτή στιγμή που είμαι κοντά σου, βρίσκομαι σαν σε όνειρο και κοντά στον αρχιερέα μου και του εξηγώ όλα τα σχετικά που έχει να κάνει. Κατά διαταγή μου, το τεράστιο πλήθος θα παραμερίσει από μπρος σου. Κανένας μέσα στην μεγαλόπρεπη και σεμνή εκείνη τελετή δε θ' αηδιάσει από τη βδελυρή σου μορφή, κανείς στη θέα της γρήγορης αυτής μεταμόρφωσης δε θα την εξηγήσει δυσάρεστα, κι ούτε θα σε κατακρίνει γι' αυτήν.
Μα να θυμάσαι καλά, να χαράξεις στη μνήμη σου βαθιά, ότι οφείλεις να μου αφιερώσεις το υπόλοιπο της ζωής σου ως την τελευταία σου πνοή. Γιατί είναι δίκαιο ν' αναγνωρίσεις ότι χρωστάς αποκλειστικά τη ζωή σου και περάσεις στο σκοτεινό Άδη, εκεί στο υπόγειο ημισφαίριο, κι εκεί θα είσαι ευτυχής. Εμέ που σε ευννοώ, θα με ιδείς να λάμπω μέσα στο σκοτάδι του Αχέροντα και να βασιλεύω στις στύγιες κατοικίες, να με λατρεύουν στα Ηλύσια πεδία. Αν χάρη σ' ένα επιμελή σεβασμό, σε μια απέραντη θρησκευτική προσήλωση στη λατρεία μου και σε μιαν απαραβίαστη αγνότητα, αξίζεις την υποστήριξή μου, θα μάθεις ότι μόνη εγώ μπορώ να μακρύνω τη ζωή σου πέρα από τα όρια που ορίζει η ειμαρμένη».

Αφού μου είπε τα θεία αυτά λόγια η αόρατη θεά έφυγε στο άπειρο. Στη στιγμή λοιπόν ξυπνώ, σηκώνομαι κάπως τρομαγμένος, μα εύθυμος και βουτηγμένος στον ιδρώτα. Ενθουσιασμένος από την οπτασία της παντοδύναμης θεάς, γεμάτος έγνοια για τις σοβαρές διαταγές της, προσέχοντας να καθαριστώ μέσα στη θάλασσα, στριφογύριζα τις συμβουλές της στο μυαλό μου...


________________________
*Από τον Πλούταρχο μαθαίνουμε πως η Ίσις μισούσε τους γαϊδάρους, γιατί το χρώμα τους της θύμιζε τον εχθρό της Τυφώνα.


Lucius Apuleius
Ο χρυσός γάιδαρος ή οι μεταμορφώσεις
Μετάφραση από την Έκδοση «Γραμμάτων» Αλεξάνδρειας, 1927 Αριστείδης Αϊβαλιώτης
Εκδόσεις Νεφέλη 1982

Δεν υπάρχουν σχόλια: