.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΟΞΟΝ - Ambrose Bierce



«Σοβαρολογείς; Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως είναι δυνατόν να σκέφτεται μια
μηχανή;»
∆εν πήρα απάντηση αμέσως ̇ ο Μόξον φαινόταν αφοσιωμένος στα κάρβουνα
πάνω στην σχάρα του τζακιού, σκαλίζοντάς τα επιδέξια, μέχρι που έδειξαν να
ανταποκρίνονται στην προσοχή του, ανάβοντας ζωηρά. Απ’ εδώ και μερικές
εβδομάδες, παρατήρησα πως είχε αποκτήσει την συνήθεια ν’ αργεί ν’ απαντήσει
ακόμη και στις πιο κοινότοπες ερωτήσεις. Το ύφος του όμως έδειχνε πως μάλλον
ήταν απορροφημένος από κάτι άλλο, παρά συνειδητά επιφυλακτικός. Θα μπορούσε
να πει κανείς πως «κάτι τον απασχολούσε».
«Τι είναι ‘μηχανή’;» είπε σε λίγο. «Η λέξη αυτή έχει οριστεί με πολύ
διαφορετικούς τρόπους. Ιδού ένας μόνο ορισμός από κάποιο όχι ιδιαίτερα δημοφιλές
λεξικό: ‘Οποιοδήποτε όργανο ή συνδυασμός οργάνων, μέσω των οποίων η
εφαρμοζόμενη δύναμη μετατρέπεται σε ενέργεια ή παράγει το επιθυμητό
αποτέλεσμα’. Μήπως λοιπόν, με βάση αυτόν τον ορισμό, ο άνθρωπος δεν είναι
μηχανή; Και ο άνθρωπος σκέπτεται, ή τουλάχιστον νομίζει πως σκέπτεται. Αυτό δεν
μπορείς να το αμφισβητήσεις».
«Αν δεν θέλεις ν’ απαντήσεις στην ερώτησή μου, μπορείς να το πεις καθαρά»
είπα, μάλλον εκνευρισμένος. «Τα παραπάνω δεν είναι παρά υπεκφυγές. Ξέρεις πολύ
καλά πως όταν λέω ‘μηχανή’ δεν εννοώ άνθρωπος, αλλά κάτι που ο άνθρωπος έχει
κατασκευάσει και ελέγχει».
«Όταν δεν τον ελέγχει» μουρμούρισε, καθώς σηκωνόταν και κάρφωνε το
βλέμμα του στο παράθυρο, πίσω από το οποίο απλωνόταν μόνο το αδιαπέραστο
σκοτάδι της νυχτερινής καταιγίδας. Μια στιγμή αργότερα, γύρισε και μου είπε
χαμογελώντας: «Με συγχωρείς ̇ δεν πέρασε από το μυαλό μου να ξεφύγω την
ερώτηση. Απλά θεώρησα πως αυτό που ασυναίσθητα δήλωνε ο λεξικογράφος
παρέπεμπε σε κάτι χρήσιμο, κι έτσι το ανέφερα. Μπορώ να δώσω μια καθαρή
απάντηση στην ερώτησή σου. Λοιπόν, πιστεύω πως μια μηχανή σκέπτεται
οπωσδήποτε σε σχέση με την εργασία την οποία εκτελεί».
Αυτή ήταν μια αρκετά καθαρή απάντηση. Όχι όμως και ευχάριστη, δεδομένου ότι
κατά κάποιον τρόπο επιβεβαίωνε την θλιβερή υποψία πως η αφοσίωση του Μόξον
στις θεωρητικές και εργαστηριακές μελέτες του, του είχε κάνει κακό. Ήξερα,
σίγουρα, πως υπέφερε από αϋπνίες, κι αυτό ήταν ήδη σοβαρό πρόβλημα. Να τον είχε
επηρεάσει άραγε τόσο πολύ; Η απάντηση του φίλου μου, μου φάνηκε σαν άμεση
απόδειξη. Τώρα, θα έκανα οπωσδήποτε και άλλες σκέψεις, αλλά τότε ήμουν
νεότερος, κι ένα από τα προνόμια της νεότητας είναι η άγνοια. Λοιπόν, είχα σοβαρό
κίνητρο για να τον αμφισβητήσω.
«Και με τι σκέπτεται, παρακαλώ, αφού δεν έχει νου;» του αντέτεινα.
Η απάντηση, που ήρθε με λιγότερη από την συνηθισμένη πια αργοπορία, είχε
την μορφή ερώτησης ̇ πράγμα ιδιαίτερα προσφιλές, στον φίλο μου:
«Με τι σκέπτεται ένα φυτό, αφού δεν διαθέτει νου;»
«Σωστά. Με τι αναπτύσσουν φιλοσοφική σκέψη τα φυτά; ∆ιότι βέβαια είναι
φιλόσοφοι! Και μια που το ’φερε ο λόγος, πολύ θα ήθελα να γνωρίζω μερικά από τα
συμπεράσματα στα οποία έχουν καταλήξει. Τις συλλογιστικές προκείμενες μπορείς
να τις παραλήψεις».
∆εν φάνηκε να κάμπτεται από την ανόητη ειρωνεία μου.
«Μπορείς κάλλιστα να συμπεράνεις την απόλυτη βεβαιότητά τους, από τον τρόπο με
τον οποίο ενεργούν» αποκρίθηκε. «Θα σε απαλλάξω από τα γνωστά παραδείγματα
της τόσο ευαίσθητης μιμόζας, των εντομοφάγων φυτών, καθώς κι εκείνων που
γέρνουν τους στήμονές τους, ρίχνοντας γύρη επάνω στις μέλισσες, ώστε να
μπορέσουν να γονιμοποιήσουν τους πλέον μακρινούς συντρόφους τους. Πρόσεξε
όμως το παρακάτω. Σ’ ένα εντελώς γυμνό από οποιοδήποτε αντικείμενο τμήμα του
κήπου μου, φύτεψα ένα αναρριχητικό κλήμα. Μόλις πρόβαλε από την γη, κάρφωσα
έναν πάσαλο, σε απόσταση ενός μέτρου από την ρίζα. Το κλήμα άρχισε να
αναπτύσσεται προς την κατεύθυνση του πασάλου. Λίγο πριν τον φτάσει, τον
μετακίνησα κατά μερικά μέτρα. Το κλήμα άλλαξε αμέσως πορεία. Έκανε μιαν οξεία
γωνία και κατευθύνθηκε πάλι προς τον πάσαλο. Ο ελιγμός επαναλήφθηκε αρκετές
φορές, όμως στο τέλος, σαν να αποθαρρύνθηκε, εγκατέλειψε το κυνηγητό του
πασάλου, και στράφηκε προς την κατεύθυνση κάποιου μικρού δένδρου, που
βρισκόταν λίγο μακρύτερα, καταφέρνοντας τελικά να αναρριχηθεί σ’ αυτό.
»Οι ρίζες του ευκαλύπτου διανύουν τεράστιες αποστάσεις, αναζητώντας υγρασία.
Κάποιος γνωστός φυτολόγος αναφέρει περίπτωση ευκαλύπτου, του οποίου οι ρίζες
ακολούθησαν έναν παλιό αγωγό αποχέτευσης. Όταν συνάντησαν τον τοίχο που είχε
χτιστεί εκ των υστέρων, χωρίζοντάς τον κάθετα, άλλαξαν πορεία. Ακολούθησαν
πέτρα-πέτρα τον τοίχο, ανακάλυψαν κάποιο σημείο στο οποίο η πέτρες είχαν
μετακινηθεί, τρύπωσαν, βγήκαν από την άλλη πλευρά και ξανασυνάντησαν τον
άχρηστο αγωγό, συνεχίζοντας το ταξίδι τους».
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνεις την σημασία του; Αποδεικνύει την
ύπαρξη συνείδησης στα φυτά. Αποδεικνύει πως σκέπτονται».
«Ακόμη κι αν είναι έτσι, τι σχέση έχει με την κουβέντα μας; ∆εν μιλούσαμε
για τα φυτά, αλλά για τις μηχανές. Οι μηχανές μπορεί να είναι φτιαγμένες εν μέρη
από ξύλο - που όμως είναι πια νεκρό – ή εξ ολοκλήρου από μέταλλο. Η μήπως η
σκέψη είναι και γνώρισμα του βασιλείου των ορυκτών;»
«Και πώς εξηγείς τα φαινόμενα της κρυστάλλωσης;»
«∆εν τα εξηγώ».
«Επειδή δεν μπορείς να το κάνεις, χωρίς να επιβεβαιώσεις αυτό που αρνείσαι,
την νοήμονα συνεργασία των συστατικών στοιχείων των κρυστάλλων, δηλαδή. Όταν
οι στρατιώτες παρατάσσονται με συγκεκριμένο τρόπο ή αφήνουν κενά μεταξύ των
παρατάξεων, λες πως ενεργούν λογικά. Όταν ένα κοπάδι άγριες χήνες πετούν σε
σχήμα «Βε» [V], λες πως το κάνουν από ένστικτο. Όταν όμως τα ομοιογενή άτομα
ενός ορυκτού, που κινούνται ελευθέρα μέσα σε κάποιο υγρό, δημιουργούν
μαθηματικά τέλειους σχηματισμούς, η τεμάχια παγωμένου υγρού, ανάλογα με τις
τόσο συμμετρικές και όμορφες χιονονιφάδες, δεν έχεις να πεις τίποτε. ∆εν διαθέτεις
καν ένα όνομα για να συγκαλύψεις τον επικό παραλογισμό σου».
Ο Μόξον μιλούσε με ασυνήθιστη ζωντάνια και σοβαρότητα. Όταν έπαψε,
άκουσα να έρχεται από το διπλανό δωμάτιο - στο οποίο γνώριζα πως βρισκόταν το
εργαστήριό του, και δεν επιτρεπόταν να μπει κανείς εκτός από τον ίδιο – έναν
παράξενο, βαρύ ήχο, σαν κάποιος να χτυπούσε με δύναμη την γροθιά του σε τραπέζι.
Ταυτόχρονα, τον άκουσε και ο Μόξον. Σηκώθηκε φανερά εκνευρισμένος και μπήκε
βιαστικά στο εργαστήριο. Μου φάνηκε περίεργο να βρίσκεται κάποιος άλλος εκεί
μέσα. Τόσο το ενδιαφέρον για τον φίλο μου, όσο και μια - ομολογουμένως
αδικαιολόγητη - περιέργεια με ανάγκασαν να εντείνω την ακοή μου, αν και ευτυχώς
δεν έφτασα μέχρι την κλειδαρότρυπα. Ήχοι συγκεχυμένοι - σαν να γινόταν πάλη -
έσεισαν το πάτωμα. Άκουσα καθαρά βαριές ανάσες και κάποιον να μουρμουρίζει
βραχνά «Ανάθεμά σε!». Ύστερα έγινε σιωπή, και ξαναφάνηκε ο Μόξον, λέγοντάς
μου με ένα μάλλον θλιμμένο χαμόγελο:
«Με συγχωρείς που σε άφησα μόνο τόσο απότομα. Έχω μια μηχανή εκεί
μέσα, που έχασε την αυτοκυριαρχία της και αγρίεψε».
Το βλέμμα μου καρφώθηκε στο αριστερό του μάγουλο. Είχε τέσσερις
παράλληλες ματωμένες χαρακιές.
«∆εν θα ήταν καλύτερα να έκοβε τα νύχια της;» του είπα.
Θα μπορούσα να είχα παραλείψει το αστείο ̇ δεν το άκουσε καν. Κάθισε στην
ίδια καρέκλα, και συνέχισε τον μονόλογό του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε στο
μεταξύ:
«Αναμφίβολα, δεν επιδοκιμάζεις τις απόψεις εκείνων (δεν χρειάζεται να τους
κατονομάσω σ’ έναν άνθρωπο με τα δικά σου διαβάσματα) που δίδαξαν πως η ύλη
διαθέτει αισθητικότητα, και πως κάθε άτομό της είναι μια ζωντανή ύπαρξη με
αισθήσεις και συνείδηση. Εγώ, αντίθετα, τους επιδοκιμάζω. ∆εν υπάρχει νεκρή,
αδρανής ύλη. Τα πάντα είναι ζωντανά. Το κάθε τι διαθέτει την δική του ζωτικότητα ̇
έκδηλη ή λανθάνουσα. Όλα έχουν αντίληψη των δυνάμεων που ασκούνται στο
περιβάλλον τους, και είναι ευάλωτα στην επαφή τους με άλλες, ισχυρότερες και
ικανότερες δυνάμεις, που ενυπάρχουν σε ανώτερους οργανικούς σχηματισμούς, όπως
οι άνθρωποι, ο οποίοι τα μεταβάλλουν σε όργανα της βούλησής τους. Η ύλη
απορροφά μέρος της ανθρώπινης ευφυΐας και των ανθρωπίνων προθέσεων, ανάλογα
με την λιγότερο ή περισσότερο σύνθετη μηχανή που προκύπτει από την ανθρώπινη
δραστηριότητα.
«Μήπως θυμάσαι τον ορισμό του Χέρμπερτ Σπένσερ1 για την «Ζωή»; Τον
διάβασα πριν από τριάντα χρόνια. Μπορεί να τον διαφοροποίησε στο μεταξύ – απ’
όσο τουλάχιστον γνωρίζω – αλλά όλον αυτόν τον καιρό δεν μπόρεσα να βρω μια
λέξη που θα μπορούσε να προστεθεί ή να αφαιρεθεί. Μου φαίνεται όχι μόνο ο
καλύτερος, αλλά και ο μόνος δυνατός.
»‘Η Ζωή’ λέει, ‘είναι ένας αυστηρά καθορισμένος συνδυασμός ετερόκλητων
μεταβολών, ταυτόχρονων και διαδοχικών ταυτοχρόνως, σε πλήρη αντιστοιχία με
εξωτερικές συνυπάρξεις και αλληλουχίες’».
«Αυτό ορίζει το φαινόμενο, μα δεν κάνει λόγο για την αιτία του» είπα.
«Αυτό» αντέτεινε, «είναι όλο κι όλο που μπορεί να κάνει ένας ορισμός. is all Όπως
επισημαίνει ο Μιλ2 δεν γνωρίζουμε για την αιτία παρά μόνο πως προηγείται, και δεν
γνωρίζουμε για το αποτέλεσμα παρά μόνο πως έπεται. Σε ορισμένα φαινόμενα, το
ένα δεν συμβαίνει χωρίς κάτι άλλο, διαφορετικό. Αυτό που προηγείται χρονικά το
ονομάζουμε αιτία, και αυτό που έπεται, αποτέλεσμα. Αν κάποιος έχει δει πολλές
φορές σκύλους να καταδιώκουν λαγούς, αλλά δεν είδε ποτέ χωριστά ούτε σκύλους
ούτε λαγούς, θα έχει σχηματίσει οπωσδήποτε την εντύπωση πως οι λαγοί είναι οι
αιτίες των σκύλων».
«Όμως, πολύ φοβάμαι» πρόσθεσε γελώντας αρκετά φυσικά, «πως ο λαγός
μου με οδηγεί πολύ μακριά από τα ίχνη του νόμιμου θηράματός μου. Εντρυφώ στην
απόλαυση του κυνηγίου, αυτή καθαυτή. Αυτό που θέλω να προσέξεις, είναι πως στον
ορισμό που δίνει ο Σπένσερ για την «Ζωή» περιλαμβάνεται η δραστηριότητα μιας
μηχανής. ∆εν υπάρχει τίποτε μέσα του που να μην εφαρμόζεται στην περίπτωση
οποιασδήποτε μηχανής. Σύμφωνα με τους ευφυέστερους και πλέον βαθυστόχαστους
διανοητές, όταν ένας ζωντανός άνθρωπος βρίσκεται σε πλήρη δράση, δεν διαφέρει σε
τίποτε από μια μηχανή που λειτουργεί. Ως σχεδιαστής και κατασκευαστής μηχανών,
γνωρίζω πως αυτό είναι απόλυτα αληθές».
Ο Μόξον έμεινε σιωπηλός – ώρα πολλή - κοιτάζοντας την φωτιά. Η ήταν
αργά, και σκέφτηκα πως θα έπρεπε να πηγαίνω σιγά-σιγά, μα δεν μου άρεσε η ιδέα
να τον αφήσω σ’ αυτό το έρημο κι απομακρυσμένο σπίτι, με μόνη συντροφιά ένα
πρόσωπο, για το οποίο είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως ήταν εχθρικό, ίσως και
κακόβουλο. Γέρνοντας προς το μέρος του, τον κοίταξα ίσια στα μάτια, ενώ
ταυτόχρονα έδειξα με το χέρι μου προς την πλευρά του εργαστηρίου.
«Μόξον, ποιον έχεις εκεί μέσα;» του είπα.
Εκπλήσσοντάς με, κατά κάποιον τρόπο, γέλασε ευχάριστα και απάντησε
δίχως τον παραμικρό δισταγμό:
«Κανέναν. Το περιστατικό που έχεις στο μυαλό σου, προκλήθηκε από την
απερισκεψία μου ν’ αφήσω αναμμένη μια μηχανή, χωρίς να έχει κάτι να κάνει, ενώ
καταπιανόμουν με το ατελεύτητο εγχείρημα να σε διαφωτίσω. Έτυχε μήπως ν’
ακούσεις ποτέ πως η Συνείδηση είναι δημιούργημα του Ρυθμού;»
«∆εν πάνε να κουρεύονται και τα δυο!» απάντησα, καθώς σηκωνόμουν κι
άρπαζα το παλτό μου. «Θα σε καληνυχτίσω, και επιπλέον θα σου ευχηθώ την
επόμενη φορά που θ’ αφήσεις την μηχανή σου αδικαιολόγητα αναμμένη, να φορά
τουλάχιστον τα γάντια της».
Χωρίς να περιμένω να δω το αποτέλεσμα της «βολής» μου, εγκατέλειψα το
σπίτι..
Έβρεχε, και το σκοτάδι ήταν αδιαπέραστο. Πέρα, μακριά, πάνω απ’ τους λόφους
προς τους οποίους κατευθυνόμουν σαν τυφλός, τρεκλίζοντας στα σαθρά σανίδια των
πεζοδρομίων και τους καταλασπωμένους δρόμους, ο ουρανός χάραζε από την αμυδρή
ανταύγεια των φαναριών της πόλης. Ήταν εκεί, μπορούσα να την δω. Πίσω μου όμως
δεν έβλεπα παρά ένα και μόνο παράθυρο από το σπίτι του Μόξον. Μου φάνηκε πως
έφεγγε μ’ ένα μυστηριώδες, δυσοίωνο νόημα. Ήξερα πως επρόκειτο για έναν φεγγίτη,
χωρίς κουρτίνα, στο «εργαστήριο» του φίλου μου, και πως τώρα θα είχε επιστρέψει –
το δίχως άλλο – στις μελέτες, που εγκατέλειψε, προκειμένου ν’ αναλάβει καθήκοντα
διδασκάλου της μηχανικής συνείδησης και της πατρότητας του Ρυθμού.
Όσο
παράξενες – και αστείες εν μέρει – κι αν μου φαίνονταν οι πεποιθήσεις του, δεν
μπορούσα ν’ απαλλαγώ εντελώς από την αίσθηση πως είχαν κάποια τραγική σχέση
με την ζωή, τον χαρακτήρα, και ίσως-ίσως με το ίδιο το πεπρωμένο του, παρόλο που
δεν πίστευα πια πως αποτελούσαν προϊόντα ενός διαταραγμένου νου. Όποιες και να
ήταν οι σκέψεις που δημιουργούσαν οι απόψεις του, ο τρόπος με τον οποίο τις
εξέθετε ήταν εξαιρετικά λογικός. Τα τελευταία του λόγια, δεν έλεγαν να φύγουν από
το μυαλό μου: «Η Συνείδηση είναι δημιούργημα του Ρυθμού». Μια απλή, λακωνική
δήλωση, που τώρα την έβρισκα εξαιρετικά ελκυστική. Κάθε φορά που επανερχόταν
στην μνήμη μου, πλάταινε σε νόημα και βάθαινε σε υποβλητικότητα. Ε, λοιπόν, εδώ
(σκέφτηκα) βρίσκεται το θεμέλιο μιας φιλοσοφίας. Αν η Συνείδηση είναι
δημιούργημα του Ρυθμού, όλα ∆ΙΑΘΕΤΟΥΝ συνείδηση, δεδομένου ότι τα πάντα
κινούνται, και κάθε κίνηση έχει Ρυθμό. Αναρωτήθηκα κατά πόσον ο Μοξον γνώριζε
την σπουδαιότητα και το βάθος της σκέψης του, την έκταση αυτής της βαρυσήμαντης
γενίκευσης, ή αν είχε φτάσει στην φιλοσοφική του πεποίθηση μέσω του οδυνηρού και
αβέβαιου δρόμου της παρατήρησης.
Η πίστη αυτή ήταν καινούργια για μένα, και οι εξηγήσεις του Μόξον δεν
είχαν καταφέρει να με πείσουν. Τώρα όμως, μου φάνηκε σαν ν’ άστραψε γύρω μου
ένα φως, σαν και κείνο που έπεσε πάνω στον Σαούλ από την Ταρσό3, κι εκεί, μέσα
στην καταιγίδα, το σκοτάδι και την ερημιά, βίωσα ό,τι ο Λιούις4 ονομάζει «Απέραντη
έκταση και ένταση του φιλοσοφικού στοχασμού». Αγαλλίασα, πλημμυρισμένος από
μια νέα αίσθηση της δύναμης της γνώσης, μια νέα βεβαιότητα για την αξία της
λογικής. Τα πόδια μου δεν πατούσαν πια στην γη. Ήταν σαν μα με σήκωναν αόρατα
φτερά.
Ενδίδοντας στην παρόρμηση να αναζητήσω περισσότερο φως από εκείνον,
τον οποίο τώρα πια θεωρούσα δάσκαλο και οδηγό μου, είχα ήδη κάνει ακούσια
μεταβολή, και πριν καλά-καλά το καταλάβω, βρισκόμουν πάλι μπροστά στην πόρτα
του σπιτιού του. Η βροχή με είχε μουσκέψει, μα δεν με πείραζε. Αδυνατώντας, μέσα
στην ταραχή μου, να βρω το κουδούνι, δοκίμασα ενστικτωδώς το πόμολο. Γύρισε,
μπήκα μέσα και ανέβηκα τις σκάλες, κατευθυνόμενος προς το δωμάτιο που μόλις
πριν λίγο είχα αφήσει. Παντού σκοτάδι και ησυχία ̇ ο Μόξον – όπως ακριβώς είχα
υποθέσει – βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο, στο «εργαστήριο». Ακολουθώντας
ψηλαφητά τον τοίχο, βρήκα την μεσόπορτα και χτύπησα δυνατά μερικές φορές, μα
δεν πήρα απάντηση, γεγονός που απέδωσα στην βροντερή μανία της μπόρας. Ο
άνεμος ούρλιαζε και η βροχή χτυπούσε με ορμή στους τοίχους του σπιτιού. Η
κεραμοσκεπή αντηχούσε ολόκληρη, και καθώς η οροφή του δωματίου δεν είχε
επένδυση, ο θόρυβος ήταν απίστευτος.
∆εν με είχε καλέσει ποτέ στο εργαστήριο. Στην πραγματικότητα, μου είχε
απαγορεύσει την είσοδο, όπως σε οποιονδήποτε άλλον, με μοναδική εξαίρεση
κάποιον ειδικευμένο μεταλλοτεχνίτη, για τον οποίο δεν γνώριζα παρά μόνο πως τον
έλεγαν Χάλεϊ, και είχε το συνήθειο να σιωπά. Όμως μέσα στην τόση πνευματική
αγαλλίαση που ένιωθα, η διακριτικότητα και η ευγένεια που με διέκρινα, πήγαν
περίπατο. Άνοιξα την πόρτα. Αυτό που είδα ξερίζωσε από μέσα μου κάθε φιλοσοφική
διάθεση, την ίδια στιγμή.
Ο Μόξον καθόταν, με το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος μου, στην
απέναντι πλευρά ενός μικρού τραπεζιού, πάνω στο οποίο βρισκόταν το ένα και
μοναδικό κερί, που φώτιζε υποτονικά το δωμάτιο. Απέναντί του, με την πλάτη
γυρισμένη σε μένα, καθόταν ένα άλλο άτομο. Ανάμεσά τους υπήρχε ένα σκάκι. Οι
δύο άνδρες έπαιζαν. Γνώριζα ελάχιστα από σκάκι, αλλά τα ελάχιστα πιόνια που είχαν
απομείνει έδειχναν πως το παιχνίδι πλησίαζε στο τέλος του. Ο Μόξον έδειχνε ζωηρό
ενδιαφέρον, όχι τόσο για το παιχνίδι, όσο για τον αντίπαλό του. Έτσι μου φάνηκε
εκείνη την στιγμή. Είχε το βλέμμα καρφωμένο πάνω του τόσο έντονα, ώστε παρόλο
που στεκόμουν όρθιος στο κέντρο του οπτικού του πεδίου, δεν με πρόσεξε καν. Το
πρόσωπό του ήταν τρομακτικά ωχρό και τα μάτια του έλαμπαν σαν διαμάντια. Από
τον αντίπαλό του δεν έβλεπα παρά την πλάτη. Αρκούσε αυτό. ∆εν θα έπρεπε καν να
ενδιαφερθώ για το πρόσωπό του.
Εκ πρώτης όψεως, ήταν όχι πάνω από δυόμισι μέτρα ψηλός, με αναλογίες
γορίλα: τρομακτικά φαρδείς ώμους, χοντρό λαιμό, πλατύ, κοντόχοντρο κεφάλι μ’
έναν μπερδεμένο όγκο μαλλιών στην κορυφή του κι ένα βυσσινί φέσι. Ένας χιτώνας
ίδιου χρώματος, δεμένος σφιχτά στην μέση, ακουμπούσε στο κάθισμα, που κατά τα
φαινόμενα ήταν κασόνι. Τα πόδια του δεν φαίνονταν. Το αριστερό του χέρι
αναπαυόταν στην ποδιά του. Μετακινούσε τα πιόνια με το δεξί, που φαινόταν
δυσανάλογα μακρύ.
Υποχώρησα και στάθηκα στην σκιά της εισόδου. Τώρα, αν ο Μόξον κοίταζε
πέρα από το πρόσωπο του αντιπάλου του, δεν θα έβλεπε παρά το άνοιγμα της πόρτας.
Κάτι με εμπόδιζε να δηλώσω την παρουσία μου, μα και να φύγω. Το άγνωστης
προέλευσης συναίσθημα πως ήμουν παρών σε μιαν επικείμενα τραγωδία, και πως
ίσως βοηθούσα τον φίλο μου, με καθήλωνε εκεί. ∆εν μπορούσα να κάνω βήμα, αν και
χρειάστηκε να καταστείλω την εσωτερική μου εξέγερση ενάντια στην αγένεια της
πράξης μου.
Το παιχνίδι ήταν γρήγορο. Ο Μόξον καν δεν κοιτούσε την σκακιέρα, πριν
κάνει την επόμενη κίνηση. Στα άπειρα μάτια μου φαινόταν να μετακινεί κάθε φορά
το πιόνι που βρισκόταν πιο κοντά στο χέρι του, με κινήσεις γρήγορες, νευρικές και
ανακριβείς. Η ανταπόκριση του αντιπάλου του, αν και εξίσου άμεση στην αρχή,
γινόταν με μιαν αργή, τυποποιημένη και κάπως θεατρική κίνηση του χεριού του, που
δοκίμαζε οδυνηρά την υπομονή μου. Υπήρχε κάτι αλλόκοτο σ’ αυτό, και συνέλαβα
τον εαυτό μου να ανατριχιάζει. Όμως ήμουν βρεγμένος και παγωμένος.
∆ύο ή τρεις φορές μετά από την μετακίνηση κάποιου πιονιού, ο άγνωστος
έγερνε ελαφρά το κεφάλι, και παρατήρησα πως ο Μόξον άλλαζε συνεχώς θέση στον
Βασιλιά του. Ξαφνικά, έκανα την σκέψη πως ο αντίπαλος μπορεί να ήταν πνευματικά
καθυστερημένος. Ύστερα, πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα πως μπορεί να επρόκειτο
για μηχανή: ένα αυτόματο-σκακιστής! Θυμήθηκα πως κάποτε ο Μόξον μου είχε πει
ότι επινόησε μια τέτοια μηχανή, αλλά δεν ήξερα ότι την είχε κατασκευάσει κιόλας.
Λοιπόν, η κουβέντα για την συνείδηση και τις διανοητικές ικανότητες των μηχανών,
δεν ήταν παρά μια εισαγωγή στην ενδεχόμενη παρουσίαση αυτής της εφεύρεσης, ένα
τέχνασμα για να ενισχύσει την επίδραση που θα ασκούσε στην άγνοιά μου το μυστικό
του μηχανισμού της;
Ωραίο τέλος είχε η διανοητική παραφορά μου, όλη εκείνη η «Απέραντη
έκταση και ένταση του φιλοσοφικού στοχασμού»! Ετοιμάστηκα να αποχωρήσω
αγανακτισμένος, όταν συνέβη κάτι που τράβηξε την προσοχή μου. Παρατήρησα πως
το «Πράγμα» σήκωσε τους τεράστιους ώμους του, σαν να είχε εκνευριστεί. Ήταν
τόσο φυσική, τόσο απόλυτα ανθρώπινη εκείνη η κίνηση, ώστε με βάση όλα όσα
σκεφτόμουν προηγουμένως, ξαφνιάστηκα. Άλλωστε, μια στιγμή αργότερα το
«Πράγμα» χτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι. Στην χειρονομία αυτή, ο Μόξον
φάνηκε να ξαφνιάζεται περισσότερο από μένα. Έσπρωξε την καρέκλα του ελαφρά
προς τα πίσω, σαν να ένιωσε κίνδυνο.
Σε λίγο, ήταν σειρά του να παίξει. Σήκωσε το χέρι ψηλά πάνω από την
σκακιέρα, όρμησε σ’ ένα πιόνι σαν αρπακτικό, και αναφωνώντας «Ματ!», βρέθηκε
όρθιος πίσω από την καρέκλα. Το αυτόματο ακινητούσε.
Τώρα ο άνεμος είχε κοπάσει, αλλά κατά διαστήματα που ολοένα μίκραιναν
άκουγα τα μπουμπουνητά και τις εκκενώσεις των κεραυνών. Στο μεταξύ,
συνειδητοποίησα πως άκουγα και κάτι άλλο: ένα υπόκωφο βουητό, έναν βόμβο που
δυνάμωνε κατά διαστήματα, όπως και οι βροντές της μπόρας. Έδειχνε να έρχεται από
το σώμα του αυτόματου, και ήταν περιστροφή τροχών, το δίχως άλλο. Μου έδωσε
την εντύπωση ενός μηχανισμού που δυσλειτουργούσε, έχοντας ξεφύγει από το
πλαίσιο της συστηματοποιημένης ενέργειάς του. Πριν προλάβω να κάνω δεύτερες
σκέψεις, η προσοχή μου συγκεντρώθηκε στις παράξενες κινήσεις του αυτόματου.
Φαινόταν να έχει καταληφθεί από ανεπαίσθητους αλλά συνεχείς σπασμούς. Το σώμα
και το κεφάλι του έτρεμαν, σαν τα μάλη κάποιου που πάσχει από πάρεση ή θέρμες.
Οι κινήσεις του γίνονταν όλο και πιο σπασμωδικές, όλο και πιο έντονες, ώσπου στο
τέλος συγκλονιζόταν ολόκληρο. Ξαφνικά, πετάχτηκε όρθιο, και με μια κίνηση
απίστευτα γρήγορη ακόμη και για το πιο ασκημένο βλέμμα, χίμηξε πάνω από το
τραπέζι και την καρέκλα, με τα χέρια μπροστά, σαν δύτης που ρίχνεται στο νερό. Ο
Μόξον προσπάθησε να φυλαχτεί αλλά ήταν πολύ αργά. Είδα τα χέρια του φοβερού
πλάσματος να κλείνουν γύρω στον λαιμό του δημιουργού του και τα χέρια του Μόξον
ν’ αρπάζουν τους καρπούς του. Το τραπέζι αναποδογύρισε, παρασύροντας μαζί του
το κερί. Τα πάντα βυθίστηκαν σε απόλυτο σκοτάδι. Ωστόσο, οι θόρυβοι της πάλης
ήταν φοβερά καθαροί, κι ακόμη πιο φοβεροί ήταν οι βραχνοί, στριγκοί ήχοι του
άντρα που πνιγόταν, που πάσχιζε να πάρει ανάσα. Καθοδηγημένος από την
κολασμένη φασαρία, όρμησα να σώσω τον φίλο μου. Αλλά με την πρώτη δρασκελιά,
το δωμάτιο έλαμψε ολόκληρο από ένα εκτυφλωτικό κατάλευκο φως, που χάραξε στο
μυαλό, την καρδιά και την μνήμη μου την εικόνα των δυο πλασμάτων, που πάλευαν
στο πάτωμα. Ο Μόξον από κάτω, με τον λαιμό ακόμη στην μέγγενη των μεταλλικών
χεριών, το κεφάλι ριγμένο πίσω, τα μάτια γουρλωμένα, και την γλώσσα πεταγμένη
έξω από τ’ ορθάνοιχτο στόμα του. Μετά - Τι τρομερή αντίθεση! – το πρόσωπο του
δολοφόνου του, με μιαν έκφραση γαλήνιου και βαθύ στοχασμού, σαν να έλυνε ένα
σκακιστικό πρόβλημα! Αυτό πρόλαβα να δω. Ακολούθησαν σκοτάδι ̇ σκοτάδι και
ύστερα σιωπή. και η σιωπή. να εκτελούσε κατάδυση έσχιζαν την ατμόσφαιρα.
Βρήκα τις αισθήσεις μου τρεις μέρες αργότερα σ’ ένα νοσοκομείο. Καθώς η
ανάμνηση εκείνης της τραγικής νύχτας ξεδιπλωνόταν σιγά-σιγά στο πονεμένο μυαλό
μου, αναγνώρισα στον άνθρωπο που με φρόντιζε τον έμπιστο συνεργάτη του Μόξον,
τον Χάλεϊ. Αντιδρώντας στο βλέμμα μου, πλησίασε χαμογελαστός.
«Πες μου τι έγινε» κατάφερα να του πω με φωνή μισοσβησμένη. «Πες τα μου
όλα».
«Βεβαίως» είπε εκείνος. «Μεταφέρθηκες εδώ αναίσθητος, από κάποιο σπίτι
που είχε πιάσει φωτιά... Από το σπίτι του Μόξον. Κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκες
εκεί. Ίσως χρειαστεί να δώσεις ορισμένες εξηγήσεις. Ούτε για την αιτία της
πυρκαγιές γνωρίζει κανείς τίποτε. Κατά την γνώμη μου, το σπίτι χτυπήθηκε από
κεραυνό».
«Κι ο Μόξον;»
«Τον κηδέψαμε χθες ̇ τα απομεινάρια του, δηλαδή».
Κατά τα φαινόμενα, το λιγομίλητο αυτό άτομο, μπορούσε περιστασιακά να
ξανοίγεται. Ιδίως όταν έδινε συνταρακτικές πληροφορίες σε αρρώστους γινόταν
εξαιρετικά καταδεκτικός.
Μετά από μερικές στιγμές οξύτατου πνευματικού
μαρτυρίου, αποπειράθηκα μιαν ακόμη ερώτηση:
«Ποιος με έσωσε;»
«Λοιπόν, αφού σε ενδιαφέρει, εγώ σε έσωσα».
«Σ’ ευχαριστώ Κύριε Χάλεϊ. Είθε ο Θεός να σ’ ευλογεί γι’ αυτή σου την
πράξη. Έσωσες κι εκείνο το γοητευτικό προϊόν της τέχνης σου, το αυτόματο-
σκακιστή που δολοφόνησε τον εφευρέτη του;»
Ο άντρας έμεινε βουβός αρκετή ώρα, αποφεύγοντας να με κοιτάξει. Ύστερα
γύρισε και είπε σοβαρά:
«Ώστε το ξέρεις!»
«Το ξέρω» απάντησα. «Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια μου».
Όλα αυτά έγιναν πριν από πολλά-πολλά χρόνια. Αν με ρωτούσαν σήμερα, δεν
θα απαντούσα με τόση σιγουριά.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Χέρμπερτ Σπένσερ [Herbert Spencer, 1820-1903]. Άγγλος βιολόγος, φιλόσοφος και
κοινωνιολόγος. Σημαντικός εκπρόσωπος της οργανικής θεωρίας για την κοινωνία και την
ιστορία.
2. Τζον Στούαρτ Μιλ [John Stuart Mill, 1806-1873]. Άγγλος φιλόσοφος, οικονομολόγος και
φιλελεύθερος στοχαστής. Πατέρας του φιλοσοφικού Ωφελιμισμού.
3. Σαούλ από την Ταρσό. Ο Απόστολος Παύλος, φυσικά, ο οποίος δέχθηκε το μήνυμα του
Χριστού με όραμα, που συνοδευόταν από φωταψία.
4. Τζορτζ Χένρυ Λιούις [George Henry Lewes, 1817-1878]. Πολυπράγμων Άγγλος ηθοποιός,
βιογράφος, δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος, κριτικός, φιλόσοφος, θεατρικός συγγραφέας.
επιστήμονας και διευθυντής θεάτρου.


ΑΜΠΡΟΟΥΖ ΜΠΗΡΣ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΛΕΚΤΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: