.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Η παντοδυναμία της προδοσίας – ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ

Δειπνήσαμε μαζί με την Μποργκέζε. Κανονίσαμε τα πάντα για την εκδρομή που θα κάναμε την επόμενη μέρα στο Βεζούβιο. Το βράδυ πήγαμε στην Οπερα. Ο βασιλιάς ήρθε να μας επισκεφτεί στο θεωρείο μας, πράγμα που έκανε όλα τα μάται να στραφούν επάνω μας.
Οταν επιστρέψαμε σπίτι, προτείναμε στην Μποργκέζε να περάσουμε λίγες ώρες της νύχτας τρώγοντας ψητά με συνοδεία κυπριώτικου κρασιού και μαλακιζόμενες. Εκείνη συμφώνησε. Κι έτσι φτάσαμε, η Κλαιρβίλ κι εγώ, την προσποίηση σε σημείο να κάνουμε τη γυναίκα εκείνη που καταδίκαζε η παλιανθρωπιά μας να χύσει εφτά με οχτώ φορές και να χύσουμε κι εμείς άλλες τόσες στην αγκαλιά της. Υστερα την αφήσαμε να κοιμηθεί για να περάσουμε, η φίλη μου κι εγώ, την υπόλοιπη νύχτα μαζί. Χάσαμε ακόμα τρεις με τέσσερις φορές το χύμα μας η κάθε μια στη σκέψη της έξοχης ιδέας να προδώσουμε, τη μέρα που ερχότανε, όλα τα συναισθήματα φιλίας και εμπιστοσύνης. Μόνο τα μυαλά σαν τα δικά μας μπορούν να συλλάβουν τέτοιες διαστροφές, το ξέρω. Αλίμονο όμως σ’ όποιον δεν τις γνωρίζει! Στερείται θεϊκές απολαύσεις. Τολμώ μάλιστα να πω πως δεν έχει ιδέα από ηδονή.
Σηκωθήκαμε νωρίς – νωρίς το πρωί. Δεν κοιμάται κανείς όταν έχει στο νου του να κάνει κάποιο έγκλημα. Η σκέψη του και μόνο φλογίζει όλες τις αισθήσεις. Την κλωθογυρίζεις από δω κι απο κει στο μυαλό σου, την απολαμβάνεις από κάθε της πλευρά και χαίρεσαι χιλιάδες φορές εκ των προτέρων την ηδονή που ξέρεις πολύ καλά ότι θα δικιμάσεις όταν την εκτελέσεις.
Ενα αμάξι με έξι άλογα μας οδήγησε στους προποδες του ηφαιστείου. Εκεί συναντήσαμε κάτι ξεναγούς που σκοπός τους ήταν να μας προσδέσουν στα σχοινιά που βοηθούν στην ανάβαση του βουνού. Χρειάζονται δυο ώρες για να φτάσει κανείς στην κορυφή. Τα καινούργια παπούτσια που φοράτε σ’ αυτή την ανάβαση είναι πια καμμένα όταν φτάνετε πάνω. Ανεβήκαμε χαρωπά κοροϊδεύοντας την Ολυμπία. Εκείνη η δύστυχη έπρεπε να ‘χε καταλάβει τι σήμαιναν οι προδοτικοί κι όλο υπονοούμενα σαρκασμοί μας.
Η διάσχιση αυτού του βουνού είναι μια φριχτή αγγαρεία! Στάχτες παντού μέχρι το λαιμό, αν κάνεις τέσσερα βήματα μπροστά πας έξι πίσω κι έχεις συνέχεια το φόβο πως θα σε καταπιεί ζωντανό κάποια λάβα. Φτάσαμε πάνω εκνευρισμένες και σταθήκαμε να ξαποστάσουμε. Εκεί λοιπόν παρατηρήσαμε με τρομερό ενδιαφέρον την ήρεμη σχισμή εκείνου του ηφαιστείου που όταν εξοργίζεται κάνει το βασίλειο της Νάπολης να τρέμει.
- Πιστεύετε πως υπάρχει φόβος σήμερα; Ρωτήσαμε τους ξεναγούς μας.
- Οχι, απάντησαν εκείνοι. Ισως μπορούν ακόμα να εκτοξευτούν ορισμένα κομμάτια πίσσας ή ελαφρόπετρας αλλά έκρηξη αποκλείεται πια να γίνει.
- Πολύ καλά φίλοι μας, δώστε μας λοιπόν το πανέρι με τα τρόφιμα και γυρίστε πίσω στο χωριό, τους είπε τότε η Κλαιρβίλ. Εμείς θα περάσουμε εδώ πάνω τη μέρα! Θέλουμε να κάνουμε ορισμένα σχέδια.
- Μα κι αν συμβεί τίποτα;
- Δεν είπατε πως δεν πρόκειται να συμβεί το παραμικρό;
- Δεν μπορούμε όμως και να το διαβεβαιώσουμε.
- Ε, αν λοιπόν συμβεί κάτι, τότε θα κατεβούμε ως εκ θαύματος στο χωριό που σας βρήκαμε.
Με τρία – τέσσερα όντσια που τους γλιστρήσαμε στο χέρι δεν άργησαν καθόλου να μας αφήσουν μόνες.
Δεν είχαν καλά – καλά προλάβει να κάνουν τετρακόσια βήματα όταν είπα στην Κλαιρβίλ!
- Θα χρησιμοποιήσουμε πονηριά;
- Οχι, μου απάντησε εκείνη, βία...
Κι έτσι ριχτήκαμε αμέσως κι οι δυο στην Ολυμπία!
- Πουτάνα! Της είπαμε μ’ ένα στόμα, σε βαρεθήκαμε πια, ήρθαμε εδώ πάνω για να σε ξαποστείλουμε... Θα σε ρίξουμε ζωντανή στα σπλάχνα του ηφαιστείου...
- Ω φίλες μου! Τι σας έκανα λοιπόν;
- Τίποτα. Σε βαριόμαστε, δεν φτάνει αυτό...
Πάνω σ’ αυτά τα λόγια, της χώνουμε ένα μαντήλι στο στόμα και κόβουμε στη στιγμή τις φωνές και τις ιερεμιάδες της. Τότε η κλαιρβίλ της έδεσε τα χέρια μ’ ένα μεταξωτό σχοινί που είχε φέρι επίτηδες. Έκανα κι εγώ το ίδιο στα πόδια της. Οταν έμεινε απόλυτα ανυπεράσπιστη σταθήκαμε κι οι δύο να την κοιτάζουμε διασκεδάζοντας αφάνταστα. Δάκρυα κυλούσαν απ’ τα όμορφα μάτια της κι έρχονταν να πέσουν σα μαργαριτάρια πάνω στον ωραίο της λαιμό. Τη γδύσαμε, την πασπατέψαμε και τη βιάσαμε σ’ όλα τα σημεία του κορμιού της. Τσιμπήσαμε τον όμορφο λαιμό της. Μαστιγώσαμε τον χαριτωμένο της κώλο, της πληγώσαμε τους γλουτούς και μαδήσαμε το μουνί της. Εγώ της δάγκωσα την κλειτορίδα μέχρι που μάτωσε.
Τέλος, ύστερα από δύο ώρες φριχτών βασανιστηριών, της λύσαμε τα δεσμά της και την σπρώξαμε στο κέντρο του ηφαιστείου απ’ όπου παρατηρούσαμε πάνω από έξι λεπτά το κορμί της να πέφτει κλυδωνιζόμενο και τραμπαλιζόμενο ακανόνιστα χτυπώντας στα αιχμηρά τοιχώματα που το ξέσκιζαν κομματάκια. Σιγά – σιγά ο θόρυβος απ’ την πτώση ελαττώθηκε... ώσπου δεν τον ακούγαμε πια καθόλου.
- Πάει κι αυτό, είπε τότε η Κλαιρβίλ που δεν είχε πάψει να μαλακίζεται από τη στιγμή που είχε ρίξει εκείνο το σώμα στο ηφαίστειο. Ω, γαμώ το! Αγάπη μου, ας χύσουμε τώρα κι οι δυό μας ξαπλωμένες πάνω στο στρώμα τούτου εδώ του ηφαιστείου! Διαπράξαμε μόλις ένα έγκλημα, μια από τις υπέροχες αυτές πράξεις που οι άνθρωποι επιμένουν ν’ αποκαλούν φριχτές! Ε λοιπόν! Αν ισχύει πράγματι ότι η πράξη αυτή παραβιάζει τη φύση, ότι η φύση την εκδικείται, τότε μπορεί να το κάνει, ας γίνει στη στιγμή μια έκρηξη, ας ξεχυθεί αμέσως μια λάβα κι ας μας καταπιεί...
Δεν ήμουν πλέον σε κατάσταση να της απαντήσω. Κολυμπώντας στη μέθη κι εγώ, ανταπόδωσα στο εκατονταπλάσιο στη φίλη μου ό,τι χάδι μου χάριζε. Δεν μιλούσαμε πια. Σφιγμένες δυνατά η μια στην αγκαλιά της άλλης, έτσι καθώς μαλακιζόμαστε σαν τριβάδες δίναμε σάμπως την εντύπωση πως θέλαμε ν’ ανταλλάξουμε τις ψυχές μας μέσα από τα ξέφρενα, όλο πάθος, αναστενάγματά μας. Κάποιες λέξεις ηδονής, κάποιες βλαστήμιες ήταν τα μοναδικά λόγια που μας ξέφευγαν. Προσβάλλαμε την φύση, την αψηφούσαμε, δε της δίναμε την παραμικρή σημασία! Θριαμβεύοντας λοιπόν παώ στην ατιμωρησία που μας χάριζαν η αδυναμία και η αδιαφορία της, εμείς εκμεταλευόμασταν την επιείκειά της για να την ερεθίσουμε ακόμα πιο σοβαρά.
- Βλέπεις λοιπόν Ιουλιέτα, μου είπε η Κλαιρβίλ που συνήλθε πρώτη από τον αμοιβαίο μας οργασμό, αν η φύση προσβάλλεται ή όχι απο τα υποτιθέμενα εγκλήματα του ανθρώπου! Θα μπορούσε κάλλιστα να μας πνίξει στη λάβα, θα πεθαίναμε κι οι δυο στους κόλπους της ηδονής... Το ‘κανε όμως; Α! Μείνε ήσυχη, δεν υπάρχει στον κόσμο έγκλημα ικανό να στρέψει την οργή της φύσης επάνω μας! Όλα τα εγκλήματα την εξυπηρετούν, της είναι όλα χρήσιμα κι όταν μας τα εεμφυσεί δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι πράγματι τα χρειάζεται.
Η Κλαιρβίλ δεν πρόφτασε ν’ αποτελειώσει τα λόγια της όταν ένα πλήθος πέτρες ξεπετιέται απ’ το ηφαίστειο και πέφτει σα βροχή τριγύρω μας.
- Αχ! Αχ! Της λέω δίχως να τολμώ να σηκωθώ. Η Ολυμπία μας εκδικείται! Τούτα δω τα κομμάτια στάχτης και κατραμιού είναι το αποχαιρετιστήριό της, το προειδοποιητήριο που μας στέλνει πως βρίσκεται ήδη στα έγκατα της γης.
- τίποτα απλούστερο απ’ αυτό το φαινόμενο, μου απάντησε η Κλαιρβίλ. Κάθε φορά που ένα βαρύ σώμα πέφτει στο ηφαίστειο ενεργοποιεί τα υλικά που βράζουν κοχλάζοντας αδιάκοπα μέσα στη μήτρα του κι έτσι δημιουργείται μια μικρή έκρηξη.
- Ελπίζω λοιπόν να μη μας ενοχλήσει τίποτ’ άλλο Κλαιρβίλ, ας γευματίσουμε τώρα αν και πιστεύω πως κάνεις λάθος σχετικά με τη βροχή απ’ τις πέτρες που μόλις μας έπεσε στο κεφάλι! Δεν είναι παρά η παράκληση της Ολυμπίας να της δώσουμε τα πράγματά της εκεί κάτω. Πρέπει να της τα επιστρέψουμε λοιπόν.
Αφού βγάλαμε το χρυσάφι και τα κοσμήματα που στόλιζαν τα ρούχα της, τα πακετάραμε και τα ρίξαμε στην ίδια εκείνη τρύπα που δέχτηκε και τη δύσμοιρη φίλη μας. Στη συνέχεια γευματίσαμε. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός θόρυβος. Το έγκλημα είχε διαπραχθεί και η φύση ήταν ικανοποιημένη. Κατεβήκαμε κάτω και συναντήσαμε τους ανθρώπους μας στους πρόποδες του βουνού.
- Μας συνέβη κάτι τρομερό, τους είπαμε πλησιάζοντας τους με δάκρυα στα μάτια... η άμοιρη η συντρόφισσά μας... πλησίασε πολύ στο χείλος και... αλίμονο έπεσε μέσα... Ω, γενναίοι εσείς, λέτε να μπορούμε να κάνουμε τίποτα;
- Τίποτα, απάντησαν εκείνοι μ’ ένα στόμα. Επρεπε να μας αφήσετε να μείνουμε μαζί σας, δε θα συνέβαινε τίποτα. Τώρα πια πάει, χάθηκε, δε θα την ξαναδείτε ποτέ.
Τα ψεύτικα δάκρυα μας διπλασιάστηκαν στο άκουσμα της σκληρής αυτής αλήθειας κι αφού ανεβήκαμε στο αμάξι μας, ύστερα από τρία τέταρτα είμασταν ξανά πίσω στη Νάπολη.
Ανακοινώσαμε την ίδια κιόλας μέρα τη συμφορά που μας βρήκε. Ο Φερδινάνδος ήρθε να μας συλλυπηθεί αυτοπροσώπως πιστεύοντας πως είμασταν αληθινές αδελφές και φίλες. Οσο διεφθαρμένος κι αν ήταν, δε διανοήθηκε ούτε μια στιγμή πως θα μπορούσαμε να ‘χαμε κάνει εκείνο το έγκλημα κι έτσι τα πράγματα έμειναν όπως είχαν. Πριν περάσει μεγάλο διάστημα, στείλαμε πίσω στη Ρώμη τους ανθρώπους της πριγκίπισσας ντε Μποργκέζε μαζί με πιστοποιητικά του θανάτου της και μηνύσαμε στην οικογένειά της να μας υποδείξει τι να κάνουμε με τα κοσμήματα και τα χρυσαφικά της που ανέρχονταν, όπως τους γράφαμε σε τριάντα χιλιάδες φράγκα ενώ στην πραγματικότητα βέβαια αναλογούσαν σε εκατό περίπου χιλιάδες τις οποίες εύκολα καταλαβαίνετε ότι μοιραστήκαμε αναμεταξύ μας. Οταν όμως η απάντηση της οικογένειας της έφτασε, εμείς δεν βρισκόμαστε πλέον στη Νάπολη κι έτσι απολαύσαμε με την ησυχία μας τη ληστεία που κάναμε στη φίλη μας.
Η Ολυμπία, πριγκίπισσα Μποργκέζε, ήταν μια γυναίκα γλυκιά, αξιαγάπητη, παρασυρμένη από την ηδονή, ελευθέρια από ιδιοσυγκρασία, γεμάτη φαντασία, αλλά δεν είχε ποτέ της εμβαθύνει στις αρχές που πρέσβευε. Ντροπαλή, επηρεασμένη πάντα από τις προκαταλήψεις της, επιρρεπής στην πρώτη ατυχία που θα της συνέβαινε δεν ήταν αντάξια δύο γυναικών διεφθαρμένων τόσο όσο εμείς.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΟΜΟΣ Ε΄
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΝΤΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ο ΔΗΜΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΥΜΑ ΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: