.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΑΡΒΑΚΗ – Edward BulwerLytton



...Ο Αιγύπτιος κοιμήθηκε ασυνήθιστα βαθιά το προηγούμενο βράδυ. Μα όσο πλησίαζε το ξημέρωμα, ο ύπνος του ταράχτηκε από παράξενα, ανήσυχα όνειρα που χαράχτηκαν βαθιά μέσα του – ακόμα περισσότερο, επειδή χρωματίζονταν από την ιδιότυπη φιλοσοφία του.
Είδε πως βρισκόταν στα έγκατα της γης κι ότι ήταν μόνος σε μια τεράστια σπηλιά. Το άντρο στηριζόταν σε κολοσσιαίες κολόνες από τραχύ, αρχέγονο βράχο που χάνονταν ψηλά στο αχανές σκοτάδι, ένα σκοτάδι που καμιά ακτίνα της ημέρας ποτέ δεν είδε. Στα διάκενα ανάμεσα στις κολόνες υπήρχαν τεράστιοι τροχοί, οι οποίοι στροβιλίζονταν ασταμάτητα με εκκωφαντικό βρόντο. Μόνο στα πλάγια, δεξιά κι αριστερά, δεν υπήρχαν τροχοί ανάμεσα στις κολόνες. Τούτα τα ανοίγματα εκτείνονταν σε στοές. Δεν ήταν ολότελα σκοτεινές αλλά φωτίζονταν αχνά από κινούμενες κι ακανόνιστες φωτιές που αιωρούνταν, άλλοτε έρποντας (όπως έρπει το φίδι), πάνω στο ακανόνιστο και υγρό έδαφος κι άλλοτε πηδώντας άγρια πέρα-δώθε κι εξακοντίζονταν απ' τη μια πλευρά στην άλλη μέσα στο αχανές σκοτάδι διαγράφοντας τρελά τόξα. Τη μια χάνονταν ξαφνικά και την άλλη, το ίδιο ξαφνικά, ξεσπούσαν σε εκρήξεις δεκαπλάσιες σε φωτεινότητα και δύναμη από πριν. Κι ενώ κοιτούσε θαμπωμένος τη στοά στα αριστερά του, διέκρινε λεπτές, αχνές, αέρινες μορφές να έρχονται προς το μέρος όπου στεκόταν. Φτάνοντας στη μεγάλη αίθουσα, άρχισαν να ανυψώνονται και χάνονταν, όπως χάνεται ο καπνός, στο απροσμέτρητο ύψος από πάνω.
Στράφηκε προς την άλλη πλευρά τρομαγμένος – και τι να δει! Από το σκοτάδι ψηλά κατέβαιναν γρήγορα άλλες, παρόμοιες σκιές, που ορμούσαν βιαστικά κατά μήκος της στοάς στα δεξιά, σα να υπάκουαν ακούσια σε κάποιο αόρατο ρεύμα. Τα πρόσωπα τούτων των φαντασμάτων ήταν πιο ευδιάκριτα από 'κείνα που έβγαιναν απ' τη στοά στα αριστερά του. Κάποια πρόδιδαν χαρά κι άλλα λύπη – κάποια είχαν μια έντονη έκφραση προσδοκίας κι ελπίδας κι άλλα έμοιαζαν να κατατρύχονται απερίγραπτα από φρίκη και τρόμο. Κι έτσι συνέχιζαν να περνούν, γρήγορα και ακατάπαυστα, μέχρι που τα μάτια του θόλωσαν και θαμπώθηκαν απ' το στρόβιλο της διαρκώς μεταβαλλόμενης αλληλουχίας όντων που ωθούνταν σε κίνηση από μια δύναμη που δεν ήταν δική τους.
Ο Αρβάκης έστρεψε το βλέμμα του αλλού και διέκρινε, σε ένα απόμερο σημείο της αίθουσας, τη γιγάντια μορφή μιας τιτάνισσας καθισμένης πάνω σε ένα σωρό από κρανία που έγνεθε ένα χλωμό και λευκόγκριζο υφάδι. Είδε πως το υφάδι συνδεόταν με τους αμέτρητους τροχούς, σα να καθοδηγούσε την κίνησή τους. Ένιωσε τα πόδια του να κινούνται από κάποια άγνωστη δύναμη προς τη γυναικεία μορφή και να συνεχίζουν μέχρι που τον έφεραν μπροστά της, πρόσωπο με πρόσωπο. Η όψη της τιτάνισσας ήταν σοβαρή, ήρεμη και όμορφα γαλήνια. Έμοιαζε σαν το πρόσωπο κάποιου κολοσσιαίου αγάλματος της σφίγγας των προγόνων του. Κανένα πάθος, κανένα ανθρώπινο συναίσθημα δε διατάρασσε το συλλογισμένο, αρυτίδωτο μέτωπό της. Η όψη της δεν πρόδιδε ούτε θλίψη, ούτε χαρά, ούτε μνήμη, ούτε προσδοκία. Ήταν απαλλαγμένη από όλα εκείνα που μπορεί να νιώσει η καρδιά του ανθρώπου. Η ομορφιά της έκρυβε το μυστικό των μυστικών, προκαλούσε δέος μα όχι φόβο. Ήταν η ενσάρκωση της ύψιστης ανωτερότητας. Ο Αρβάκης ένιωσε τη φωνή να βγαίνει από τα χείλη του δίχως την παρέμβαση της δικής του θέλησης. Και η φωνή αυτή ρώτησε:
«Ποια είσαι και ποιο είναι το έργο σου;»
«Είμαι Εκείνο που παραδέχεσαι», απάντησε, δίχως να σταματήσει τη δουλειά του το πανίσχυρο φάντασμα. «Το όνομά μου είναι ΦΥΣΗ! Αυτοί εδώ είναι οι τροχοί του κόσμου και το χέρι μου τους καθοδηγεί για χάρη της ζωής των όλων».
«Και τι», ρώτησε η φωνή του Αρβάκη, «είναι αυτές οι στοές, που έτσι παράξενα και σπασμωδικά φωτισμένες, εκτείνονται κι από τις δυο μεριές ως το σκοτάδι της αβύσσου;»
«Αυτό», απάντησε η τιτάνισσα-μητέρα, «που είδες αριστερά είναι η στοά των Αγέννητων. Οι σκιές που φτερουγίζουν προς τα πάνω για να βγουν στον κόσμο είναι οι ψυχές που αναδύονται από τη μακριά αιωνιότητα της ύπαρξης στο προκαθορισμένο τους προσκύνημα στη γη. Εκείνο που είδες στα δεξιά, όπου μπαίνουν οι σκιές που κατεβαίνουν από πάνω, εξίσου άγνωστη και σκοτεινή, είναι η στοά των Νεκρών!»
«Έτσι εξηγούνται», είπε η φωνή του Αρβάκη, «οι περιπλανώμενες φωτιές, που φωτίζουν τόσο έντονα το σκοτάδι. Μα φουντώνουν απλώς, δεν αποκαλύπτουν
«Θλιβερέ ανόητε της ανθρώπινης γνώσης! Οραματιστή των άστρων κι επίδοξε εξηγητή της καρδιάς και της πηγής των πάντων! Αυτά τα φώτα δεν είναι παρά η ανταύγεια της γνώσης που παραχωρήθηκε στη Φύση για να επιτελέσει το έργο της, για να ιχνηλατεί τόσο από το παρελθόν κι από το μέλλον όσο χρειάζεται για να προνοεί στα σχέδιά της. Κρίνε, λοιπόν, ανδρείκελο καθώς είσαι, τι φώτα σου επιφυλάσσονται εσένα!»
Ο Αρβάκης αισθάνθηκε να τρέμει καθώς έκανε την επόμενη ερώτηση: «Γιατί βρίσκομαι εδώ;»
«Εξαιτίας της διαίσθησης της ψυχής σου – της πρόγνωσης του επερχόμενου θανάτου σου – της σκιάς της μοίρας σου που εκτείνεται στην αιωνιότητα καθώς κατέρχεται απ' τη γη».
Πριν προλάβει να απαντήσει ο Αρβάκης ένιωσε έναν ορμητικό αέρα να κατεβαίνει στη σπηλιά, σαν τους άνεμους κάποιου γιγάντιου θεού. Τον σήκωσε απ' το έδαφος και τον στροβίλισε ψηλά σαν φύλλο σε φθινοπωρινή καταιγίδα. Είδε τον εαυτό του ανάμεσα στα Φαντάσματα των Νεκρών, να τρέχει μαζί τους στο σκοτάδι. Κι εκεί που μάταια πάλευε αδύναμα κι απεγνωσμένα ενάντια στην ακατανίκητη δύναμη, είδε τον αέρα να παίρνει μια αδιόρατη μορφή – ένα φασματικό περίγραμμα με φτερούγες και νύχια αετού, με μέλη που αιωρούνταν σε ακαθόριστη απόσταση στον αέρα και μάτια που, αυτά τα είδε καθαρά κι ολοζώντανα μπροστά του, κάρφωναν παγερά κι ανελέητα τα δικά του.
«Τι είσαι εσύ;» ρώτησε πάλι η φωνή του Αιγύπτιου.
«Είμαι Εκείνο που παραδέχεσαι», απάντησε το φάντασμα με ένα βροντερό γέλιο, «και το όνομά μου είναι Ανάγκη».
«Που με πας;»
«Στο άγνωστο».
«Στην ευτυχία ή στον πόνο;»
«Ό,τι έσπειρες, θα θερίσεις».
«Όχι, απαίσιο πλάσμα! Αν είσαι ο Κύριος της Ζωής, σ' εσένα οφείλονται τα λάθη μου, όχι σε εμένα».
«Εγώ δεν είμαι παρά η πνοή του Θεού!» απάντησε ο πανίσχυρος αγέρας.
«Τότε η γνώση μου είναι μάταιη!» βόγγηξε ο Αρβάκης.
«Ο αγρότης δεν τα βάζει με τη μοίρα όταν, σπέρνοντας γαϊδουράγκαθα, δε σοδιάζει στάρι. Εσύ έσπειρες εγκλήματα. Μην κατηγορείς τη μοίρα, αν δε θερίσεις τη σοδιά της αρετής».
Ξαφνικά η σκηνή άλλαξε. Ο Αρβάκης βρέθηκε σε ένα μέρος γεμάτο ανθρώπινα οστά! Ανάμεσά τους ήταν ένα κρανίο. Και αυτό το κρανίο, παρότι διατηρούσε πάντοτε τη σκελετωμένη μορφή του, άρχισε να παίρνει σιγά-σιγά, με τον αλλόκοτο, μπερδεμένο τρόπο των ονείρων, το πρόσωπο του Απεκίδη. Ένα μικρό σκουλήκι ξεπρόβαλε από το χαμογελαστό σαγόνι και σύρθηκε μέχρι τα πόδια του Αρβάκη. Προσπάθησε να το πατήσει και να το συντρίψει, μα αυτό έγινε μακρύτερο και μεγαλύτερο με την απόπειρά του. Φούσκωσε και μεγάλωσε, μέχρι που έγινε ένα τεράστιο φίδι. Τυλίχτηκε γύρω από τα μέλη του Αρβάκη και του τσάκισε τα κόκαλα, υψώνοντας συνάμα τα άγρια μάτια και το φαρμακερό σαγόνι του στο πρόσωπό του. Μάταια σφάδαζε. Άρχισε να στεγνώνει, να στραγγίζει, να μαραίνεται, αγωνιζόταν ν' ανασάνει, ένιωθε να γκρεμίζεται στο θάνατο. Και τότε μια φωνή ακούστηκε απ' το ερπετό, που διατηρούσε πάντοτε την όψη του Απεκίδη, μια φωνή που βούιξε στ' αυτιά του.
«Το θύμα σου είναι ο κριτής σου! Το σκουλήκι που θέλησες να συντρίψεις γίνεται το φίδι που σε καταβροχθίζει!»
Με μια κραυγή οργής, πόνου κι απεγνωσμένης αντίστασης ο Αρβάκης ξύπνησε. Τα μαλλιά του είχαν σηκωθεί όρθια. Το μέτωπό του ήταν καταϊδρωμένο – τα μάτια του γουρλωμένα και γυάλινα απ' τον τρόμο. Το δυνατό σώμα του έτρεμε σαν του μωρού, κάτω απ' την αγωνία του ονείρου. Ξύπνησε – περιμάζεψε τις δυνάμεις του και δόξασε τους θεούς που δεν πίστευε – που όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα όνειρο. Έστρεψε το βλέμμα γύρω του και είδε το φως της αυγής μέσα από το μικρό, ψηλό παράθυρό του. Αγαλλίασε, χαμογέλασε...



Edward Bulwer – Lytton
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΟΜΠΗΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΑΤΑΣΣΑ ΒΑΡΣΑΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: