.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) - FERNANDO PESSOA



...-Κάποτε μου είπε ο άντρας μου πως ο Χριστός ήταν το σύμβολο του ήλιου...
-Μάλιστα κυρία μου. Και γιατί να μην ισχύει το αντίθετο; Ότι ο ήλιος είναι το σύμβολο του Χριστού;
-Μα εσείς τα λέτε όλα ανάποδα...
-Είναι καθήκον μου, κυρία μου. Δεν είμαι, όπως είπε ο Γκαίτε, το πνεύμα που αρνείται, αλλά το πνεύμα που αντιτίθεται.
-Είναι άσχημο να αντιτίθεσαι...
-Να αντιτίθεσαι σε πράξεις ναι... Να αντιτίθεσαι σε ιδέες όχι.
-Και γιατί;
-Γιατί αν αντιτίθεσαι σε πράξεις, όσο κακές και να είναι διαταράσσεις την περιστροφή του κόσμου, που είναι και αυτή πράξη. Όμως αν αντιτίθεσαι σε ιδέες ωθείς τους άλλους να σ' εγκαταλείψουν, και πέφτεις στην απελπισία, κι από 'κει στο όνειρο, και συνεπώς έτσι κάνεις τον εαυτό σου μέρος του κόσμου.
Υπάρχουν κυρία μου, σε ό,τι αφορά αυτό τον κόσμο, τρεις διαφορετικές θεωρίες – πως όλα είναι έργο της Τύχης, πως όλα είναι έργο του Θεού και πως όλα είναι έργο πολλών πραγμάτων που συνδιάζονται ή συγκρούονται. Σκεφτόμαστε, γενικά, σύμφωνα με την ευαισθησία μας, κι έτσι όλα γίνονται για μας ένα ζήτημα καλού και κακού. Εδώ και πολύ καιρό υφίσταμαι κι εγώ ο ίδιος τρομερές συκοφαντίες εξαιτίας αυτής της ερμηνίας. Φαίνεται ότι ποτέ δεν πέρασε από κανενός το μυαλό πως οι σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα – αν υποθέσουμε πώς υπάρχουν πράγματα και σχέσεις – παραείναι πολύπλοκες για να τις εξηγήσει ένας Θεός ή ένας Διάβολος, ή για να τις εξηγήσουν και οι δύο.
Είμαι ο σεληνικακός αφέντης του κάθε ονείρου, ο επίσημος μουσικός της κάθε σιωπής. Θυμάστε τι σκέφτεστε όταν είστε μόνη μπροστά σ' ένα απέραντο τοπίο από δέντρα και φεγγαρόφωτο; Δε θυμάστε, γιατί έχετε σκεφτεί εμένα, αλλά οφείλω να σας το πω, δεν υπάρχω στ' αλήθεια. Δεν έχω ιδέα αν υπάρχει οτιδήποτε.
Οι αόριστοι πόθοι, οι μάταιες επιθυμίες, η αηδία που προκαλούν τα τετριμμένα, ακόμα κι αν τα αγαπάμε, η ενόχληση από κάτι που δεν ενοχλεί – όλα αυτά είναι έργα δικά μου, που γεννιούνται όταν, ξαπλωμένος στις όχθες των μεγάλων ποταμών της αβύσσου, σκέφτομαι ότι κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω τίποτα. Και τότε η σκέψη μου κατεβαίνει, σαν γάργαρο κύμα, στις ψυχές των ανθρώπων, κι εκείνοι νιώθουν διαφορετικοί από τον εαυτό τους.
Είμαι το αιώνιο Διαφορετικό, το αιώνιο Αναβληθέν, το Περιττό της Αβύσσου. Έμεινα έξω από τη Δημιουργία. Είμαι ο Θεός των κόσμων που υπήρξαν πριν τον Κόσμο – οι βασιλείς του Εδώμ που βασίλεψαν άσχημα πριν από τον Ισραήλ. Η παρουσία μου σ' αυτό το σύμπαν είναι παρουσία απρόσκλητου. Κουβαλάω μέσα μου τις αναμνήσεις πραγμάτων που δεν κατόρθωσαν να υπάρξουν, κι όμως είναι έτοιμα να υπάρξουν. (Τότε δεν υπήρχε καμιά αντιπαράθεση, ούτε καμιά ισορροπία).
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν υπάρχω, ούτε εγώ, ούτε τίποτ' άλλο. Όλο αυτό το σύμπαν, και τα άλλα σύμπαντα, με τους διάφορους Πλάστες και τους διάφορους Σατανάδες τους – περισσότερο ή λιγότερο τέλειους και εκπαιδευμένους – είναι κενά μέσα στο κενό, μηδενικά που περιστρέφονται, δορυφόροι στην άχρηστη τροχιά του τίποτα.
Αυτή τη στιγμή δε μιλάω με σένα αλλά με το γιο σου...
-Δεν έχω γιο... Δηλαδή, θα τον αποκτήσω σε έξι μήνες, Θεού θέλοντος...
-Μ' αυτόν μιλάω... Σε έξι μήνες; Τι έξι μήνες;
-Τι έξι μήνες; Έξι μήνες....
-Έξι ηλιακούς μήνες; Α ναι. Όμως η εγκυμοσύνη μετριέται σε σεληνιακούς μήνες, κι ακόμα κι εγώ μπορώ να μετράω μόνο με μήνες της Σελήνης, που είναι κόρη μου, δηλαδή το πρόσωπό μου που καθρεφτίζεται στα νερά του χάους. Δεν έχω καμιά σχέση με την εγκυμοσύνη κι όλες αυτές τις γήινες βρομιές, και ξέρω με ποιο δικαίωμα ο κόσμος βάλθηκε να μετράει αυτά τα πράγματα με τους νόμους της σελήνης, την οποία εγώ του προσέφερα. Γιατί δε βρήκαν κάποιο άλλο μέτρο; Γιατί ο Παντοδύναμος είχε ανάγκη τη δική μου δουλειά;
Από τις απαρχές του κόσμου με προσβάλλουν και με συκοφαντούν. Ακόμα και οι ποιητές – εκ φύσεως φίλοι μου -, που με υπερασπίζονται, δε με υπερασπίστηκαν καλά. Ένας απ' αυτούς, ένας Άγγλος ονόματι Μίλτον, προκάλεσε την ήττα τη δική μου και των οπαδών μου σε μια αόριστη μάχη που δε δόθηκε ποτέ. Ένας άλλος – ένας Γερμανός ονόματι Γκαίτε – μου έδωσε το ρόλο της προξενήτρας σε μια χωριάτικη τραγωδία. Όμως δεν είμαι αυτός που πιστεύουν. Οι Εκκλησίες με απεχθάνονται. Οι πιστοί τρέμουν στο άκουσμα του ονόματός μου. Όμως, είτε το θέλουν είτε όχι, έχω ένα ρόλο στον κόσμο. Δεν είμαι ούτε ο επαναστάτης ενάντια στον Θεό, ούτε το πνεύμα της άρνησης. Είμαι ο Θεός της Φαντασίας, και είμαι χαμένος αφού δεν δημιουργώ. Εξαιτίας μου, γυναίκα πια, αγκάλιαζες τη νύχτα τους πρίγκιπες και τους αφεντάδες που κοιμούνται στο βάθος αυτών των ονείρων. Είμαι το Πνεύμα που δημιουργεί χωρίς να δημιουργεί, που η φωνή του είναι καπνός και η ψυχή του ένα λάθος. Ο Θεός μ' έπλασε για να τον μιμούμαι τη νύχτα. Εκείνος είναι ο Ήλιος, εγώ η Σελήνη. Το φως μου πλέει πάνω από καθετί που είναι μάταιο ή τετελεσμένο, ασύλληπτο σαν φλόγα, όχθες ποταμών, έλη και σκιές.
Ποιος άντρας ακούμπησε στα στήθη σουτο χέρι που ήταν το χέρι μου; Ποιό φιλί πήρες και ήταν όμοιο με το δικό μου; Τα ατέλειωτα ζεστά απογεύματα, όταν ονειρευόσουν τόσο πολύ που ονειρευόσουν ότι ονειρεύεσαι, δεν είδες να περνάει στο βάθος των ονείρων σου μια καλυμμένη με πέπλο και φευγαλέα μορφή, αυτή που θα σου έδινε όλη την ευτυχία, που θα σ' αγκάλιαζε αιώνια; Ήμουν εγώ.
Είμαι εγώ. Είμαι αυτός που πάντα έψαχνες και ποτέ δεν θα καταφέρεις να βρεις. Ίσως στα απέραντα βάθη της αβύσσου, να με ψάχνει και ο ίδιος ο Θεός για να τον συμπληρώσω, αλλά η κατάρα του Πανάρχαιου Θεού – του Κρόνου του Ιεχωβά – πλανιέται πάνω του και πάνω μου, μας χωρίζει, ενώ θα έπρεπε να μας ενώνει, έτσι ώστε η ζωή κι όλα όσα ευχόμαστε γι' αυτή να ήταν ένα και μόνο πράγμα.
Η βέρα που φοράς και την αγαπάς, η χαρά μιας αόριστης σκέψης, το γεγονός ότι νιώθεις καλά όταν βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρφτη – μην τρέφεις ψευδαισθήσεις: δεν είσαι εσύ, είμαι εγώ. Εγώ είμαι που δένω σφιχτά όλες τις κορδέλες με τις οποίες στολίζουν τα πράγματα, που διαλέγω τα χρώματα που κοσμούν τα πράγματα. Απ' όλα όσα δεν αξίζει τον κόπο να υπάρχουν φτιάχνω την ιδιοκτησία και την αυτοκρατορία μου, απόλυτος κύριος του διάκενου και του μεσοδιαστήματος, αυτού που μέσα στη ζωή δεν είναι ζωή. Όπως η νύχτα είναι το βασίλειό μου, το όνειρο είναι το κτήμα μου. Ό,τι δεν έχει ούτε βάρος ούτε μέτρο είναι δικό μου.
Τα προβλήματα που ταλανίζουν τους ανθρώπους είναι οι ίδιες έγνοιες που βασανίζουν τους θεούς. Ό,τι είναι χαμηλά είναι σαν αυτό που είναι ψηλά, λέει ο Τρισμέγιστος Ερμής που, όπως όλοι οι ιδρυτές των θρησκειών, θυμήθηκε τα πάντα εκτός από το να υπάρξει. Πόσες φορές δε μου είπε ο Θεός, χρησιμοποιώντας μια φράση του Αντέρο ντε Κεντάλ(1): «Αλίμονό μου! Αλίμονό μου! Ποιος είμαι λοιπόν;».
Όλα είναι σύμβολα και παλινδρομήσεις, κι εμείς, που είμαστε θεοί, δεν έχουμε τίποτ' άλλο παρά έναν υψηλό βαθμό σ' ένα τάγμα του οποίου αγνοούμε τους Ανώτερους Αγνώστους. Ο Θεός είναι δεύτερος στην ιεραρχία του φανερού Τάγματος, και δε μου λέει ποιος είναι ο Αρχηγός του Τάγματος, ο μόνος που γνωρίζει – αν γνωρίζει – τους Μυστικούς Αρχηγούς. Πόσες φορές δε μου είπε ο Θεός: “Αδελφέ μου, δεν ξέρω ποιος είμαι”.
Εσείς έχετε το προνόμιο να είστε άνθρωποι, και, καμιά φορά, μέσα στην κούρασή μου απ' όλες αυτές τις αβύσσους, μου φαίνεται πως καλύτερη είναι η ηρεμία και η γαλήν μιας οικογενειακής νύχτας γύρω από τη φωτιά απ' όλη τούτη τη μεταφυσική των μυστηρίων στην οποία εμείς, οι θεοί και οι άγγελοι, είμαστε κατ' ουσίαν καταδικασμένοι. Όταν, καμιά φορά, σκύβω πάνω από τον κόσμο, βλέπω μακριά να έρχονται από το λιμάνι ή να επιστρέφουν σ' αυτό τα πανιά των ψαροκάικων, και η καρδιά μου νιώθει μια φανταστική νοσταλγία για έναν τόπο που δε γνωρίζει. Μακάριοι όσοι κοιμούνται μέσα στη ζωώδη ζωή τους – ένα ιδιαίτερο ψυχικό σύστημα κάτω από ένα πέπλο ποίησης και εκπεφρασμένο με λέξεις.
-Αυτή η συζήτηση ήταν από τις πλέον ενδιαφέρουσες...
-Αυτή η συζήτηση κυρία; Μα αυτή η συζήτηση, αν και ίσως είναι το πιο σημαντικό γεγονός της ζωής σας, δε συνέβη ποτέ στην πραγματικότητα. Πρώτον, είναι γνωστό τοις πάσι ότι δεν υπάρχω. Δεύτερον, όπως συμφωνούν οι θεολόγοι που με αποκαλούν Διάβολο και οι ελεύθεροι στοχαστές που με αποκαλούν Αντίδραση, καμιά από τις συζητήσεις μου δεν μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα. Είμαι ένας φτωχός μύθος, κυρία μου, και, το χειρότερο, ένας μύθος ακίνδυνος. Μόνη παρηγοριά μου είναι ότι το σύμπαν -ναι, αυτό το πράγμα που είναι γεμάτο από διάφορες μορφές φωτός και ζωής – είναι κι αυτό ένας μύθος.
Μου λένε πως όλα αυτά μπορούν να εξηγηθούν στο φως της Καβάλα και της Θεοσοφίας, όμως αυτά είναι ζητήματα για τα οποία δε γνωρίζω τίποτα. Κι ο Θεός, με τον οποίο είχα την ευκαιρία να μιλήσω, μου είπε πως ούτε κι εκείνος τα πολυκαταλαβαίνει, γιατί αυτά τα ζητήματα, με τα αινίγματά τους, είναι αποκλειστικά κτήμα των μεγάλων μυστών της Γης – που, απ' ό,τι έχω διαβάσει στα βιβλία και τις εφημεριδες, ήταν πάντα ουκ ολίγοι.
Εδώ, σε τούτες τις ανώτερες σφαίρες, όπου ο κόσμος δημιουργήθηκε και μεταμορφώθηκε, εμείς, για να πούμε την αλήθεια, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Καμιά φορά σκύβω πάνω από την απέραντη Γη, ξαπλωμένος στην άκρη του οροπεδίου μου που στέκει πάνω από τα πάντα – το οροπέδιο του Όρους Ερεδώμ(2),όπως έχω ακούσει να το λένε – και κάθε φορά που σκύβω βλέπω νέες θρησκείες, νέες μεγάλες μυήσεις, νέες μορφές, όλες αντιφατικές, της αιώνιας αλήθειας, που ούτε καν ο Θεός δεν τη γνωρίζει.
Σας ομολογώ ότι είμαι κουρασμένος από το σύμπαν. Τόσο ο Θεός όσο κι εγώ θα κοιμόμασταν ευχαρίστως έναν ύπνο που θα μας ελευθέρωνε από τις υπερβατικές ευθύνες που ούτε ξέρουμε πως μας ανατέθηκαν. Όλα είναι πιο μυστηριώδη απ' ό,τι πιστεύουμε, κι όλα εδώ – ο Θεός, το σύμπαν κι εγώ – δεν είναι παρά μια απατηλή γωνιά της απρόσιτης αλήθειας.
-Δεν φαντάζεστε πόσο εκτίμησα τη συζήτηση μαζί σας. Ποτέ δεν άκουσα να μιλάνε έτσι.
Είχαν βγει στο δρόμο, τον φωτισμένο από το φεγγαρόφωτο, που εκείνη δεν είχε προσέξει.
Σώπασε για μια στιγμή.
-Μα, ξέρετε, είναι περίεργο, ξέρετε στ' αλήθεια τι αισθάνομαι, μετά απ' όλα αυτά;
-Τι αισθάνεστε, λοιπόν; ρώτησε ο Διάβολος.
Επέστρεψε προς το μέρος του τα μάτια της, πλημμυρισμένα με δάκρυα.
-Απέραντο οίκτο για σας!
Μια έκφραση αγωνίας που κανείς δεν θα περίμενε, εμφανίστηκε στο πρόσωπο και τα μάτια του κοκκινοντυμένου άντρα. Ξαφνικά άφησε το μπράτσο του, που αγκάλιαζε το δικό της να πέσει. Εκείνη έκανε μερικά βήματα, νιώθοντας άβολα. Έπειτα γύρισε για να πει κάτι – δεν ήξερε τι, αφού δεν είχε καταλάβει τίποτα – για να δικαιολογηθεί για τον πόνο που έβλεπε πως του είχε προκαλέσει.
Έμεινε άναυδη. Ήταν ολομόναχη.



____________
1.Αντέρο ντε Κεντάλ (1842-1891): Πορτογάλος ποιητής της δεύτερης γενιάς των Ρομαντικών.
2.Όρος που αναφέρεται ως ιερό στην Παλαιά Διαθήκη (όπως τα όρη Σινά και Μοριά), αλλά παραμένει μυστήριο που βρισκόταν, καθώς δεν αναφέρεται σε κανένα χάρτη.


FERNANTO PESSOA
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ
Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: