Σ’ αυτό το ξαρ(1), που δεν διαθέτει ούτε μαυριτανικό καφενείο και τα μόνα μέρη όπου μαζεύονται οι άνθρωποι είναι η πλατεία και τα χωματένια πεζούλια στη βάση του οχυρώματος κατά μήκος του δρόμου για τη Μπεσάρ, ανακάλυψα το μέρος όπου συγκεντρώνονται για να καπνίσουν κιφ(2).
Βρίσκεται σ’ ένα μισογκρεμισμένο σπίτι πίσω απ’ τη Μελλάχ, μια μακρόστενη κάμαρα που φωτίζεται μονάχα από ένα μικρό «μάτι» στο κέντρο του ταβανιού με τα καπνισμένα και φουσκωμένα δοκάρια. Οι τοίχοι είναι μαύροι, με ρωγμές που μοιάζουν με πληγές. Στο χωματένιο δάπεδο, που σπάνια σκουπίζεται, φλούδια από ρόδια και παρόμοια σκουπίδια.
Αυτό το παράξενο μέρος χρησιμεύει ως άσυλο για τους Μαροκάνους απατεώνες, τους νομάδες, τους κάθε λογής κατεργάρηδες και μασκαράδες. Το σπίτι μοιάζει να μην έχει ιδιοκτήτη· σαν κακόφημο ξενοδοχείο όπου περνά κανείς μερικές άσχημες νύχτες· μοιάζει σαν από γραφικό θεατρικό σκηνικό, με την ατμόσφαιρα προθάλαμου εγκλήματος.
Σε μια γωνιά, μια καθαρή ψάθα, με μερικά μαξιλάρια απ’ τη Φεζ, με κεντημένο δέρμα. Πάνω στην ψάθα ένα μεγάλο αραβικό μπαούλο με ζωηρόχρωμες ζωγραφιές, αντί για τραπέζι. Σ’ ένα πήλινο λαγήνι από την Τελλ, διακοσμημένο με γεωμετρικά σχήματα και αραβουργήματα, μια τριανταφυλλιά με μικρά ροζ άνθη, μέσα σε πρασινάδα κήπου· παραδίπλα μια χάλκινη κατσαρόλα πάνω σε τρίποδο, δυο τρεις τσαγέρες, ένα κοφίνι γεμάτο ινδική κάνναβη. Αυτός είναι ο διάκοσμος, το σκηνικό του μικρού μέρους όπου μαζεύονται οι καπνιστές του κιφ(2), οι άνθρωποι που αγαπούν την ησυχία τους και τη βολή τους.
Παραλίγο να το λησμονήσω· πάνω σε μια πρόχειρη κούρνια από φοινικόκλαδα ένας αιχμαλωτισμένος γύπας, δεμένος από το πόδι.
Οι μπερράνια (ξένοι), οι περιπλανώμενοι που συχνάζουν σ’ αυτό το καταφύγιο, σμίγουν καμιά φορά με τους καπνιστές του κιφ(2), παρ’ όλο που αποτελούν κλειστό κύκλο στον οποίο πολύ δύσκολα μπαίνει κανείς, γιατί, ταξιδιώτες κι αυτοί, περιφέρουν στις χώρες του Ισλάμ τα όνειρα τους – οι πιστοί λάτρεις του παραισθησιογόνου καπνού που μαζεύονται εδώ στην Κενάδσα ανήκουν στην τάξη των πιο μορφωμένων.
Ο Χατζ Ιντρίς, ένας ψηλός Φιλαλί, ηλιοκαμένος, με πρόσωπο γλυκό και φωτεινό, από εσωτερικό φως, είναι ένας από τους πολλούς αυτούς πλάνητες του μουσουλμανικού κόσμου, τους χωρίς οικογένεια και σταθερό επάγγελμα. Περιφέρεται από πόλη σε πόλη, είκοσι πέντε χρόνια τώρα, πότε δουλεύοντας και πότε ζητιανεύοντας, ανάλογα με τις περιστάσεις.
Παίζει γκουμπρί, τη μικρή αραβική κιθάρα των δύο χορδών, τεντωμένων πάνω σε καβούκι χελώνας, με το σκαλιστό ξύλινο βραχίονα.
Ο Χατζ Ιντρίς έχει ωραία φωνή, βαθιά και καθάρια, ιδανική για τα παλιά ανδαλουσιάνικα τραγούδια, με τις μελαγχολικές και τρυφερές μελωδίες.
Ο Σι Μοχάμεντ Μπεχαουρί, Μαροκάνος από τη Μεκινές, με ωχρό παρουσιαστικό, με τρυφερά μάτια, νέος ακόμη, είναι ένας περιπλανώμενος ποιητής που αναζητά στο Μαρόκο και τη νότια Αλγερία αραβικούς μύθους και λογοτεχνικό υλικό. Βγάζει το ψωμί του συνθέτοντας και απαγγέλοντας στίχους για τις χαρές και τις λύπες της αγάπης.
Ένας άλλος είναι απ’ το Τζεμπέλ-Ζερχαούν. Γιατρός και μάγος, κοντός, ξερακιανός, μυώδης, με δέρμα μαυρισμένο από τον σουδανέζικο ήλιο, καθώς ταξίδεψε χρόνια ολόκληρα, πηγαινοερχόμενος με τα καραβάνια από την ακτή της Σενεγάλης στο Τομπουκτού. Περνάει όλη τη μέρα του παρασκευάζοντας γιατροσόφια και ξεφυλλίζοντας παλιές μαροκάνικες σολομωνικές.
Στην Κενάδσα όλους αυτούς τους έφερε η τύχη. Αύριο θα φύγουν, παίρνοντας ο καθένας το δικό του δρόμο, εντελώς ανέμελοι, τραβώντας προς την εκπλήρωση του πεπρωμένου τους.
Τα κοινά τους γούστα τους οδήγησαν σ’ αυτό το γεμάτο καπνούς καταφύγιο, όπου περνάνε ξέγνοιαστα τις αργόσυρτες ώρες της ζωής τους.
Το βράδυ, μια λοξή ρόδινη αχτίδα φωτός περνάει από το μάτι της οροφής στο ημίφως της αίθουσας. Οι καπνιστές του κιφ(2) μαζεύονται, φορώντας τουρμπάνια στολισμένα με μυρωδάτο κλαδάκι βασιλικό. Κάθονται οκλαδόν κατά μήκος του τοίχου, πάνω στην ψάθα τους, και καπνίζουν τις μικρές πήλινες πίπες τους με την ινδική κάνναβη και τον κοπανισμένο μαυριτάνικο καπνό.
Ο Χατζ Ιντρίς γεμίζει τις πίπες και τις μοιράζει, αφού σκουπίσει προσεκτικά το στόμιο πάνω στο μάγουλό του, από ευγένεια. Όταν αδειάσει η δική του, βγάζει απαλά την καύτρα που έχει απομείνει και τη βάζει στο στόμα του – δεν αισθάνεται το κάψιμο – έπειτα, αφού ξαναγεμίσει την πίπα του, την ξανανάβει με την καύτρα, κρατώντας για ώρες ολόκληρες κάθε φορά τη μικρή φωτιά αναμμένη.
Πανέξυπνος, με κοφτερό κι εύστροφο μυαλό, γαληνεμένο καθώς βρίσκεται μονίμως σε ημιέκσταση, ονειροπολεί […] αργό και γλυκό ναρκωτικό […] στην Ευρώπη οι αποκαλούμενες αφροδισιακές ιδιότητες.
...Αναζητώντας τη λήθη, τραγουδούν και χτυπούν νωχελικά τα χέρια τους· οι ονειρικές φωνές τους υψώνονται μες στην προχωρημένη νύχτα, κάτω απ’ το αμυδρό φως του φαναριού· σιγά σιγά οι φωνές χαμηλώνουν, γίνονται πιο αργές, πιο ξέπνοες· τέλος, οι καπνιστές σωπαίνουν, με το βλέμμα αφημένο στα άνθη τους, σε έκσταση.
Είναι επικούρειοι, ηδονιστές, ίσως σοφοί, που μπορούν και διακρίνουν, μες στο σκοτεινό καταφύγιο των Μαροκάνων απατεώνων, τους μαγικούς ορίζοντες, και φτιάχνουν εκεί θαυμαστές πολιτείες όπου βασιλεύει η ευτυχία.
Βρίσκεται σ’ ένα μισογκρεμισμένο σπίτι πίσω απ’ τη Μελλάχ, μια μακρόστενη κάμαρα που φωτίζεται μονάχα από ένα μικρό «μάτι» στο κέντρο του ταβανιού με τα καπνισμένα και φουσκωμένα δοκάρια. Οι τοίχοι είναι μαύροι, με ρωγμές που μοιάζουν με πληγές. Στο χωματένιο δάπεδο, που σπάνια σκουπίζεται, φλούδια από ρόδια και παρόμοια σκουπίδια.
Αυτό το παράξενο μέρος χρησιμεύει ως άσυλο για τους Μαροκάνους απατεώνες, τους νομάδες, τους κάθε λογής κατεργάρηδες και μασκαράδες. Το σπίτι μοιάζει να μην έχει ιδιοκτήτη· σαν κακόφημο ξενοδοχείο όπου περνά κανείς μερικές άσχημες νύχτες· μοιάζει σαν από γραφικό θεατρικό σκηνικό, με την ατμόσφαιρα προθάλαμου εγκλήματος.
Σε μια γωνιά, μια καθαρή ψάθα, με μερικά μαξιλάρια απ’ τη Φεζ, με κεντημένο δέρμα. Πάνω στην ψάθα ένα μεγάλο αραβικό μπαούλο με ζωηρόχρωμες ζωγραφιές, αντί για τραπέζι. Σ’ ένα πήλινο λαγήνι από την Τελλ, διακοσμημένο με γεωμετρικά σχήματα και αραβουργήματα, μια τριανταφυλλιά με μικρά ροζ άνθη, μέσα σε πρασινάδα κήπου· παραδίπλα μια χάλκινη κατσαρόλα πάνω σε τρίποδο, δυο τρεις τσαγέρες, ένα κοφίνι γεμάτο ινδική κάνναβη. Αυτός είναι ο διάκοσμος, το σκηνικό του μικρού μέρους όπου μαζεύονται οι καπνιστές του κιφ(2), οι άνθρωποι που αγαπούν την ησυχία τους και τη βολή τους.
Παραλίγο να το λησμονήσω· πάνω σε μια πρόχειρη κούρνια από φοινικόκλαδα ένας αιχμαλωτισμένος γύπας, δεμένος από το πόδι.
Οι μπερράνια (ξένοι), οι περιπλανώμενοι που συχνάζουν σ’ αυτό το καταφύγιο, σμίγουν καμιά φορά με τους καπνιστές του κιφ(2), παρ’ όλο που αποτελούν κλειστό κύκλο στον οποίο πολύ δύσκολα μπαίνει κανείς, γιατί, ταξιδιώτες κι αυτοί, περιφέρουν στις χώρες του Ισλάμ τα όνειρα τους – οι πιστοί λάτρεις του παραισθησιογόνου καπνού που μαζεύονται εδώ στην Κενάδσα ανήκουν στην τάξη των πιο μορφωμένων.
Ο Χατζ Ιντρίς, ένας ψηλός Φιλαλί, ηλιοκαμένος, με πρόσωπο γλυκό και φωτεινό, από εσωτερικό φως, είναι ένας από τους πολλούς αυτούς πλάνητες του μουσουλμανικού κόσμου, τους χωρίς οικογένεια και σταθερό επάγγελμα. Περιφέρεται από πόλη σε πόλη, είκοσι πέντε χρόνια τώρα, πότε δουλεύοντας και πότε ζητιανεύοντας, ανάλογα με τις περιστάσεις.
Παίζει γκουμπρί, τη μικρή αραβική κιθάρα των δύο χορδών, τεντωμένων πάνω σε καβούκι χελώνας, με το σκαλιστό ξύλινο βραχίονα.
Ο Χατζ Ιντρίς έχει ωραία φωνή, βαθιά και καθάρια, ιδανική για τα παλιά ανδαλουσιάνικα τραγούδια, με τις μελαγχολικές και τρυφερές μελωδίες.
Ο Σι Μοχάμεντ Μπεχαουρί, Μαροκάνος από τη Μεκινές, με ωχρό παρουσιαστικό, με τρυφερά μάτια, νέος ακόμη, είναι ένας περιπλανώμενος ποιητής που αναζητά στο Μαρόκο και τη νότια Αλγερία αραβικούς μύθους και λογοτεχνικό υλικό. Βγάζει το ψωμί του συνθέτοντας και απαγγέλοντας στίχους για τις χαρές και τις λύπες της αγάπης.
Ένας άλλος είναι απ’ το Τζεμπέλ-Ζερχαούν. Γιατρός και μάγος, κοντός, ξερακιανός, μυώδης, με δέρμα μαυρισμένο από τον σουδανέζικο ήλιο, καθώς ταξίδεψε χρόνια ολόκληρα, πηγαινοερχόμενος με τα καραβάνια από την ακτή της Σενεγάλης στο Τομπουκτού. Περνάει όλη τη μέρα του παρασκευάζοντας γιατροσόφια και ξεφυλλίζοντας παλιές μαροκάνικες σολομωνικές.
Στην Κενάδσα όλους αυτούς τους έφερε η τύχη. Αύριο θα φύγουν, παίρνοντας ο καθένας το δικό του δρόμο, εντελώς ανέμελοι, τραβώντας προς την εκπλήρωση του πεπρωμένου τους.
Τα κοινά τους γούστα τους οδήγησαν σ’ αυτό το γεμάτο καπνούς καταφύγιο, όπου περνάνε ξέγνοιαστα τις αργόσυρτες ώρες της ζωής τους.
Το βράδυ, μια λοξή ρόδινη αχτίδα φωτός περνάει από το μάτι της οροφής στο ημίφως της αίθουσας. Οι καπνιστές του κιφ(2) μαζεύονται, φορώντας τουρμπάνια στολισμένα με μυρωδάτο κλαδάκι βασιλικό. Κάθονται οκλαδόν κατά μήκος του τοίχου, πάνω στην ψάθα τους, και καπνίζουν τις μικρές πήλινες πίπες τους με την ινδική κάνναβη και τον κοπανισμένο μαυριτάνικο καπνό.
Ο Χατζ Ιντρίς γεμίζει τις πίπες και τις μοιράζει, αφού σκουπίσει προσεκτικά το στόμιο πάνω στο μάγουλό του, από ευγένεια. Όταν αδειάσει η δική του, βγάζει απαλά την καύτρα που έχει απομείνει και τη βάζει στο στόμα του – δεν αισθάνεται το κάψιμο – έπειτα, αφού ξαναγεμίσει την πίπα του, την ξανανάβει με την καύτρα, κρατώντας για ώρες ολόκληρες κάθε φορά τη μικρή φωτιά αναμμένη.
Πανέξυπνος, με κοφτερό κι εύστροφο μυαλό, γαληνεμένο καθώς βρίσκεται μονίμως σε ημιέκσταση, ονειροπολεί […] αργό και γλυκό ναρκωτικό […] στην Ευρώπη οι αποκαλούμενες αφροδισιακές ιδιότητες.
...Αναζητώντας τη λήθη, τραγουδούν και χτυπούν νωχελικά τα χέρια τους· οι ονειρικές φωνές τους υψώνονται μες στην προχωρημένη νύχτα, κάτω απ’ το αμυδρό φως του φαναριού· σιγά σιγά οι φωνές χαμηλώνουν, γίνονται πιο αργές, πιο ξέπνοες· τέλος, οι καπνιστές σωπαίνουν, με το βλέμμα αφημένο στα άνθη τους, σε έκσταση.
Είναι επικούρειοι, ηδονιστές, ίσως σοφοί, που μπορούν και διακρίνουν, μες στο σκοτεινό καταφύγιο των Μαροκάνων απατεώνων, τους μαγικούς ορίζοντες, και φτιάχνουν εκεί θαυμαστές πολιτείες όπου βασιλεύει η ευτυχία.
______________
1. ξαρ (πληθ. ξουρ) = Οχυρωμένο χωριό· πολλά ξαρ δημιουργούν ένα ξουρ.
2. κιφ = Το κιφ (kif ή kief) που καπνίζουν στη Βόρεια Αφρική, και κυρίως στο Μαρόκο, είναι ένα παραδοσιακό μείγμα ψιλοκομμένης κάνναβης και τοπικού καπνού. Η λέξη προέρχεται από την αραβική λέξη kaif (κίφι), που σημαίνει ευχαρίστηση ή καλή διάθεση. [πληροφορία από Gemini a.i.]
Isabelle Eberhardt
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΛΗΘΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2001
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΛΗΘΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2001
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου