.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Ο Πεζοπόρος - RAY BRADBURY


Κείνο που γέµιζε χαρά τον κύριο Μήντ, κείνο που τον ξετρέλαινε, ήταν να µπαίνει µέσα σε κείνη τη σιγή που ήταν η πόλη στις οχτώ, τις οµιχλώδεις νύχτες του Νοέµβρη, ν' ακούει υπόκωφα τα βήµατα του πάνω σε κείνα τα τσιµεντένια πεζοδρόµια, και να βαδίζει µε τα χέρια στις τσέπες περνώντας µες από κάθε είδους σιωπή. Θα στεκότανε στη γωνιά κάποιας διασταύρωσης και θα κοίταζε µακριά, προς τις τέσσερις κατευθύνσεις, στις φεγγαρολουσµένες λεωφόρους, λίγο πριν αποφασίσει ποιό δρόµο θ' ακολουθούσε. Όµως, αυτό, στην πραγµατικότητα, δεν είχε σηµασία. Ήταν µονάχος σ' αυτό τον κόσµο του 2053 µ.Χ. και αποφάσιζε, µονάχος όπως πάντα, να περιπλανηθεί µέσα στους δρόµους. Ξεκινούσε λοιπόν, στέλνοντας µπρος του σχήµατα και µορφές από παγωµένο αέρα που έβγαιναν απ' τα πλεµόνια του σαν καπνός από πούρο.
'Ορισµένες φορές διέσχιζε µίλια ολόκληρα, ώρες πολλές, και µόνο τα µεσάνυχτα γύριζε σπίτι. Και µες στην περιπλάνηση του, παρατηρούσε τα µικρά σπίτια µε σκοτεινά τα παράθυρα τους, κι είχε την αίσθηση πως περπατούσε ανάµεσα σε νεκροταφείο όπου κι η πιο αδιόρατη λάµψη από µια πυγολαµπίδα, θα µπορούσε ν' αντιφεγγίσει το τρέµισµά της πίσω από τα παράθυρα. Άξαφνα, γκρίζες σκιές, εκτοπλάσµατα, έπαιρναν σχήµα πάνω στους εσωτερικούς τοίχους των δωµατίων, όπου η κουρτίνα δεν είχε ακόµα τραβηχτεί κόντρα στη νύχτα.
Κι άλλοτε πάλι, ψίθυροι και µουρµουρητά φτάναν στ' αφτιά του από 'να παράθυρο ακόµη ανοιχτό, σε κάποιο κτίριο που έµοιαζε µε τάφο.
Ο κύριος Μήντ σταµατούσε, σήκωνε το κεφάλι του, αφουγκραζόταν, κοίταζε, κι άρχιζε πάλι να περπατάει αθόρυβα πάνω στο σκληρό καλντερίµι.
Πριν από καιρό, είχε τη σοφή έµπνευση ν' αλλάξει τα παπούτσια του και να φορέσει λαστιχένια όποτε αποφάσιζε να περιπλανηθεί στη νύχτα, επειδή τα σκυλιά, κατά διαστήµατα, τον παίρναν από πίσω µε γαυγητά και φωνές όταν φορούσε παπούτσια µε σκληρό τακούνι, και τότε υπήρχε κίνδυνος ν' ανάψουν τα φώτα ένα ένα, και πρόσωπα να έµφανιστούν στα παράθυρα, κι όλος ο δρόµος να ξαφνιαστεί µ' αυτό το πέρασµα της µηχανικής σιλουέτας, να ξαφνιαστεί µε το πέρασµα του στ' άπόβραδα του Νοέµβρη.
Απόψε ειδικά, άρχισε την περιπλάνησή του παίρνοντας µια κατεύθυνση προς τα δυτικά, προς την αθέατη θάλασσα. Υπήρχε στην ατµόσφαιρα κάτι σαν ευεργετική, κρυστάλλινη πάχνη. Έκοβε τη µύτη κι έκανε τα πλεµόνια σου να καίγονται µέσα σου, σα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μπορούσες να νιώθεις το παγερό φώς να τρεµοπαίζει, κι όλα τα κλαδιά να γεµίζουν µε αόρατο χιόνι. Άκουγε µε αγαλλίαση το αδιόρατο τρίξιµο των λαστιχένιων παπουτσιών του που πατούσαν πάνω στα φθινοπωρινά φύλλα, κι έβγαζε ένα παγωµένο ήσυχο σφύριγµα µες απ' τα δόντια του, σκύβοντας πότε πότε για να µαζέψει κάποιο φύλλο καθώς περνούσε, και να δει, να εξετάσει το άποσκελετωµένο σχήµα του στο σπάνιο φώς που έπεφτε απ' τις λιγοστές κολόνες του δρόµου, γεµίζοντας τα πλεµόνια του µε τη σάπια µυρωδιά του.
«Έ, σεις εκεί!» ψιθύριζε σε κάθε σπίτι καθώς περνούσε πότε απ' τη µια πλευρά, πότε απ' την άλλη. «Τι δείχνει απόψε το Κανάλι 4, το Κανάλι 7, το Κανάλι 9; Πού πάνε οι καουµπόυδες, που καλπάζουν; Τι ώρα θα βγει το Ιππικό; Μα βέβαια, το Ιππικό των Ηνωµένων
Πολιτειών. Τι ώρα θα βγει να τρέξει σε βοήθεια απ' τον απέναντι λόφο;»
Ο δρόµος ήταν σιωπηλός, κι ατέλειωτος και άδειος. Μόνο η σκιά του αργοσάλευε, σα σκιά γερακιού καταµεσής στην εξοχή. Αν έκλεινε τα µάτια του κι έµενε ακίνητος, παγωµένος, µπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του στο κέντρο µιας άδεντρης, παγερής, δίχως πνοή ανέµου έρηµης Αριζόνας, δίχως σπίτια, σ' ακτίνα χιλιάδων χιλιοµέτρων, µε µόνη συντροφιά του κείνη την ξεραµένη κοίτη ποταµών, τους δρόµους.
«Τι δείχνει τώρα η τηλεόραση;» ρωτούσε τα σπίτια, κοιτάζοντας το ρολόι του: «Οχτώµισυ έ; Είναι η ώρα για τη γνωστή ντουζίνα εγκλήµατα! Είναι µήπως η ώρα των σταυρόλεξων και των αίνιγµάτων; Καµιά ρεβύ µήπως;»
Τι ήταν τώρα αυτό που άκουσε; Ήτανε µήπως ψίθυρος από πνιχτό γέλιο; Ένας ψίθυρος που ερχόταν από 'να κάτασπρο σπίτι. Κοντοστάθηκε για µια στιγµή, αλλά συνέχισε το δρόµο του όταν δεν έγινε τίποτ' άλλο. Σκόνταψε τώρα σ' ένα ιδιαίτερα ανώµαλο σηµείο του πεζοδροµίου. Το τσιµέντο χανόταν κάτω από λουλούδια και γρασίδι. ∆έκα χρόνια τώρα που περιπλανιόταν, νυχθηµερόν, διασχίζοντας χιλιάδες χιλιόµετρα µε τα πόδια,
δε συνάντησε ποτέ ούτε έναν άνθρωπο να περπατάει, έστω και µια φορά, σ' όλο αυτό το διάστηµα.
Κι έφτασε τώρα σε µια διασταύρωση απ’ όπου ξεκινούσαν τρεις αρτηρίες, µια διασταύρωση βυθισµένη στη νυχτερινή σιγή. Ήτανε µια διασταύρωση που έκοβε στα δυό την πόλη. Εδώ, ολόκληρη τη µέρα, βασίλευε ένα χάος, µια ανήκουστη βουή από αυτοκίνητα, µε ανοιχτά τα πρατήρια βενζίνης, µια τεράστια οχλοβοή εντόµων κι ένας αγώνας ασταµάτητος για µια θέση, καθώς τ' αυτοκίνητα, µ' εξαγριωµένες τις εξατµίσεις τους, µόλις κι άγγιζαν την άσφαλτο καθώς χύνονταν ακράτητα προς το σπίτι, µακριά, στΙς αποµακρυσµένες συνοικίες. Μα τούτη τη στιγµή, ακόµα κι αυτοί οι δηµόσιοι δρόµοι, µοιάζανε σα στεγνά ποτάµια το καλοκαίρι, πέτρινα, µε την κοίτη στο φως, στη φεγγαριάτικη ανταύγεια της νύχτας.
Γύρισε πίσω και µπήκε σε µια πάροδο. Θα 'κάνε ένα µεγάλο κύκλο και θα γύριζε στο σπίτι του. Βρισκόταν σχεδόν στη γειτονιά του, όταν πέσαν απάνω του οι προβολείς: Μια κωνική δέσµη φωτός από 'να µοναχικό αυτοκίνητο. Στάθηκε σα µαγεµένος θαρρείς, σα ζωάκι της νύχτας που ζαλίζεται απ' το φως, καθηλώνεται, κι έπειτα έλκεται προς την πηγή του.
«Μην κουνηθείς!» ήρθε στ' αφτιά του η µεταλλική φωνή: «Μείνε εκεί που είσαι. Ακίνητος».
Κοκάλωσε επί τόπου ο Μήντ.
«Ψηλά τα χέρια!»
«Μα...», πήγε να πει.
«Ψηλά τα χέρια, αλλιώς πυροβολούµε!»
Ήταν η αστυνοµία φυσικά, αλλά τι σπάνιο, τι απίστευτο! Σε µια πόλη τριών εκατοµµυρίων, υπήρχε µόνο ένα αστυνοµικό αυτοκίνητο. Άπό πέρυσι κιόλας, απ' το 2.052, τη χρονιά των εκλογών, η αστυνοµική δύναµη είχε περικοπεί κι είχε περιοριστεί από τρία αυτοκίνητα σε ένα. Το έγκληµα ήταν κάτι ανύπαρκτο. ∆εν υπήρχε τώρα ανάγκη για αστυνοµική προστασία, εκτός απ' αυτό το µόνο και µοναδικό αυτοκίνητο που περιπλανιόταν ατέλειωτα και άσκοπα µέσα στους άδειους δρόµους.
«Όνοµα!» είπαν απ' το αστυνοµικό αυτοκίνητο µ' ένα µεταλλικό πρόσταγµα. Ο κύριος Μήντ δεν µπορούσε να ξεχωρίσει τους αστυνοµικούς. Το έντονο φώς τόνε τύφλωνε.
«Λέοναρντ Μήντ», είπε ο Μήντ.
«Πιό δυνατά!»
«Λέοναρτ Μήντ!»
«Επάγγελµα».
«Θα µπορούσε κανείς να µε ονοµάσει συγγραφέα».
«Αυτό δεν είναι επάγγελµα», είπαν απ' το αστυνοµικό αυτοκίνητο, κι ήταν σα να µονολογούσε το αύτοκίνητο. Το φως τόνε κρατούσε καρφωµένο, σα µουσειακό δείγµα, βελόνα που µπήγεται στο στήθος.
«∆εν αποκλείεται». Είχε χρόνια να γράψει ο Λέοναρντ Μήντ. ∆εν υπήρχανε πια ούτε περιοδικά ούτε βιβλία. Τα πάντα τώρα περιορίζονταν µέσα σε κείνα τα σπίτια που έµοιαζαν µε τάφους, τη νυχτερινή τούτη ώρα. Έτσι σκεφτόταν ο Λέοναρντ Μήντ ακολουθώντας τη φαντασία του. Σ' αυτούς τους τάφους, τους κακοφωτισµένους απ' το φώς της τηλεόρασης, όπου οι άνθρωποι κάθονταν σα νεκροί, µε τα γκρίζα η πολύχρωµα φώτα της συσκευής ν' αγγίζουν τα πρόσωπα τους, αλλά τους ίδιους ποτέ.
«Ανεπάγγελτος», είπε η φωνογραφική φωνή, συρίζοντας: «Τι γυρεύετε έξω τέτοια ώρα;»
«Βγήκα να περπατήσω», είπε ο Λέοναρντ Μήντ.
«Να περπατήσετε!»
«Απλώς να περπατήσω», είπε αυτός, µα κιόλας ένιωθε να τόνε λούζει κρύος ιδρώτας.
«Να περπατήσετε, απλώς να περπατήσετε;»
«Μάλιστα κύριε».
«Να πάτε που; Για ποιο λόγο;»
«Να πάρω αέρα. Να δώ».
«Τή διεύθυνση σας!»
«Οδός Σαίντ Τζαίηµς αριθµός 11».
«Άφού υπάρχει αέρας στο σπίτι σας κύριε Μήντ. Έχετε το αιρ κοντίσιον».
«Μάλιστα».
«Κι έχετε και τηλεόραση στο σπίτι σας για να βλέπετε».
«Όχι, δεν έχω».
«Όχι;» κι ακούστηκε κάτι σαν αδιόρατος µηχανικός τριγµός που, αυτός καθαυτός, ακουγόταν σαν κατηγορητήριο.
«Είστε παντρεµένος κύριε Μήντ;»
«Όχι».
«Ανύπαντρος», ακούστηκε η αστυνοµική φωνή πίσω απ' την πύρινη λάµψη. Το φεγγάρι έλαµπε κατακάθαρο, φηλά, ανάµεσα στ' αστέρια, και τα σπίτια ήταν γκρίζα και σιωπηλά.
«Κανείς δε µε ήθελε», είπε µ' ένα χαµόγελο ο Μήντ. «Να µιλάτε µόνο όταν σας δίνουµε την άδεια».
Ο Λέοναρντ Μήντ περίµενε µέσα στην παγερή νύχτα.
«Ωστε βγήκατε απλώς να περπατήσετε κύριε Μήντ».
«Μάλιστα».
«∆εν εξηγήσατε όµως για ποιο σκοπό».
«Εξήγησα. Βγήκα να πάρω αέρα, να δώ, άπλως να περπατήσω».
«Αυτό το κάνετε συχνά;»
«Κάθε βράδυ εδώ και αρκετά χρόνια».
Το αστυνοµικό αυτοκίνητο είχε σταµατήσει στη µέση ακριβώς του δρόµου. Το µηχανικό του λαρύγγι κάτι µουρµούριζε σιγά.
«Αυτά λοιπόν κύριε Μήντ», είπε.
«Τελειώσαµε;» ρώτησε αυτός ευγενικά.
«Ναι...» είπε η φωνή. ∆εν πρόφτασε ο κύριος Μήντ ν' αναστενάξει, κι ακούστηκε ένας κρότος. Ήταν η πίσω πόρτα του αστυνοµικού αυτοκινήτου που 'χε ανοίξει διάπλατα:
«Περάστε».
«Περιµένετε µια στιγµή, δεν έκανα τίποτε».
«Περάστε».
«∆ιαµαρτύροµαι!»
«Κύριε Μήντ!»
Βάδισε προς τα κει σαν ένας άνθρωπος που µέθυσε άξαφνα. Περνώντας µπρος απ' το πάρ µπρίζ του αυτοκινήτου κοίταξε µέσα. Και, όπως το περίµενε, δεν υπήρχε κανείς στο πρώτο κάθισµα, δεν υπήρχε κανείς σ' ολόκληρο το αυτοκίνητο.
«Περάστε».
Άγγιζε µε το χέρι του την πόρτα και κοίταξε µέσα, στην πίσω θέση. Κι η πίσω θέση ήτανε κάτι σα µικρό κελί, µια µικρή σκοτεινή φυλακή κλεισµένη µε κάγκελα. Μύριζε καινούργιο ατσάλι. Μύριζε έντονα αντισηπτικό. Μύριζε µέταλλο, καθαριότητα και σκληράδα. ∆εν υπήρχε τίποτα απαλό µέσα κει.
«Αν είχατε βέβαια µια σύζυγο για άλλοθι», είπε η ατσάλινη φωνή: «Αλλά. . .»
«Πού θα µε πάτε;»
Το αυτοκίνητο κόµπιασε για λίγο, η µάλλον έβγαλε ένα ανεπαίσθητο κροτάλισµα, σα να µπήκε µπροστά µια αθόρυβη τροχαλία, κι ήταν σα να ζητούσε οδηγίες από κάπου, έτσι που έριχνε σε µια σχισµή, κάτω από ηλεκτρικά µάτια, κάτι διάτρητες κάρτες: «Στο Ψυχιατρικό Κέντρο Ερευνών για εξέταση, προκειµένου να εντοπιστούν τα αίτια των οπισθοδροµικών σας τάσεων».
Ο Λέοναρντ Μήντ µπήκε στο αυτοκίνητο. Η πόρτα έκλεισε µαλακά. Το αστυνοµικό αυτοκίνητο κυλούσε τώρα µέσα στις άδειες λεωφόρους της νύχτας, φωτίζοντας το δρόµο του µε χαµηλωµένα τα φανάρια του.
Έπειτα από λίγο πέρασαν µπροστά από ένα σπίτι σε κάποιο δρόµο, ένα µοναδικό σπίτι σε µια ολόκληρη πολιτεία σπιτιών που είχαν σβήσει τα φώτα τους, µα τούτο εδώ ειδικά είχε όλα τα ηλεκτρικά του φώτα αναµµένα, κάθε παράθυρο ήταν και µια κίτρινη ηχηρή φωταψία, τετράγωνο και ζεστό µέσα στο παγερό σκοτάδι.
«Αυτό είναι το σπίτι µου», είπε ο Λέοναρντ Μήντ.
Κανείς δεν του απάντησε.
Το αυτοκίνητο κατέβαινε µέσα στους άδειους δρόµους που έµοιαζαν µε ξεραµένες κοίτες ποταµών, χανόταν µακριά, αφήνοντας πίσω του τους άδειους δρόµους µε τα άδεια πεζοδρόµια, κι ήχος κανείς, και κίνηση καµιά δεν ξανακούστηκε σ' όλη την υπόλοιπη παγερή αυτή νύχτα του Νοέµβρη.




RAY BRADBURY
To ∆ του ∆ιαστήµατος
Τίτλος πρωτοτύπου: S is for Space
Μετάφραση από τα αγγλικά: ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝ∆ΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΑντιΚοσµοι






Δεν υπάρχουν σχόλια: