.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Η μάσκα του κόκκινου θανάτου – Edgar Allan Poe



Ο «Κόκκινος Θάνατος» ρήμαζε από καιρό τη χώρα. Καμιά επιδημία δεν είχε ποτέ σταθεί τόσο θανατερή, τόσο φριχτή. Το αίμα ήταν η ενσάρκωση κι η σφραγίδα του – το κόκκινο και απαίσιο αίμα. Δυνατοί πόνοι, ξαφνικές ζαλάδες, από τους πόρους άφθονη αιμορραγία, κι έπειτα ο θάνατος. Οι κόκκινες βούλες πάνω στο κορμί, και ειδικά στο πρόσωπο του θύματος, σήμαιναν την αποκήρυξή του από τους συνανθρώπους του, τη στέρηση κάθε βοήθειας και συμπόνιας. Η εκδήλωση της αρρώστιας, η πρόοδός της και ο θάνατος ήταν ζήτημα μισής ώρας.
Αλλά ο πρίγκηπας Πρόσπερο ήταν ευτυχισμένος, ατρόμητος και συνετός. Όταν το κράτος του ερημώθηκε από το μισό πληθυσμό, κάλεσε κοντά του χίλιους γερούς και ξένοιαστους ιππότες και κυρίες της αυλής του, και μαζί με όλους και όλες κλείστηκε σ' έναν οχυρό του πύργο κι απομονώθηκε αυστηρά. Αυτός ο πύργος ήταν μια πολύ μεγάλη και περίλαμπρη οικοδομή, κτισμένη σύμφωνα με τα εκκεντρικά, μα ωστόσο σεπτά γούστα του ίδιου του πρίγκιπα. Τον έζωνε ένας ψηλός και ισχυρός τοίχος, με σιδερένιες πύλες. Οι αυλικοί έφεραν μαζί τους φουρνέλα και βαριά σφυριά, και κάρφωσαν τις πύλες, έτσι που να μην ανοίγουν. Δεν άφησαν κανένα μέσον για να μπει κανείς από τους έξω, μέσα στην απελπισία του, είτε για να βγει κανείς από τους κλεισμένους, μέσα στο μεθύσι του. Ο πύργος ήταν εφοδιασμένος άφθονα με όλα τα καλά. Με τέτοιες προφυλάξεις, οι αυλικοί μπορούσαν ν' αψηφούν τη μετάδοση της επιδημίας. Ο έξω κόσμος ας φρόντιζε μονάχος για τον εαυτό του. Στο μεταξύ, ήταν ανοησία να κάθεται κανείς να χολοσκά και να συλλογιέται. Ο ηγεμόνας είχε φροντίσει να μη λείψει καμιά διασκέδαση: γελωτοποιοί, θεατρίνοι, χορεύτριες, μουσικοί, όμορφες γυναίκες και κρασί. Όλα αυτά, κι απόλυτη ασφάλεια μαζί, ήταν μέσα στον πύργο. Έξω ήταν ο «Κόκκινος Θάνατος».
Έκλεινε πια ο πέμπτος ή ο έκτος μήνας από τότε που ο πρίγκηπας Πρόσπερο είχε κλειστεί σοτν πύργο, ενώ έξω λυσσομανούσε η επιδημία, όταν έδωσε για τους χίλιους φίλους του ένα χορό μεταμφιεσμένων εξαιρετικής μεγαλοπρέπειας.
Ήταν ένα θέαμα που χαιρόσουν να το βλέπεις, αυτός ο χορός. Πρώτα, όμως, ας μιλήσω για τις αίθουσες. Ήταν εφτά αίθουσες στη σειρά – ένα μεγαλείο αυτοκρατορικό. Σε πολλά παλάτια, αυτές οι συνεχόμενες αίθουσες σχηματίζουν μια μακριά κι ολόισια προοπτική, ενώ οι πολύφυλλες πόρτες ανοίγουν σχεδόν ως τους τοίχους κι από τις δυό πλευρές, έτσι που τίποτα σχεδόν δεν εμποδίζει τη θέα σε όλη τους την έκταση. Εδώ, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, όπως θα μπορούσε κανείς να το περιμένει από την αγάπη του ηγεμόνα για το αλλόκοτο. Οι αίθουσες είχαν μια τόσο ακανόνιστη διάταξη, που το μάτι δεν μπορούσε ν' απλωθεί πέρα από μια και μόνη αίθουσα, μ' ένα μικρό κομμάτι από τη διπλανή της. Κάθε είκοσι ή τριάντα γιάρδες ήταν και μιαν απότομη στροφή, και σε κάθε στροφή είχες μια καινούργια εντύπωση. Δεξιά κι αριστερά, καταμεσής του κάθε τοίχου, ένα ψηλόστενο γοτθικό παράθυρο έβλεπε σ' έναν κλειστό διάδρομο, που ακολουθούσε κι αυτός την ίδια φιδωτή διάταξη. Αυτά τα παράθυρα ήταν από χρωματιστά τζάμια, που το χρώμα τους παράλλαζε σύμφωνα με την απόχρωση που επικρατούσε στη διακόσμηση της σχετικής αίθουσας. Η πρώτη αίθουσα, λόγου χάρη, στην άκρη άκρη ανατολικά, είχε γαλάζιες κουρτίνες – και τα παράθυρα είχαν κι αυτά ένα ζωηρό γαλάζιο χρώμα. Η δεύτερη ήτανε ταπετσαρισμένη βυσσινιά, και τα τζάμια ήταν βυσσινιά. Η τρίτη πράσινη, το ίδιο και τα τζάμια. Η τέταρτη πορτοκαλιά, όπως και το φως που έμπαινε, η πέμπτη λευκή, η έκτη μενεξεδιά. Η έβδομη ήταν ολόκληρη ντυμένη με μαύρες βελούδινες ταπετσαρίες, που κρέμονταν απ' το ταβάνι και σκέπαζαν τους τοίχους, πέφτοντας με βαριές πτυχές πάνω στο χαλί που ήταν από το ίδιο ύφασμα κι είχε το ίδιο χρώμα. Αλλά μονάχα σ' αυτή την αίθουσα το χρώμα των τζαμιών δεν ταίριαζε με τη διακόσμηση. Εδώ, τα τζάμια ήταν κόκκινα – ένα βαθύ κόκκινο σαν αίμα. Καμιά από τις εφτά αίθουσες δεν είχε ούτε λάμπες, ούτε καντηλέρια, ούτε πολυέλαιο. Κανένα φως μέσα στις ίδιες τις αίθουσες. Στο διάδρομο όμως, αντίκρυ στο κάθε παράθυρο, ήταν από ένας ψηλός τρίποδας, που στην κορυφή του άναβε μια δυνατή φωτιά, ρίχνοντας τη λάμψη της μεσ' από το χρωματιστό τζάμι και φωτίζοντας άπλετα την αντίστοιχη αίθουσα. Έτσι, οι αίθουσες έπαιρναν μια πλούσια και φαντασμαγορική εμφάνιση. Αλλά στη δυτική ή μαύρη αίθουσα, το φως της φωτιάς καθώς ξεχυνότανε πάνω στα μαύρα υφάσματα μεσ' από το κόκκινο σαν αίμα τζάμι, της έδινε μια όψη φρικαλέα, και μια τόσο άγρια έκφραση στα πρόσωπα, που λίγοι είχαν το θάρρος να πατήσουν το πόδι τους εκεί μέσα.
Σ' αυτή την αίθουσα επίσης, ακουμπιστά στο δυτικό τοίχο, ορθωνότανε ένα πελώριο εβένινο εκκρεμές. Το βαρίδι του κουνιότανε δώθε κείθε μ' ένα μουντό, βαρύ, μονότονο τικ τακ. Κι όταν ο λεπτοδείκτης έκανε το γύρο της πλάκας και χτυπούσε η ώρα, από τα μετάλλινα πνεμόνια του ρολογιού έβγαινε ένας ήχος τόσο καθαρός, δυνατός, βαθύς και εξαιρετικά μουσικός, αλλά τόσο παράξενος κι εντατικός, που σε κάθε ώρα, οι μουσικοί της ορχήστρας σταματούσαν άθελα για μια στιγμή την εκτέλεση του κομματιού που έπαιζαν, για ν' ακούσουν τον ήχο. Έτσι, κι οι χορευτές αναγκάζονταν να σταματήσουν τους στροβιλισμούς, και μια ακεφιά πλάκωνε ολόκληρη την εύθυμη συντροφιά. Κι όσο χτυπούσε ακόμα το ρολόι, έβλεπες τους ξένοιαστους να χλωμιάζουν, και τους πιο ηλικιωμένους και ατάραχους να χαϊδεύουν με το χέρι τους το μέτωπο, σα να 'τανε παραδομένοι σε μιαν αόριστη ονειροπόληση ή συλλογή. Όταν όμως έσβηνε ολότελα η ηχώ, ένα ξαλαφρωμένο γέλιο έβγαινε απ' όλα τα στόματα μεμιάς, οι μουσικοί κοιτάζονταν αναμεταξύ τους και χαμογελούσανε, σα να κορόιδευαν την ίδια τους την ταραχή, κι ορκίζονταν ψιθυριστά ο ένας στον άλλον πως ο κατοπινός χτύπος του ρολογιού δε θα τους έκανε την ίδια συγκλονιστική εντύπωση. Κι έπειτα, όταν περνούσαν εξήντα λεπτά (που κάνουν τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα του χρόνου που κυλάει και φεύγει) ακούγονταν άλλα χτυπήματα του ρολογιού, και πλάκωνε η ίδια ακεφιά, η ίδια ταραχή και συλλογή όπως πρωτύτερα.
Παρ' όλ' αυτά, ωστόσο, ήταν ένα τρικούβερτο και θαυμάσιο γλέντι. Τα γούστα του ηγεμόνα ήταν ιδιότυπα. Είχε μάτι εκλεπτυσμένο για τα χρώματα και τους συνδυασμούς. Περιφρονούσε τη συμβατική μόδα. Τα σχέδιά του ήταν τολμηρά, γεμάτα φλόγα, κι οι εμπνεύσεις τους είχαν μια βάρβαρη λαμπρότητα. Μερικοί θα μπορούσαν να τον πάρουν για τρελό. Οι ακόλουθοί του, όμως, ένιωθαν πως δεν ήταν. Έπρεπε να τον ακούς, να τον βλέπεις και να τον αγγίζεις, για να 'σαι βέβαιος πως δεν ήτανε τρελός.
Είχε επιβλέψει ο ίδιος για την πρόσθετη διακόσμηση των εφτά αιθουσών σ' αυτή τη μεγάλη γιορτή. Και η δική του κατεύθυνση είχε δώσει στη μασκαράτα τον ξεχωριστό της χαρακτήρα. Σίγουρα είχε κάτι το πολύ τραγελαφικό. Κάτι που σε θάμπωνε, σε αναστάτωνε – φανταχτερή, φαντασμαγορική. Αλλόκοτες μορφές, με αταίριαστα μέλη και ντυσίματα. Εξωφρενικές φαντασίες, που μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να συλλάβει, πολλή ομορφιά, πολλή ακολασία, κάτι το πολύ αλλόκοτο και κάπως τρομακτικό μαζί, ακόμα και κάτι που θα μπορούσε να προξενήσει όχι λίγη αηδία. Λες κι ένα πλήθος όνειρα πηγαινοέρχονταν μέσα στις εφτά αίθουσες – όνειρα που κλωθογύριζαν εδώ κι εκεί, παίρνοντας το χρώμα τους από τις αίθουσες, και κάνοντας τη ζωηρή μουσική της ορχήστρας να φαίνεται σαν μια ηχώ από τα βήματά τους. Και ξαφνικά χτυπάει το εβένινο ρολόι μέσα στη βελουδένια αίθουσα. Και τότε, για μια στιγμή, όλα ησυχάζουν, όλα σωπαίνουν, εκτός από τη φωνή του ρολογιού. Τα όνειρα παγώνουνε κοκαλιασμένα εκεί που στέκονται. Μα να, σβήνουνε του ρολογιού οι ήχοι – κρατήσανε μονάχα μια στιγμή – κι ένα ξαλαφρωμένο μισοπνιγμένο γέλιο φτεροκοπάει πίσω τους έτσι που φεύγουν. Και τώρα, η μουσική φουντώνει, τα όνειρα ξαναζωντανεύουν και κλωθογυρίζουν πέρα δώθε πιο εύθυμα παρά ποτέ, παίρνοντας το χρώμα τους από τα ποικιλόχρωμα τζάμια, απ' όπου ξεχύνεται το φως που ρίχνουνε οι τρίποδες. Αλλά στην πιο δυτική αίθουσα από τις εφτά, κανένας από τους μασκαρεμένους δεν τολμά να πάει. Γιατί η νύχτα προχωρεί, κι από τα αιματοβαμμένα τζάμια χύνεται ένα φως πιο κόκκινο, κι η μαυρίλα τρομάζει εκεί μέσα, κι όποιος πατήσει το πόδι του στο μελανί χαλί, του έρχεται από το εβένινο ρολόι ένα τικ τακ αχνό, πιο εμφαντικά επίσημο απ' ό,τι φθάνει στ' αυτιά εκείνων που γλεντούνε στις παραπέρα αίθουσες.
Αυτές οι άλλες αίθουσες είναι γεμάτες κόσμο και σφύζουνε από ζωή. Κι η δίνη του γλεντιού δε σταματάει – ώσπου, τέλος, άρχισαν να χτυπούν μεσάνυχτα στο μεγάλο ρολόι. Και τότε η μουσική κόπηκε, έπαψαν οι στροβιλισμοί των χορευτών, και μια ανησυχητική παύση έγινε σε όλα. Τώρα όμως το ρολόι θα χτυπήσει δώδεκα φορές – και για τούτο, ίσως, περισσότερες σκέψεις, χάρη στον περισσότερο χρόνο τρύπωσαν μέσα στο μυαλό των στοχαστικών, ανάμεσα στους άλλους που γλεντούσαν ξένοιαστοι. Ίσως και για τούτο, επίσης, πριν σβήσει ολότελα κι η τελευταία ηχώ του τελευταίου χτύπου, πολλοί βρήκαν τον καιρό να προσέξουν την παρουσία ενός πρωσοπιδοφόρου, που κανένας δεν τον είχε αντιληφθεί πρωτύτερα. Κι όταν η είδηση αυτής της καινούργιας παρουσίας διαδόθηκε παντού ψιθυριστά, υψώθηκε μια σιγανή βοή, ένα μουρμουρητό, που εκδήλωνε αποδοκιμασία κι έκπληξη – και, τέλος, τρόμο, φρίκη κι αηδία.
Πρέπει να υποθέσει κανείς, πως σε μια συντροφιά από εξωφρενικά φαντάσματα σαν αυτά εδώ, καμιά συνηθισμένη εμφάνιση δε θα μπορούσε να προκαλέσει τόση αίσθηση. Η ελευθερία στο μασκάρεμα ήταν πράγματι, σχεδόν απεριόριστη. Όμως αυτός εδώ το είχε παρακάνει, είχε ξεπεράσει ως και την απέραντη εκκεντρικότητα του πρίγκηπα. Και στου πιο ρέμπελου την καρδιά, υπάρχουν χορδές που όταν τις αγγίξεις συγκινείται. Ακόμα και για τον πιο χαμένο άνθρωπο, που παίρνει στ' αστεία και τη ζωή και το θάνατο, υπάρχουν πράγματα που δεν τα παίρνει στο αστείο. Πράγματι, ολόκληρη η συντροφιά, φαινότανε τώρα να το καταλαβαίνει πως το κοστούμι του ξένου δεν είχε τίποτα το έξυπνο ή το κατάλληλο για την περίσταση. Ήταν ψηλός και κοκαλιάρης, τυλιγμένος απ' το κεφάλι ως τα πόδια μέσα σ' ένα σάβανο. Η μάσκα που του έκρυβε το πρόσωπο έμοιαζε τόσο πολύ με αλύγιστη όψη νεκρού, που απ' όσο κοντά κι αν την εξέταζες, δυσκολευόσουν ν' ανακαλύψεις πως ήταν μια απατηλή εντύπωση και μόνο. Όλα αυτά, ωστόσο, οι τρελοί γλετζέδες θα μπορούσαν να τ' ανεχθούν, αν όχι να τα εγκρίνουν. Αλλά ο μασκαράς αυτός είχε προχωρήσει ως το σημείο να πάρει τη μορφή του Κόκκινου Θανάτου. Η φορεσιά του ήταν γεμάτη αίματα, και το πλατύ του μέτωπο, καθώς και όλο το πρόσωπό του, είχαν παντού τις απαίσιες κόκκινες βούλες.
Όταν η ματιά του Πρίγκιπα Πρόσπερο έπεσε πάνω σ' αυτή τη μορφή που έμοιαζε με φάντασμα (και που με αργό κι επίσημο βήμα, σα να 'θελε να παίξει ακόμα καλύτερα το ρόλο του, πηγαινοερχότανε ανάμεσα στους χορευτές), τον είδανε ν' αναριγάειστην αρχή, λες από τρόμο, ή κι από αηδία. Όμως αμέσως έπειτα κοκκίνισε από το θυμό του.
«Ποιος τολμά;» ρώτησε με τραχιά φωνή τους αυλικούς που στέκονταν κοντά του - «ποιος τολμά να μας προσβάλλει μ' αυτό το βλάσφημο εμπαιγμό; Πιάστε τον και βγάλτε του τη μάσκα – για να δούμε ποιος είναι αυτός που κρεμάσομε στις επάλξεις του πύργου μόλις βγει ο ήλιος!»
Ο ηγεμόνας Πρόσπερο στεκότανε στην ανατολική ή γαλάζια αίθουσα όταν πρόφερε αυτά τα λόγια. Αντήχησαν δυνατά και καθαρά απ' άκρη σ' άκρη και στις εφτά αίθουσες, γιατί ο πρίγκηπας ήταν άνθρωπος ρωμαλέος και με θάρρος, κι η μουσική είχε σωπάσει σ' ένα γνέψιμο του χεριού του.
Στη γαλάζια αίθουσα στεκόταν ο πρίγκηπας έχοντας πλάι του μια ομάδα κατάχλωμους αυλικούς. Στην αρχή, όσο ακόμα μιλούσε, οι αυλικοί έκαναν να ορμήσουν πάνω στον παρείσακτο, που εκείνη τη στιγμή βρισκότανε αρκετά κοντά, και που τώρα πλησίαζε ακόμα πιο κοντά, με βήμα σταθερό κι επιβλητικό. Αλλά από κάποιο ακαθόριστο φόβο που είχε εμπνεύσει σε όλους με τη μεταμφίεσή του, δε βρέθηκε κανένας που ν' απλώσει το χέρι του και να τον συλλάβει. Κι έτσι, ανεμπόδιστος, έφτασε σε μιας γιάρδας απόσταση από τον ηγεμόνα – κι ενώ το πλήθος, με μια ομαδική ορμέμφυτη κίνηση, αποτραβιότανε από τη μέση και μαζευότανε γύρω στους τοίχους, προχώρησε ολόισια – με το ίδιο επίσημο και μετρημένο βήμα που τον χαρακτήριζε απ' την αρχή – από τη γαλάζια αίθουσα στη βυσσινιά, από τη βυσσινιά στην πράσινη, από την πράσινη στην πορτοκαλιά από τούτη τη λευκή, έπειτα στη μενεξεδιά, χωρίς κανένας να τον σταματήσει. Εκείνη τη στιγμή, ωστόσο, ο ηγεμόνας Πρόσπερο, έξω φρενών από το θυμό και τη ντροπή του για τη στιγμιαία του ανανδρία, όρμησε και πέρασε βιαστικά τις έξι αίθουσες, χωρίς να τον ακολουθήσει κανένας από τους περίτρομους αυλικούς. Κράταγε υψωμένο ένα μαχαίρι που τράβηξε από τη ζώνη του, και είχε φτάσει ακάθεκτος σε τρία τέσσερα πόδια απόσταση από τον άλλον που προχωρούσε, όταν, αυτός ο τελευταίος, που βρισκότανε στην άλλη άκρη της μενεξεδιάς αίθουσας, γύρισε απότομα κι αντίκρυσε το διώκτη του. Μια διαπεραστική κραυγή – και το μαχαίρι έπεσε γυαλιστερό πάνω στο μαύρο χαλί κι αμέσως έπειτα ο ηγεμόνας Πρόσπερο, νεκρός. Τότε, μέσα στην απόγνωσή τους, συγκεντρώνοντας όλο τους το θάρρος, ένα πλήθος αυλικοί χύθηκαν μεμιάς μέσα στη μαύρη αίθουσα, και καθώς άδραξαν τον προσωπιδοφόρο που στεκότανε ολόισιος κι ακίνητος στον ίσκιο του εβένινου ρολογιού, απόμειναν παράλυτοι από την ανείπωτη φρίκη, βλέποντας πως το σάβανο κι η νεκρική μάσκα, που τα τράβηξαν με τόση δύναμη, σκέπαζαν μια άυλη μορφή.
Και τώρα κατάλαβαν την παρουσία του Κόκκινου Θανάτου. Είχε έρθει σαν κλέφτης μες στη νύχτα. Κι ο ένας μετά τον άλλον έπεσαν οι γλετζέδες μέσα στις αιματοβαμμένες αίθουσες του γλεντιού των, και ο καθένας πέθανε στην ίδια απεγνωσμένη στάση όπου είχε πέσει. Και η ζωή του εβένινου ρολογιού έσβησε μαζί με τη ζωή του τελευταίου γλετζέ. Και στους τρίποδες ξεψύχησαν οι φλόγες. Σκοτάδι και Σαπίλα και ο Κόκκινος Θάνατος κυριάρχησαν απόλυτα απάνω σε όλα.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Ν. ΣΚΟΥΛΑΣ [ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ]


Πόε
ΤΟΜΟΣ Β'
ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 1991

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

"The Masque of the Red Death"
by Ilyas Phaizulline.


http://25.media.tumblr.com/tumblr_mb1ldqGtJV1rt47g5o1_r1_1280.jpg

Παρείσακτος είπε...

πάρα πολύ καλό! ευχαριστώ για την επισήμανση! όπως βλέπετε ήδη το ανέβασα!