Όταν μπαίνει το καλοκαίρι μελαγχολώ. Λένε πως η φωτεινότητα των καλοκαιρινών ωρών, αν και δριμεία, θα έπρεπε να χαϊδεύει όποιον δεν ξέρει ποιος είναι. Όμως όχι, εμένα δεν με χαϊδεύει. Υπάρχει μια υπερβολική αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική ζωή που ξεχειλίζει και σ’ αυτό που αισθάνομαι και σκέφτομαι, χωρίς να ξέρω να σκέφτομαι μήτε να αισθάνομαι – το άταφο στην αιωνιότητα πτώμα των αισθήσεων μου. Έχω την εντύπωση ότι ζω σ’ αυτή την άμορφη πατρίδα που λέγεται σύμπαν, κάτω από μια πολιτική τυραννία που, αν και δεν με καταπιέζει άμεσα, προσβάλλει ωστόσο κάποιο κρυφό αξίωμα της ψυχής μου. Και τότε κατεβαίνει μέσα μου, υπόγεια, αργά, η προκαταβολική νοσταλγία της ανέφικτης εξορίας.
Βασικά νυστάζω. Δεν είναι μια νύστα όπου υποβόσκει, όπως σε όλες τις νύστες, ακόμα και τις νοσηρές, το σωματικό προνόμιο της ησυχίας. Δεν είναι μια νύστα που, επειδή θα ξεχάσει τη ζωή, και ενδεχομένως θα φέρει όνειρα, έχει πάνω στον δίσκο που κουβαλάει για να προσφέρει στην ψυχή μας τα γαλήνια δώρα μιας μεγάλης παραίτησης. Όχι: είναι μια νύστα που δεν καταφέρνει να κοιμηθεί, που βαραίνει στα βλέφαρα χωρίς να τα κλείνει, που κάνει να σμίγουν σε μια κίνηση καμωμένη από βλακεία και απέχθεια οι γωνιές των άπιστων χειλιών. Είναι μια νύστα σαν αυτή που βαραίνει ανώφελα πάνω στο κορμί στις μεγάλες αϋπνίες της ψυχής.
Μόνο όταν έρχεται η νύχτα αισθάνομαι κατά κάποιον τρόπο, όχι χαρά, αλλά ανάπαυση, και, επειδή και άλλες φορές οι στιγμές ανάπαυσης ήταν ευχάριστες, κατ’ αναλογία των αισθήσεων είναι κι αυτή ευχάριστη. Τότε η νύστα περνάει, η σύγχυση του νοητικού λυκόφωτος που είχε προκαλέσει αυτή η νύστα διαλύεται, φωτίζεται, σχεδόν αστραποβολεί. Για μια στιγμή έρχεται η ελπίδα άλλων πραγμάτων. Αλλά η ελπίδα αυτή είναι σύντομη. Αυτό που έρχεται μετά είναι μια πλήξη χωρίς ύπνο μήτε ελπίδα, το κακό ξύπνημα αυτού που δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Και από το παράθυρο του δωματίου μου κοιτάζω, καημένη ψυχή με το κουρασμένο κορμί σου, πολλά άστρα, πολλά άστρα, τίποτα, το τίποτα, αλλά πολλά άστρα…
Fernando Pessoa
Βιβλίο της Ανησυχίας Β' Τόμος
Σύνθεση τού Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθού λογιστή στην πόλη τής Λισαβόνας
Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Αναθεωρημένη Έκδοση
Εκδόσεις Gutenberg 2018
Βασικά νυστάζω. Δεν είναι μια νύστα όπου υποβόσκει, όπως σε όλες τις νύστες, ακόμα και τις νοσηρές, το σωματικό προνόμιο της ησυχίας. Δεν είναι μια νύστα που, επειδή θα ξεχάσει τη ζωή, και ενδεχομένως θα φέρει όνειρα, έχει πάνω στον δίσκο που κουβαλάει για να προσφέρει στην ψυχή μας τα γαλήνια δώρα μιας μεγάλης παραίτησης. Όχι: είναι μια νύστα που δεν καταφέρνει να κοιμηθεί, που βαραίνει στα βλέφαρα χωρίς να τα κλείνει, που κάνει να σμίγουν σε μια κίνηση καμωμένη από βλακεία και απέχθεια οι γωνιές των άπιστων χειλιών. Είναι μια νύστα σαν αυτή που βαραίνει ανώφελα πάνω στο κορμί στις μεγάλες αϋπνίες της ψυχής.
Μόνο όταν έρχεται η νύχτα αισθάνομαι κατά κάποιον τρόπο, όχι χαρά, αλλά ανάπαυση, και, επειδή και άλλες φορές οι στιγμές ανάπαυσης ήταν ευχάριστες, κατ’ αναλογία των αισθήσεων είναι κι αυτή ευχάριστη. Τότε η νύστα περνάει, η σύγχυση του νοητικού λυκόφωτος που είχε προκαλέσει αυτή η νύστα διαλύεται, φωτίζεται, σχεδόν αστραποβολεί. Για μια στιγμή έρχεται η ελπίδα άλλων πραγμάτων. Αλλά η ελπίδα αυτή είναι σύντομη. Αυτό που έρχεται μετά είναι μια πλήξη χωρίς ύπνο μήτε ελπίδα, το κακό ξύπνημα αυτού που δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Και από το παράθυρο του δωματίου μου κοιτάζω, καημένη ψυχή με το κουρασμένο κορμί σου, πολλά άστρα, πολλά άστρα, τίποτα, το τίποτα, αλλά πολλά άστρα…
Fernando Pessoa
Βιβλίο της Ανησυχίας Β' Τόμος
Σύνθεση τού Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθού λογιστή στην πόλη τής Λισαβόνας
Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Αναθεωρημένη Έκδοση
Εκδόσεις Gutenberg 2018
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου