.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Η συμπεριφορά μας απέναντι στον εαυτό μας – ΑΡΘ. ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ

Οπως ο εργάτης, που βοηθάει να υψωθεί ένα κτίριο, δεν ξέρει το συνολικό σχέδιο, ή δεν το έχει διαρκώς μπροστά στα μάτια του, έτσι είναι και η θέση του ανθρώπου, όταν προσπαθεί να αναμετρήσει μια-μια τις ημέρες και τις ώρες της ζωής του, σε σχέση με το σύνολο της ζωής του και με το συνολικό χαρακτήρα τους. Οσο πιο αξιοπρεπής, σημαντικός, αξιοσημείωτος και ατομικός είναι αυτός ο χαρακτήρας τόσο πιο αναγκαίο και πιο ευεργετικό είναι για τοάτομο να ρίχνει κάπου-κάπου ένα βλέμμα στο περιωρισμένο διάγραμμα της ζωής του. Η αλήθεια είναι πως για να το καταφέρει, θα πρέπει να έχει ήδη κάνει ένα πρώτο βήμα στο “γνώθι σαυτόν”: πρέπει, δηγλαδή, να ξέρει τι πραγματικά θέλει, κυρίως και πρώτ' απ' όλα, πρέπει να ξέρει τι είναι το ουσιαστικό για την ευτυχία του και τι έρχεται σε δεύτερη και ύστερα σε τρίτη μοίρα. Πρέπει, σε γενικές γραμμές, να έχει αντιληφθεί την κλίση του, το ρόλο του και τις σχέσεις του με τον κόσμο. Αν όμως αυτά είναι σημαντικά και υψηλά, τότε η περιωρισμένη όψη της ζωής του θα τον ενισχύσει, θα τον στηρίξει, και θα τον ανυψώσει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Η εξέταση αυτή, θα τον ενθαρρύνει στην δουλειά και θα τον αποτρέψει από τα μονοπάτια όπου θα μπορούσε να παραπλανηθεί.
Όπως ο ταξειδιώτης, που μόνο σαν φτάσει σε ύψωμα αγκαλιάζει με μια ματιά και αναγνωρίζει το σύνολο του δρόμου που έχει διατρέξει, με τις στροφές και τις καμπές του, έτσι και μεις, μόνο στο τέρμα μιας περιόδου της ζωής μας, και καμμιά φορά, ολόκληρης της ζωής, αναγνωρίζομε την πραγματική συνάγεια που έχουν μεταξύ τους οι σχέσεις μας, τα έργα μας και τα δημιουργήματά μας, την ακριβή τους σχέση, την αλληλλουχία και την αξία τους. Πραγματικά, όσο είμαστε απορροφημένοι από την δραστηριότητά μας, ενεργούμε μόνο ανάλογα με τις ακλόνητες ιδιότητες του χαρακτήρα μας, υπό την επίδραση των αφορμών και όσο το επιτρέπουν οι δυνατότητές μας, δηλαδή με απόλυτη αναγκαιότητα. Σε μια δεδομένη στιγμή, δεν κάνομε παρά μονάχα ό,τι αυτήν ακριβώς την στιγμή μας φαίνεται σωστό και πρέπον. Και μόνο η συνέχεια μας επιτρέπει να αξιολογήσομε το αποτέλεσμα και μόνο η ματιά που ρίχνομε πίσω στο σύνολο μας δείχνει το πως και το από τι. Ετσι, τη στιγμή που επιτελούμε τις πιο μεγάλες πράξεις, όπου δημιουργούμε αθάνατα έργα, δεν έχομε συνείδηση της αληθινής τους φύσης: δεν μας φαίνονται παρά πως είναι μόνο ό,τι πιο κατάλληλο υπάρχει για τον τωρινό μας σκοπό και ό,τι ανταποκρίνεται καλύτερα στις προθέσεις μας. Έχομε μόνο την εντύπωση ότι κάναμε ό,τι έπρεπε να κάνουμε εκείνη τη στιγμή. Και μόνο αργότερα, από το σύνολο και την αλληλλουχία τους, αναδείχνονται σε άπλετο φως ο χαρακτήρας και οι ικανότητες μας και τότε, από τις λεπτομέρειες, βλέπομε πως πήραμε, σαν έμπνευση και οδηγημένοι από το πνεύμα μας, το μόνο σωστό δρόμο μέσα από τόσους παράμερους δρόμους. Ό,τι είπαμε παραπάνω είναι αλήθεια και στη θεωρία και στην πράξη και ισχύει και για τα αντίστροφα γεγονότα, δηλαδή τα κακά και τα ψεύτικα.
Ενα σπουδαίο πράγμα για τη φρόνηση στη ζωή, είναι η αναλογία οπου αφιερώνομε ένα μέρος της προσοχής μας στο παρόν και το υπόλοιπο στο μέλλον, ώστε το ένα να μην χαλάει το άλλο. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, που παραζούν στο παρόν: αυτοί είναι οι επιπόλαιοι. Άλλοι, υπερβολικά στο μέλλον: είναι οι φοβητσιάρηδες και οι ανήσυχοι. Σπάνια κρατούμε το σωστό μέτρο. Εκείνοι οι άνθρωποι που, παρακινημένοι από τις επιθυμίες και τη σπουδή τους, ζουν αποκλειστικά για το μέλλον, με τα μάτια διαρκώς στραμένα προς τα εμπρός, που τρέχουν με ανυπομονησία για να προλάβουν τα πράγματα του μέλλοντος, γιατί πιστεύουν πως αυτά θα τους φέρουν αμέσως την αληθινή ευτυχία, αλλά που, στο μεταξύ, αφήνουν να διαφεύγει το παρόν, γιατί το παραμελούν χωρίς να το χάιρονται, μοιάζουν μ' εκείνους τους γαϊδάρους της Ιταλίας που, για να τους κάνουν να περπατήσουν γρήγορα, τοποθετούν, μπροστά στο κεφάλι τους, ένα δεμάτι άχυρο, κρεμασμένο από ένα ραβδί. Οι γάιδαροι βλέπουν διαρκώς το δεμάτι κοντά τους και τρέχουν, με την ελπίδα πως θα το φτάσουν. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιοι άνθρωποι εξαπατούν σε όλη τους τη ζωή τον εαυτό τους και ζουν μόνο ad interim, ώσπου να πεθάνουν. Ετσι, αντί να μας απασχολούν αδιάκοπα σχέδια και φροντίδες για το μέλλον, ή αντίστροφα, αντί, να παραδινόμαστε στη θλίψη για ό,τι έγινε στο παρελθόν, θα έπρεπε να μη ξεχνούμε ποτέ πως μόνο το παρόν είναι πραγματικό, πως μόνο αυτό είναι βέβαιο, και πως, αντίθετα, το μέλλον παρουσιάζεται πάντα διαφορετικό από ό,τι το φανταζόμαστε και πως το παρελθόν είταν διαφορετικό. Και πως έτσι, ουσιαστικά, μέλλον και παρελθόν έχουν και τα δυό τους λιγώτερη σημασία από όσο μας φαίνεται. Γιατί το απόμακρο, που μικραίνει τα πράγματα στο μάτι, τα υπερμεγενθύνει στη σκέψη. Μόνο το παρόν είναι αληθινό και πραγματικό. Είναι ο πραγματικά γεμάτος χρόνος και σ' αυτόν βασίζεται αποκλειστικά η ύπαρξή μας. Γι' αυτό πρέπει να το καλοδεχόμαστε. Πρέπει να γευόμαστε, με πλήρη τη συνείδηση της αξίας της, κάθε ώρα που είναι ανεκτή και απαλλαγμένη από αντιξοότητες ή από θλίψεις, δηλαδή να μην την ταράζομε με πρόσωπα θλιμένα για τις ελπίδες που διαψεύσθηκαν στο παρελθόν, ή για τις ανησυχίες για το μέλλον. Τι το πιο ανόητο, από το να αποδιώχνομε μια τωρινή καλή ώρα, ή να την χαλούμε με κακία, με ανησυχίες για το μέλλον, ή με θλίψεις για το παρελθόν! Ας βγάλουμε από τη μέση τις έγνοιες, ακόμα και τις τύψεις. Και ύστερα, για τα περασμένα γεγονότα, ας λέμε:
Αλλα τα μεν προτετυχθαι νασομεε αχνυμενοι περ,
Θυμον ενι στηθεσσι φιλον θαμασαντες αναγκη
(Ας αφήσομε, έστω και με θλιψη, όλα όσα έχουν γίνει πριν. Πρέπει να πνίξομε την οργή στο στήθος μας).
Και όσο για το μέλλον:
Ητοι ταυτα θεων εν γουνασι κειται.
(Ολα αυτά, είναι εναποθεμένα στα γόνατα των θεών).

Από την άλλη μεριά, για το παρόν, θα πρέπει να σκεφτόμαστε, σαν τον Σενέκα: “Singulas dies, singulas vitas puta” (κάθε μέρα είναι και μια χωριστή ζωή), και να κάνομε αυτόν τον μόνο πραγματικό χρόνο, όσο γίνεται πιο ευχάριστο.
Τα μόνα μελλοντικά δεινά που είναι δικαιολογημένο να μας ανησυχούν, είναι εκείνα που ο ερχομός τους και η στιγμή του ερχομού τους είναι βεβαία. Αλλά ελάχιστα ανήκουν σ' αυτή την περίπτωση, γιατί τα δεινά είναι, ή απλώς δυνατά ή, το πολύ, πιθανά, ή είναι βέβαια, αλλά αμφίβολη η εποχή του ερχομού τους. Και αν ανησυχούμε για τα δυο είδη των δυστυχιών, τότε δεν έχομε ούτε στιγμή ησυχίας. Συνεπώς, για να μη χάνομε τη γαλήνη της ζωής μας για δεινά, που είναι ασαφείς και η ύπαρξη και η εποχή τους, καλά θα κάνομε να συνηθίσομε να αντιμετωπίζομε τα πρώτα σαν να μην πρόκειται ασφαλώς να έρθουν τόσο νωρίς.
Αλλά, όσο πιο ήσυχους μας αφήνει ο φόβος, τόσο μας συνταράουν οι επιθυμίες, οι πόθοι και οι φιλοδοξίες. Το τόσο γνωστό τραγούδι του Γκαίτε: “Εναπόθεσα την επιθυμία μου πάνω στο τίποτα”, σημαίνει, κατά βάθος, πως μόνο αν απομακυνει όλες τις φιλοδοξίες του και περιοριστεί στη ζωή όπως είναι, γυμνή και απαλλαγμένη από κάθε τι το περιττό, μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει εκείνη την πνευματική λογική που είναι η βάση της ανθρώπινης ευτυχίας, γιατί αυτή η γαλήνη είναι απαραίτητη για να χαρούμε το παρόν και, απ' αυτό, ολόκληρη τη ζωή. Και γι' αυτό ακόμα θα έπρεπε να θυμώμαστε πάντα ότι η μέρα του σήμερα έρχεται μόνο μια φορά, και ποτέ πια άλλοτε. Αλλά εμείς φανταζόμαστε πως θα ξαναρθή και αύριο: ωστόσο, το αύριο είναι μια άλλη μέρα που κι αυτή μόνο μια φορά έρχεται. Ξεχνούμε πως η κάθε μέρα είναι ένα ολοκληρωμένο, άρα ανεπανόρθωτο τμήμα της ζωής, και τη θεωρούμε σαν κάτι που περιέχεται μέσα στη ζωή, όπως τα άτομα περιλαμβάνονται μέσα στη έννοια του συνόλου. Και θα εκτιμούσαμε και θα χαιρόμασταν πολύ καλύτερα το παρόν αν, τις μέρες της ευεξίας και της υγείας, αναγνωρίζαμε ως πιο σημείο, όταν είμαστε άρρωστοι ή στενοχωρημένοι, μας παρουσιάζει η ανάμνηση, σαν κάτι άπειρα επιθυμητό, την κάθε ώρα απαλλαγμένη από θλίψεις ή στερήσεις. Είναι σαν ένας χαμένος παράδεισος, σαν ένας παραγνωρισμένος φίλος. Αλλά εμείς, αντίθετα, ζούμε τις ωραίες μας μέρες χωρίς να τις προσέχομε και μόνο σαν έρχονται οι κακές θα θέλαμε να ξαναφέρομε πίσω τις άλλες. Αφήνομε να περνούν από δίπλα μας, χωρίς να τις χαιρόμαστε και χωρίς να τους χαρίζομε ούτε ένα χαμόγελο, χίλιες γαλήνιες και ευχάριστες ώρες και αργότερα, στους σκοτεινούς καιρούς, πάλι σ' αυτές φέρνομε τους μάταιους πόθους μας. Αντί, λοιπόν, να ενεργούμε έτσι, θα έπρεπε να τιμούμε κάθε ανεκτή επικαιρότητα, ακόμα και την πιο κοινότοπη, που με τόση αδιαφορία την αφήνομε να φεύγει, και που, μάλιστα, την απωθούμε εκνευρισμένα. Θα έπρεπε να θυμόμαστε πάντα πως αυτό το παρόν πέφτει, την ίδια στιγμή, σ' εκείνη την αποθέωση του παρελθόντος όπου, στο εξής, ακτινοβολώντας το φως του άφθαρτου, διατηρείται από τη μνήμη, και τα μάτια μας το βλέπουν σαν αντικείμενο του πιο φλογερού πόθου, όταν, στις κακές προπαντός ώρες, έρχεται η ανάμνηση και σηκώνει την αυλαία.

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ
ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΟΝΗΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΙΝΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΗ

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Καλημέρα Παρεισακτε

Τη μέρα μας, κάθε μέρα μας είναι στο χέρι μας να την φτιάξουμε ομορφη. και το μέλλον μας ακομα ομορφότερο προσθέτοντας ένα λιθαράκι στα ήδη υπάρχοντα απο χθές και προχθές...

Να μπορούμε να την ζούμε και να λέμε ειμαστε καλά, ειμαστε ερωτευμενοι, υπάρχουν άνθρωποι που μας αγαπάνε δίπλα μας και ολα ειναι υπέροχα.

Αν την αφήσεις να φύγει έφυγε και δεν ξαναγυρίζει πιά, θα γινει μια ακομα "χαμένη" μέρα.

Να θυμάσαι "μέρα που δεν χαμογελάς ειναι μέρα χαμένη"

Καλη σου μέρα με χαμόγελο ;-)