.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Ο ΤΕΛΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΕΠΟΠΤΕΙΑ – ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ – ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ


Κατά την ομόφωνον γνώμην όλων των μεμυημένων της αρχαιότητος τελικός σκοπός των Μυστηρίων ήτο η απαλλαγή απ'οτου κλοιού της Ειμαρμένης και η απόλυτος ελευθέρωσις του ανθρωπίνου πνεύματος. Εκ των συγκεκαλυμμένων περικοπών των κλασικών εξάγεται το συμπέρασμα, ότι ο άπαξ υποστάς τας δοκιμασίας και κριθείς άξιος να μετάσχη των ανωτέρων βαθμίδων της Μυήσεως, απηλλάσσετο του φόβου του μεταθανάτιου βίου και ότι απέκτα την βεβαιότητα περί αθανασίας του Πνεύματος και της επιβιώσεως της ψυχής του, μετά την μεταβολήν την καλουμένην θάνατον.
Ο Πλάτων ομιλών περί Ελευσινίων Μυστηρίων εις τον «Φαίδρον» του λέγει: «Μυηθέντες εις τα Μυστήρια ταύτα τα οποία αρμόζει να αποκαλέσωμεν τα θειότερα πάντων … απηλλάγημεν των κακών τα οποία άλλως μας αναμένουν εν τινι μελλοντικώ βίω. Ομοίως και εν συνεχεία προς την θείαν ταύτην μύησιν κατέστημεν θεαταί πλήρων, απλών, εξόχων και θείων οραμάτων, οντοτήτων πνευματικών περιβαλλομένων υπό ανεσπέρου φωτός».
Ο δε Πρόκλος διεξοδικώτερον αποκαλύπτει ότι: «οι μυούμενοι συνήντων κατ' αρχάς πολλαπλούς και πολυειδείς θεούς. Μετά την είσοδόν των όμως εις τα ενδότερα δεν απήντων πλέον κατωτέρας θεότητας, τουναντίον, εδέχοντο θείαν επιφώτισιν και μετελάμβανον αυτής ταύτης της ουσίας της θεότητος». Περαιτέρω ο αυτός συγγραφεύς προχωρεί μέχρις αντιπαραβολής της μεταδιδομένης φωτίσεως εν τοις μυστηρίοις, προς την μυστικιστικώς λαμβανομένην δια της εσωτέρας αγωγής, και λέγει: «Και ούτω εάν η ψυχή κοιτάζη προς τα έξω βλέπει σκηνάς και είδωλα πραγμάτων, επανερχομένη όμως εις εαυτήν, διακρίνει και ανακαλύπτει την ιδίαν της ουσίαν. Εν αρχή φαίνεται ότι παρατηρεί εαυτήν μόνην, αλλ' αφού εισδύσει έτι ενδότερον εις το άδυτον, τότε θεάται της θείας ουσίας, είναι δε τούτο η εξοχωτέρα των ανθρωπίνων πράξεων, τουτέστιν η ανύψωσις της ανθρωπίνης ψυχής εις ανωτέρους ορίζοντας μέχρι και του θείου, ίνα φθάση και ενωθή στενώς μετ' εκείνου όπερ είναι ανέκφραστον και υπεράνω πάντων των πραγμάτων. Όταν φθάση τόσον υψηλά, μέχρι της πρώτης Αρχής, η ψυχή τελειώνει το ταξείδιόν της και αναπαύεται».
Συμπέρασμα όλων αυτών είναι ότι «όντως οι μύσται και Επόπται οι μετέχοντες του κύκλου των μυστηρίων εδιδάσκοντο ή εμάνθανον πολλά χρήσιμα περί της παρούσης και μελλούσης ζωής, περί αναπαύσεως και κρίσεως των εν τω βίω αγαθών και κακών πράξεων. Ταύτα δε έβλεπον έτι μάλλον δια τινος υψηλοτέρας εκστάσεως εκτυλισσόμενα προ των οφθαλμών αυτών. Ώστε τα μυστήρια ενείχον ου μόνον τελετάς απλώς αλλά και υψηλοτάτας αληθείας και διδασκαλίας βαθυτέρας και μόνον ηθικάς». (Αρβανιτόπουλος, Εν λεξικώ Ελευθερουδάκη, εν λήμμα «μυστήριον»).
Εκ των μυστηρίων λοιπόν τούτων είναι εύλογον να παραδεχθώμεν ότι εις τον βαθμόν του Επόπτου των Ελευσινίων, οι μεμυημένοι Ιεροφάνται προδιέθετον τοιουτοτρόπως την ψυχήν του μυουμένου, ώστε εξ ιδίας πλέον αυτοψίας να γίνωνται μέτοχοι των ηθικών παραγγελμάτων και δια του πνευματικού των οφθαλμού να παρακολουθούν τα αποτελέσματα των γηίνων ημών πράξεων. Περαιτέρω εις ανωτέραν ακόμη βαθμίδα μυήσεων, ελάμβανε χώραν το φαινόμενον της Θεοφανείας καθ' ο ανώτεραι πνευματικαί οντότητες (πλανητικά πνεύματα) εξεδήλουν την συμμετοχήν των εις την ιεροτελεστίαν και την παρουσίαν των υπό αμόρφου ή ανθρωπομόρφου σχήματος πλέοντος εντός θαλάσσης φωτός.
Αλλά κατά την ομολογίαν της η H. P. BLAVATSKY (DOCTRINE SECRETE, Τόμος V, σελ. 314) και άλλων πολλών ερευνητών, τα φαινόμενα ταύτα της υψηλής μυήσεως, επιτελούνται και σήμερον ακόμη παρά τοις Ινδοίς Μύσταις, όπου «ανωτέρας προελεύσεως οράματα, έμπλεα αληθείας, παράγονται χάρις εις κανονικήν αγωγήν, βοηθεία βαθμιαίων μυήσεων και κατόπιν συστηματικής αναπτύξεως των ψυχικών και πνευματικών ικανοτήτων των μυστών».
Επειδή παραδεχώμεθα ότι δεν δύναται να νοηθή πραγματική μύησις άνευ της τοιαύτης θεουργίας, εποπτείας και θεοφανείας, κατά τας οποίας ο μύστης αποδεικνύεται τελείως κυρίαρχος των ψυχικών και νοητικών δυνάμεων εαυτού, των άλλων ανθρώπων και της φύσεως, πρέπει να ερευνηθή κατά πόσον ο Τεκτονισμός παρέχει τας μυστηριακάς κλείδας δι ων επιτυγχάνεται τούτο.
Τα πάντα συντείνουσιν εις το να παραδεχθώμεν ότι ο σημερινός «θεωρητικός Ε:. Τ:.» στερείται από της ιδρύσεώς του των Κλειδών της πρακτικής μυήσεως και ότι περιορίζεται απλώς εις την μυστικιστικήν οδόν, εις την εσωτέραν τελειοποίησιν δια των ηθικών παραγγελμάτων και των συμβόλων του ερμηνευομένων από της ηθικής και ακροθιγώς της κοσμογονικής πλευράς. Η εσωτέρα όμως γνώσις της οντολογικής και ανελικτικής μορφής της διδασκαλίας του, έχει προ πολλού απωλεσθή, και συγκεκριμμένως από της επισήμου ιδρύσεως της Μεγ:. Στ:. της Αγγλίας. Ο τελευταίος «πρακτικός» μεμυημένος των τεκτονικών μυστηρίων υπήρξεν ο Ηλίας Άσμολ.
Έκτοτε βεβαίως πολλαί προσπάθειαι εγένοντο προς αποκατάστασιν του Ε:. Τ:. εις το ύψος μιας τελείας μυσταγωγικής οργανώσεως, πλείστα συστήματα ανωτέρων βαθμών ιδρύθησαν, τα ονόματα μεγάλων μυσταγωγών μετά εξίσου μεγάλων απατεώνων συμπλέκονται και ο Τ:. παρουσιάζει εν τέλει πλήθος δογμάτων και απειρίαν «ανωτέρων» βάθρων, εις τους οποίους ψυχία μόνον μυσταγωγικής αληθείας ανευρίσκονται και ους δικαίως πλείστοι Τέκτονες και τεκτονικά συστήματα δεν αναγνωρίζουσι.
Εάν όμως ερευνήσωμεν επισταμένως και συστηματικώς τα σύμβολα και αλληγορίας των τεκτονικών βαθμών «εν αντιπαραβολή προς τους αρχαίους Έλληνας συγγραφείς και τα μετά τούτους φιλοσοφικά συστήματα της Ανατολής και της Δύσεως, εάν ερωτήσωμεν τους ανθρώπους, τας θρησκείας, τας φιλοσοφίας και τα μνημεία, εάν διατρέξωμεν την γην άπασαν και ερωτήσωμεν τους ανθρώπους, τας θρησκείας, τας φιλοσοφίας και τα μνημεία, εάν διατρέξωμεν την γην άπασαν και ερωτήσωμεν τους ανθρώπους και τα πράγματα, τότε ασφαλώς θα αρχίση βαθμηδόν να διαλύεται το περικαλύπτον τους οφθαλμούς ημών σκότος» και θα ίδωμεν υπό τα σύμβολα, εμβλήματα και αλληγορίας εξ ων το Αρχαίον και Αποδεδεγμένον Σκωτικόν Δόγμα είναι έμπλεον αληθείας και μεγίστης αποκαλυπτικής δυνάμεως, αι οποίαι τότε αναδύονται φωτοβόλαι εις το στερέωμα της φωτισμένης πλέον διανοίας του παρεσκευασμένου δι' ανωτέρας αποκαλύψεως Μύστου.
Η οδός είναι μακρά και σκολιά, όπως εν γένει η οδός της μυήσεως. Απαιτεί κόπους και θυσίας προ των οποίων ο αμύητος πτοείται και καταλαμβάνεται υπό ιλίγγου. Το κατόρθωμα όμως της κατακτήσεως της Σοφίας δεν είναι δια τον άνθρωπον αδύνατον. Αρκεί να μεταχειρισθή όλα τα υπό του Τ:. ενδεικνυόμενα μέσα, τα οποία αυτά καθ' εαυτά είναι απλά, πλην εξαιρετικά δύσκολα εις την κατανόησιν και εφαρμογήν των.
Τα μέσα ταύτα τα οποία εφήρμοσαν ανέκαθεν όλαι αι μυητικαί Σχολαί είναι τρία:
α) Η ηθική διδασκαλία, β) Ο Συμβολισμός και γ) Η Αλληγορία.



ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
ΒΑΣΙΚΑΙ ΤΕΚΤΟΝΙΚΑΙ ΟΜΙΛΙΑΙ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗΣ & ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια: