Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ - PAPUS

Το "Πάτερ ημών" θεωρείτο πάντοτε ως μια από τις πιο εσωτερικές χριστιανικές προσευχές. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Χριστός τη στιγμή του μαρτυρίου του απηύθυνε αυτή την ικεσία στον ουράνιο Πατέρα του. Ολοι δε οι αποκρυφιστές φέρνουν στο νου τους την εργασία του Ελιφάς Λεβί για την απόκρυφη ερμηνεία του "Πάτερ ημών".
Ανεξάρτητα από το ποια είναι η πραγματική καταγωγή της προσευχής, είναι εύκολο να διακρίνεις την καθαρά μυητική της έννοια, ακόμη και με επιφανειακή ανάλυση.
Στο "Πάτερ ημών" πρέπει να εξετασθούν: α) Αυτή καθ' εαυτή η Προσευχή. β) Οι υποδιαιρέσεις της και ο λόγος ύπαρξής τους. γ) Οι προσαρμογές αυτής της Προσευχής, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογίας.
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Το "Πάτερ ημών" περιλαμβάνει δύο μέρη: ένα εξωτερικό, το μόνο γνωστό από το σύνολο των Ρωμαιοκαθολικών και ένα εσωτερικό, γνωστό από τις εκκλησίες της Ανατολής, το οποίο απαγγέλλεται μόνον από τους ιερείς.
Το εξωτερικό μέρος αποκαλύπτει τις δυνάμεις που δρουν στους τρεις κόσμους και αναλύει τα μέσα δράσης τους.
Το εσωτερικό μέρος προσαρτά αυτές τις δυνάμεις στην αρχή τους, δια της αποκαλύψεως του Μεγάλου Απορρήτου. Αποτελεί τη σύνθεση των διδασκαλιών των οποίων η ανάλυση περιέχεται στο πρώτο μέρος.
ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς,
Αγιασθήτω το όνομά Σου,
Ελθέτω η βασιλεία Σου,
Γεννηθήτω το Θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης.
Τον άρτων ημών τον επιόυσιον δος ημίν σήμερον
Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών,
Ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών
Και μη εισενέγκης ημ΄ς εις Πειρασμόν,
Αλλά ρύσαι ημάς από του Πονηρού.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
Οτι σου εστίν
η Βασιλεία και η Δύναμις και η Δόξα
εις τους Αιώνας των Αιώνων.
Αυτό είναι το κείμενο της προσευχής με τις υποδιαιρέσεις του στις οποίες θα αναφερθούμε πιο κάτω.
Προς στιγμήν διαπιστώνουμε ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι γενικές.
Πατήρ, Όνομα, Βασιλεία, Θέλημα, Γη, Ουρανός, Αρτος, Αφεση, Οφειλήματα, Πειρασμός, Πονηρό.
Αυτά μας υποδεικνύουν πως έχουμε να κάνουμε με Νόμους. Δηλαδή, σύμφωνα με την προσφιλή μέθοδο των αρχαίων, κάθε λέξη είναι και ένα αναλογικό κλειδί που μας επιτρέπει να προσαρμόσουμε τον εκφρασμένο νόμο σε μια ολόκληρη αλυσίδα πραγματικοτήτων. Ας ασχολληθούμε όμως με τις βασικές διαιρέσεις μεταξύ των στίχων.
ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ
Γνωρίζουμε ότι όλες οι σχολές του αποκρυφισμού ανέκαθεν δίδασκαν την ύπαρξη τριών κόσμων: α) του Θείου Κόσμου, β) του Ηθικού ή Αστρικού Κόσμου γ) του Φυσικού Κόσμου.
Ο Αμελινώ στην εξαιρετική εργασία του για την "Αιγυπτιακή Γνώση", επιμένει στο γεγονός ότι όλες οι γνωστικές σχολές αποδεχόντουσαν την ύπαρξη τριών κόσμων. Το ίδιο ισχύει για τις καββαλιστικές, αλχημικές και θεουργικές σχολές.
Ετσι, οι τρεις πρώτοι στίχοι αντιστοιχούν στο θείο κόσμο, που χαρακτηρίζεται από τρεις όρους:
Πατήρ, Όνομα, Βασιλεία και συνθέτεται στον όρο Θέλημα.
Η Γη και ο Ουρανός χρησιμεύουν ως σύνδεσμος μεταξύ των δύο κόσμων.
Αρτος, Αφεση, Οφειλήματα αντιστοιχούν στον κόσμο της ανθρώπινης θέλησης.
Ο Πειρασμός και το Πονηρόν αναφέρονται στο σώμα και στον φυσικό κόσμο.
Θείος Κόσμος
Ο Θεός αναλύεται στην τριπλή του εκδήλωση:
Ο Πατήρ (Πάτερ Ημών) θεωρείται πως υπάρχει σ' όλους τους Ουρανούς, δηλαδή σ' όλα τα πεδία, όπου το Ιδανικό μας μπορεί να αποκαλυφθεί, είτε στο φυσικό, είτε στο αστρικό, είτε στο θείο.
Ο Πατήρ εκδηλώνεται με δύο άλλες όψεις: τον Λόγο (το Ονομά Σου) του οποίου η γνώση φυλάσσεται μόνο για τους μυημένους, ώστε να μη βεβηλωθεί (αγιασθήτω).
Το Αγιο Πνεύμα (η Βασιλεία Σου), ζώσα πραγματικότητα της Θεότητας σ' όλες της τις ενσαρκώσεις, της οποίας η έλευση επικαλείται ο μυημένος (ελθέτω).
Τέλος η Θεία Ενότητα εμφανίζεται μέσω της μυστηριώδους εισέλιξης - ανέλιξης της Θέλησης (το Θέλημά Σου), της οποίας το ρεύμα αγάπης διατρέχει, διαπερνά όλη τη δημιουργία, από την Υλη (Γη), ως τα πεδία του Πνεύματος, του Ιδεώδους (Ουρανός), σ' όλες τις ιεραρχήσεις του.
Αυτό το μυστηριώδες ρεύμα (που επικαλείται ο Ερμής ο Τρισμέγιστος στην αρχή του Σμαράγδινου Πίνακα), συνδέει τον θείο με τον ανθρώπινο κόσμο.
Ανθρώπινος Κόσμος
Σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας το ρεύμα της θείας Αγάπης μας διαπερνά, χορηγώντας μας τον πνευματικό Αρτο, του οποίου καθημερινά πρέπει να αφομοιώσουμε τις θείες επιρροές. Συνήθως, όμως, κλείνουμε την ψυχή μας σ' αυτό το θείο κύμα, που παρόμοια με τον Ηλιο που φωτίζει τη Γη, δεν μπορεί να φθάσει στο βάθος της σπηλιάς που εμείς σκάψαμε, βυθιζόμενοι στην ύλη, αντί να εξελισσόμαστε προς το Πνεύμα.
Με ποιόν τρόπο θα ανοίξουμε το είναι μας στον επιούσιο άρτο της πνευματικότητας;
Μας το αποκαλύπτει ο επόμενος στίχος:
Κάθε οφειλή στη θεία Αθανασία αποτελεί και από ένα χρέος που επωμιζόμαστε με τη θέλησή μας, και το οποίο θα εξωφλήσουμε με τις δοκιμασίες της επόμενης ενσάρκωσης. Οπως δίδασκε και ο Πυθαγόρας, σπέρνουμε συνέχεια το μέλλον μας χρησιμοποιώντας την θέληση του Παρόντος. Ενας γρήγορος τρόπος ανοίγματος του εσωτερικού μας ουρανού είναι η θυσία μέρους του εγωισμού μας χάριν της παγκοσμιότητάς μας. Η εγωιστική ζωή βρίσκεται μέσα μας, η ηθική ζωή στους άλλους. Δρώντας για το καλό των άλλων εξελισσόμαστε, ενώ δρώντας για τον εαυτό μας κατερχόμαστε, βαδίζουμε προς το σκοτάδι.
Εαν κάποιος με βρίσει, αναλαμβάνει ένα ηθικό χρέος απέναντί μου, που είμαι ελεύθερος να το ζητήσω όποτε θέλω. Μέσω της δράσης μου όμως γίνεται σκλάβος μου. Εαν κρατήσω το μίσος από την πράξη του, αν σκέφτομαι την εκδίκηση, αν περιαυτολογώ, εκφυλίζομαι ηθελημένα προς το κακό που με σκοτώνει πνευματικά. Αν όμως συγχωρήσω, γίνομαι τμήμα του παγκόσμιου, δρω στον θείο κόσμο και καταστρέφω όχι μόνο το κακό που θα έκανα σ' εμένα τον ίδιο, αλλά και το κακό που ο εχθρός μου έκανε στον εαυτό του. Κατά κάποιον τρόπο, προωθώ ανάλογα με τις δυνατότητές μου την εξέλιξη ολόκληρης της ανθρωπότητας, βοηθώντας στην έλξη δύο ψυχών, που ίσως για αιώνες ολόκληρους να απωθούντο, και έτσι να καθυστερούσε η τελική επανενσωμάτωση.
Η ηθελημένη Αφεση αποτελεί μέθοδο έκκλησης της Θείας Πρόνοιας.
Να λοιπόν που οφείλεται η κεφαλαιώδης σημασία της λέξης, όσον αφορά τη συνειδητή δημιουργία από τον άνθρωπο της Αθανασίας του.
Φυσικός Κόσμος
Η δημιουργία του αμαρτήματος, δηλαδή του πονηρού, αποτελεί το κλειδί της ενσάρκωσής μας στον κόσμο της ύλης, στον κόσμο του Φυσικού Πειρασμού. Ο πνευματικός Αδάμ είναι που, λόγω της επιθυμίας του να ενωθεί με την Υλη, ελπίζοντας να γίνει ισχυρότερος από το Θεό, δημιούργησε μέσα στα κύτταρά του, δηλ. μέσα μας, τον Πειρασμό για τον υλικό κόσμο. Η εποχή μας πάσχει σοβαρά από ένα λάθος που προέρχεται από την ίδια πηγή.
Μεταξύ των δύο δυνάμεων, της γυμνής και φαινομενικά χωρίς ισχύ Ιδέας και του Χρήματος, τόσο ισχυρού παράγοντα φαινομενικά, ο βέβηλος τρέχει προς το χρήμα και δεν αργεί να καταλάβει, ότι αυτή η δύναμη είναι μία χίμαιρα και ότι η αξία της μειώνεται όταν θελήσουμε να τη μοιράσουμε σε μεγάλο αριθμό ατόμων. Αντίθετα, η ιδέα πολλαπλασιάζεται ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων που την ενσαρκώνουν και επεκτείνεται μέσα στον Χρόνο. Μεταξύ του Πνεύματος, του λεπτοφυούς ιδανικού, και της Υλης που έχει άμεση εκδήλωση, ο Αδάμ διάλεξε την τελευταία: από εδώ προέρχεται το Πονηρό, η Αμαρτία, η Ενσάρκωση που κάθε αδαμικό κύτταρο, δηλ. κάθε άνθρωπος, οφείλει να φονεύσει επικαλούμενος την Ενωση με την Ιδέα - Θεία Πρόνοια, δια μέσου της σταδιακής θυσίας της Υλης - Πεπρωμένου.
Το κλειδί κάθε εξέλιξης, κάθε δυνατής ένωσης του θεού με τον Ανθρωπο περίεχεται σε μια μόνον Αρχή: την Αφεση.
Εδώμπορεί να τελειώσει η ερμηνεία του "Πάτερ ημών" για όσους κατέχουν μόνο τους δύο πρώτους βαθμούς της μύησης. Οι "πνευματικοί" όμως μπορούν να προχωρήσουν ακόμη πιο μακριά στο μεγάλο μυστήριο της θείας σύνθεσης.
Θα ανασηκώσουμε το πέπλο, όσο επιτρέπεται, χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο παραλληλισμό:
ΟΤΙ ΣΟΥ ΕΣΤΙΝ
Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ:          Αρχή του Πατρός
Η ΔΟΞΑ:                 Αρχή του Υιού
Η ΔΥΝΑΜΙΣ:          Αρχή του Πνεύματος
                    εις τους
                                 Δημιουργικές Αρχές του Ουρανού,
                                 του ανθρώπου και της Γης, δηλαδή
ΑΙΩΝΑΣ                  των τριών κόσμων.
                                 Εκδηλώσεις της θείας Βούλησης
                                 (οι Αιώνες αντιστοιχούν στα
                                 Ελοχίμ του Μωϋσή).
Στη μελέτη που προηγήθηκε, αναλύσαμε από δύο πλευρές την προσευχή του Χριστού: α) από πλευράς σύνθεσης αυτής καθ' εαυτής της προσευχής, β) όσον αφορά τις μυστικές διαιρέσεις της και τους λόγους ύπαρξής τους. Δεν ασχοληθήκαμε με την μελέτη των προσαρμογών του "Πάτερ ημών".
Πρέπει να ομολογήσουμε πως διστάζαμε να ανακοινώσουμε τα συμπεράσματά μας σ' αυτόν τον τομέα, γιατί ποτέ δεν μας φαίνονται ολοκληρωμένα, αν λάβουμε υπ' όψη την τελειότητα του σημείου αναφοράς μας. Καταλήξαμε όμως να τα δημοσιεύσουμε, γιατί σκεφθήκαμε πως θα δείξουν τον δρόμο σ' όσους ενδιαφέρονται πραγματικά γι' αυτά τα θέματα.
Υπενθυμίζουμε ότι οι όροι του "Πάτερ ημών" υποδηλώνουν σειρά νόμων που έχουν ποικίλες εφαρμογές και στους τρεις κόσμους. Επιπλέον, αυτή η θαυμαστή προσευχή δίνει το κλειδί της θείας δράσης στο θείο πεδίο, στο ηθικό και στο υλικό, καθώς και της ανθρώπινης αντίδρασης στο θείο μέσο του μεγάλου νόμου της Αφεσης με όλες τις απόκρυφες προεκτάσεις του.
Ας αφήσουμε όμως όλες τις θεωρητικές εκτιμήσεις για να παρουσιάσουμε το αποτέλεσμα ορισμένων προσαρμογών των όρων Πατήρ, Ονομα, Βασιλεία, Θέληση, Γη, Ουρανός που αποτελούν τους γενικούς νόμους στους οποίους βασίζονται αυτές οι προσαρμογές.
Προσαρμογή στο ΙΔΑΝΙΚΟ
(Εικόνα του Πατέρα στον Ηθικό Κόσμο)
Ιδανικό που πραγματώνεις, που βρίσκεσαι
στον εσωτερικό μου Ουρανό,
Είθε να μπορέσει να μας εκδηλωθεί το όνομά σου μέσω της θυσίας.
Είθε η επιρροή σου που μας κάνει να εξελισσόμαστε να πραγματωθεί.
Είθε να επεκταθείς μέσα στο σώμα μου
όπως είσαι μέσα στην καρδιά μου.
Εκδήλωνε κάθε μέρα
την αληθινή σου παρουσία.
Συγχώρεσε την φυγοπονία μας
Οπως εμείς συγχωρούμε εκείνη
των αδύναμων θνητών, των αδελφών μας.
Φύλαξε με από τις χίμαιρες της φαύλης ύλης,
αλλά απάλλαξέ με από την απογοήτευση.
Γιατί είσαι η Βασιλεία
                  η Ισορροπία
                  και η Δύναμη
                  στην αιωνιότητα της Ενόρασής μου.
Προσαρμογή στην ΑΛΗΘΕΙΑ
(Εικόνα του Πατέρα στον διανοητικό Κόσμο)
Ζώσα Αλήθεια
που υπάρχεις
στο Αθάνατο Πνεύμα μου,
Είθε το όνομα σου να καταξιωθεί μέσω της Εργασίας
Είθε να αποκαλυφθεί η εκδήλωσή του
Είθε ο Νόμος σου να φτάσει στην ύλη
Οπως φθάνει στο Πνεύμα.
Δίνε μας κάθε μέρα
τη δημιουργό Ιδέα,
Συγχώρεσε την άγνοιά μου
όπως συγχωρώ εγώ τους αδαείς, τους αδελφούς μου.
Φύλαξέ με από τη στείρα Αρνηση
απάλλαξέ με από τη θανάσιμη αμφιβολία.
Γιατί είσαι η Αρχή
                  η Ισορροπία
                  ο Κανόνας
                  μέσα στην Ενότητα
                  της Λογικής μου.
Προσαρμογή στη ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ
(Η λυτρωτική πατρική αρχή στον υλικό Κόσμο)
Ω ευεργετική δοκιμασία
που είσαι
η αιτία της ενσάρκωσής μου.
Ας είναι αγιασμένο το Ονομά σου
με το θάρρος κατά τη δοκιμασία,
Είθε να γίνει κατανοητή
η Επιρροή σου
Είθε το εξαγνιστικό σου Πυρ να κάψει το σώμα μου
όπως έκαψε και την ψυχή μου.
Να έρχεσαι κάθε μέρα για να εξελιχθεί
η οκνηρή μου φύση.
Κατάστρεψε τη νωθρότητα και την αλαζονεία μου
Οπως καταστρέφεις τη νωθρότητα
και την αλαζονεία των αμαρτωλών, των αδελφών μου!
Φύλαξέ με από ευτελείς πράξεις που θα με
παρότρυναν να απομακρυνθώ από σένα,
γιατί μόνον εσύ
μπορείς να με απαλλάξεις από το κακό που δημιούργησα.
Γιατί είσαι Εξαγνιστική
                  Εξισορροπητική
                  Λυτρωτική
                  στον τροχό των υπάρξεών μου.
ΚΑΒΒΑΛΙΣΤΙΚΗ Προσαρμογή
Ω Ιωτ δημιουργέ
που κατοικείς μέσα
στο ΑΙΝ-ΣΟΦ
Αγιασμένος να είναι ο Λόγος σου, το Κέτερ.
Είθε το φωτοβόλο Τιφερέτ να ακτινοβολεί
στη βασιλεία σου, εκπέμποντας τις ακτίνες του.
Είθε ο Γιαχβέ του κυκλικού σου νόμου
να βασιλέψει στο Μαλκχούτ,
όπως βασιλεύει στο Κέτερ.
Δίνε κάθε μέρα στο Νεσαμαχ
τη φώτιση μιας από τις 50 Θύρες του Μπινάχ.
Αντέταξε το άπειρο Ελεος στο Χεζέντ
στα κελύφη που δημιουργώ κατ' Εικόνα μου,
όταν παραγνωρίζοντας τις 32 οδούς του
Χοκμαχ, εκπέμπω τη σκληρότητα του Ρουάχ
προς τους αδελφούς μου.
Διαφύλαξε το Νεσαμάχ από τα θέλγητρα
του Νεφές και απάλλαξέ μας από
το Ναχάς.
Γιατί είσαι
Resch η αρχή,                  ή EL
Tiphereth,
η Δημιουργός                  ή IOD                     Στα Ελοχίμ
Ακτινοβολία,
Iesod, η Μήτρα                ή ΜΕΜ

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ PAPUS 
"ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΥΦΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ"
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΡΕΑ ΜΑΖΑΡΑΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Πάνω σε κόκκινα τριαντάφυλλα πέφτει η βροχή - ΚΑΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Πάνω σε κόκκινα τριαντάφυλλα πέφτει η βροχή
κι οι σταγόνες είναι μεγάλες - πέφτουν συχνά
Για να σώσω τα λουλούδια βγάζω τα πέταλα
τα τοποθετώ με πολλή φροντίδα μέσα στις τσέπες μου
και με τόνα μου χέρι σφίγγω δυνατά τ' αγκαθωτά κοτσάνια
με το άλλο θωπεύω τ' αγκάθια γιατί σχίζουν το δέρμα.
Το χέρι καλά πληγωμένο σου τείνω.
Δεν το κοιτάς προφασίζεσαι πως βρίσκεσαι μακριά.
Αποσύρω το χέρι.
Το κρύβω στην τσέπη,
όξω παντού είναι λάσπη
κι ο κόσμος γελάει θωρώντας τα μαδημένα κοτσάνια.
Δεν ξέρει πως πάνω στα πέταλα τώρα στάζει αίμα.

Ω ό,τι κι αν κάνω γίνεται λάσπη.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Ο ΝΕΚΡΟΣ - ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ



http://www.youtube.com/watch?v=bj6FKvhs4Zo
Σταμάτησε λίγα βήματα μακριά της.
- Τι συμβαίνει μ' αυτό το τραγούδι; τη ρώτησε. Γιατί σε κάνει να κλαις;
Ανασήκωσε το κεφάλι της και σκούπισε τα μάτια της με την ανάποδη του χεριού της, σαν κανένα παιδάκι. Ρώτησε πάλι, μ' έναν πιο μαλακό τόνο στη φωνή του, απ' ότι είχε λογαριάσει:
- Γιατί Γκρέτα;
- Συλλογιέμαι κάποιον, πριν πολλά χρόνια, που τραγουδούσε αυτό το τραγούδι.
- Και ποιος ήταν αυτός ο κάποιος ο πριν πολλά χρόνια; ρώτησε ο Γκάμπριελ χαμογελώντας.
- Κάποιος που γνώριζα στο Γκαλβουέϋ, τότε που έμενα με τη γιαγιά μου, αποκρίθηκε.
Το χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπο του Γκάμπριελ. Ενας μουντός θυμός άρχισε να μαζεύεται μεσ' στην ψυχή του, και η συγκρατημένη φωτιά του πόθου του άρχισε να φουντώνει άγρια μέσα στις φλέβες του.
- Κάποιος που ήσουν ερωτευμένη μαζί του; ρώτησε ειρωνικά.
- Ηταν ένα αγόρι που γνώριζα, αποκρίθηκε, τον έλεγαν Μαικλ Φόρεϋ. Τραγουδούσε αυτό το τραγούδι, την "Κοπέλα του Ωφριμ". Ηταν πολύ ντελικάτος.
Ο Γκάμπριελ δεν είπε τίποτα. Δεν ήθελε να νομίσει η Γκρέττα πως ενδιαφερόταν γι' αυτό το ντελικάτο αγόρι.
- Τον βλέπω τόσο καθαρά, συνέχισ' εκείνη ύστερ' από μια στιγμή. - Τι μάτια που είχε: μεγάλα, σκούρα μάτια! Κι είχαν μια τέτοια έκφραση... μια έκφραση!
- Ω τότε ήσουν ερωτευμένη μαζί του΄
- Κάναμε μακρυνούς περιπάτους, αποκρίθηκε, τότε που ήμουν στον Γκάλγουεϋ.
Μια ιδέα πέρασε από το νου του Γκάμπριελ.
- Ισως γι' αυτό να 'θελες να πας στο Γκάλγουεϋ μ' εκείνη την Αϊβορς; είπε ψυχρά.
Τον κοίταξε και ρώτησε με έκπληξη:
- Για ποιο λόγο;
Τα μάτια της έκαναν τον Γκάμπριελ να μη νιώθει άνετα. Ανασήκωσε τους ώμους του και είπε:
- Πως μπορώ να ξέρω; Ισως για να τον δεις.
Αποτράβηξε τη ματιά της από πάνω του και τη γύρισε αμίλητη στη φωτεινή ακτίδα προς το παράθυρο.
- Εχει πεθάνει, είπε στο τέλος. Πέθανε σαν ήταν δεκαεφτά χρονών μονάχα. Δεν είναι τρομερό να πεθάνεις τόσο νέος;
- Τι ήταν; ρώτησε ο Γκάμπριελ, πάντα ειρωνικά.
- Εργαζότανε στην εταιρεία του γκαζιού, αποκρίθηκε.
Ο Γκάμπριελ ένιωσε ταπεινωμένος για την αποτυχία της ειρωνείας του και για την ανάκληση αυτής της μορφής από τους νεκρούς - ένα αγόρι εργαζότανε στην εταιρεία του γκαζιού. Την ώρα που ήταν γεμάτος αναμνήσεις από την κρυφή ζωή τους, γεμάτος τρυφερότητα, χαρά και πόθο, αυτή τον παράβαλλε μέσα στο νου της μ' έναν άλλο. Μια ντροπιασμένη αντίληψη του εαυτού του τον κυρίεψε. είδε τον εαυτό του σαν μια γελοία μορφή, σαν ένα θεληματάρη για τις θείες του, έναν νευρικό, καλοπροαίρετο αισθηματία, που ρητορεύει σε αμόρφωτους και εξιδανεικεύει τους αγροίκους πόθους του, έναν οικτρό ηλίθιο τύπο, που τον είχε πάρει το μάτι του μεσ' τον καθρέφτη. Γύρισε  ένστικτα την πλάτη του ακόμα περισσότερο στο φως, για να μη δει η γυναίκα του την ντροπή που φλόγιζε το μέτωπό του.
Πάσχισε να διατηρήσει τον ψυχρό ανακριτικό τόνο, μα όταν μίλησε, η φωνή του ήταν σιγανή και αδιάφορη:
- Υποθέτω, Γκρέττα, πως ήσουν ερωτευμένη μ' αυτόν τον Μάικλ Φόρεϋ.
- Τον λυπόμουν, αποκρίθηκε.
Η φωνή της ήταν αχνή και θλιμένη. Ο Γκάμπριελ νιώθοντας τώρα πόσο μάταιο θα 'τανε να δοκίμαζε να την κατευθύνει κατά 'κει που είχε σκοπό, της χάιδεψε το χέρι και είπε κι αυτός θλιμένα¨
- Κι από τι πέθανε τόσο νέος, Γκρέττα; Φυματίωση;
- Νομίζω πως πέθανε εξαιτίας μου, αποκρίθηκε.
Ενας αόριστος φόβος άδραξε τον Γκάμπριελ σ' αυτή την απάντηση, σα να χυμούσε καταπάνω του, αυτή τη στιγμή που είχε ελπίσει να θριαμβέψει, κάποιο ον άυλο κι εκδικητικό, συγκεντρώνοντας δυνάμεις εναντίον του μεσ' στον ακαθόριστο κόσμο του. Αλλά με μια προσπάθεια του λογικού του απαλάχτηκε από τούτη την ιδέα κι εξακολούθησε να της χαϊδεύει το χέρι. Δεν της έκανε άλλη ερώτηση επειδή είχε τη διαίσθηση πως θα τα διηγότανε μονάχη της. Το χέρι της ήταν ζεστό και υγρό: δεν ανταποκρίθηκε στο σφίξιμο του δικού του χεριού. εξακολούθησε ωστόσο να της το χαϊδεύει όπως είχε χαϊδέψει το πρώτο της γράμμα εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό.
- Ηταν το χειμώνα, άρχισ' εκείνη, αρχές του χειμώνα, που ετοιμαζόμουν να φύγω από της γιαγιάς μου για να 'ρθω εδώ στις καλόγριες. Εκείνος ήταν άρρωστος τότε, στο σπίτι που έμενε στο Γκάλγουεϋ, δεν τον άφηναν να βγει. Εγραφαν και στους γονείς του, στο Οτεραντ. Βρισκόταν σε κατάπτωση, έλεγαν, ή κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν έμαθα ακριβώς.
Σταμάτησε μια στιγμή και αναστέναξε.
- Κακόμοιρο παιδί, συνέχισε. Μ' αγαπούσε πολύ, και ήταν τόσο καλός. Βγαίναμε μαζί, πηγαίναμε μαζί περίπατο, μακριά - ξέρεις, Γκάμπριελ, όπως κάνουν στην εξοχή. Θα σπούδαζε τραγούδι αν δεν ήταν εμπόδιο η υγεία του. Είχε πολύ ωραία φωνή, ο καημένος ο Μάικλ Φόρεϋ.
- Και ύσερα; ρώτησε ο Γκάμπριελ.
- Και ύστερα, σαν ήλθε ο καιρός να φύγω από το Γκάλγουεϋ και να 'ρθω στις καλόγριες, ήταν πολύ χειρότερα, στην υγεία του και δεν μ' άφηναν να τον δω, κι έτσι του έγραψα ένα γράμμα, λέγοντας πως θα πήγαινα στο Δουβλίνο και θα γύριζα το καλοκαίρι, και πως έλπιζα πως θα 'ταν καλύτερα τότε.
Σταμάτησε μια στιγμή για να κάνει τη φωνή της πιο σταθερή και ύστερα συνέχισε:
- Υστερα την παραμονή της μέρας που θα 'φευγα, το βράδυ, ήμουν στο σπίτι της γιαγιάς μου, στο Νωνς Αϊλαντ, κι έφτιαχνα τη βαλίτσα μου, κι άκουσα να πετούν πετραδάκι στο παράθυρό μου. Τα τζάμια του παράθυρου ήταν τόσο βρεμένα που δεν μπορούσα να δω, κι έτσι κατέβηκα όπως ήμουν, βγήκα στον κήπο από την πίσω πόρτα, κι εκεί ήταν ο καημένος, στην άκρη του κήπου, τρέμοντας.
- Και δεν του είπες να γυρίσει στο σπίτι του; ρώτησε ο Γκάμπριελ.
- Τον ικέτεψα να πάει αμέσως στο σπίτι του και του είπα πως ήταν θάνατος γι' αυτόν να στέκεται μέσ' στη βροχή. Μα είπε πως δεν ήθελε να ζήσει. Βλέπω ακόμη τα μάτια του, σα να 'τανε τότε. Στεκότανε στην άκρη του μαντρότοιχου, εκεί που ήταν ένα δέντρο.
- Και γύρισε στο σπίτι του; ρώτησε ο Γκάμπριελ.
- Τον ικέτεψα να πάει αμέσως στο σπίτι του και του είπα πως ήταν θάνατος γι' αυτόν να στέκεται μέσ' στην βροχή. Μα είπε πως δεν ήθελε να ζήσει. Βλέπω ακόμη τα μάτια του, σα να 'τανε τότε. Στεκότανε στην άκρη του μαντρότοιχου, εκεί που ήταν ένα δέντρο.
- Και γύρισε στο σπίτι του;
- Ναι, γύρισε. Και ήμουν μόλις μια βδομάδα στις καλόγριες όταν πέθανε και τον θάψανε στο Οτεραρντ, εκεί που ήταν οι δικοί του. Ω, όταν το 'μαθα πως είχε πεθάνει!
Σταμάτησε πνιγμένη στ' αναφυλητά και αποκαμωμένη από τη συγκίνηση, κι έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι, κλάιοντας μεσ' στο πάπλωμα. Ο Γκάμπριελ της κράτησε το χέρι ακόμη μια στιγμή, αναποφάσιστος, και ύστερα, μη θέλοντας να γίνει οχληρός την ώρα της πίκρας της, το άφησε να πέσει ανάλαφρα και πήγε αθόρυβα στο παράθυρο.

http://www.youtube.com/watch?v=mvNRFfVelt4
Κοιμότανε βαθιά.
Ο Γκάμπριελ, ακουμπισμένος στον αγκώνα του, κοίταξε μερικές στιγμές δίχως μνησικακία, τ' ανακατεμένα μαλλιά και το μισάνοιχτο στόμα της, κι αφουγκραζότανε τη βαθειά της ανάσα. Ωστε είχε αυτό το ειδύλλιο στη ζωή της: ένας άνθρωπος είχε πεθάνει γι' αυτή. Δεν αισθανότανε σχεδόν καμία πίκρα τώρα στη σκέψη για το πόσο μικρό μέρος είχε παίξει αυτός, ο άντρας της, στη ζωή της. Την κοίταζε που κοιμότανε, σαν να μην είχαν ζήσει ποτέ μαζί σαν σύζυγοι. Τα μάτια του κοίταζαν πολλή ώρα με περιέργεια το πρόσωπο και τα μαλλιά της - και όσο σκεφτότανε πως θα 'τανε τότε, εκείνο τον καιρό της πρώτης κοριτσίστικης ομορφιάς της, ένιωσε γι' αυτήν μια παράξενη, φιλική συμπόνοια μεσ' στην ψυχή του. Δεν του άρεσε να πει, ακόμα και στον εαυτό του, πως το πρόσωπό της δεν ήταν πια ωραίο, μα ήξερε πως δεν ήταν πια εκείνο το πρόσωπο, που για χατήρι του είχε αψηφήσει το θάνατο ο Μάικλ Φόρεϋ.
Ισως να μην του είχε διηγηθεί ολόκληρη την ιστορία. Τα μάτια του πήγαν στην καρέκλα, εκεί που είχε πετάξει μερικά ρούχα της. Ενα κορδόνι μεσοφοριού ταλαντευότανε πάνω από το πάτωμα. Μια μποτίνα στεκότανε ορθή, με το πάνω μαλακό μέρος της γυρτό: το ταίρι της ήταν πεσμένο στο πλευρό. Απόρησε για τη διέγερση που είχε νιώσει πριν από μια ώρα. Σε τι οφειλότανε; Στο σουπέ που είχαν παραθέσιε οι θείες,  στον ανόητο λόγο που είχε βγάλει, στο κρασί και στο χορό, στο κέφι του όταν καληνύχτιζε στο χωλ, στην ευχαρίστηση που είχε νιώσει να περπατάει μεσ' στο χιόνι, πλάι στο ποτάμι;
Η καημένη η θεία Τζούλια! Κι αυτή σε λίγο θα 'ταν ένας ίσκιος μαζί με τον ίσκιο του Πάτρικ Μορκαν και του αλόγου του. Είχε δει για μια στιγμή εκείνη τη χλωμάδα στο πρόσωπό της όσο τραγουδούσε το "Στολισμένη για γάμο". Σε λίγο καιρό θα καθότανε ίσως σ' εκείνο το σαλόνι, ντυμένος στα μαύρα, με το ψηλό καπέλο πάνω στα γόνατά του. Τα στορ θα 'ταν κατεβασμένα, κι η θεία Κέιτ θα καθότανε πλάι του κλαίοντας και σκουπίζοντας τη μύτη της, και θα του διηγότανε πως είχε πεθάνει η θεία Τζούλια. Θ' αποτύπωνε στο νου του μερικά λόγια παρηγοριάς, που θα τα 'βρισκε ανούσια και περιττά. Ναι, ναι: αυτό θα συμβεί πολύ γρήγορα.
Η ψυχρή ατμόσφαιρα της κάμαρας πάγωνε τους ώμους του. Τεντώθηκε με προσοχή και ξάπλωσε κάτω από τα σκεπάσματα, πλάι στη γυναίκα του. Ολα, ένα - ένα, γίνονταν σκιές. Καλύτερα να περάσεις θαρραλέα σ' εκείνον τον άλλο κόσμο, μέσα στην αποθέωση κάποιου μεγάλου έρωτα, παρά να σβήνεις και να μαραίνεσαι με τα γερατιά. Σκέφτηκε πως είχε κλείσει μέσα στην καρδιά της τόσα χρόνια, η γυναίκα που κοιμότανε πλάι του, την εικόνα των ματιών του αγαπημένου της, όταν της είχε πει πως δεν ήθελε να ζήσει.
Μεγαλόψυχα δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Γκάμπριελ. Ποτέ δεν είχε νιώσει ο ίδιος ένα τέτοιο αίσθημα για κάποια γυναίκα, αλλά καταλάβαινε πως αυτό ήταν πραγματική αγάπη. Τα δάκρυα μαζεύτηκαν πιο πυκνά στα μάτια του και μέσα στο μισοσκόταδο φαντάστηκε πως έβλεπε τη μορφή ενός νέιου να στέκεται κάτω από ένα δέντρο που στάζει. Αλλες μορφές ήταν εκεί κοντά/ Η ψυχή του είχε πλησιάσει σ' εκείνη την περιοχή που κατοικούν τα πλήθη των νεκρών. Ειχε αντίληψη της δύστροπης και τρεμουλιαστής ύπαρξής τους, αλλά δεν μπορούσε να την κατανοήσει. Η ίδια του η οντότητα ξεθώριαζε μέσα σ' έναν γκρίζο άϋλο κόσμο: ακόμη κι ο στέρεος κόσμος, που αυτοί οι νεκροί είχαν κάποτε οικοδομήσει και είχαν ζήσει μέσα σ' αυτόν, διαλυόταν και χανότανε.
Ανάλαφρα χτυπήματα πάνω στο τζάμι, τον έκαναν να γυρίσει το κεφάλι του προς το παράθυρο. Ξανάρχισε να χιονίζει. Κοίταζε νυσταγμένος τις νιφάδες, ασημιές και θαμπές, να πέφτουν λοξά μέσα στο φως του φαναριού. Ειχε έρθει γι' αυτόν ο καιρός να ξεκινήσει για το ταξίδι του προς τα δυτικά. Ναι, οι εφημερίδες είχαν δίκιο: χιόνιζε παντου, σ' ολόκληρη την Ιρλανδια. Επεφτε σε κάθε μεριά του σκοτεινού κεντρικού κάμπου, στους άδεντρους λόφους, έπεφτε μαλακά στο Μπογκ Οφ Αλλεν κι ακόμα πιο πέρα δυτικά, έπεφτε μαλακά στα θολά ανταριασμένα κύματα του Σάννον. Επεφτε ακόμα και σε κάθε μεριά του ερημικού κοιμητηρίου πάνω στο λόφο, εκεί που κοιτότανε θαμένος ο Μάικλ Φόρεϋ. Στοιβαζότανε πυκνό πάνω στους γυρτούς σταυρούς και τις ταφόπετρες, πάνω στα κάγκελα της μικρής πόρτας, πάνω στα ξερά αγκάθια. Το είναι του ατονούσε σιγά - σιγά όσο άκουγε το χιόνι να πέφτει ανάλαφρα πάνω στο σύμπαν, να πέφτει ανάλαφρα σαν ερχομός του τελειωτικού τους τέλους, πάνω σε όλους τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΫΣ
"ΟΙ ΔΟΥΒΛΙΝΕΖΟΙ"
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΥ: ΤΑ ΔΥΟ URL ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΧΙΟΥΣΤΟΝ. 
ΠΑΙΧΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ "ΟΙ ΔΟΥΒΛΙΝΕΖΟΙ". 
ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΤΑΙΝΙΑ.
ΒΓΗΚΕ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΟΤΑΝ ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΠΕΘΑΝΕΙ.

Δειλινό Φθινοπωρου - Κώστας Ουράνης

Της κάμαρής μου το θαμπό παράθυρο ακουμπώντας
κοιτάω ρεμβός να στάζει αργά στο δρόμο η βροχή.
Είναι ένα δείλι Κυριακής. Μακρυά βαρούν καμπάνες
και μια θλίψη αναίτια μου σφίγγει την ψυχή.
Πέφτει η βροχή μονότονα μες το τεφρό το δείλι
πάνω από σπίτια σκοτεινά, κλειστά και ξεπλυμμένα,
πάνω σ' εξώστες έρημους, σε γλάστρες με λουλούδια
που καταρρέουν με τη βροχή, βρεγμένα μαραμένα
κάποιες σιλουέτες γυναικών περνάν κάτω στο δρόμο
σηκώνοντας τις φούστες τους, χτυπώντας τα τακούνια,
ένα ζευγάρι στάθηκε από μια τέντα κάτω
και κυνηγιούνται δυό μικρά ξυπόλυτα χαμίνια.
Αντίκρυ ανακατώθηκε κάποια λευκή κουρτίνα
και μιας γυναίκας το ξανθό εφάνηκε κεφάλι,
κοίταξ' εμένα μια στιγμή, τον ουρανό, το δρόμο
και η κουρτίνα η λευκή ξανάπεσε και πάλι.
Κάπου σε κάποια πάροδο, ένα οργανέτο παίζει
ένα σκοπό χαρούμενο τρελό, μεσ' στη βροχή
ακούω ρεμβός τον εύθυμο σκοπόν όπου δεν παύει
ενώ μια θλίψη αναίτια μου σφίγγει την ψυχή.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Ο χάχας - Heinrich Boell

Όταν με ρωτάνε για το επάγγελμά μου, βρίσκομαι σ' αμηχανία: κοκκινίζω, τραυλίζω, εγώ, που αλλιώς είμαι γνωστός σαν άνθρωπος με αυτοπεποίθεση. Ζηλεύω τους ανθρώπους, που μπορούν να πουν: είμαι χτίστης. Τους μπαρμπέρηδες, τους λογιστές, τους συγγραφείς τους ζηλεύω για την απλότητα της απάντησής τους, γιατί όλ' αυτά τα επαγγέλματα είναι αυτεξήγητα και δεν χρειάζονται περισσότερες αποσαφηνίσεις. Αλλά εγώ είμαι υποχρεωμένος στην ερώτηση "τι δουλειά κάνετε" ν' απαντάω: "γελάω". Μια τέτοια δήλωση χρειάζεται περισσότερο ανάλυση, γιατί στη δεύτερη ερώτηση: "ζείτε απ' αυτό"; είμαι υποχρεωμένος, για να πω την αλήθεια, ν' απαντήσω μ' ένα "ναι".
Πραγματικά ζω απ' το γέλιο μου, και μάλιστα καλοπερνάω, γιατί το γέλιο μου - για να μιλήσουμε εμπορικά - έχει ζήτηση. Είμαι ένας καλός, ένας σπουδαγμένος χάχας. Κανένας άλλος δεν γελάει έτσι όπως εγώ, κανένας δεν κατέχει τόσο τις αποχρώσεις της τέχνης μου. Πολύν καιρό - για ν' αποφεύγω τις ενοχλητικές διασαφηνίσεις - έλεγα πως είμαι ηθοποιός. Αλλά οι ικανότητές μου σε μίμηση και άρθρωση είναι τόσο φτωχές, που αυτός ο χαρακτηρισμός δεν φαινότανε αληθινός. Αγαπάω την αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι: είμαι ένας χάχας. Δεν είμαι ούτε κλόουν ούτε κωμικός. Δεν χαρίζω ευθυμία, αλλά διαπιστώνω την ύπαρξή της. Γελάω σαν ρωμαίος αυτοκράτωρ ή σαν αισθηματίας τελειόφοιτος γυμνασίου. Το γέλιο του 17ου αιώνα είναι τόσο του χεριού μου όσο και του 19ου, κι αν είναι ανάγκη, γελάω όπως έκαναν σ' όλους τους αιώνες, σ' όλες τις κοινωνικές τάξεις, σ' όλες τις ηλικίες. Απλούστατα, τα έμαθα, όπως μαθαίνεις να σολιάζεις παπούτσια. Το γέλιο της Αμερικής ησυχάζει μέσα στο στήθος μου, το γέλιο της Αφρικής, λευκό, ερυθρό, κίτρινο γέλιο το ίδιο, και με την πληρωμή της αντίστοιχης αμοιβής τ' αφήνω να σκορπίσει, έτσι όπως προβλέπει η σκηνοθεσία.
Έγινα απαραίτητος. Γελάω σε δίσκους, γελάω σε κασέτες κι οι ραδιοσκηνοθέτες με μεταχειρίζονται πολύ διακριτικά. Γελάω βαρύθυμα, μετρημένα, υστερικά, γελάω σαν τραμβαγιέρης ή σαν μπακαλόπαιδο, πρωινό γέλιο, βραδινό γέλιο, αυγινό γέλιο. Κοντολογίς: γελάω όπου και όπως πρέπει να γελάει κανείς. Το πετυχαίνω.
Θα με πιστέψετε, ότι ένα τέτοιο επάγγελμα είναι κοπιαστικό. Ακόμη κατέχω - αυτή είναι κι η ειδικότητά μου - και το μεταδοτικό γέλιο. Έτσι έγινα απαραίτητος και στους κωμικούς τρίτης και τέταρτης κατηγορίας, που δίκαια τρέμουν για τις αιχμές του ρόλου τους, και κάθομαι σχεδόν κάθε βράδυ ανάμεσα στους θεατές των βαριετέ, σαν ένα είδος κλάκας ποιότητας, για να γελάω μεταδοτικά στ' αδύνατα σημεία του προγράμματος.
Η δουλειά μου πρέπει να είναι κομμένη στα κατάλληλα μέτρα: τ' ανοιχτόκαρδο, ακράτητο γέλιο μου δεν πρέπει να 'ρθει ούτε πολύ νωρίς ούτε πολύ αργά, αλλά στην κατάλληλη στιγμή. Τότε ξεσπάω προσχεδιασμένα κι' ολόκληρο το ακροατήριο ξεκαρδίζεται μαζί με μένα και το αστείο σημείο του προγράμματος σώζεται.
Εγώ όμως γλιστράω ξεζουμισμένος στην γκαρνταρόμπα, φοράω το παλτό μου όλος χαρά, που επί τέλους έχω σχολάσει. Συχνά βρίσκονται κιόλα σπίτι τηλεγραφήματα για μένα: "Χρειαζόμεθα επειγόντως γέλιο σας, προσλαμβάνεσθε Τρίτην". Και λίγες ώρες αργότερα κάθομαι σε μιαν υπερθερμασμένη "ταχεία" και κλαίω τη μοίρα μου.
Καθένας καταλαβαίνει, ότι αφού σχολάσω ή στις διακοπές μου ελάχιστη διάθεση έχω για γέλια. Ο εργάτης που αρμέγει χαίρεται, όταν μπορεί να ξεχάσει τις αγελάδες, ο χτίστης τη λάσπη, οι μαραγκοί έχουνε λίγο - πολύ σπίτι τους πόρτες που δε δουλεύουνε καλά ή συρτάρια που ανοίγουνε δύσκολα. Οι ζαχαροπλάστες προτιμάνε τα ξινά, ο χασάπης τ' αμυγδαλωτά κι' ο φούρναρης το σαλάμι από το ψωμί. Οι ταυρομάχοι θέλουν να 'ναι ανάμεσα σε περιστέρια κι οι μποξέρ χλομιάζουν μόλις ανοίξει η μύτη των παιδιών τους. Όλ' αυτά τα καταλαβαίνω, γιατί ποτέ μου δε γελάω αφού σχολάσω. Είμαι ένας αυστηρά σοβαρός άνθρωπος κι ο κόσμος - δίκαια ίσως - με θεωρεί απαισιόδοξο.
Τα πρώτα χρόνια της παντρειάς μου, μου 'λεγε συχνά η γυναίκα μου: "Γέλα και μια στάλα!" Αλλά στο μεταξύ κατάλαβε, ότι δεν μπορούσα να της κάνω αυτή τη χάρη. Χαίρομαι, όταν μπορώ τους τεντωμένους μυς του προσώπου μου, όταν μπορώ τη στραπατσαρισμένη ψυχική μου διάθεση να τη χαλαρώσω με την απόλυτη σοβαρότητα. Ακόμη και το γέλιο των άλλων με νευριάζει, γιατί μου θυμίζει πολύ το επάγγελμά μου.
Έτσι περνάμε τη ζωή του παντρεμένου με σιωπή και ομόνοια, γιατί κι' η γυναίκα μου ξέμαθε να γελάει. Πότε πότε την πιάνω να χαμογελάει και τότε χαμογελάω κι εγώ. Μιλάμε σιγά μεταξύ μας, γιατί μισώ τον θόρυβο των βαριετέ, μισώ τον θόρυβο που μπορεί να επικρατεί στους χώρους λήψεως. Άνθρωποι, που δεν με ξέρουν, με λογαριάζουν για χαρακτήρα κλειστό. Μπορεί και να 'μαι, γιατί πολύ συχνά πρέπει ν' ανοίγω το στόμα μου για να γελάω.
Με ανέκφραστο πρόσωπο περνάω τις ώρες της ιδιωτικής μου ζωής, μόνο που επιτρέπω πότε πότε στον εαυτό μου ένα αχνό χαμόγελο. Και συχνά αναρωτιέμαι αν γέλασα ποτέ. Νομίζω όχι. Οι αδερφές μου, που με ξέρουν, μου λένε ότι ήμουνα πάντοτε ένα σοβαρό αγόρι.
Έτσι γελάω με πολλούς και διάφορους τρόπους, αλλά το δικό μου γέλιο δεν το ξέρω.

μτφ. Λεωνίδας Ρήγας

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

JUNKY - ΟΥΪΛΙΑΜ ΜΠΑΡΟΟΥΖ

Καθώς άρχισα να χρησιμοποιώ την πρέζα κάθε μέρα ή συχνά και πολλές φορές τη μέρα, σταμάτησα να πίνω και να βγαίνω έξω τη νύχτα. Οταν χρησιμοποιείς πρέζα δεν πίνεις. Φαίνεται πως το σώμα που έχει μια ποσότητα πρέζας μέσα στα κύτταρά του δεν μπορεί να απορροφήσει αλκοόλ. Το ποτό μένει στο στομάχι, προκαλώντας σιγά σιγά ναυτία, ενοχλήσεις και ιλίγγους και δεν νιώθεις τίποτα. Η χρήση πρέζας θα μπορούσε να είναι ένας σίγουρος τρόπος θεραπείας για τους αλκοολικούς. Σταμάτησα επίσης να πλένομαι. Οταν χρησιμοποιείς πρέζα για κάποιο λόγο η αίσθηση του νερού στο δέρμα είναι δυσάρεστη και οι πρεζάκηδες με το ζόρι κάνουν μπάνιο.
Εχουν γραφτεί ένα σωρό ανοησίες για τις αλλαγές που υφίστανται οι άνθρωποι καθώς αποκτούν έξη. Τελείως ξαφνικά ο ναρκομανής κοιτάζει στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του. Οι πραγματικές αλλαγές είναι δύσκολο να προσδιοριστούν και δεν φαίνονται στον καθρέφτη. Οφείλεται στο ότι ο ίδιος ο ναρκομανής έχει μια ιδιαίτερη προκατάληψη όσον αφορά την εξέλιξη της έξης του. Γενικά δεν αντιλαμβάνεται καθόλου ότι αποκτά έξη. Λέει πως δεν υπάρχει φόβος να αποκτήσεις έξη εάν είσαι προσεκτικός και τηρείς μερικούς κανόνες όπως το να σουτάρεις κάθε δύο μέρες. Στην πράξη δεν τους τηρεί αυτούς τους κανόνες, αλλά κάθε έξτρα σουτάρισμα θεωρείται σαν εξαίρεση. Εχω συζητήσει με πολλούς ναρκομανείς και όλοι τους λένε ότι μείναν κατάπληκτοι όταν ανακάλυψαν πως πράγματι είχαν την πρώτη έξη. Πολλοί απ' αυτούς απέδιδαν τα συμπτώματά τους σε κάποια άλλη
αιτία.
Καθώς κυριαρχεί η έξη, τα άλλα ενδιαφέροντα χάνουν την σπουδαιότητά τους γι' αυτόν που κάνει χρήση. Η σφαίρα των σπουδαιοτήτων της ζωής περιορίζεται στην πρέζα, στο φτιάξιμο και το να περιμένεις το επόμενο φτιάξιμο, στις "καβάτζες" και τις "συνταγές", τα "γκανάκια" και τα "σταγονόμετρα". Ο ίδιος ο ναρκομανής συχνά αισθάνεται πως ζει κανονικά και πως η πρέζα είναι κάτι το περιστασιακό. Δεν συνειδητοποιεί πως το μόνο που κάνει στις δραστηριότητές του που δεν έχουν σχέση με την πρέζα είναι να εκτελεί κινήσεις. Μόνο όταν η προμήθειά του διακοπεί μόνο τότε αντιλαμβάνεται τι σημαίνει η πρέζα γι' αυτόν.
"Γιατί χρειάζεστε τα ναρκωτικά κύριε Λι;" είναι μια ερώτηση που ρωτάνε οι ηλίθιοι ψυχίατροι. Η απάντηση είναι, "Χρειάζομαι την πρέζα για να σηκωθώ απ' το κρεβάτι το πρωί, για να ξυριστώ και να φάω πρωινό. Τη χρειάζομαι για να μείνω ζωντανός".
Φυσικά οι πρεζάκηδες κατά κανόνα δεν πεθαίνουν από το κόψιμο της πρέζας. Στην κυριολεξία όμως, το να κόβεις μια έξη συνεπάγεται τον θάνατο των κυττάρων που εξαρτώνται από την πρέζα και την αντικατάστασή τους από κύτταρα που δεν χρειάζονται την πρέζα.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "JUNKY" TOY ΟΥΪΛΙΑΜ ΜΠΑΡΟΟΥΖ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΠΡΑΤΣΙΝΗΣ - ΝΤΙΝΑ ΣΩΤΗΡΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΟΥ ΠΡΩΤΟΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ  ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ JUNKIE ΚΑΙ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ WILLIAM LEE.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ