Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ορίζοντας τον Λαϊκισμό - Pierre-André Taguieff

 
Ο λαϊκισμός μπορεί με συνοπτικό τρόπο να ορισθεί ως η πράξη του να παίρνει κάποιος δημόσια το μέρος του λαού κατά των ελίτ, ή ακόμα και ως «η λατρεία του λαού», με ποικίλες συνδηλώσεις (λαϊκή κυριαρχία, λαϊκή κουλτούρα, κλπ.) Η σημασία του αιωρείται ανάμεσα στην κλήση του λαού και τη λατρεία του λαού. Η κλήση στο λαό αποσκοπεί στην υπέρβαση των μεσολαβήσεων και της προγραμματικής διάστασης: θέλει να είναι άμεση, χωρίς να φιλτράρεται από αντιπροσωπευτικές βαθμίδες. Ως προς αυτό, το λαϊκιστικό ύφος συναντά το ιδεώδες της άμεση δημοκρατίας. Προσωπική κλήση στο λαό, προϋποθέτει την ύπαρξη χαρισματικού ηγέτη, που μπορεί να πάρει τη φιγούρα απλού δημαγωγού ή λαϊκού δικτάτορα. Γι’ αυτό συχνά ο λαϊκισμός ομοιοκαταληκτεί με βοναπαρτισμό ή αυταρχισμό, όπως στου κλασικού λατινο-αμερικανικούς λαϊκισμούς (Τζετούλιο Βάργκας στη Βραζιλία, Χουάν Ντομίνγκο Περόν στην Αργεντινή).
Ο πολιτικός λαϊκισμός προϋποθέτει την εξύψωση του λαού, που αντιτίθεται στις ελίτ, είτε στους ξένους, ή ακόμα και στις ελίτ και στους ξένους. Η κλήση στο λαό είναι «κλήση ενάντια»: προτρέπει σε αντίδραση κατά των κοινωνικών κατηγοριών που κρίνονται ανησυχητικές ή απειλητικές. Αν ο λαός γίνεται αντικείμενο λατρείας, είναι γιατί θεωρείται ότι ενσαρκώνει ορισμένες αξίες (αυτές που αποδίδονται στους «απλούς ανθρώπους»), τις αξίες της αυθεντικότητας ή της εντιμότητας που τον διακρίνουν από τις ελίτ οι οποίες θεωρούνται νόθες και διεφθαρμένες. Ο λαός στον οποίον ο ηγέτης απευθύνει άμεση κλήση εξομοιώνεται με τις λαϊκές τάξεις, ολόκληρο το λαό ή την εθνική κοινότητα. Ο λαός ταυτίζεται με τους «αποκάτω», σε μάχη με τους «αποπάνω», ή με τους αντιπροσώπους του «εμείς» κατά «εκείνων» («οι άλλοι»).
Τέλος, η άμεση κλήση στο λαό κατά των αποπάνω ή των απέναντι προσανατολίζεται από τη διττή επιταγή για ρήξη με το υπάρχον πολιτικό σύστημα και για την αλλαγή του: «να τελειώνουμε με τη «γραφειοκρατία», την «κομματοκρατία», την «πλουτοκρατία», κλπ. Αυτή η κλήση για αλλαγή παίρνει συχνά τη μορφή μιας «επιχείρησης σκούπας», μιας μεγάλης «εκκαθάρισης». Όταν σε πρώτο πλάνο προκρίνεται η καταγγελτική λειτουργία, που πολιτικά εκφράζει την κοινωνική διαμαρτυρία, ο λαϊκισμός μπορεί να ονομασθεί λαϊκισμός διαμαρτυρίας (πουζαντισμός). Όταν η εθνικιστική ή η εθνοτικο-εθνικιστική  διάσταση είναι κεντρική σε μια λαϊκιστική κινητοποίηση, βλέπουμε επί το έργον μια μορφή εθνικολαϊκισμού ή ταυτοτικού λαϊκισμού (το Εθνικό Μέτωπο υπό την ηγεσία του Ζαν-Μαρί Λε Πεν).
Είναι ανάγκη να αναλύσουμε ακριβέστερα τη διάσταση διαμαρτυρίας που μπορούμε να την αναγνωρίσουμε σε μια ψήφο, σε ένα κόμμα, σε μια κινητοποίηση, και που μπορούμε να την ταυτοποιήσουμε ως ύφος ή πολιτικο-ιδελολογική λειτουργία. Μια πολιτική συμπεριφορά είναι τύπου διαμαρτυρίας όταν ενσαρκώνεται σε μια κινητοποίηση της οποίας τα κίνητρα είναι πριν από όλα η δυσαρέσκεια και η απογοήτευση, που εκφράζουν την εκ μέρους των κοινωνικών δρώντων αντίληψη περί απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στο πεδίο της εμπειρίας τους και τον ορίζοντα των προσδοκιών τους. Μπορεί να μεταφράζεται με περισσότερο ή λιγότερο βίαιες εκδηλώσεις, με τη στράτευση σε ένα αμφισβητησιακό ή επαναστατικό κίνημα, με ψήφους απόρριψης ή εκλογική αποχή. Μια ψήφος διαμαρτυρίας είναι ψήφος ενάντια σε κάποιον ή κάτι. Αυτή η ψήφος μπορεί να κατευθύνεται κατά ενός πολιτικού ηγέτη, μιας πολιτικής, ακόμα και ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Συνεπώς, η διάσταση διαμαρτυρίας μιας ψήφου συνίσταται στο ότι κυριαρχεί η απόρριψη ή η αντίθεση. Η επιλογή υπέρ ενός προγράμματος ή ενός ηγέτη, που ορίζει τη θετική ψήφο, αναιρείται και ταυτοχρόνως αίρεται η διαίρεση δεξιά / αριστερά. Για το λόγο αυτό, η ψήφος διαμαρτυρίας, που εκφράζει μια κρίση εμπιστοσύνης ή μια κρίση αντιπροσώπευσης, τρέπεται συχνά προς τα άκρα, ή παίρνει τη φιγούρα του «ούτε δεξιά, ούτε αριστερά».
Στη Γαλλία, ο πουζαντισμός εικόνισε, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τη διάσταση διαμαρτυρίας ενός πολιτικού  κινήματος που εξέφρασε την οργή και την εξέγερση μιας κοινωνικής ομάδας που αισθανόταν ότι απειλείται (έμποροι και βιοτέχνες). Αυτή η εξέγερση των «μικρών» μεταφράσθηκε από μια αντι-συστημική ψήφο και την εμφάνιση ενός ηγέτη που χαρακτηριζόταν από δημαγωγικές ικανότητες. Το ύφος διαμαρτυρίας στην πολιτική παρέμβαση, που θεμελιώνεται στην καταγγελία του «συστήματος», του «καθεστώτος» ή των «ελίτ» από έναν δημαγωγό παρουσιαζόμενο ως σωτήρα, μπορεί να εικονισθεί στη γαλλική πολιτική ιστορία από τον στρατηγό Μπουλανζέ (Boulanger), τον Πιερ Πουζάντ ή τον Ζαν-Μαρί Λε Πεν. Η κατηγορία των «κομμάτων διαμαρτυρίας» ή «με λειτουργία διαμαρτυρίας» τυγχάνει εφαρμογής τόσο στην περίπτωση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την παρακμή του όσο και στα σκανδιναβικά Κόμματα της Προόδου (δανέζικο και νορβηγικό). Αυτά τα κόμματα διαμαρτυρίας συσπειρώνουν τους απογοητευμένους και τους εξεγερμένους, και για μεγάλο διάστημα τροφοδότησαν με μέλη τα αντικοινοβουλευτικά ρεύματα, καταγγέλοντας τη διαφθορά των ιθυνόντων («όλοι σάπιοι!»). Συχνά παίρνουν στην Ευρώπη, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, τη φιγούρα των «αντι-κομματικών» κομμάτων. Η «καταγγελτική λειτουργία», που προσδιορίστηκε από τον Ζωρζ Λαβώ (Georges Lavau) στις εργασίες του για το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, επιτρέπει να χαρακτηρισθούν καλύτερα οι πολιτικές μορφές της διαμαρτυρίας που εκφράζουν την κοινωνική δυσφορία, είτε πρόκειται για την «εξέγερση των αποκλεισμένων», τη λειτουργία ενός κόμματος «εκπροσώπου» ή την αντι-συστημική δημαγωγία. Υποθέτουμε ότι αυτά τα κόμματα με λειτουργία καταγγελίας εκφράζουν και ογρανώνουν την οργή των «πληβειακών κοινωνικών κατηγοριών» που αισθάνονται αποκλεισμένες του συστήματος πολιτικής συμμετοχής, αποστερημένες του οικονομικού και πολιτισμικού συστήματος. Αυτά τα κόμματα μπορούν να ονομασθούν λαϊκιστικά.

Pierre-André Taguieff
Ο Νέος Εθνικο-Λαϊκισμός
Μετάφραση 
Αναστασία Ηλιαδέλη  & Ανδρέας Πανταζόπουλος
Εκδόσεις Επίκεντρο 2013


Δεν υπάρχουν σχόλια: