.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ – ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΩΦ

...Ο Χάρλαν δίστασε. Μετά σίγουρος ότι όλα ήσαν μάταια έστι κι αλλιώς, είπε κουρασμένα. “Εμπρός, λέγε”.
“Λένε” (άρχισε ο Τουίσελ), “ότι γεννήθηκα γέρος, ότι έβγαλα τα πρώτα μου δόντια μέσα σ' ένα Κομπιούταπλεξ, ότι κουβαλάω τον γραφτό μου υπολογιστή σε μια ειδική τσέπη της πιτζάμας μου την ώρα πυ κοιμάμαι, ότι ο εγκέφαλός μου είναι φτιαγμένος από μικρές δυναμο – γεννήτριες τοποθετημένες σε ατέλειωτους παράλληλους κρίκους και ότι τα αιμοσφαίριά μου είναι μικροί διαστημοχρονικοί χάρτες που πλέουν μέσα σε λάδι μηχανής.
“Ολες αυτές οι διαδόσεις φτάνουνε που και που στ' αυτιά μου, και μπορώ να σου πω ότι αισθάνομαι λίγο περήφανος γι' αυτές. Ισως και να τις πιστεύω λίγο. Είναι μια γέρικη ματαιοδοξία, αλλά κάνει τη ζωή μου κάπως πιο εύκολη.
“Σου κάνει εντύπωση αυτό; Οτι προσπαθώ να βρω ένα τρόπο να κάνω τη ζωή μου πιο εύκολη; Εγώ ο Ανώτερος Υπολογιστής Τουίσελ, μέλος του Πανσυμβουλίου; Ισως γι' αυτό να καπνίζω. Το σκέφτηκες ποτέ αυτό; Πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος, ξέριες. Στην Αιωνιότητα πολύ λίγοι καπνίζουν, το ίδιο και στο Χρόνο. Το σκέφτηκα αυτό πολλές φορές. Νομίζω πως είναι μια επανάσταση ενάντια στην Αιωνιότητα, που παίρνει τη θέση μιας μεγαλύτερης επανάστασης που απέτυχε...
“Οχι δεν πειράζει. Ενα δύο δάκρυα δεν θα με βλάψουν, και δεν προσποιούμαι, πίστεψέ με. Είναι επειδή δεν τάχα σκεφτεί αυτά για πολύ καιρό. Δεν είναι ευχάριστα.
“Υπήρχε μια γυναίκα βέβαια, όπως και στη δική σου περίπτωση. Δεν είναι σύμπτωση. Είναι σχεδόν αναπόφευκτο, αν κάτσεις να το σκεφτείς. Ένας Αιώνιος, που είναι αναγκασμένος να πουλήσει τις φυσιολογικές χαρές της οικογενειακής ζωής για μια χούφτα διάτρητα μεταλλικά φύλλα, είναι επιρρεπής σε μια τέτοιου είχους μόλυνση. Γι' αυτό και η Αιωνιότητα παίρνει τόσες προφυλάξεις. Και γι' αυτό οι Αιώνιοι όπως φαίνεται, είναι τόσο καπάτσοι καμιά φορά στο να αποφεύγουν αυτές τις προφυλάξεις.
“Θυμάμαι τη γυναίκα μου. Είναι ανόητο αλλά δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτε άλλο από εκείνον τον φυσιο – καιρό. Οι παλιοί μου συνάδελφοι είναι μόνον ονόματα που έχουν μπει στο αρχείο. Οι Αλλαγές που επίβλεψα -όλες εκτός από μια- είναι μόνο στοιχεία που βρίσκονται στα κέντρα μνήμης του Κομπιούταπλέξ. Εκείνην όμως τη θυμάμαι πολύ καλά. Ισως να το καταλαβαίνεις αυτό.
“Είχα κάνει από καιρό τη ν αίτηση για δεσμό. Οταν έγινα Κατώτερος Υπολογιστής μου την παραχώρησαν. Ηταν ένα κορίτσι από αυτόν εδώ τον Αιώνα, τον 575ο. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ, βέβαια. Ηταν έξυπνη και καλή. Δεν ήταν όμορφη ούτε καν νόστιμη, αλλά κι εγώ στα νειάτα μου, (ναι, ήμουν νέος, μην πιστεύεις τους μύθους) δεν περνούσα για καλλονή. Ταιριάζαμε πολύ στο χαρακτήρα, εκείνη κι εγώ, και αν ήμουν Χρόνιος θα ήμουν περήφανος να την παντρευόμουνα. Της τόχα πει πολλές φορές. Νομίζω πως την ευχαριστούσε. Αλλά ήταν η αλήθεια. Δεν είναι τόσο τυχεροί όλοι οι Αιώνιοι τη στιγμή που πρέπει να δέχονται τις γυναίκες που τους επιβάλλουν οι υπολογισμοί.
“Σε κείνην ειδικά την Πραγματικότητα θα πέθαινε νέα, και κανένα από τα επόμενα ανάλογά της δεν ήταν ελεύθερο για δεσμό στην αρχή το έπαιρνα φιλοσοφικά. Στο κάτω κάτω ήταν η σύντομη ζωή της που της επέτρεπε να ζει μαζί μου χωρίς να επηρεάζει πολύ την Πραγματικότητα.
“Τώρα ντρέπομαι γι' αυτό, δηλαδή που χάρηκα ότι είχε τόση λίγη ζωή μπροστά της. Μόνο στην αρχή, αυτό είν' όλο. Μόνο στην αρχή.
“Την επισκεπτόμουνα όσο συχνά μου επέτρεπε το διαστημοχρονικό πρόγραμμα, εξοικονομούσα το κάθε λεπτό που μου περίσσευε, παρέλειπα να φάω και να κοιμηθώ όταν χρειαζότανε και παράταγα τη δουλειά μου ξεδιάντροπα. Η αγάπη της ξεπέρασε τις προσδοκίες μου και την ερωτεύτηκα. Στο λέω καθαρά. Η εμπειρία μου στον ερωτικό τομέα είναι πολύ μικρή και από Παρατηρήσεις στο Χρόνο δεν καταλαβαίνεις πολλά πράγματα. Αλλά από όσα μπορούσα να καταλάβω, ήμουν ερωτευμένος. Αυτό που άρχισε με την ικανοποίηση μιας αισθηματικής και σαρκικής επιθυμιάς έγινε κάτι πολύ περισσότερο. Ο σύντομος θάνατός της έπαψε να με βολεύει και τον είδα σαν καταστροφή. Έκανα το Πρόγραμμά της ζωής της. Δεν πήγα στο τμήμα Προγραμματισμού Ζωής. Το έκανα μόνος μου. Αυτό σου κάνει εντύπωση, φαντάζομαι. Ηταν μια μικρή παρανομία, αλλά δεν ήταν τίποτε μπροστά στα εγκλήματα που έκανα αργότερα.
“Ναι εγώ ο Τουίσελ, ο Ανώτερος Υπολογιστής Τουίσελ.
“Υπήρχαν τριες ξεχωριστές στιγμές στο φυσιοχρόνο στις οποίες μια απλή πράξη μπορούσε ν' αλλάξει την ατομική της Πραγματικότητα. Ηξερα φυσικά πως μια τέτοια αλλαγή για προσωπικά κίνητρα, δεν θα έπαιρνε ποτέ την έγκριση του Συμβουλίου. Παρ' όλα αυτά ένιωθα προσωπικά υπεύθυνος για τον θάνατό της. Αυτό με έσπρωξε σε ορισμένες πράξεις αργότερα.
“Εμεινε έγκυος. Δεν έκανα τίποτε για να το εμποδίσω μόλο που μπορούσα. Είχα δουλέψει πάνω στο Πρόγραμμα της Ζωής τη, το είχα βελτιώσει ώστε να περιέχει τη σχέση της μαζί μου, και ήξερα πως η εγκυμοσύνη ήταν μια πολύ πιθανή συνέπεια. Οπως θα ξέρεις ίσως, οι Χρόνιες συλλαμβάνουν καμιά φορά από Αιωνίους, παρ' όλες τις προφυλάξεις. Δεν είναι πρωτάκουστο. Επειδή όμως οι αιώνιοι απαγορεύεται να κάνουν παιδιά, αυτές οι εγκυμοσύνες παίρνουν τέλος με ανώδυνο και ασφαλή τρόπο. Υπάρχουν πολλές μέθοδοι.
“Το πρόγραμμα Ζωής που της έκανα έδειχνε πως θα πέθαινε πριν γεννήσει, γι' αυτό και δεν πήρα κανένα μέτρο. Ηταν ευτυχισμένη και ήθελα να εξακολουθήσω να είναι.
“Ετσι απλά την παρακολουθούσα και χαμογελούσα όταν μου έλεγε πως ένιωθε μια άλλη ζωή να σαλεύει μέσα της.
“Αλλά τότε έγινε κάτι αναπάντεχο. Γεννησε προώρα.
“Δεν απορώ που με κοιτάζεις έτσι. Εχω ένα παιδί. Ενα πραγματικά δικό μου παιδί. Δεν θα βρεις ίσως άλλον Αιώνιο που να μπορεί να στο πει αυτό. Αυτή δεν ήταν μια μικρή παρανομία. Ηταν αρκετά σοβαρό, αλλά και πάλι δεν ήταν τίποτε. Δεν το είχα προβλέψει. Η γέννηση και τα προβλήματά της ήταν μια άποψη της ζωής που δεν ήξερα.
“Ξανακοίταξα πανικόβλητος το Πρόγραμμα Ζωής και ανακάλυψα το ζωντανό παιδί, σε μια εναλλακτική διακλάδωση που μου είχε ξεφύγει. Δεν θάχε ξεφύγει από έναν επαγγελματία Προγραμματιστή Ζωής και ήταν λάθος μου που είχα εμπιστευτεί τις ικανότητές μου.
“Αλλά τι μπορούσα να κάνω τώρα;
“Δεν μπορούσα να σκοτώσω το παιδί. Η μητέρα είχε μόνο δυό εβδομάδες να ζήσει. Ασε το παιδί να ζήσει μαζί της μέχρι τότε, σκεφτόμουνα. Δύο εβδομάδες ευτυχίας δεν είναι μεγάλο πράγμα να ζητάει κανείς.
“Η μητέρα πέθανε, όπως προβλεπόταν. Καθόμουν στο δωμάτιο της όση ώρα μου άφηνε ο διαστημοχρονικός χάρτης μ' έναν πόνο που γινόταν πιο δυνατός όταν σκεφτόμουν πως ήξερα τον θάνατό της από πριν, για έναν ολόκληρο χρόνο. Κρατούσα στην αγκαλιά μου το γιό μας.
“Ναι, τον άφησα να ζήσει. Γιατί φωνάζεις; Θα με καταδικάσεις κι εσύ; Δεν ξέρεις τι σημαίνει να κρατάς στην αγκαλιά σου ένα μικρό κομμάτι της δικής σου ζωής. Μπορεί να έχω έναν Κομπιούταπλεξ αντί για νεύρα και διαστημοχρονικούς χάρτες μέσα στις φλέβες μου, αλλά εγώ ξέρω.
“Το άφησα να ζήσει. Εκανα κι αυτό το έγκλημα. Το παράδωσα σ' ένα κατάλληλο ίδρυμα και το επισκεπτόμουν όταν μπορούσα (σε κανονικά χρονικά διασηματα που τα τηρούσα ακόμα και στον φυσιοχρόνο) για να πληρώνω τα αναγκαία έξοδα και να βλέπω το παιδί να μεγαλώνει.
“Ετσι πέρασαν δύο χρόνια. Κατά καιρούς, κοίταξα το Πρόγραμμα Ζωής του παιδιού, (είχα πια συνηθίσει να σπάω αυτόν τον συγκεκριμένο νόμο), κι ήμουν ευχαριστημένος που έβλεπα ότι δεν υπήρχαν καθόλου βλαβερές συνέπειες στην τότε τρέχουσα Πραγματικότητα, σε επίπεδο πιθανοτήτων πάνω από 0,0001. Το παιδί έμαθε να περπατάει και να προφέρει κουτσά – στραβά μερικές λέξεις. Δεν το είχαν μάθει να με φωνάζει 'μπαμπά'. Τι είδους υποθέσιες μπορεί να έκαναν οι Χρόνιοι του παιδικού σταθμού για μένα είναι κάτι που δεν ξέρω. Απλώς πήραν τα λεφτά τους και δεν είπαν λέξη.
“Τότε αφού πέρασαν τα δύο χρόνια, υποβλήθηκε στο Πανσυμβούλιο η πρόταση για μια Αλλαγή που συμπεριελάμβανε σε μια πτέρυγά της και τον 575ο... Εγώ, που είχα στο μεταξύ προαχθεί στον βαθμό του βοηθού Υπολογιστού, τέθηκα επικεφαλής. Ηταν η πρώτη Αλλαγή. Που θα επίβλεπα μόνος μου.
“Ημουνα βέβαια περήφανος, αλλά ανησυχούσα κιόλας. Ο γιός μου ήταν ένα ξένο στοιχείο μέσα στην Πραγματικότητα. Δεν μπορούσα να περιμένω ότι θα είχε ανάλογα. Η σκέψη ότι θα περνούσε στην ανυπαρξία μου προξενούσε λύπη.
“Προετοίμασα την Αλλαγή και μπορώ να καυχηθώ ακόμα τώρα ότι έκανα τη δουλειά μου τέλεια. Την πρώτη μου δουλειά. Αλλά υπέκυψα σε έναν πειρασμό. Υπέκυψα αρκετά εύκολα γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά. Ημουν πια ένας πορωμένος εγκληματίας. Εφτιαξα ένα Πρόγραμμα Ζωής για τον γιό μου στη νέα Πραγματικότητα, σίγουρος γι' αυτό που θα εύρισκα.
“Μετά, για εικοσιτέσσερις ώρες χωρίς φαϊ και ύπνο, κάθισα στο γραφείο μου με το έτοιμο πρόγραμμα, μελετώντας το και προσπαθώντας απελπισμένα ν' ανακαλύψω αν υπήρχε κανένα λάθος.
“Δεν υπήρχε λάθος.
“Την άλλη μέρα, καθυστερώντας κάπως τη λύση της Αλλαγής, έφτιαξα ένα διαστημοχρονικό διάγραμμα κατά προσέγγιση, (στο κάτω κάτω η Αλλαγή δεν θα διαρκούσε πολύ), και μπήκα στον Χρόνο σ' ένα σημείο περίπου τριάντα χρόνια ανωχρονικά από την γέννηση του παιδιού μου.
“Ηταν τριαντατεσσάρων χρονών, στην ίδια ηλικία με μένα. Του συστήθηκα σα μακρινός συγγενής, χρησιμοποιώντας αυτά που ήξερα για την οικογένεια της μητέρας του. Δεν ήξερε τον πατέρα του ούτε θυμόταν τις επισκέψεις μου στη βρεφική του ηλικία.
“Ηταν αεροναυπηγός. Ο 575ος ειδικευόταν σε μισή ντουζίνα παραλλαγές εναερίων ταξιδιών (όπως και στη σύγχρονη Πραγματικότητα), και ο γιός μου ήταν ένα ευτυχισμένο και επιτυχημένο μέλος της κοινωνίας. Ηταν παντρεμένος με μια κοπέλλα τρελά ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν θάκαναν παιδιά. Ουτε και η κοπέλλα θα είχε παντρευτεί ποτέ αν ο γιός μου δεν εμφανιζόταν μέσα σ' αυτήν την Πραγματικότητα. Το ήξερα αυτό από την αρχή. Ηξερα πως δεν θα υπήρχαν βλαβερές συνέπειες πάνω στην Πραγματικότητα. Αλλιώς δεν θα τολμούσα ν' αφήσω το αγόρι να ζήσει. Δεν είμαι εντελώς ασυνείδητος.
“Πέρασα την μέρα με το γιό μου. Του μιλούσα τυπικά, του χαμογελούσα ευγενικά, και τον αποχαιρέτησα ψυχρά την ώρα που όριζε το διαστημοχρονικό διάγραμμα.
“Αλλά από μέσα μου παρακολουθούσα και αφομοίωνα κάθε του πράξη, προσπαθώντας να κρατήσω ότι μπορούσα απ' αυτόν και να ζήσω μια μέρα ακόμη σε μια Πραγματικότητα που την επόμενη μέρα, (μετρώντας σε φυσιοχρόνο) δεν θα είχε ποτέ υπάρξει.
“Πόσο νοσταλούσα να επισκεφτώ και την γυναίκα μου μια τελευταία φορά, σε κείνο το μέρος του Χρόνου που ζούσε, αλλά είχα εξαντλήσει και το τελευταίο δευτερόλεπτο που είχα στη διάθεσή μου. Δεν τολμούσα να μπω στο Χρόνο για να την δω ούτε καν αόρατος.
“Γύρισα στην Αιωνιότητα και πέρασα μια τελευταία απαίσια νύχτα παλεύοντας μάταια ενάντια σ' αυτό που έπρεπε να γίνει. Το επόμενο πρωί παρέδωσα τους Υπολογισμούς μου μαζί με την πρότασή μου για την Αλλαγή”.

Η φωνή του Τουίσελ είχε γίνει ψίθυρος και τώρα σταμάτησε. Καθόταν με τους ώμους γυρτούς, το βλέμμα στυλωμένο στο πάτωμα ανάμεσα στα γόνατά του και τα δάχτυλά του να στροφογυρίζουν νευρικά καθώς τα σταύρωνε και τα ξεσταύρωνε. Ο Χάρλαν, περιμένοντας άδικα για την επόμενη φράση του γέρου, ξερόβηξε. Ανακάλυψε πως τον λυπόταν παρ' όλα τα εγκλήματα που είχε κάνει. Είπε.
“Κι αυτό είναι όλο;”
Ο Τουίσελ ψιθύρισε, “Οχι, το χειρότερο – το χειρότερο – ένα ανάλογο του γιού μου υπήρχε πραγματικά. Στην νέα Πραγματικότητα ζούσε – όντας παράλυτος από την ηλικία των τεσσάρων ετών. Σαρανταδύο χρόνια κατάκοιτος, και κάτω από συνθήκες που με εμπόδιζαν να τον υποβάλλω στην νευρο – ανανεωτική θεραπεία του 900ου, ή τουλάχιστον να κανονίσω να τελειώσει τη ζωή του ανώδυνα.
“Η νέα Πραγματικότητα υπάρχει ακόμα. Ο γιός μου ζει ακόμα στο αντίστοιχο τμήμα του Αιώνα. Εγώ του τόκανα αυτό. Ηταν το μυαλό μου και ο Κομπιούταπλεξ που του δημιούργησαν αυτήν την καινούργια ζωή, και ήταν η φωνή μου που πρόσταξε να γίνει η Αλλαγή. Είχα κάνει αρκετές παρανομίες για χάρη του και για χάρη της μητέρας του, αλλά αυτή η τελευταία μου πράξη, παρ' όλο που ήταν αυστηρά σύμφωνη με τον όρκο μου σαν Αιώνιου, ήταν το μεγαλύτερό μου έγκλημα, το μόνο μου έγκλημα”.
Ο Χάρλαν δεν είχε τίποτε να πει πάνω σ' αυτό και έτσι δεν απάντησε. Ο Τουίσελ είπε, “Βλέπεις ωρα γιατί καταλαβάινω την περίπτωσή σου, γιατί είμαι πρόθυμος να σου δώσω το κορίτσι σου. Δεν θα έβλαφτε την Αιωνιότητα και θα ήταν κατά κάποιο τρόπο μια εξιλέωση από το έγκλημά μου”.
Και ο Χάρλαν τον πίστεψε. Ξαφνικά, αλλάζοντας γνώμη, τον πίστεψε!
Ο Χάρλαν έπεσε στα γόνατα και έσφιξε με τις γροθιές του τους κροτάφους του. Έσκυψε το κεφάλι και το κούνησε αργά δεξιά αριστερά καθώς τον διαπερνούσε μια άγρια απελπισία.
Είχε πετάξει στα σκουπίδια την Αιωνιότητα και είχε χάσει την Νόυς – τη στιγμή που, χωρίς το γκρέμισμα του Σαμψών, θα μπορούσε να σώσει την μία και να κρατήσει την άλλη.

ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΩΦ
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: