.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ 'ΛΑΜΔΑ' - Dino Buzzati



Φτάνοντας στο χωριό Σίστο και σταματώντας στο γνωστό πανδοχείο, όπου συνήθιζε να μένει δυο-τρεις φορές τοχρόνο ο ξυλέμπορος Κριστόφορο Σκρόντερ, τράβηξε κατευθείαν για το κρεβάτι του, επειδή δεν ένιωθε και τόσο καλά. Κατόπιν έστειλε να φωνάξουν το γιατρό Λουγκόζι, που ήταν γνωστός του εδώ και χρόνια. Αφού τον εξέτασε, ο γιατρός έδειξε κάπως σαστισμένος. Βγάζοντας το συμπέρασμα πως πρέπει να υπάρχει κάτι σοβαρό, του πήρε λίγα ούρα σ' ένα μπουκαλάκι για να κάνει την ανάλυση και υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει την ίδια μέρα.
Το άλλο πρωί ο Σκρόντερ αιστάνθηκε πολύ καλύτερα τόσο που θέλησε να σηκωθεί χωρίς να περιμένει το γιατρό. Με ανεβασμένα τα μανίκια του πουκαμίσου του ξυριζότανε όταν χτύπησε η πόρτα. Ήταν o γιατρός. Ο Σκρόντερ τον κάλεσε να περάσει.
« Νιώθω περίφημα σήμερα» είπε ο έμπορας δίχως καν να γυρίσει, συνεχίζοντας το ξύρισμα μπροστά στον καθρέφτη. «Ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη, αλλά τώρα μπορείτε να πηγαίνετε».
«Τι βιασύνη, τι βιασύνη!» έκανε ο γιατρός, και αμέσως μετά ξερόβηξε εκφράζοντας έτσι κάποια αμηχανία του. «Βρίσκομαι εδώ σήμερα σα φίλος».
Ο Σκρόντερ γύρισε απότομα και είδε στο κεφαλόσκαλο, δίπλα στο γιατρό, κάποιον άντρα γύρω στα σαράντα, γεροδεμένο, με πρόσωπο κάπως κοκκινωπό και αρκετά αυθάδικο να χαμογελάει με σημασία. Ο έμπορας, άνθρωπος γεμάτος αυτοπεποίθηση και μαθημένος να κάνει κουμάντο κοίταξε ερωτηματικά το γιατρό, φανερά ενοχλημένος. «Ένας φίλος μου» εξήγησε ο Λουγκόζι. «Ο Ντον Βαλέριο Μελίτο. Αργότερα πρέπει να επισκεφτούμε μαζί κάποιον ασθενή, κι έτσι του ζήτησα να με συνοδεύσει».
«Δούλος σας» έκανε ψυχρά ο Σκρόντερ. «Καθίστε, καθίστε».
«Έτσι λοιπόν» πρόσθεσε αμέσως ο γιατρός, σαν να 'θελε να δικαιολογηθεί «σήμερα, καθώς φαίνεται, δεν υπάρχει λόγος για επίσκεψη. Όλα καλά, με τα ούρα. Moνάχα που πρέπει να σας κάνω μια μικρή αφαίμαξη.»
«Μια αφαίμαξη; Και για ποιο λόγο;»
«Θα σας κάνει καλό» εξήγησε ο γιατρός. «Θα νιώσετε άλλος άνθρωπος, μετά. Πάντα κάνει καλό σε ιδιοσυγκρασίες όπως η δικιά σας. Και ύστερα είναι υπόθεση μονάχα δυο λεπτών.»
Λέγοντας αυτά τράβηξε απ' το πανωφόρι του ένα γυάλινο βάζο με τρεις βδέλες. Το έβαλε στο τραπέζι και πρόσθεσε: «Θα τοποθετήσετε μια σε κάθε καρπό. Φτάνει να τις κρατήσετε ακίνητες και θα προσκολληθούν αμέσως. Σας παρακαλώ να το κάνετε μόνος σας. Τι πρέπει να σας πω; Πως είκοσι χρόνια τώρα που είμαι γιατρός, δεν κατόρθωσα ποτέ μου να κρατήσω μια βδέλα;»
«Δώστε μου εδώ» έκανε ο Σκρόντερ με κείνο το ερεθιστικό αφυψηλού ύφος του. Πήρε το βάζο, κάθισε στο κρεβάτι και τοποθέτησε τους καρπούς τις δυο βδέλες, με τέτοια άνεση, λες και δεν έκανε άλλη δουλειά στη ζωή του.
Στο μεταξύ ο παράξενος επισκέπτης, δίχως να βγάλει το φαρδύ πανωφόρι, έβαλε το καπέλο του πάνω στο τραπέζι μαζί με ένα πακέτο στενόμακρο που έκανε κάποιο μεταλλικό θόρυβο. Ο Σκρόντερ πρόσεξε, με κάποια αδιόρατη ταραχή, πως ο άνθρωπος αυτός στεκόταν στο κεφαλόσκαλο σαν να ήθελε να κρατηθεί μακριά απ' αυτόν.
«Ο Ντον Βαλέριο χωρίς εσείς να το φαντάζεστε, σας γνωρίζει κιόλας» είπε στο Σκρόντερ ο γιατρός, τραβηγμένος και αυτός, ποιος ξέρει γιατί, κοντά στην πόρτα.
«Δεν θυμάμαι να είχα την τιμή» απάντησε ο Σκρόντερ, καθισμένος στο κρεβάτι έχοντας εγκαταλείψει τα χέρια του πάνω στο στρώμα, με τις παλάμες γυρισμένες ανάποδα, ενώ οι βδέλες του απομυζούσαν τους καρπούς. Και πρόσθεσε: «Μα, για πείτε μου Λουγκόζι, βρέχει σήμερα; Δεν πρόλαβα ακόμα να κοιτάξω έξω. Την έχω βαμμένη έτσι και βρέχει, έχω να κάνω ένα σωρό δουλειές μέχρι το βράδυ».
«Όχι, δεν βρέχει» είπε ο γιατρός χωρίς να δώσει σημασία στο πράγμα. «Μα ο Ντον Βαλέριο στ' αλήθεια σας γνωρίζει, μάλιστα αγωνιούσε να σας ξαναδεί.»
«Σας διευκρινίζω έκανε ο Μελίτο με μια δυσάρεστα βραχνή φωνή.» Σας διευκρινίζω: δεν είχα ποτέ την τιμή να σας συναντήσω προσωπικά, αλλά υπάρχει κάτι που ξέρω για σας και που ασφαλώς δεν φαντάζεστε.»
«Πραγματικά, δεν ξέρω»» απάντησε ο έμπορας αδιάφορα.
«Τρεις μήνες πριν;» έκανε ο Μελίτο. «Προσπαθείστε να θυμηθείτε: τρεις μήνες πριν δεν περάσατε με το αμαξάκι σας απ' το δρόμο των παλιών Συνόρων;»
«Μα δεν αποκλείεται » απάντησε ο Σκρόντερ. «Το πιο πιθανό να ήταν έτσι αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς.»
«Ωραία. Και δεν θυμάστε λοιπόν ότι πέσατε σε μια λακούβα και βρεθήκατε έξω από το δρόμο;»
«Ναι είναι αλήθεια» βεβαίωσε ο έμπορας, στυλώνοντας ψυχρά το βλέμμα του στην καινούρια και ανεπιθύμητη αυτή γνωριμία.
«Και ότι η μια ρόδα έγειρε προς τα έξω και το άλογο δεν μπορούσε να την επαναφέρει;»
«Ακριβώς έτσι. Εσείς όμως, πού βρισκόσασταν;» «Α, θα σας το πω αργότερα» απάντησε ο Μελίτο χαμογελώντας με νόημα στο γιατρό». Και τότε προσπαθήσατε ο ίδιος αλλά ούτε κι εσείς καταφέρατε να σηκώσετε το αμάξι. Δεν έγινε έτσι, για πέστε μου;»
«Ακριβώς έτσι. Και έριχνε και μια βροχή με το τουλούμι!»
«Αν έβρεχε λέει!» συνέχισε ο Ντον Βαλέριο, ικανοποιημένος. «Και ενώ εσείς παιδευόσασταν δεν φάνηκε ξαφνικά ένας περίεργος τύπος, ένας άντρας μακρύς, με κατάμαυρο πρόσωπο;»
«Μα τώρα, δεν πολυθυμάμαι» τον διέκοψε ο Σκρόντερ. «Συγνώμη, γιατρέ, αλλά τι θα γίνει μ' αυτές τις βδέλες θέλει πολύ ακόμα; Σας έχω πει κιόλας πως έχω ένα σωρό δουλειές».
«Κανένα λεπτό ακόμα!» τον ενθάρρυνε ο γιατρός. «Λίγη υπομονή, αγαπητέ Σκρόντερ! Μετά θα νιώσετε άλλος άνθρωπος θα δείτε. Ακόμα δεν έχει πάει δέκα η ώρα διάβολε έχετε όλο τον καιρό μπροστά σας».
«Δεν ήταν ένας άντρας ψηλός, με μαύρο πρόσωπο, και με ένα περίεργο κυλινδρικό καπέλο;» επέμενε ο Ντον Βαλέριο. «Και δεν είχε κάτι σαν καμπανάκι; Δεν θυμάστε που συνεχώς κουδούνιζε;»
«Ωραία: ναι λοιπόν, το θυμάμαι» απάντησε με αγένεια ο Σκρόντερ.
«Μα για πέστε μου, πού θέλετε να καταλήξετε;»
«Μα πουθενά!» έκανε ο Μελίτο. «Μονάχα για να σας πω ότι σας γνωρίζω κιόλας. Και ότι έχω καλό μνημονικό. Δυστυχώς εκείνη τη μέρα ήμουνα μακριά στην άλλη μεριά του χαντακιού, ήμουνα το λιγότερο σε πεντακόσια μέτρα απόσταση. Είχα χωθεί κάτω από ένα δέντρο για να προστατευτώ απ' τη βροχή και έτσι μπόρεσα να δω».
«Και ποιος ήτανε λοιπόν εκείνος ο άνθρωπος; » ρώτησε με φωνή τραχιά ο Σκρόντερ, σαν να 'θελε να δείξει πως αν ο Μελίτο είχε κάτι να πει, καλύτερα να το' λεγε αμέσως τώρα.
«Α, δεν ξέρω ακριβώς, ποιος ήταν τον είδα από μακριά. Εσείς όμως ποιος νομίζετε πως ήταν;»
«Κανένας κακομοίρης, θα πρέπει να 'ταν» είπε ο έμπορας.
«Σαν κωφάλαλος έμοιαζε. Όταν τον παρακάλεσα να έρθει να με βοηθήσει έβγαλε κάτι σαν μουγκρητό, λέξη δεν κατάλαβα.»
« Και τότε εσείς πήγατε προς το μέρος του και αυτός τραβήχτηκε πίσω, και εσείς πιάνοντάς τον από το μπράτσο τον υποχρεώσατε να σπρώξει την καρότσα μαζί σας. Έτσι δεν είναι; Πέστε την αλήθεια».
«Και τι δουλειά έχει αυτό;» επιτέθηκε ο Σκρόντερ ανυποψίαστος. «Δεν του έκανα κανένα κακό. Αντίθετα, ύστερα του έδωσα και δυο λίρες».
«Ακούσατε;» μουρμούρισε χαμηλόφωνα ο Μελίτο στο γιατρόΩ και ύστερα δυνατά, γυρνώντας στον έμπορα: «Τίποτε το κακό, ποιος μπορεί να το αρνηθεί; Πρέπει να αναγνωρίσετε όμως πως είδα τα πάντα.»
«Δεν υπάρχει λόγος να δυσανασχετείτε αγαπητέ Σκόντερ» έκανε ο γιατρός σ' αυτό το σημείο, βλέποντας ότι ο έμπορας είχε αγριέψει.» «Ο εκλεκτός Ντον Βαλέριο, που βρίσκεται μαζί μας, είναι ένας άνθρωπος που του αρέσει ν' αστειεύεται.
Ήθελε απλώς να σας εντυπωσιάσει.»
Ο Μελίτο στράφηκε προς το γιατρό συγκατανεύοντας μ' ένα κούνημα του κεφαλιού. Με την κίνηση, οι άκρες του πανωφοριού άνοιξαν λίγο και ο Σκρόντερ που τον παρακολουθούσε, έγινε κατάχλωμος.
«Συγνώμη Ντον Βαλέριο» είπε με φωνή λιγότερο σίγουρη απ' το συνηθισμένο. «Εσείς κρατάτε πιστόλι, θα μπορούσατε να το αφήσετε κάτω, νομίζω. Και σ' αυτά τα μέρη έτσι συνηθίζεται, απ' ότι ξέρω.»
«Για το Θεό! Παρακαλώ συγχωρείστε με! » αναφώνησε ο Μελίτο χτυπώντας με το χέρι του το κούτελο θέλοντας έτσι να εκφράσει τη στενοχώρια του.
«Δεν ξέρω, είμαι πραγματικά αδικαιολόγητος! Ξεχάστηκα τελείως. Ποτέ δεν το παίρνω μαζί μου, και γι' αυτό φαίνεται ξέχασα να το αφήσω κάτω. Είναι που σήμερα πρέπει να πάω με το άλογο έξω από την πόλη.»
Έμοιαζε ειλικρινής, στην πραγματικότητα όμως εξακολουθούσε να έχει περασμένο το πιστόλι στη ζώνη του, συνεχίζοντας να κουνά το κεφάλι του. «Και για πέστε μου» πρόσθεσε στραμμένος πάντοτε προς τον Σκρόντερ. «Τι εντύπωση σας είχε κάνει αυτός ο φτωχοδιάβολος;»
«Τι εντύπωση έπρεπε να μου κάνει; Το είπατε κιόλας, ένας φτωχοδιάβολος, ένας κακομοίρης.»
«Και εκείνο το καμπανάκι εκείνο εκεί το πράμα που συνεχώς κουδούνιζε, δεν αναρωτηθήκατε τι θα μπορούσε να είναι;»
«Μα» απάντησε o Σκρόντερ, προσέχοντας τα λόγια του, με την εκδοχή κάποιας παγίδας. «Κάποιος τσιγγάνος, θα μπορούσε να είναιΩ για να τραβήξουν την προσοχή του κόσμου τους έχω δει πολλές φορές να κτυπάνε καμπανάκια».
«Ένας τσιγγάνος! «φώναξε ο Μελίτο, ξεσπώντας σε γέλια, σαν να άκουσε το πιο αστείο πράγμα του κόσμου. «Α, ώστε, τον πήρατε για τσιγγάνο;»
Ο Σκρόντερ γύρισε θυμωμένος προς το γιατρό.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε σκληρά. «Τι σημαίνει όλο αυτό το ερωτηματολόγιο; Αγαπητέ μου Λουγκόζι, αυτή η ιστορία δεν μου αρέσει καθόλου! Μα καθόλου! Αν θέλετε εξηγήστε και σε μένα επιτέλους!».
«Παρακαλώ μην δυσανασχετείτε…» απάντησε ο γιατρός σε απαγορευτικό τόνο.
«Αν εννοείτε ότι αυτός ο παγαπόντης έπαθε κάποιο ατύχημα και το φταίξιμο είναι δικό μου, μιλήστε καθαρά» συνέχισε ο έμπορας υψώνοντας όλο και περισσότερο τη φωνή του «μιλήστε καθαρά, αγαπητοί κύριοι. Μήπως θέλετε να πείτε πως τον σκότωσαν;»
«Μα τι να τον σκοτώσουν!» έκανε, ο Μελίτο χαμογελώντας, απόλυτα κύριος της κατάστασης «μα, τι είν' αυτά που βάζετε στο μυαλό σας; Αν σας ενόχλησα λυπάμαι ειλικρινά. Ο γιατρός μου είπε: Ντον Βαλέριο, ανεβείτε κι εσείς μαζί μου, πηγαίνω στον κύριο Σκρόντερ. Α, τον γνωρίζω, του απάντησα. Ωραία λοιπόν έκανε εκείνος ανεβείτε μαζί μου, θα χαρεί να σας δει. Λυπάμαι πολύ που τελικά κατάφερα να γίνω ενοχλητικός…»
Ο έμπορος ένιωσε τότε πως είχε παραφερθεί. «Συγχωρήστε με- καλύτερα, αν έχασα την υπομονή μου. Μου φάνηκε όμως σχεδόν σαν ανάκριση με όλους τους κανόνες. Αν συμβαίνει τίποτε, πέστε το ελεύθερα.»«Ε, λοιπόν» μπήκε στη μέση ο γιατρός με μεγάλη επιφύλαξη. «Ε, λοιπόν υπάρχει πραγματικά κάτι».
«Μια καταγγελία;» ρώτησε ο Σκρόντερ με μεγαλύτερη σιγουριά ενώ προσπαθούσε να ξαναβάλει στους καρπούς του τις βδέλες, που στο μεταξύ είχανε ξεφύγει με το προηγούμενο ξέσπασμα. «Υπάρχει κάτι εναντίον μου;»
«Ντον Βαλέριο» πρότρεψε ο γιατρός. «Ίσως είναι καλύτερα να πάρετε εσείς το λόγο.»
«Καλά» άρχισε ο Μελίτο. «Μήπως ξέρετε ποιο ήταν εκείνο το άτομο που σας βοήθησε να ανασύρετε το αμάξι;»
«Μα, όχι σας τ' ορκίζομαι, πόσες φορές θα πρέπει να το επαναλάβω;»
«Σας πιστεύω» είπε ο Μελίτο. «Ρωτάω μονάχα αν σας περνάει κάποια ιδέα.»
«Πού να ξέρω, κανένας τσιγγάνος, ίσως κάποιος αγύρτης…»
«Όχι. Τσιγγάνος δεν ήταν. Ή κι αν ακόμα ήτανε κάποια φορά τώρα έχει πάψει. Εκείνος ο άνθρωπος για να γίνω πιο σαφής είναι κάτι που αρχίζει από λάμδα.» «Κάτι που αρχίζει από λάμδα;» επανέλαβε τελείως μηχανικά ο Σκρόντερ, προσπαθώντας να σκεφτεί, ενώ κάποια ανησυχία άρχισε να τον κυριεύει.
«Ακριβώς. Αρχίζει από λάμδα» βεβαίωσε ο Μελίτο μ' ένα μοχθηρό χαμόγελο.
Ένας ληστής; Αυτό εννοείτε;» Έκανε ο .έμπορας ενώ το πρόσωπό του φωτίστηκε από τη βεβαιότητα πως είχε μαντέψει σωστά.
Ο Ντον Βαλέριο ξέσπασε σε γέλια: «Α!, ένας ληστής! Καλό κι αυτό ! Είχατε δίκιο, γιατρέ: άνθρωπος με ιδιαίτερο χιούμορ, ο κύριος Σκρόντερ!» Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε έξω απ' το παράθυρο ο θόρυβος της βροχής που άρχισε να πέφτει. «Σας χαιρετώ» είπε ο έμπορας αποφασιστικά, βγάζοντας τις δυο βδέλες και ρίχνοντάς τες στο βάζο. «Έπιασε βροχή. Πρέπει να πηγαίνω, αν δεν θέλω ν' αργήσω περισσότερο.»
«Κάτι που αρχίζει από λάμδα» επέμενε ο Μελίτο ενώ σηκωνόταν κι εκείνος όρθιος περνώντας το χέρι του μέσα στο φαρδύ πανωφόρι.
«Δεν ξέρω, σας το είπα. Τα αινιγματάκια δεν μου άρεσαν ποτέ. Αποφασίστε, αν έχετε να πείτε κάτι… Κάτι που αρχίζει από λάμδα;… Ένας λιποτάχτης ίσως…» πρόσθεσε κοροϊδευτικά.
Ο Μελίτο και ο γιατρός, όρθιοι, είχαν πλησιάσει κοντά ο ένας στον άλλο, ακουμπώντας τις πλάτες στην πόρτα. Κανένας απ' τους δυο δεν γελούσε πια. «Ούτε ληστής ούτε λιποτάχτης» έκανε αργά ο Μελίτο. «Ένας λεπρός, ήταν».Ο έμπορας κοίταξε τους δυο άντρες·το πρόσωπό του είχε γίνει κάτασπρο σαν του πεθαμένου.
«Ε, και λοιπόν; Και αν ακόμα υποθέσουμε πως ήτανε λεπρός;»
«Ήτανε πραγματικά δυστυχώς» είπε ο γιατρός, γυρεύοντας κάπως φοβισμένα, να κρυφτεί πίσω από τις πλάτες του Ντον Βαλέριο. «Και τώρα είσαστε κι εσείς.»
«Φτάνει!» ούρλιαξε ο έμπορας τρέμοντας από θυμό. «Έξω από δω! Τέτοιου είδους αστεία δεν περνάνε σε μένα. Έξω απ' εδώ κι οι δυο σας!»
Τότε ο Μελίτο τράβηξε το πιστόλι κάτω απ' το πανωφόρι του.
«Είμαι ο δικαστής αγαπητέ κύριε. Ηρεμήστε, για το δικό σας καλό.»
«Θα σας δείξω αμέσως εγώ ποιος είμαι!» ούρλιαξε ο Σκρόντερ.
«Τι θέλετε να μου κάνετε, τώρα;»
Ο Μελίτο δεν έχανε στιγμή απ' τα μάτια του το Σκρόντερ έτοιμος για κάποια ενδεχόμενη επίθεση. «Μέσα σ' αυτό το πακέτο υπάρχει το καμπανάκι σας » απάντησε. «Φύγετε αμέσως από ΄δώ συνεχίζοντας να το χτυπάτε μέχρι που να βγείτε τελείως έξω απ' το χωριό, και δεν πρόκειται να σταματήσετε, παρά μονάχα αφού βρεθείτε έξω απ' αυτά τα σύνορα.»
«Τώρα θα σας δείξω εγώ με το καμπανάκι!» «επιτέθηκε ο Σκρόντερ και λογάριαζε ακόμα να ξεφωνίσει αλλά η φωνή του δεν έβγαινε πια, η φρίκη αυτής της αποκάλυψης ένιωσε να του φράζει το λαιμό. Τελικά κατάλαβε: ο γιατρός, με τη χθεσινή επίσκεψη, άρχισε να υποπτεύεται κάτι και πήγε να ειδοποιήσει το δικαστή. Ο δικαστής, κατά τύχη τον είχε δει να τραβάει από το μπράτσο, τρεις μήνες πριν, ένα περαστικό λεπρό, και τώρα αυτός ο Σκρόντερ, ήταν καταδικασμένος. Η ιστορία με την αφαίμαξη έγινε επίτηδες, για να κερδίσουν χρόνο. Είπε ακόμα: «Φεύγω μόνος μου δεν έχω ανάγκη απ' τις διαταγές σας, βρωμόσκυλα, θα σας δείξω εγώ, θα σας δείξω….»
«Βάλτε το σακάκι σας» διέταξε ο Μελίτο, ενώ το πρόσωπό του φωτίστηκε από μια διαβολική ικανοποίηση. «Το σακάκι, και δρόμο γρήγορα.»
«Θα περιμένετε να πάρω τα πράγματά μου» είπε ο Σκρόντερ, πόσο λιγότερο άγρια από κάθε άλλη φορά! «Μόλις μαζέψω τα πράγματά μου θα φύγω να είστε βέβαιοι γι αυτό.»
«Τα πράγματά σας θα πρέπει να καούν» σάρκασε ο δικαστής. «Το καμπανάκι θα πάρετε, και μόνο».
«Τα πράγματά μου, τουλάχιστον!» αναφώνησε ο Σκρόντερ μέχρι τότε σίγουρος και άφοβος·παρακαλούσε το δικαστή σαν παιδάκι. «Τα ρούχα μου, τα λεφτά μου, αυτά τουλάχιστον να μου αφήσετε!»
«Το σακάκι, τη μπέρτα, και τίποτε άλλο. Όλα τ' άλλα πρέπει να καούν. Για το αμάξι και το άλογο φροντίσαμε ήδη.»
«Πώς; Τι θέλετε να πείτε;» τραύλισε ο έμπορας. «Αμάξι και άλογο έχουν κιόλας καεί, όπως ορίζει ο νόμος» απάντησε ο δικαστής απολαμβάνοντας την απελπισία του.
«Μη μου πείτε πως φανταστήκατε ένας λεπρός να πηγαίνει βόλτα με αμάξι ε;»
Και ξέσπασε σ' ένα πρόστυχο γέλιο. Κατόπιν ακόμα πιο απάνθρωπα: «Δρόμο! έξω από ΄δώ!» ούρλιαξε στο Σκρόντερ. «Μήπως νόμισες πως θα καθίσουμε εδώ με τις ώρες να κουβεντιάζουμε; Δρόμο γρήγορα, παλιόσκυλο!»
Ο Σκρόντερ έτρεμε ολόκληρος μεγαλόσωμος και χοντρός όπως ήταν, την ώρα που έβγαινε απ' το δωμάτιο, κάτω απ' την απειλή του πιστολιού, κτυπούσαν τα σαγόνια του και το βλέμμα του έμοιαζε τελείως αποβλακωμένο.
«Το καμπανάκι!» τού ξεφώνισε ο Μελίτο κάνοντάς τον ν' αναπηδήσει ολόκληρος·και του πέταξε με δύναμη μπροστά του, στο έδαφος, το μυστηριώδες πακέτο, που έβγαλε ένα μεταλλικό ήχο. «Βγάλ' το έξω και δέσ' το στο λαιμό σου.»
Έσκυψε ο Σκρόντερ, έσκυψε με όλη εκείνη την κούραση ενός γέρου, μάζεψε από χάμω το πακέτο, έλυσε αργά τους σπάγγους, τράβηξε μέσα από το περιτύλιγμα ένα κουδούνι από χαλκό, με μια ξύλινη σκαλιστή λαβή, καινούρια, κατακαίνουργη. «Στο λαιμό!» τού ούρλιαξε ο Μελίτο. «Κουνήσου γρήγορα, ειδεμή μα το Θεό πυροβολώ!»
Τα χέρια του Σκρόντερ τρέμανε συνέχεια και δεν ήταν εύκολο να υποταχτούν στη διαταγή του δικαστή. Παρόλα αυτά ο έμπορας, κατόρθωσε να περάσει στο λαιμό του το λουρί που κρεμόταν στο καμπανάκι, και τώρα του έφτανε μέχρι την κοιλιά, ενώ, σε κάθε του κίνηση κουδούνιζε δυνατά.
«Κράτα το στο χέρι, κούνα το, διάβολε! Είσαι μια χαρά, έτσι; Ένας τόσο εκλεκτός κύριος σαν και σένα. Κοίτα τι ωραίος λεπρός!» αποκτηνώθηκε ο Ντον Βαλέριο, ενώ ο γιατρός τραβήχτηκε σε μια γωνιά, απολιθωμένος από την αποκρουστική σκηνή.
Ο Σκρόντερ με βήματα βαριά αρρώστου άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Παράδερνε το κεφάλι από τη μια πάντα στην άλλη όπως μερικοί καθυστερημένοι που συναντά κανείς στο δρόμο. Μετά από δυο σκαλοπάτια, γύρισε το κεφάλι και γυρεύοντας το γιατρό τον κοίταξε κατάματα για αρκετή ώρα.
«Δεν φταίω εγώ!» τραύλισε ο γιατρός Λουγκόζι. «Ήτανε μια ατυχία, μια μεγάλη ατυχία!»
«Εμπρός, εμπρός!» παρότρυνε στο μεταξύ ο δικαστής σαν να μιλούσε σε κανένα ζώο. «Χτύπα το καμπανάκι, σου λέω, ο κόσμος πρέπει να ξέρει τον ερχομό σου!» Ο Σκρόντερ ξανάρχισε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Σιγά σιγά βγήκε από την πόρτα του πανδοχείου και κίνησε αργά κατάτην πλατεία. Δεκάδες πολλές δεκάδες άτομα συγκεντρώθηκαν στο άκουσμα για να τραβηχτούνε σιγά σιγά προς τα πίσω μόλις αυτός πλησίαζε. Η πλατεία ήτανε μεγάλη, πάρα πολύ μακριά για να τη διασχίσει κανείς. Με κίνηση ψυχρή, αποφασιστική τώρα πια αυτός χτυπούσε το καμπανάκι, που έβγαζε ήχο πεντακάθαρο και γιορταστικό νταν, νταν, νταν, έκανε.


Dino Buzzati
Ο σκύλος που είδε το Θεό,
Μετάφραση Πωλίνα Πεφάνη
Εκδόσεις Στοχαστής

Δεν υπάρχουν σχόλια: