.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ - Dashiell Hammett


Ο Σπαίηντ έκατσε στην πολυθρόνα δίπλα στο τραπέζι, και χωρίς καμιά άλλη εισαγωγή, χωρίς κανένα σχόλιο, άρχισε να διηγείται στο κορίτσι κάποιο επεισόδιο που είχε συμβεί πριν από χρόνια στα Νοτιοδυτικά. Μιλούσε με μια σταθερή, ήρεμη φωνή, άδεια από έμφαση ή παύσεις, αν και σε μερικά σημεία επανέλαβε μια φράση μερικές φορές, λίγο αλλαγμένη, σαν να είχε σημασία ο τρόπος με τον οποίο δένονταν οι λεπτομέρειες των όσων είχαν συμβεί.
Στην αρχή η Μπριτζίντ Ο' Σώνεσσυ άκουγε με ένα μέρος της προσοχής της, περισσότερο έκπληκτη από το γεγονός του ότι της διηγόταν μια ιστορία παρά απ' το περιεχόμενό της, αλλά σιγά-σιγά, καθώς η ιστορία εκτυλισσόταν, άρχισε να την κατακτά όλο και περισσότερο, κι άρχισε να ακούει ακίνητη και γεμάτη προσοχή.

Κάποιος που τον έλεγαν Φλίτκραφτ είχε αφήσει το γραφείο του, αγοραπωλησίες ακινήτων, στην Τακόμα, για μπρέκφαστ, και δεν είχε γυρίσει ποτέ. Δεν πήγε στο ραντεβού του για γκολφ εκείνο το απόγευμα, αν και ο ίδιος το είχε προτείνει, μισή ώρα πριν βγει απ' το γραφείο του κι εξαφανιστεί. Η γυναίκα και τα παιδιά του δεν τον ξανάδαν από τότε. Με τη γυναίκα του τα πήγαιναν μια χαρά. Είχε δύο αγόρια τριών και πέντε χρονών. Είχε δικό του σπίτι σ' ένα προάστιο στην Τακόμα, μια καινούργια Πακάρ και τις υπόλοιπες ανέσεις της ζωής ενός πετυχημένου Αμερικάνου.
Ο Φλίτκραφτ είχε κληρονομήσει εβδομήντα χιλιάδες δολάρια απ' τον πατέρα του, και με τις επιτυχίες του στ' ακίνητα, είχε μια περιουσία γύρω στις διακόσιες χιλιάδες δολλάρια τη στιγμή που εξαφανίστηκε. Οι δουλειές του ήταν ταχτοποιημένες και μερικές εκκρεμότητες έδειχναν ότι δεν είχε προετοιμάσει την εξαφάνισή του. Μια συμφωνία π.χ. που θα του έφερνε ένα σημαντικό κέρδος επρόκειτο να κλειστεί την επομένη της εξαφάνισής του. Δεν υπήρχε τίποτα που να δείχνει ότι είχε παραπάνω από πενήντα ή εξήντα δολλάρια πάνω του όταν έφυγε. Όλες του οι κινήσεις για μήνες πριν ήταν τελείως γνωστές, έτσι που να αποκλείσει κανείς κρυφά βίτσια, ή ακόμα και μια άλλη γυναίκα στη ζωή του, αν και τα δυό φαίνονταν μάλλον απίθανα.
-Εξαφανίστηκε στον αέρα, είπε ο Σπαίηντ, σαν τη γροθιά μόλις ανοίξεις τα δάχτυλά σου.
....................................

Λοιπόν αυτά συνέβησαν το 1922. Το 1927 βρισκόμουν σε μια από τις μεγάλες εταιρείες αναζητήσεων στο Σκατζ. Η μίσες Φλίτκραφτ ήρθε, και μας είπε ότι κάποιος είχε δει κάποιον στο Σποκαίην που έμοιαζε με τον άντρα της. Πήγα. Είχε μια δουλειά μ' αυτοκίνητα που του άφηνε είκοσι με εικοσιπέντε χιλιάρικα το χρόνο, μια σύζυγο, ένα μωρό, δικό του σπίτι σ' ένα προάστειο στο Σποκαίην και συνήθως έπαιζε γκολφ μετά τις τέσσερις, όταν ο καιρός το επέτρεπε.
Ο Σπαίηντ δεν είχε σαφείς οδηγίες για το τι να κάνει μόλις έβρισκε τον Φλίτκραφτ. Μίλησαν μαζί στο δωμάτιο του Σπαίηντ στο Ντάβενπορτ. Ο Φλίτκραφτ δεν αισθανόταν καθόλου ένοχος. Είχε αφήσει την πρώτη του οικογένεια καλά αποκατεστημένη και αυτό που είχε κάνει του φαινόταν απόλυτα λογικό. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν το αν μπορούσε να κάνει τον Σπαίηντ να καταλάβει αυτή τη λογική. Δεν είχε πει τίποτα σε κανέναν προηγουμένως, κι έτσι δεν είχε αναγκαστεί ποτέ να εξηγήσει το πόσο λογικό του φαινόταν. Προσπαθούσε τώρα.
- Προσωπικά, κατάλαβα την άποψή του, είπε ο Σπαίηντ στην Μπριτζίντ Ο' Σώνεσσυ, αλλά δεν συνέβη το ίδιο με την μίσες Φλίτκραφτ. Εν πάσει περιπτώσει, όλα τέλειωσαν καλά. Δεν ήθελε το σκάνδαλο, και μετά από ότι της έκανε, τουλάχιστον έτσι το έβλεπε εκείνη, δεν τον ήθελε πίσω. Έτσι, πήραν διαζύγιο χωρίς φασαρία, και όλα ήσαν στο τέλος ήσυχα κι ωραία.

Και να τι του είχε συμβεί. Πηγαίνοντας εκείνη τη μέρα για φαΐ, πέρασε μπροστά από μια οικοδομή. Χτιζόταν εκείνο τον καιρό, και ήταν μόνο ο σκελετός. Κάποιο μαδέρι, ή κάτι τέτοιο έπεσε από οχτώ ή δέκα πατώματα, και χτύπησε το πεζοδρόμιο δίπλα του. Πέρασε ξυστά δίπλα του χωρίς να τον αγγίξει, αν κι' ενα θραύσμα από το σπασμένο πεζοδρόμιο του έγδαρε το μάγουλο. Ίσια που τον ακούμπησε αλλά όταν τον είδα, είχε ακόμα την ουλή. Φυσικά, τρομοκρατήθηκε, αλλά ένιωσε πιο πολύ έκπληκτος παρά φοβισμένος. Ένιωσε σαν κάποιος να του ξεγύμνωσε τη ζωή και να του αποκάλυψε περί τίνος πραγματικά επρόκειτο.
Ο Φλίτκραφτ πάντα του υπήρξε καλός πολίτης, σύζυγος και πατέρας, όχι από κάποια εξωτερική πίστη, αλλά απλώς γιατί ήταν ένας άνθρωπος που βρισκόταν σ' απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον του. Είχε μεγαλώσει μ' αυτόν τον τρόπο. Οι άνθρωποι που γνώριζα ήσαν σαν κι' αυτόν. Η ζωή που ήξερε ήταν μια υπόθεση καθαρή, τακτική, λογική και υπεύθυνη. Τώρα, ένα δοκάρι που έπεφτε, του έδειξε ότι βασικά, η ζωή δεν ήταν τίποτ' απ' όλ' αυτά. Αυτός, ο καλός πολίτης – σύζυγος – πατέρας μπορούσε να σταματήσει να υπάρχει, μεταξύ γραφείου και ρεστωράν, εξ' αιτίας ενός δοκαριού που έπεφτε. Κατάλαβε τότε ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν τυχαία, έτσι, και ζούσαν εφ' όσον η τυφλή τύχη το επέτρεπε.
Κατ' αρχήν δεν ήταν η αδικία αυτού του πράγματος που τον ενοχλούσε. Τη δέχτηκε μετά από το πρώτο σοκ. Αυτό που τον ταρακούνησε ήταν ότι με το να βάλει τη ζωή του σε πλήρη τάξη είχε κάνει το λάθος, κι' όχι αν έκανε το αντίθετο. Είπε ότι αφού προσπέρασε το πεσμένο μαδέρι έξι μέτρα, από κεί και πέρα δεν θα έβρισκε ησυχία μέχρι να προσαρμόσει τη ζωή του σ' αυτήν την καινούργια άποψη της ζωής που του είχε αποκαλυφθεί. Μέχρι που να τελειώσει το μπρέκφαστ του, είχε ανακαλύψει τον τρόπο. Η ζωή του μπορεί να τέλειωνε τυχαία από ένα ξεκάρφωτο μαδέρι, έτσι λοιπόν κι αυτός θα την άλλαζε τυχαία φεύγοντας μακριά. Αγαπούσε την οικογένειά του, είπε, και την άφηνε χωρίς οικονομικά προβλήματα, και η αγάπη του ήταν τέτοιου είδους που δεν θα έκανε το χωρισμό αβάσταχτο.
- Πήγε στο Σκατζ εκείνο το απόγευμα, είπε ο Σπαίηντ, και από κει στο Σαν Φραντσίσκο με καράβι. Για κανά δυό χρόνια στριφογύριζε από δω κι' από κει, και μετά βρέθηκε στα Νοτιοδυτικά, κι' εγκαταστάθηκε στο Σποκαίην όπου και παντρεύτηκε. Η δεύτερη γυναίκα του δεν έμοιαζε με την πρώτη, αλλά ταίριαζαν σε περισσότερα σημεία παρά απ' αυτά που διαφωνούσαν. Ξέρεις, ο τύπος των γυναικών που δεν κλέβουν στο γκολφ ή στο μπρίτζ, και τους αρέσουν οι συνταγές για καινούργιες σαλάτες. Δεν έμοιαζε να μετανιώνει καθόλου για το ότι είχε κάνει. Του φαινόταν απόλυτα λογικό. Δεν νομίζω να αντελήφθη ποτέ ότι φυσικά είχε ξαναπέσει στο ίδιο κανάλι από το οποίο είχε ξεφύγει στην Τακόμα. Αλλά να το κομμάτι αυτής της ιστορίας που πάντα μου άρεσε περισσότερο. Προσάρμοσε τη ζωή του σε δοκάρια που έπεφταν από οικοδομές, και τότε σταμάτησαν να πέφτουν, και προσάρμοσε πάλι τη ζωή του σε δοκάρια που δεν έπεφταν από οικοδομές................




Dashiell Hammett
ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΕΛΗΣ ΛΙΒΑΝΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΠΥΡΟΣ Ν. ΜΠΟΓΙΑΤΗΣ 1981

Δεν υπάρχουν σχόλια: