.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Στο πλοίο - Stefan Zweig


Όταν στο πρακτορείο θαλασσίων ταξιδιών της Καλκούτας, θέλησα να κρατήσω μια θέση στην Ωκεανία, για να ξαναγυρίσω στην Ευρώπη, ο υπάλληλος σήκωσε τους ώμους του, σε ένδειξη λύπης: δεν ήξερε αν θα του ήταν δυνατό να μου εξασφαλίσει μια καμπίνα, γιατί στη εποχή που βρισκόμαστε, δηλαδή στην παραμονή της περιόδου των βροχών, το πλοίο συνηθισμένα ήταν υπερπλήρες απ' την αναχώρησή του κιόλας απ' την Αυστραλία κι ο υπάλληλος έπρεπε να περιμένει, για να μου απαντήσει, τηλεγράφημα απ' τη Σιγκαπούρη που θα τον πληροφορούσε σχετικά.
Την άλλη μέρα μου έδωσε την ευχάριστη είδηση πως θα μου κρατούσε μια θέση. Αληθινά, δεν ήταν παρά μια καμπίνα ελάχιστα άνετη, κάτω απ' το κατάστρωμα στη μέση ακριβώς του πλοίου. Καθώς όμως ανυπομονούσα να ξαναγυρίσω στην πατρίδα μου, δεν δίστασα πολύ και κράτησα την καμπίνα.
Ο υπάλληλος δε μ' είχε γελάσει. Το πλοίο ήταν παραφορτωμένο και η καμπίνα στενόχωρη. Ήταν ένα στενό τετράπλευρο, στριμωγμένο κοντά στη μηχανή και μοναδικά φωτισμένο απ' το τρεμάμενο φως ενός στρογγυλού φεγγίτη.
Ο βαρύς και πνιχτικός αέρας μύριζε λάδι και μούχλα. Δε μπορούσε κανένας να ξεφύγει ούτε μια στιγμή απ' το βούισμα του ηλεκτρικού ανεμιστήρα που γύριζε πάνω απ' το κρανίο του. Κάτω η μηχανή στέναζε και βογκούσε, όπως ένας καρβουνιάρης που φορτωμένος ανεβοκατεβαίνει αδιάκοπα λαχανιασμένος την ίδια σκάλα. Κι από πάνω άκουγε κανένας ακατάπαυστα να γλιστράει στο κατάστρωμα το πηγαινέλα απ' τους επιβάτες. Γι' αυτό, μόλις έμπασα το δέμα μου σ' αυτήν την καμπίνα που 'μοιαζε σαν τάφος, κι ήταν φραγμένη με γκρίζα δοκάρια και γεμάτη δύσοσμες αναθυμιάσεις, έτρεξα και κατάφυγα στο κατάστρωμα και, βγαίνοντας απ' τα σκοτάδια ανάπνεα, το γλυκό, θερμό αέρα της γης, που φυσούσε πάνω απ' τα κύματα.
Και στο κατάστρωμα όμως κυριαρχούσε η στενοχώρια κι ο θόρυβος: ήταν ένα στριφογύρισμα, ένα ανακάτεμα από ανθρώπους, που, με τη νευρική έξαψη φυλακισμένων, καταδικασμένων στην αδράνεια ανέβαιναν, κατέβαιναν και φλυαρούσαν ασταμάτητα. Οι ζωηρές αστειολογίες των γυναικών, η αδιάκοπη κυκλοφορία στο στενό διάδρομο του καταστρώματος, όπου το σμήνος των περαστικών έσπαζε σαν πολύβουο κύμα στα πόδια των καθισμάτων, με το θόρυβο των συζητήσεων, για να ξαναγυρίσει πάλι στο ίδιο σημείο, όλα αυτά μου προξενούσαν δεν ξέρω κι εγώ τι στενοχώρια.
Μόλις είχα διατρέξει έναν καινούργιο κόσμο για μένα κι είχα φυλαγμένο στο πνεύμα μου ένα πλήθος από εικόνες που, η μιά κοντά στην άλλη, σπρώχνονταν με μια μανιασμένη βιασύνη. Τώρα ποθούσα να συλλογιστώ κάθε τι που είδα, να το ξεκαθαρίσω, να το ταξινομήσω, για να δώσω μια μορφή σ' αυτό το πολυταραχο σύμπαν πούχε εφορμήσει στα μάτια μου. Εδώ όμως, σε τούτο το μέρος το κατακλύσμένο απ' το πλήθος, δεν υπήρχε ούτε ένα λεπτό για ανάπαυση και ησυχία. Αν έπαιρνα ένα βιβλίο, οι γραμμές του κείμενου εξαφανίζονταν μέσα στο κινούμενο χάος των σκιών που προβάλλονταν απ' το περνοδιάβασμα αυτού του κόσμου, που τον είχε κυριέψει η μανία της φλυαρίας. Αδύνατο να συγκεντρωθεί κάπως κανένας σε τούτο το στενό κομμάτι του πλοίου, σε τούτον τον αϊσκιωτο δρόμο, που ξεχειλίζει απ' την κυκλοφορία.
Τρεις ολόκληρες μέρες γύρευα να βρω λίγη μοναξιά, και καρτερικά κοίταζα τη θάλασσα και τους ανθρώπους. Η θάλασσα όμως έμενε πάντα η ίδια, βαθυγάλαζη κι άδεια, εκτός απ' το ηλιοβασίλεμα, όταν ξαφνικά πάνω στα νερά άναβε ένα πολύχρωμο πυροτέχνημα. Όσο για τους ανθρώπους, τους γνώρισα όλους, τέλεια, μέσα σε τρία εικοσιτετράωρα. Κάθε πρόσωπο μου έγινε γνώριμο ίσαμε σημείο βαρυεστημάρας, το στριγγό γέλιο των γυναικών δε μ' ενδιέφερε πια, ούτε κι η φωνακλάδικη συζήτηση δυό Ολλανδών αξιωματικών που 'σαν γείτονές μου. Δεν μου απόμενε παρά να καταφύγω αλλού, η καμπίνα όμως φλεγόταν απ' τη ζέστη κι ήταν πλημμυρισμένη από ατμούς. Στο σαλόνι, νεαρές Εγγλέζες αδιάκοπα συνέχιζαν το άτεχνο πιάνισμά τους, συνοδεύοντας αποτυχημένα βαλς. Τέλος, αναστρέφοντας αποφασιστικά την τάξη των ωρών κατέβηκα και κλείστηκα στην καμπίνα από το απόγευμα αφού προηγούμενα ζαλίστηκα με μερικά ποτήρια μπύρα, για να μπορέσω να κοιμηθώ την ώρα που οι άλλοι θάτρωγαν και θα χόρευαν.
Όταν ξύπνησα, όλα ήταν σκοτεινά και νοτισμένα σ' αυτό το μικρό μνήμα, που ήταν η καμπίνα μου. Όπως είχα σταματήσει τον ανεμιστήρα, ο βαρύς και υγρός αέρας πυρπολούσε τους κροτάφους μου. Οι αισθήσεις μου λες κι είχαν ναρκωθεί: μου χρειάστηκαν αρκετές στιγμές για να θυμηθώ το χρόνο και το μέρος όπου βρισκόμουνα. Ήταν δίχως άλλο, περασμένα μεσάνυχτα, γιατί δεν άκουγα ούτε μουσική, ούτε το ασταμάτητο γλίστρημα των βημάτων. Μονάχα η μηχανή, η λαχανιασμένη καρδιά του Λεβιάθαν, έσπρωχνε παντοτεινά πνευστιώντας, το μαύρο κουφάρι του πλοίου προς το αόρατο, όπου εισχωρούσε ψαύοντας τα κύματα.
Ψηλαφητά ανέβηκα στο κατάστρωμα. Ήταν έρημο. Κι όπως σήκωσα το βλέμμα μου προς την τσιμινιέρα, που ορθωνόταν σαν πύργος που κάπνιζε, και στα κατάρτια που πρόβαιναν σαν φαντάσματα, μια θαυμαστήλάμψη γέμισε απότομα τα μάτια μου. Το στερέωμα φεγγοβολούσε. Γύρω απ' τα αστέρια, που το κεντούσαν με λευκές μαρμαρυγές, απλωνόταν το σκοτάδι, κι όμως, ο ουρανός αχτινοβολούσε. Θάλεγε κανένας πως μια βελουδένια κουρτίνα ήταν τοποθετημένη κει, μπροστά σ' ένα φοβερό φως, και τ' αστέρια ήταν οι χαραμάδες και οι φεγγίτες απ' όπου γλιστρούσε το ασθενικό φως της απερίγραπτης αυτής λάμψης. Ποτέ δεν είχα ξαναθωρίσει τον ουρανό, όπως κείνη τη νύχτα, αχτινοβόλον, ολόλαμπρον, ολόβουο και ξεχειλισμένον από φως από ένα φως πούπεφτε, σαν ανάμεσα από πέπλο, απ' το φεγγάρι και τ' αστέρια και που φαινόταν νάκαιγε σε μια μυστηριακή εστία. Σαν ολόλευκη γκομαλάκκα, όλες οι γραμμές του πλοίου έλαμπαν φανταχτερά στο φεγγαρίσιο φως, πάνω στο σκοτεινόχρωμο βελούδο της θάλασσας. Τα παλαμάρια, οι αντέννες, όλα τα ξάρτια, όλες οι γραμμές χάνονταν σ' αυτήν την κυματιστή αίγλη: τα φώτα των καταρτιών και, πιο ψηλά ακόμα, το στρογγυλό φανάρι της σκοπιάς φαινόνταν πως κρεμόνταν στο κενό, σαν ωχρά γήινα αστέρια ανάμεσα στ' αχτινοβόλα άστρα τ' ουρανού.
Ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι μου ο μαγικός αστερισμός του Νότιου Σταυρού ήτανε καθηλωμένος στο άπειρο, με θαμπωτικά διαμαντένια καρφιά, και φαινόταν πως μετακινιόταν, ενώ μονάχα το πλοίο έδινε αυτή την αυταπάτη της κίνησης, αυτό, που σκαμπανεβάζοντας απαλά, με λαχανιασμένο το στήθος, όπως ένας γιγάντιος κολυμβητής, άνοιγε το δρόμο του ανάμεσα απ' τα σκοτεινά κύματα. Στεκόμουν όρθιος κοιτάζοντας προς τα πάνω: μου φαινόταν πως βρισκόμουν σ' ένα λουτρό, όπου το θερμό νερό πέφτει από πάνω στο σώμα μας, μ' αυτή τη διαφορά πως εδώ ήταν το φως, που λευκό και χλιαρό κυλούσε πάνω στα χέρια μου, που μου σκέπαζε απαλά τους ώμους και το κεφάλι και που, λες φαινόταν πως ήθελε να εισδύσει στα τρισβαθα του είναι μου, γιατί κάθε νάρκη είχε απότομα ξεμακρυνθεί από κοντά μου. Ανάπνεα λυτρωμένος, και ολότελα γαληνεμένος. Με μια καινούργια ηδονή γευόμουνα πάνω στα χείλη μου, σαν το πιο αγνό πιοτό, το γλυκόν αγέρα, τον πεντακάθαρο κι ανάλαφρα μεθυστικό, πούφερνε μαζί του την πνοή των καρπών και το άρωμα των μακρινών νησιών. Τώρα, για πρώτη φορά από τότε που ανέβηκα στο πλοίο, με κυρίεψε ο άγιος πόθος της ονειροπόλησης, όπως κι αυτή η απλή επιθυμία, η πιο αισθησιακή, που μ' έκανε να ποθώ ν' αφήσω, σαν γυναίκα, το σώμα μου σ' αυτήν τη χαύνωση, που μ' έσφιγγε απ' όλες τις μεριές. Θέλησα να ξαπλωθώ, με το βλέμμα γυρισμένο στα λευκά ιερογλυφικά, αλλά οι πολυθρόνες και τα καθίσματα του καταστρώματος είχαν πιαστεί και πουθενά πάνω στο έρημο κατάστρωμα δε βρισκόταν μια θέση για να δοθεί κανένας σε μια γαλήνια ονειροπόληση.
Έτσι ψηλαφώντας έφτασα στην πλώρη του πλοίου, κυκλωμένος απ' το φως που φαινόταν να πέφτει από παντού με μιαν ορμή ολοένα μεγαλύτερη, για να εισδύσει εντός μου. Το φως αυτό των άστρων, με τη χιονάτη λευκότητα και τη θαμπωτική λάμψη, μούκανε σχεδόν κακό. Ήθελα να κρυφτώ κάπου στον ίσκιο, να ξαπλωθώ σε μια ψάθα, να μη νιώθω πια μέσα μου, αλλά μονάχα πάνω μου, αυτή την ακτινοβολία που την αντανακλούσαν τα πράγματα – έτσι όπως κοιτάζουμε ένα τοπίο απ' το εσωτερικό ενός δωμάτιου βυθισμένου στο σκοτάδι. Τέλος, σκοντάφτοντας στα παλαμάρια και περνώντας ανάμεσα απ' τα σιδερένια ξάρτια έφτασα στην άκρη και κοίταζα την πλώρη του πλοίου να προχωρεί στη σκιά και το υγρό φως του φεγγαριού ν' αναβρύζει, αφρίζοντας απ' τις δυό πλευρές της τροπίδας. Παντοτεινά αυτό το θαλάσσιο αλέτρι ανασηκωνόταν και ξαναβυθιζόταν σ' αυτό το χωράφι των μαύρων κυμάτων. Και σ' αυτό το αχτινοβόλο παιχνίδι, δοκίμαζα όλη την οδύνη του νικημένου στοιχείου, αισθανόμουνα όλη τη χαρά της γήινης δύναμης. Βυθισμένος στους κόλπους αυτής της θεώρησης είχα χάσει την έννοια του χρόνου: είχε περάσει μια ώρα που βρισκόμουνα ακουμπώντας στην άκρη του πλοίου, ή μονάχα λίγα λεπτά; Σκαμπανεβάζοντας, αυτό το γιγάντιο λίκνο, το βαπόρι, με νανούριζε συνεπαίρνοντάς με πέρα απ' το χρόνο. Μόνο ένα πράγμα ένιωθα: με κατάκλυζε μια κούραση, μια κούραση σαν ηδονή. Ήθελα να κοιμηθώ, να ονειρευτώ κι όμως να μην ξεμακρύνω απ' αυτή τη μαγεία, να μην ξανακατέβω σ' αυτό το φέρετρο. Άθελά μου το πόδι μου πάτησε σ' ένα σωρό από παλαμάρια. Κάθησα, με κλειστά τα μάτια, δίχως όμως να με σκεπάσει ο ίσκιος, γιατί πάνωθέ τους και πάνω μου αχτινοβολούσε η ασημένια λάμψη. Κάτωθέ μου άκουγα το νερό να βουίζει απαλά και πάνωθέ μου, με μια ανεπαίσθητη αντήχηση, τη λευκή ροή τούτου του κόσμου. Σιγά-σιγά, το μουρμουρητό αυτό τρύπωσε μέσα στις φλέβες μου κι έχασα την έννοια της ύπαρξης: δεν ήξερα πια αν τούτη η αναπνοή ήταν δική μου ή αν ήταν τα καρδιοχτύπια του πλοίου. Είχα παρασυρθεί και εκμηδενισθεί μέσα στο αδιάκοπο μουρμουρητό του νυχτερινού κόσμου.
Ένας ελαφρός ξερόβηχας που ακούστηκε κοντά μου μ' έκανε ν' αναπηδήσω. Βγήκα τρομαγμένος, απ' την ονειροπόληση, που με είχε σχεδόν μεθύσει...



Stefan Zweig
ΑΜΟΚ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΩΣΤΗΣ ΜΕΡΑΝΑΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΕΡΙ 1980

Δεν υπάρχουν σχόλια: