.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Η «Μαύρη Μαγεία» - Αντώνιος Φ. Χαλάς


Παράλληλα προς τους επιστημονικώς εργαζομένους και κατόχους της Αποκρύφου Γνώσεως για την προαγωγή της ευημερίας και πολιτισμού της ανθρωπότητος, υπάρχει και μια άλλη τάξις, απαισία και εγκληματική: η τάξις των Μαύρων Μάγων, που ήσαν γνωστοί στην αρχαίαν Ελλάδα με το όνομα: «Γόητες». Η απαισία αυτή τέχνη ονομάζεται «γοητεία» ή «Μαύρη Μαγεία». Την καταχθονίαν αυτήν «τέχνην» εξασκούσαν οι μάγοι και οι μάγισσες της Θεσσαλίας που ήταν γνωστοτάτη κατά την αρχαιότητα για την γοητεία της και που εφημίζετο πως είχε κληρονομήσει τα φοβερά μυστικά της Μαγείας της Καταραμένης Ηπείρου: της Ατλαντίδος, που καταδικάσθηκε στον καταποντισμό, γιατί στο τέλος είχε μεταβληθή σε απέραντον συνεργείον Μαύρης Μαγείας!
Αν οι Μαύροι Μάγοι απηνώς αφίστανται να εξασκούν την εγκληματική τους τέχνη, η Θεία εν τούτοις Δίκη τους παρακολουθεί και έρχεται στιγμή, που βαρειά καταπίπτει απάνω στο κεφάλι τους ο πέλεκυς της Νεμέσεως και της τιμωρίας. Η παράδοσις πράγματι αναφέρει πως οι Γόητες ή Μαύροι Μάγοι δεν μπορούν να πεθάνουν, αλλά ψυχομαχούν επί μέρες, εβδομάδες, μήνες, σε φοβερή αγωνία. Και μόνον όταν μεταδώσουν τα απαίσια και φοβερά μυστικά των σε άλλον άνθρωπο που είναι διατεθειμένος να παραλάβη την απαίσια κληρονομία μπορούν αν πεθάνουν! Άλλως εξακολουθεί το ψυχομάχημα και η οδυνηρή αγωνία!
Για να καταλάβη κανείς τι τραγικό τέλος συνήθως περιμένει τους παραστρατημένους αυτούς αναζητητάς της παντοδυναμίας και της γνώσεως, παραθέτουμε κατωτέρω τις τελευταίες στιγμές ενός Μαύρου Μάγου. Η ιστορία αυτή βρίσκεται στην τεσσαρακοστή Δευτέρα σελίδα του συνταρακτικού έργου της Ελένης Πετροβνα Μπλαβάτσκυ, που επιγράφεται: «Ίσις αποκαλυμμένη» (δεύτερος τόμος):
«Υπάρχει μα βαθειά ριζωμένη παράδοσις, κυρίως μεταξύ των Ρώσσων και των Σλαυικών Χωρών, δηλαδή πως ο μαύρος μάγος ή γόης δεν μπορεί να πεθάνη παρά αφού μεταδώση σε κάποιον άλλον, τη «μαγική λέξι» με την οποία κατορθώνει να πραγματοποιή τις άνομες επιθυμίες του. Και η παράδοσις αυτή είναι τόσο βαθειά ριζωμένη στην καρδιά του λαού, που δεν υπάρχει ένας στη Ρωσσία, που να μην την έχη ακούσει! Και με την παράδοσι αυτή είναι συνδεδεμένα μερικά από τα πιο συνταρακτικά μυστικά.
Κανείς λοιπόν δεν πρέπει να έχη την παραμικρή αμφιβολία πως ο μάγος ή η μάγισσα, ο γόης ή η γόησσα πράγματι δεν μπορούν να αποθάνουν παρά αφού μεταδώσουν σε κάποιον άλλον άνθρωπο, ο μάγος ή η μάγισσα θα περνά κατάκοιτος και υποφέροντας μαρτύρια, τις μέρες, τις βδομάδες, τους μήνες, τα χρόνια – χωρίς να βγη η ψυχή του! Και αν μάλιστα κατορθώση και αποθάνη, χωρίς να την μεταδώση εις τους ζώντας, θα εξακολοθή, μετά τον θάνατό του, να περιτριγυρίζη βρυκολακιασμένος απάνω στη γη, και δεν θα βρίσκη ησυχία, μέχρις ότου μεταδώση την τρομερή «μαγική λέξι» σε ζωντανό άνθρωπο!
Δεν ξέρουμε πως οι άλλοι μπορούν να εξακριβώσουν και να διαπιστώσουν μόνοι τους αν είναι αληθινή ή όχι η παράδοσις αυτή. Αλλά όσον μας αφορά, με τα ίδια μας τα μάτια είδαμε μια περίπτωσι, που είχε τόσο τραγικό και μυστηριώδες τέλος, που θα άξιζε να τη διηγηθούμε, για να έχη κανείς ιδέα του πράγματος:
Ένας γέρος, εκατό χρονών κι απάνω, κτηματίας στην κυβερνητική περιφέρεια της Σεβαστουπόλεως, που φημιζότανε πως ήτανε μαύρος μάγος και γιατρός, είχε διαδοθή πως πολλές τώρα μέρες ψυχομαχούσε, χωρίς να μπορή να πεθάνη! Η είδησις ξαπλώθηκε σαν αστραπή γοργή, και ο δυστυχισμένος ο γέρος είχεν εγκαταληφθεί στην τύχη του, κατάμονος, γιατί και οι πιο στενοί συγγενείς του, κατατρομαγμένοι έφυγαν από κοντά του, για να μη δεχθούν την εξαιρετικά ανεπιθύμητη κληρονομία. Τέλος διαδόθηκε στο χωριό πως ο μαύρος μάγος έστειλε μήνυμα σ’ έναν συνάδελφό του, που ήτανε λιγώτερο έμπειρος στις μαγικές τέχνες, για να ‘ρθη και να του μεταδώσει τη «μαγική λέξι», με την οποία πραγματοποιούσε όλες του τις επιθυμίες. Ο άνθρωπος που είχε πάγει το μήνυμα, είπε πως ο συνάδελφος αυτός του μάγου, αν και ζούσε αρκετά μακρυά, θ’ αρχόταν ωρισμένως την άλλη μέρα το πρωί.
Συνέπεσε κατ’ εκείνη την εποχή να βρίσκεται στο χωριό κάποιος νέος γιατρός φρεσκοβγαλμένος από το «Πανεπιστήμιο». Είχε ερθή για να επισκεφθή και να μείνη μερικές μέρες με τον διοικητή του χωριού. Όταν λοιπόν άκουσε ο νεαρός γιατρός τα συμβαίνοντα με το μαύρο μάγο, άρχισε να γελά σαρκαστικά, και να οικτείρη, την «ευπιστία» και «αφέλεια» και «δεισιδαιμονία» των χωρικών. Ο διοικητής του χωριού που τον φιλοξενούσε, ήτανε καλός άνθρωπος και τον κατέστησε προσεκτικό, πως υπάρχουν και «αόρατα» πράγματα, όπως το «Πιστεύω» μας παραδέχεται. Ο σκεπτικιστής όμως νεαρός γιατρός γέλασε δυνατώτερα και για να ικανοποιήση την περιέργειά του, επισκέφθηκε το μαύρο μάγο, που ψυχομαχούσε, τον υπέβαλε σε «ιατρική εξέταση» και απεφάνθη πως δεν θα μπορούσε να βαστάξη ζωντανός περισσότερο από εικοσιτέσσερες ώρες. Και αποφασισμένος ν’ αποδείξη το αβάσιμον της «δεισιδαιμονίας», πήρε τα μέτρα του για να αργοπορήση και να κρατηθή όσο το δυνατό πιο πολύν καιρό στο γειτονικό χωριό ο άλλος μαύρος μάγος, που ο άρρωστος γέρος είχε προσκαλέσει.
Την άλλην την ημέρα, πρωί-πρωί τέσσερα πρόσωπα πήγαν στο σπίτι του γέρου μάγου, που ψυχομαχούσε για να διαπιστώσουν τον θρίαμβο του άπιστου και σκεπτικιστού νεαρού γιατρού: ο διοικητής του χωριού, η κόρη του, ο νεαρός γιατρός και εκείνη που γράφει τη διήγησι αυτή. Ο ψυχομαχών γέρος περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ‘ρθη ο ελευθερωτής του και όσο παρατεινότανε η αργοπορία του ερχομού του, τόσο και η αγωνία του γινότανε και πιο μεγάλη. Προσπαθήσαμε να πείσουμε το γιατρό να δώση θάρρος στον άρρωστο, από χριστιανική υποχρέωσι και ανθρωπισμό. Ο νεαρός γιατρός όμως υποδέχτηκε με γέλια τη σύστασί μας. Κρατώντας με το ένα του το χέρι το σφυγμό του γέρου μάγου, έβγαλε με τ’ άλλο το ρολόγι του, και, λέγοντας (γαλλικά για να μην τον καταλάβη ο γέρος) πως σε λίγο όλα θα τελείωναν, παρέμεινε απορροφημένος στο επαγγελματικό του πείραμα. Η σκηνή ήταν επιβλητική και ανατριχιαστική. Ξάφνου η πόρτα άνοιξε! Ένα μικρό παιδί μπήκε μέσα και τρέχοντας στο γιατρό, που το είχε στείλει για το σκοπό αυτό, του είπε μεγαλοφώνως πως ο άλλος μάγος, που ανεμένετο ήτανε τύφλα στο μεθύσι στο γειτονικό χωριό και ότι, σύμφωνα με τις διαταγές που είχε δώσει ο νεαρός γιατρός μόνον αύριο θα μπορούσε ναρθή για να πάρη τη «μαγική λέξι» από το μαύρο μάγο!
Ο νεαρός γιατρός που δεν περίμενε μπροστά στο γέρο που ψυχομαχούσε ν’ ακούση τα αποτελέσματα του τεχνάσματος του, βρέθηκε σε ευκολοεξήγητη αμηχανία, και ετοιμαζότανε κάτι να πη στον ψυχορραγούντα γέρο, οπότε… ταχύς σαν την αστραπή ο μαύρος μάγος τράβηξε το χέρι του, που κρατούσε ο γιατρός και σηκώθηκε στο κρεββάτι του. Τα βαθουλωτά μάτια του έβγαζαν φωτιές. Τα κιτρινόασπρα γένεια του και οι τρίχες του, που πέφτανε γύρω στο κερωμένο πρόσωπό του, του προσέδιδαν μια σατανική έκφρασι. Ύστερα από ένα δευτερόλεπτο, τα μακρυά, γεμάτα από νεύρα μπράτσα του, σφίξανε γερά το λαιμό του νεαρού γιατρού, καθώς ο γέρο-μάγος, με υπερφυσική δύναμι, έσερνε πάντα και πιο κοντά στο πρόσωπό του το κεφάλι του επιστήμονος. Τον κρατούσε λες σε σιδερένιες τανάλιες ακίνητο και καθ’ όλον το διάστημα του εψιθύριζε στ’ αυτί! Τι τούλεγε, δεν μπορούσαμε ν’ ακούσουμε. Ο άπιστος και σκεπτικιστής γιατρός μάταια προσπαθούσε να ξεφύγη απ’ τα χέρια του ετοιμοθανάτου. Μα δεν ήτανε άλλως τε ανάγκη να προσπαθή πολύ, γιατί τα λόγια που είχε να μεταδώση ο γέρο-μάγος άρχισαν να κάνουν τη φοβερή τους ενέργεια. Και αμέσως τότε τα ατσάλινα χέρια του γέρου αφήσανε να ξεφύγη ο γιατρός και τότε ο μαύρος μάγος έπεσε σαν ένα βαρύ μολύβι απάνω στο κρεββάτι του, νεκρός! Απάνω στα απολιθωμένα χείλια του είχε απομείνει ένα παράδοξο και σατανικό γέλιο – γέλιο καταχθονίου θριάμβου και ικανοποιημένης εκδικήσεως! Αλλά ο γιατρός… φαινότανε πιο ωχρός και κερωμένος, πιο απαίσιος και απ’ αυτόν ακόμη τον μαύρο μάγο, τον πεθαμένο. Παράξενα ατένιζε γύρω του, με μιαν έκφρασι φρίκης και απογνώσεως, που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να περιγράψη. Χωρίς να δώση καμμίαν απολύτως απάντησι στις ερωτήσεις μας, ώρμησε σαν δαιμονισμένος έξω από το σπίτι και χάθηκε γρήγορα μέσα στα δάση. Αμέσως στείλαμε ανθρώπους για να τον αναζητήσουν. Ο διοικητής έστειλε χωροφύλακες. Όλο το χωριό ετέθηκε σε αναζήτησί του. Δεν μπόρεσαν πουθενά να τον βρουν. Όταν επλησίαζε να βασιλέψη ο ήλιος, ακούστηκε κάποια εκπυρσοκρότησις στο δάσος. Ύστερα από μια ώρα βρέθηκε το πτώμα του. Είχε αυτοκτονήσει. Μια σφαίρα είχε σφηνωθή στο κρανίο του.
Τι συνετέλεσε ώστε να αποφασίση ν’ αυτοκτονήση; Τι μαγική επίδρασι εξήσκησε στο πνεύμα του η φοβερή «λέξι» του ψυχορραγούντος μαύρου μάγου; Ποιος μπορεί να δώση την ικανοποιητική απάντησι;…».


ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΦΑΚΙΡΩΝ ΤΩΝ ΙΝΔΙΩΝ, 
ΤΩΝ ΓΙΟΓΚΙ ΤΟΥ ΘΙΒΕΤ ΚΑΙ ΤΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
ΑΘΗΝΑΙ 1940


Δεν υπάρχουν σχόλια: