Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Ο Στάλιν πέθανε – Vasily Grossman

...Και ύστερα, εντελώς ξαφνικά, στις 5 Μαρτίου του 1953, ο Στάλιν πέθανε. Αυτός ο θάνατος ήταν σαν εισβολή. Ήταν μια ξαφνική επιδρομή σ’ αυτό το αχανές σύστημα μηχανοποιημένου ενθουσιασμού, προσεκτικά σχεδιασμένης λαϊκής οργής και λαϊκής αγάπης που είχε οργανωθεί προκαταβολικά από περιφερειακές κομματικές επιτροπές.
Ο θάνατος του Στάλιν δεν ήταν μέρος κανενός σχεδίου. Πέθανε χωρίς οδηγίες από καμιά ανώτερη αρχή. Ο Στάλιν πέθανε χωρίς να λάβει προσωπικές οδηγίες από τον ίδιον τον σύντροφο Στάλιν. Στην ελευθερία και την ιδιοτροπία του θανάτου βρισκόταν κάτι εκρηκτικό, κάτι εχθρικό στην εσώτατη ουσία του Σοβιετικού Κράτους. Σύγχυση κατέλαβε μυαλά και καρδιές.
Ο Στάλιν είχε πεθάνει! Μερικοί λύγισαν από τη θλίψη. Υπήρξαν σχολεία όπου οι δάσκαλοι έβαλαν τους μαθητές τους να γονατίσουν. Γονατίζοντας και οι ίδιοι και χύνοντας ασυγκράτητα δάκρυα, διάβασαν ύστερα δυνατά την κυβερνητική ανακοίνωση για τον θάνατο του Ηγέτη τους. Πολλοί άνθρωποι, παίρνοντας μέρος στις επίσημες συγκεντρώσεις πένθους σε υπηρεσίες και εργοστάσια, καταλήφθηκαν από υστερία. Γυναίκες έκλαιγαν και ολόλυζαν σαν να είχαν χάσει τα λογικά τους. Μερικοί από τους παρευρισκομένους λιποθύμησαν. Ένας μεγάλος θεός, το είδωλο του εικοστού αιώνα, είχε πεθάνει και οι γυναίκες θρηνούσαν.
Άλλοι κυριεύθηκαν από χαρά. Χωριά, που βογκούσαν κάτω από το βαρύ σιδερένιο χέρι του Στάλιν, έβγαλαν έναν στεναγμό ανακούφισης.
Και τα πολλά εκατομμύρια των έγκλειστων στα στρατόπεδα πανηγύρισαν.
Φάλαγγες κρατουμένων πήγαιναν για δουλειά μέσα σε βαθύ σκοτάδι. Το γαύγισμα των εκπαιδευμένων σκύλων έπνιγε τις φωνές τους. Και ξαφνικά, λες και το βόρειο σέλας έγραψε τις φωνές τους. Και ξαφνικά λες και το βόρειο σέλας έγραψε στον ορίζοντα: «Ο Στάλιν πέθανε». Καθώς συνέχισαν να βαδίζουν, δεκάδες χιλιάδες φυλακισμένοι πέρασαν ο ένας στον άλλον την είδηση ψιθυριστά: «Τα τίναξε… τα τίναξε...». Επαναλαμβανόμενος από χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπους, αυτός ο ψίθυρος ήταν σαν άνεμος. Πάνω από τις πολικές περιοχές ήταν ακόμη σκοτάδι. Όμως ο πάγος στον Αρκτικό Ωκεανό είχε σπάσει. Μπορούσες πια ν’ ακούσεις το βοή ενός ωκεανού από φωνές.
Πολλοί εργαζόμενοι άνθρωποι, πολλοί λόγιοι και επιστήμονες, ένοιωσαν τόσο θλίψη όσο και την επιθυμία να χορέψουν από χαρά.
Το σάστισμά τους είχε αρχίσει όταν άκουσαν για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο την είδηση για την υγεία του Στάλιν: «Δυσκολία στην αναπνοή… ούρα… σφυγμός… αρτηριακή πίεση...». Ένας θεϊκός ηγεμόνας είχε αδύναμη και γερασμένη σάρκα.
Ο Στάλιν πέθανε! Σ’ αυτόν τον θάνατο βρισκόταν ένα στοιχείο ξαφνικής και αληθινά αβίαστης ελευθερίας που ήταν απείρως ξένο προς τη φύση του σταλινικού κράτους.
Το κράτος σείστηκε, ακριβώς όπως είχε σειστεί από την οδυνηρή έκπληξη της γερμανικής εισβολής, στις 22 Ιουνίου του 1941.
Εκατομμύρια άνθρωποι ήθελαν να δουν τον εκλιπόντα. Όλη η Μόσχα, όλα τα γύρω διοικητικά διαμερίσματα, συνέρρεαν στο Σπίτι των Συνδικάτων, στην Αίθουσα των Κιόνων. Έξω από την πόλη, ουρές φορτηγών απλώνονταν για μίλια και μίλια. Οι δρόμοι ήταν μποτιλιαρισμένοι νότια μέχρι το Σερπούκοβ και την Τούλα, περισσότερο από εκατό μίλια από τη Μόσχα.
Εκατομμύρια άνθρωποι κατευθύνονταν πεζοί προς το κέντρο της πόλης. Πλήθη ανθρώπων, σαν μαύρα, άγρια ποτάμια, συγκρούονταν ο ένας με τον άλλον, συνθλίβονταν και στριμώχνονταν σε πέτρινους τοίχους, στραπατσάριζαν αυτοκίνητα, αποσπούσαν με βία σιδερένιες πύλες από τους μεντεσέδες τους.
Χιλιάδες χάθηκαν εκείνη τη μέρα. Η τραγωδία της Κοντίνκα, την ημέρα της στέψης του Νικολάου Β’*, ωχριούσε μπροστά στην ημέρα του θανάτου του επίγειου θεού της Ρωσίας, του βλογιοκομμένου γιου του παπουτσή από την πόλη Γκόρι.
Οι άνθρωποι έμοιαζαν να πηγαίνουν στον θάνατό τους σε κατάσταση μαγείας, σε κάποιο είδος χριστιανικής, βουδιστικής ή μυστικιστικής αποδοχής καταδίκης. Ήταν λες και ο Στάλιν – ο μέγας ποιμένας – μάζευε το ποίμνιο που δεν είχε μαζευτεί ακόμη, αποκλείοντας μετά θάνατον οποιοδήποτε στοιχείο τύχης από το τρομερό γενικό του σχέδιο.
Οι συμμαχητές του Στάλιν διάβαζαν τις φρικιαστικές ανακοινώσεις από τα αστυνομικά τμήματα της Μόσχας και τα νεκροτομεία και κοίταζαν ο ένας τον άλλον. Το βαθύ τους σάστισμα σχετιζόταν επίσης μ’ ένα συναίσθημα εντελώς καινούργιο γι’ αυτούς. Δεν φοβούνταν πια την άφευκτη οργή του μεγάλου Στάλιν. Το αφεντικό ήταν νεκρό...
Vasily Grossman
Τα Πάντα Ρει
Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας
Εκδόσεις Γκοβόστη 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: