Coincidentia Oppositorum

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Η περιπέτεια δύο παντρεμένων – ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ

Ο εργάτης Αρτούρο Μασολάρι δούλευε τη νύχτα, στη βάρδια που τελειώνει στις έξι. Για να γυρίσει σπίτι του έπρεπε να διασχίσει μια μεγάλη απόσταση, που την έκανε με το ποδήλατο όταν είχε καλό καιρό και με το τραμ στους χειμωνιάτικους και βροχερούς μήνες. Εφτανε στο σπίτι του στις εφτά παρά τέταρτο με εφτά, δηλαδή μερικές φορές πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι της γυναίκας του Ελιντε, και μερικές φορές όταν πια είχε χτυπήσει.
Συχνά, αυτοί οι δύο θόρυβοι, ο θόρυβος από το ξυπνητήρι και τα βήματά του όταν έμπαινε στο σπίτι, ταυτίζονταν στο μυαλό της Ελιντε, έτσι όπως αυτή κοιμόταν βαθιά, αυτόν τον βαθύ γλυκό ύπνο του πρωινού, που η ίδια προσπαθούσε να παρατείνει λίγο ακόμα βυθίζοντας το πρόσωπό της στο μαξιλάρι. Ύστερα σηκωνόταν, όλο νεύρο, από το κρεβάτι και αμέσως φορούσε, σαν τυφλή, τη ρόμπα της, με τα μαλλιά της να πέφτουν μπροστά στα μάτια της. Εμφανιζόταν έτσι στην κουζίνα, μπροστά στον Αρτούρο, που έβγαζε τα άδεια κατσαρολικά και το θερμός από την τσάντα που έπαιρνε μαζί του κάθε φορά στην δουλειά. Είχε ήδη αναμμένο το γκάζι και ετοίμαζε τον καφέ. Μόλις εκείνος την κοίταζε, η ελιντε περνούσε το χέρι της μέσα από τα μαλλιά της, άνοιγε με το ζόρι τα μισόκλειστα μάτια της, σαν να ντρεπόταν κάθε φορά γι' αυτή την εικόνα που έβλεπε ο άντρας της μπαίνοντας στο σπίτι, πάντα έτσι ακατάστατη και με το πρόσωπο ακόμα μισοκοιμισμένο. Οταν δύο άνθρωποι κοιμούνται μαζί, τα πράγματα είναι διαφορετικά, το πρωί σηκώνονται και οι δύο από το ίδιο κρεβάτι και ό,τι ισχύει για τον ένα ισχύει και για τον άλλο.
Άλλες φορές, πάλι, ήταν εκείνος που έμπαινε στην κρεβατοκάμαρα να την ξυπνήσει, με ένα φλιτζάνι καφέ, ένα λεπτό πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Τότε όλα έμοιαζαν πιο φυσικά, ο ίδιος ο μορφασμός που έκανε για να ξυπνήσει έπαιρνε τη μορφή μιας τεμπέλικης γλύκας, τα τεντωμένα γυμνά της χέρια κατέληγαν να τυλιχτούν γύρω από το λαιμό του. Αγκαλιάζονταν. Ο Αρτούρο συνήθως φορούσε ακόμα το αδιάβροχό σακάκι του και από αυτό εκείνη καταλάβαινε τι καιρό έκανε έξω: αν έβρεχε, αν είχε ομίχλη ή αν χιόνιζε, ανάλογα πόσο ήταν κρύο, ή υγρό το σακάκι. Αυτό, όμως, δεν την εμπόδιαζε να τον ρωτάει: -Τι καιρό κάνει; Κι εκείνος άρχιζε τη συνηθισμένη, λίγο ειρωνική, γκρίνια του απαριθμώντας με κάθε λεπτομέρεια ό,τι δυσάρεστο του είχε συμβεί, αρχίζοντας πάντα από το τέλος: τη διαδρομή με το ποδήλατο, τον καιρό που βρήκε βγαίνοντας από τη φάμπρικα και που ήταν πάντα διαφορετικός από τον καιρό που είχε αφήσει μπαίνοντας μέσα το προηγούμενο βράδυ, τις φασαρίες της δουλειάς, τις φήμες που κυκλοφορούσαν, και πάει λέγοντας.
Τέτοια ώρα το σπίτι ήταν πάντα κρύο και η Ελιντε είχε γδυθεί ανατριχιάζοντας και πλενόταν στο καμαράκι του μπάνιου. Πίσω της ακολουθούσε εκείνος, πολύ πιο ήρεμος, γδυνόταν και πλενόταν με αργές κινήσεις, βγάζοντας από πάνω του τη σκόνη και τις λαδιές της φάμπρικας. Εκείνες τις στιγμές, έτσι όπως στέκονταν και οι δύο γύρω από τον ίδιο νιπτήρα, μισόγυμνοι και ξυλιασμένοι από το κρύο, παίρνοντας και δίνοντας ο ένας στον άλλο το σαπούνι ή την οδοντόπαστα, και συνεχίζοντας να λένε όσα είχαν να πουν, έφτανε η στιγμή της μεγαλύτερης οικειότητας, και μερικές φορές, τη στιγμή που ο ένας έτριβε την πλάτη του άλλου, καταλήγανε σε κάποιο χάδι και αγκαλιάζονταν.
Ξαφνικά όμως η Ελιντε έβαζε μια φωνή: - θεέ μου! Πέρασε η ώρα! Και έτρεχε να φορέσει τις ζαρτιέρες και τη φούστα της, πάντα με την ίδια βιασύνη, όρθια και με τη βούρτσα να πηγαίνει πάνω κάτω στα μαλλιά της, και έσκυβε το πρόσωπό της μπροστά στον καθρέφτη του κομό, με τα τσιμπιδάκια στα σφιγμένα της χείλια. Ο Αρτούρο ερχόταν πίσω της, με ένα τσιγάρο στο στόμα, την κοίταζε καπνίζοντας όρθιος, και κάθε φορά έμοιαζε λίγο σαν χαμένος, έτσι όπως στεκόταν χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα. Η Ελιντε, έτοιμη τώρα πια, φορούσε το παλτό της στο διάδρομο, τον φιλούσε, άνοιγε την πόρτα και αμέσως μετά την άκουγες να τρέχει στις σκάλες.
Ο Αρτούρο έμενε μόνος. Παρακολουθούσε το θόρυβο των τακουνιών της στις σκάλες, κι όταν πια έπαυε να την ακούει, συνέχιζε να την παρακολουθεί με τη φαντασία του, τα μικρά γοργά βήματά της κάτω στην αυλή, στην εξώπορτα, στο πεζοδρόμιο, μέχρι τη στάση του τραμ. Αντίθετα, άκουγε καθαρά το τραμ: τους τριγμούς της κίνησής του, το φρένο του, το θόρυβο που έκανε ο κόσμος ανεβαίνοντας το σιδερένιο του σκαλί. “Εντάξει, το πρόφτασε”, σκεφτόταν κι έβλεπε τη γυναίκα του στριμωγμένη ανάμεσα στους εργάτες και τις εργάτριες μέσα στο τραμ, το “έντεκα”, που την πήγαινε, όπως κάθε μέρα, στη φάμπρικα. Εσβηνε 'ο,τι είχε απομείνει από το τσιγάρο του, έκλεινε τα παντζούρια και εκεί, μέσα στο σκοτάδι, έμπαινε στο κρεβάτι.
Το κρεβάτι ήταν πάντα στην ίδια κατάσταση, όπως το είχε αφήσει η Ελιντε, μόνο που στη δική του πλευρά είχε μείνει σχεδόν άγγιχτο, λες και είχε στρωθεί μόλις εκείνη τη στιγμή. Ο Αρτούρο ξάπλωνε καλά καλά στη θέση του αλλά μετά από λίγο άπλωνε το ένα του πόδι παραπέρα, εκεί όπου ένιωθε ακόμα τη ζέστα της γυναίκας του. Υστερα έφερνε εκεί και το άλλο του πόδι, και έτσι σιγά σιγά μετατοπιζόταν ολόκληρος προς τη μεριά της ελιντε, σ' εκείνο το γεμάτο θαλπωρή βαθούλωμα που διατηρούσε ακόμα το σχήμα του σώματός της, και βύθιζε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι της, στο άρωμά της. Ετσι αποκοιμιόταν.
Οταν η Ελιντε γυρνούσε το βράδυ, ο Αρτούρο ήδη έκοβε βόλτες μέσα στο σπίτι. Είχε ανάψει τη σόμπα και είχε βάλει κάτι στη φωτιά να βράζει. Μερικές δουλειές, όπως το στρώσιμ οτου κρεβατιού, το σκούπισμα, το συμμάζεμα των άπλυτων ρούχων στο μπάνιο, τις έκανε εκείνος, τούτες τις ώρες πριν το δείπνο. Η Ελιντε, βέβαια, κάθε φορά έβρισκε πως έπρεπε να τα ξανακάνει όλα από την αρχή, αυτός όμως για να λέμε την αλήθεια, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να καλυτερέψει τη δουλειά του. Ο,τι έκανε, έμοιαζε να είναι μέρος μιας τελετής για να την περιμένει, σαν να έτρεχε κάθε φορά να την προϋπαντήσει, κι ας μην έβγαινε έξω από τους τοίχους του σπιτιού του. Στο μεταξύ, έξω άναβαν σιγά σιγά οι λάμπες του δρόμου, ενώ εκείνη έκανε τα ψώνια της ημέρας στα μαγαζιά της συνοικίας, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες γυναίκες που, σαν κι αυτήν, συνήθιζαν να ψωνίζουν τέτοια ώρα.
Άκουγε τα βήματά της στη σκάλα πάντα εντελώς διαφορετικά από ό,τι τα άκουγε το πρωί, τώρα ήταν βαριά, γιατί η Ελιντε ανέβαινε κουρασμένη από το μεροκάματο και φορτωμένη με όσα είχε αγοράσει. Ο Αρτούρο έβγαινε στο πλατύσκαλο, έπαιρνε από τα χέρια της την τσάντα με τα ψώνια κι έμπαιναν μαζί στο σπίτι κουβεντιάζοντας. Εκείνη σωριαζόταν αμέσως σε μια καρέκλα στην κουζίνα, χωρίς καν να βγάλει το παλτό της, ενώ εκείνος έβγαζε τα πράγματα από την τσάντα. Υστερα εκείνη αναστέναζε. - Αντε, ας ανασκουμπωθούμε, έλεγε και σηκωνόταν, έβγαζε το παλτό της, φορούσε τη ρόμπα της. Αρχιζαν να ετοιμάζουν το φαγητό: το δείπνο για τους δυό τους. Ύστερα το κολατσιό που έπαιρνε εκείνος μαζί του στο εργοστάσιο για το διάλειμμα στη μια μετά τα μεσάνυχτα, το πρόγευμα που θα έπαιρνε εκείνη μαζί της στη δουλειά το πρωί και το πρόγευμα που έπρεπε να είναι έτοιμο όταν εκείνος θα ξυπνούσε την επομένη μέρα αργά το απόγευμα.
Εκείνη λίγο βοηθούσε και λίγο καθόταν σε μια ψάθινη καρέκλα και του έλεγε τι έπρεπε να κάνει. Εκείνος τέτοια ώρα ήταν ξεκούραστος, του άρεσε να ασχολείται με όλα αυτά, ήθελε μάλιστα να τακάνει όλα μόνος του. Ήταν όμως, πάντα λίγο αφηρημένος, με τις σκέψεις του ήδη να ταξιδεύουν αλλού. Συχνά, τέτοιες στιγμές, άρχιζαν να καβγαδίζουν, να ανταλλάσσουν βαριές κουβέντες, γιατί εκείνη τον ήθελε πιο προσεκτικό, να κάνει κάπως καλύτερα τη δουλειά του, να της συμπαραστέκεται περισσότερο, να της δίνει μεγαλύτερη σημασία, να την παρηγορεί πιο πολύ. Εκείνος, όμως, μετά από τον πρώτο του ενθουσιασμό, που εκείνη είχε επιστρέψει από τη δουλειά της, είχε ήδη το μυαλό του έξω από το σπίτι, να σκέφτεται πως έπρεπε να βιαστεί για να μην αργήσει.
Οταν το τραπέζι ήταν πια έτοιμο, με το κάθε πράγμα στη θέση του, ώστε ναμη χρειαστεί να ξανασηκωθούν, τότε ένιωθαν και οι δύο κάτι σαν σφίξιμο στο στομάχι, γιατί είχαν τόσο λίγο χρόνο στη διάθεσή τους να μείνουν μαζί, και σχεδόν δεν κατάφερναν να βάλουν στο κουτάλι στο στόμα τους από τη μεγάλη διάθεση που είχαν να μείνουν καρφωμένοι εκεί, να κρατάει ο ένας το χέρι του άλλου.
Δεν πράφταιναν να πιουν καλά καλά τον καφέ τους και εκείνος ήταν κιόλας όρθιος και εξέταζε αν όλα ήταν εντάξει με το ποδήλατό του. Αγκαλιάζονταν. Ο Αρτούρο έμοιαζε σαν να καταλάβαινε μονάχα τότε πόσο τρυφερή και ζεστή ήταν η γυναίκα του. Σήκωνε το ποδήλατο στην πλάτη του και κατέβαινε προσεκτικά τις σκάλες.
Η ελιντε έπλενε τα πιάτα, έριχνε μια ματιά σε όλο το σπίτι – ακόμα και σε ό,τι είχε τακτοποιήσει ο σύζυγός της – και κουνούσε το κεφάλι της. Τώρα εκείνος έτρεχε στους σκοτεινούς δρόμους με τα λιγοστά φώτα, θα είχε ήδη φτάσει κάπου εκεί, κοντά στο γκάζι. Η Ελιντε πήγαινε στο κρεβάτι, έσβηνε το φως. Ξαπλωμένη, άπλωνε το πόδι της προς την πλευρά του άντρα της, να βρει τη ζέστα του κορμιού του, αλλά κάθε φορά καταλάβαινε πως η δική της η μεριά ήταν πιο ζεστή, σημάδι ότι και ο Αρτούρο είχε κοιμηθεί εκεί, κι ένιωθε να την κατακλύζει η τρυφερότητα.

ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ
ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΑΡΤΗ

Το Όνειρο - Δήμος Μούτσης 

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ – ΑΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ

Η επιχείρηση ήταν φυσικά από την άποψη των Επικυριάρχων πολύ μικρή, αλλά για την γη ήταν το πιο μεγάλο γεγονός που είχε συμβεί ποτέ. Χωρίς καμιά προειδοποίηση τα μεγάλα πλοία έφθασαν σαν χείμαρρος από τα άγνωστα βάθη του διαστήματος. Αναρίθμητες φορές μυθιστορήματα είχαν περιγράψει μια τέτοια μέρα, αλλά κανείς ποτέ δεν πίστεψε ότι θα συνέβαινε κάποτε στην πραγματικότητα. Τώρα είχε επιτέλους συμβεί. Οι σιωπηλές λαμπερές σιλουέττες που αιωρούντο πάνω από κάθε χώρα ήταν το σύμβολο μιας επιστήμης που ο Ανθρωπος δεν είχε ελπίδες να φτάσει για αιώνες. Για έξι μέρες έπλεαν ακίνητες πάνω από τις πόλεις του, χωρίς να δείχνουν ότι ήξεραν την ύπαρξή του. Δεν ήταν όμως ανάγκη να το δείξουν. Δεν ήταν δυνατόν να ήταν απόλυτα τυχαίο το γεγονός ότι είχαν σταματήσει επάνω ακριβώς από τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Μόσχα, την Ρώμη, το Καίηπ Τάουν, το Τόκιο, την Καμπέρα...
Πριν ακόμη περάσουν αυτές οι μέρες που πάγωσαν την καρδιά, αρκετοί άνθρωποι είχαν ανακαλύψει την αλήθεια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη, δειλή επαφή μιας φυλής που δεν ήξερε τίποτε για τον Ανθρωπο. Μέσα σ' αυτά τα σιωπηλά, ακίνητα πλοία, αυθεντίες της ψυχολογίας μελετούσαν τις αντιδράσεις της ανθρωπότητας. Οταν η καμπύλη της έντασης θα έφτανε στο αποκορύφωμά της, θα ενεργούσαν.
Και την έκτη ημέρα, ο Καρέλλεν, ο επόπτης της γης, ανακοίνωσε την ύπαρξή του στη Γη με μια ραδιοφωνική εκπομπή που εκάλυψε κάθε ραδιοφωνική συχνότητα. Μίλησε αγγλικά τόσο τέλεια, ώστε η συζήτηση που προκάλεσε στις δύο πλευρές του Ατλαντικού κράτησε μια ολόκληρη γενιά. Το περιεχόμενο όμως του λόγου ήταν πιο συγκλονιστικό από τον τρόπο που εκφράσθηκε. Με οποιαδήποτε κριτήρια κι αν τον έκρινε κανείς, ήταν έργο υπέρτατης μεγαλοφυίας, που έδειχνε πλήρη και απόλυτη κατοχή των ανθρωπίνων πραγμάτων. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η ευρυμάθεια και η δεξιοτεχνία του, οι δελεαστικές ενδείξεις μιας γνώσεως που ήταν ακόμη απρόσιτη, ήταν όλα προμελετημένα για να πείσουν την ανθρωπότητα ότι βρισκόταν εμπρός σε μια ακαταμάχητη πνευματική δύναμη. Οταν τελείωσε ο Καρέλλεν, τα κράτη της Γης κατάλαβαν ότι η αβέβαιη ανεξαρτησία τους είχε τελειώσει. Οι τοπικές, εσωτερικές κυβενήσεις, θα διατηρούσαν τις εξουσίες τους, αλλά στο ευρύτερο πεδίο των διεθνών σχέσεων η πρωτοβουλία των τελικών αποφάσεων είχε ξεφύγει από τα ανθρώπινα χέρια. Οι αντιρρήσεις – οι διαμαρτυρίες – όλα ήταν μάταια.
Ηταν δύσκολο να περιμένει κανείς ότι όλα τα κράτη του κόσμου θα υποτάσσονταν χωρίς αντίσταση σε μια τέτοια μείωση των εξουσιών τους. Κι όμως η ενεργητική αντίσταση παρουσίαζε σοβαρές δυσχέριες, γιατί η καταστροφή των σκαφών των Επικυριάρχων, στην περίπτωση που θα ήταν δυνατή, θα εξαφάνιζε και τις πόλεις που βρίσκονταν κάτω τους. Παρ' όλα αυτά μια μεγάλη δύναμη έκανε την απόπειρα. Ίσως οι υπεύθυνοι είχαν την ελπίδα ότι θα “πετύχαιναν μ' ένα σμπάρο δυό τρυγόνια” γιατί ο στόχος του ατομικού βλήματός τους βρισκόταν πάνω από την πρωτεύουσα ενός γειτονικού αλλά όχι φιλικού κράτους.
Καθώς το είδωλο του μεγάλου πλοίου γέμιζε την οθόνη της τηλεοράσεως στο μυστικό δωμάτιο ελέγχου, ο μικρός όμιλος αξιωματικών και τεχνικών που παρακολουθούσε ια πρέπει να αισθάνθηκε πολλές δυνατές συγκινήσεις. Αν πετύχαιναν, ποιές θα ήταν οι ενέργειες των υπολοίπων πλοίων; θα μπορούσαν να καταστραφούν κι αυτά και ν' αφήσουν έτσι την ανθρωπότητα ν' ακολουθήσει ξανά τον δρόμο της μόνη; Ή ο Καρέλλεν θα έπαιρνε μια τρομερή εκδίκηση απ' αυτούς που του επιτέθηκαν;
Η οθόνη έμεινε απότομα κενή καθώς το βλήμα καταστράφηκε μόλις ήλθε σε επαφή. Αμέσως η προβολή συνεχίσθηκε από μια εναέρια μηχανή λήψεως που βρισκόταν πολλά μίλια μακριά. Στο κλάσμα του δευτερολέπτου που μεσολάβησε, η πύρινη σφαίρα θα έπρεπε να είχε κιόλας σχηματισθεί και να γέμιζε τον ουρανό με την ηλιακή φλόγα της.
Κι όμως δεν έγινε τίποτε απολύτως. Το μεγάλο πλοίο παρέμεινε ακίνητο, άθικτο, λουσμένο στο φως του ήλιου, εκεί στην άκρη του διαστηματος. Οχι μόνον, δεν μπόρεσε η βόμβα να το αγγίξει, αλλά ούτε κανείς μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβη στο βλήμα. Εκτός απ' αυτό, ο Καρέλλεν δεν έκανε τίποτε εναντίον των υπευθύνων, ούτε καν έδειξε ότι κατάλαβε την επίθεση. Τους αγνόησε περιφρονητικά, και τους άφησε να αγωνιούν για μια εκδίκηση που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Ηταν μια συμπεριφορά πολύ περισσότερο αποτελεσματική και αποκαρδιωτική από κάθε άλλη πράξη αντιποίνων. Η υπεύθυνη κυβέρνηση κατέρρευσε τελείως μέσα σε λίγες εβδομάδες κι ύστερα από ένα ξέσπασμα αμοιβαίων κατηγοριών.
Παρουσιάστηκαν επίσης και μερικές περιπτώσεις παθητικής αντιστάσεως στην πολιτική των Επικυριάρχων. Συνήθως ο Καρέλλεν τις αντιμετώπιζε με το ν' αφήνει τους ενδιαφερόμενους να κάνουν ό,τι ήθελαν μέχρι να ανακαλύψουν οι ίδιοι ότι το μόνο που κατάφερναν ήταν να βλάπτουν τους εαυτούς των με την άρνησή τους για συνεργασία. Μόνο μια φορά έλαβε άμεσα μέτρα εναντίον μιας κυβερνήσεως που αντιδρούσε.
Για περισσότερα από εκατό χρόνια, η Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής ήταν το κέντρο κοινωνικών αναταραχών. Πολλοί καλοπροαίρετοι και από τις δύο πλευρές, προσπάθησαν να επιτύχουν μια προσέγγιση, αλλά μάταια – οι φόβοι και οι προκαταλήψεις ήταν πολύ βαθειά ριζωμένες για να επιτρέψουν την συνεργασία. Οι εναλλασσόμενες κυβερνήσεις διέφεραν μόνο ως προς τον βαθμό της αδιαλλαξίας τους. Η χώρα ήταν διαποτισμένη με το δηλητήριο του μίσους και τις συνέπειες ενός εμφυλίου πολέμου.
Οταν φάνηκε πια καθαρά ότι δεν μπορούσε να γίνει καμιά προσπάθεια να τελειώσουν οι διακρίσεις, ο Καρέλλεν έκανε μια προειδοποίηση. Απλώς προσδιόρισε μια ημέρα και ώρα – τίποτε άλλο. Επεκράτησε ανησυχία, όχι όμως φόβος ή πανικός γιατί κανείς δεν πίστευε ότι οι Επικυρίαρχοι θα έκαναν καμιά ενέργεια βίας ή καταστροφής που θα στρεφόταν χωρίς διάκριση εναντίον αθώων και ενόχων.
Και είχαν δίκιο. Το μόνο που συνέβη ήταν ότι μόλις ο ήλιος διέσχισε τον μεσημβρινό του Καίπ Τάουν – έσβησε. Το μόνο που έμεινε ορατό ήταν ένα χλωμό, πορφυρό ίχνος που δεν έδινε ούτε φως ούτε ζέστη. Εξω στο διάστημα, το φως του ήλιου είχε πολωθεί κάπως από δύο διασταυρούμενα πεδία, ώστε να μη περνά καμιά ακτινοβολία. Η περιοχή που καλύπτονταν έτσι είχε διάμετρο πεντακόσια χιλιόμετρα και ήταν ένας τέλειος κύκλος.
Η επίδειξη κράτησε τριάντα λεπτά. Ηταν αρκετά. Την επόμενη ημέρα η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής ανακοίνωσε ότι θα αποδίδονταν πάλι πλήρη πολιτικά δικαιώματα στη λευκή μειονότητα.
Εκτός από αυτά τα μεμονωμένα περιστατικά, η ανθρώπινη φυλή είχε δεχθεί τους Επικυριάρχους σαν κάτι φυσικό. Σ' ένα εκπληκτικά σύντομο χρονικό διάστημα, το αρχικό σοκ είχε περάσει και ο κόσμος συνέχισε την ζωή του ξανά. Η μεγαλύτερη αλλαγή που θα μπορούσε να παρατηρήσει ένας σύγχρονος Ριπ Βαν Γουίνκλ θα ήταν μια κρυφή αναμονή, καθώς η Ανθρωπότητα περίμενε   να φανερωθούν οι Επικυρίαρχοι και να βγουν από τα γυαλιστερά πλοία τους.


ΑΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ
ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ (ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Δ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ


Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Ο βοσκός με τα πολλά αρνάκια και τα Αρπακτικά

Την Δευτέρα 23/11/2009 είχα κάνει μια ανάρτηση με τίτλο 
Βέβαια εκείνο που δεν είχα αναφέρει ήταν ότι την  εν λόγω ιστορία συνήθιζε να λέει ο Γκουρτζίεφ στους μαθητές του και έχει αποτυπωθεί στο βιβλίο του Πήτερ Ουσπένσκυ "Αναζητώντας τον κόσμο του θαυμαστού" (Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος) (σελ. 342 -343).
Υποθέτω πως ο συντάκτης του www.capital.gr γνώριζε ποια ήταν η πηγή. 
Αν θέλετε πάντως να σας φτιάξει πραγματικά η διάθεση μπείτε στην δ/νση του αρθρου και διαβάστε τα σχόλια. Είναι υπεράνω περιγραφής.


Η ιστορία έθετε στο τέλος τα εξής ερωτήματα:

Μήπως το μυαλό μας, δεν είναι δικό μας; 

Μήπως δεν εξυπηρετεί εμάς, αλλά άλλους; 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι κατά την άποψή μου απάντηση στα ερωτήματα.  Είναι από το βιβλίο του Carlos Castaneda "Η ενεργός πλευρά του απείρου" των εκδόσεων Λιβάνη - "Το κλειδί"



ΤΑ ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ – CARLOS CASTANEDA
...Τι είναι αυτό, δον Χουάν, ρώτησα. Βλέπω παντού γύρω μου σκιές, σκιές που ξεγλιστρούν.
Α, είναι το σύμπαν στην ολότητά του, απάντησε. Ασύγκριτο, μη γραμμικό, πέρα από το βασίλειο της σύνταξης. Οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού ήταν οι πρώτοι που διέκριναν αυτές τις φευγαλέες σκιές, κι έτσι παρακολούθησαν τις κινήσεις τους. Τις είδαν όπως τις βλέπεις κι εσύ, και τις είδαν επίσης σαν ενέργεια που ρέει στο σύμπαν. Και ανακάλυψαν κάτι υπερβατικό.
Σώπασε και με κοίταξε. Οι παύσεις του ήταν πολύ καίριες. Σώπαινε πάντα όταν εγώ ένιωθα να κρέμομαι από μια κλωστή.
Τι ανακάλυψαν δον Χουάν; τον ρώτησα.
Ανακάλυψαν πως έχουμε έναν ισόβιο σύντροφο, απάντησε με όση σαφήνεια μπορούσε. Ενα αρπακτικό, που ανέβηκε από τα βάθη του κόσμου και πήρε τον έλεγχο της ζωής μας. Τα ανθρώπινα όντα είναι αιχμάλωτοί του. Τούτο το αρπακτικό, που είναι πολλοί άρπαγες μαζί, είναι κύριος και αφέντης μας. Μας έκανε υπάκουους, αβοήθητους. Οταν πάμε να διαμαρτυρηθούμε, καταπνίγει τις διαμαρτυρίες μας. Κι όταν θελήσουμε να δράσουμε ανεξάρτητα, απαιτεί να μη δράσουμε καθόλου.
...Το γυροφέρνω τόση ώρα για να σου πω ότι κάτι μας κρατά αιχμαλώτους. Κι είμαστε όντως αιχμάλωτοι, δεσμώτες! Αυτό ήταν ένα ενεργειακό γεγονός για τους σαμάνους του Μεξικού.
Και γιατί μας κυρίευσε αυτό το αρπακτικό με τον τρόπο που μου περιγράφεις δον Χουάν; τον ρώτησα. Κάποια λογική εξήγηση πρέπει να υπάρχει.
Υπάρχει μια εξήγηση, μου αποκρίθηκε τότε σοβαρά. Και είναι η απλούστερη εξήγηση στον κόσμο. Αυτές οι οντότητες μας κυρίευσαν επειδή είμαστε η τροφή τους και μας απομυζούν ανελέητα γιατί είμαστε τα μέσα συντήρησής τους. Κι όπως εμείς εκτρέφουμε κοτόπουλα σε ορνιθοτροφεία, έτσι και τα αρπακτικά εκτρέφουν εμάς σε ανθρωποτροφεία. Ετσι έχουν πάντα άφθονο φαγητό.
Οχι, όχι, όχι, άκουσα τον εαυτό μου να κραυγάζει. Είναι παράλογο δον Χουάν. Είναι τερατώδες αυτό που λες. Απλώς δεν μπορεί να 'ναι αλήθεια, για τους μάγους τους κοινούς ανθρώπους ή οποιονδήποτε άλλο!
Γιατί όχι; έκανε ήρεμα ο δον Χουάν. Γιατί όχι; επειδή σε εξοργίζει;
Ναι, με εξοργίζει! απάντησα αμέσως. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι τερατώδεις!
Καλά, μου είπε, όμως δεν τα άκουσες όλα ακόμη. Περίμενε λίγο, να δεις πως θα νιώσεις. Θα σε βομβαρδίσω. Θα κάνω δηλαδή στο μυαλό σου τρομακτικές επιθέσεις, ασύλληπτες εφόδους. Και μη θαρρείς πως μπορείς να σηκωθείς και να φύγεις, γιατί είσαι εγκλωβισμένος. Οχι γιατί σε κρατάω εγώ αιχμάλωτο, αλλά επειδή υπάρχει κάτι μέσα σου που θα σε εμποδίσει να φύγεις, ενώ ένα άλλο κομμάτι σου θα γίνει αληθινά έξω φρενών. Γι αυτό, θωράκισε τον εαυτό σου.
Κάνω έκκληση στο αναλυτικό σου μυαλό, είπε ο δον Χουάν. Σκέψου για μια στιγμή και πες μου: Πως εξηγείς την αντίφαση ανάμεσα στη νοημοσύνη του ανθρώπου που μηχανεύεται, οργανώνει και κατασκευάζει και την ηλιθιότητα των συστημάων των πεποιθήσεων και δοξασιών του ή την ηλιθιότητα της αντιφατικής συμπεριφοράς του; Οι μάγοι πιστεύουν ότι τα αρπακτικά μας έχουν δώσει τα συστήματα πεποιθήσεων που ασπαζόμαστε, τις ιδέες μας για το καλό και το κακό, τα κοινωνικά μας ήθη. Τα αρπακτικά είναι που δημιούργησαν τις ελπίδες τις προσδοκίες μας, το όραμα της επιτυχίας, τον εφιάλτη της αποτυχίας. Αυτά τα αρπακτικά μαςέδωσαν την πλεονεξία, την απληστία και τη δειλία μας. Είναι τα αρπακτικά αυτά που μας κάνουν αυτάρεσκους, κοινότοπους και εγωπαθείς.
Μα πως μπορούν να τα κάνουν όλα αυτά, δον Χουάν; τον ρώτησα, ενώ τα λόγια του μ' είχαν θυμώσει ακόμη περισσότερο. Τι κάνουν δηλαδή; Τα ψιθυρίζουν στ' αυτί μας όλα αυτά όταν κοιμόμαστε;
Οχι δεν το κάνουν έτσι. Αυτό είναι βλακώδες! Απάντησε χαμογελώντας ο δον Χουάν. Είναι απείρως πιο ικανά και συγκροτημένα. Για να μας κρατούν υπάκουους, μειλίχιους κι ανίσχυρους, τα αρπακτικά χρησιμοποιούν ένα καταπληκτικό τέχνασμα – καταπληκτικό από άποψη στρατηγικής φυσικά. Είναι ένα φρικτό τέχνασμα για όσους το υφίστανται. Μας έδωσαν το μυαλό τους! Μ' άκουσες; Τα αρπακτικά μας έδωσαν το μυαλό τους, που έγινε και δικό μας. Το μυαλό των αρπακτικών είναι ταραγμένο, αντιφατικό, σκυθρωπό, πλημμυρισμένο από το φόβο μην αποκαλυφθεί από στιγμή σε στιγμή.
Ξέρω πως μολονότι δεν πείνασες ποτέ, συνέχισε, ανησυχείς για το πως θα εξασφαλίσεις την τροφή σου, κάτι που δεν είναι παρά η ανησυχία του αρπακτικού που φοβάται μήπως ανά πάσα στιγμή αποκαλυφθεί το τέχνασμά του και του αρνηθούν την τροφή που έχει τόση ανάγκη. Μέσω του ανθρωπίνου νου, που άλλωστε είναι ο δικός τους νους, τα αρπακτικά εισάγουν στη ζωή των ανθρώπινων όντων οτιδήποτε τα εξυπηρετεί. Με τον τρόπο αυτό κατορθώνουν να αποκτήσουν λίγη ασφάλεια, που λειτουργεί σαν ασπίδα απέναντι στο φόβο τους.
Δεν είναι ότι δεν μπορώ να δεχτώ τη φαινομενική αξία όσων λες δον Χουάν, είπα. Θα μπορούσα, αλλά υπάρχει κάτι τόσο αηδιαστικό σ' αυτό τον ισχυρισμό, που με απωθεί και με αναγκάζει να κρατήσω αντίθετη στάση, να επιχειρήσω να σε αντικρόυσω. Αν είναι αλήθεια πως μας τρώνε πως το κάνουν;
Μου εξήγησε ότι οι μάγοι βλέπουν τα ανθρώπινα όντα σαν παράξενες, φωτεινές σφαίρες ενέργειας, που καλύπτονται ολόκληρες από ένα λαμπερό περίβλημα, κάτι σαν λούστρο, σαν επίχρισμα, ένα κάλυμμα που εφαρμόζει σφιχτά στο κουκούλι της ενέργειάς τους. Συνέχισε λέγοντας πως αυτό το λαμπερό περίβλημα της επίγνωσης είναι που καταναλώνουν τα αρπακτικά, και πως όταν ένα ανθρώποινο ον φτάσει στην ενηλικίωση, το μόνο που απομένει από αυτό το λαμπερό περίβλημα της επίγνωσης είναι μια στενή λωρίδα που φτάνει από το έδαφος ως τις άκρες των δαχτύλων των ποδιών. Αυτή η λωρίδα επιτρέπει στην ανθρωπότητα να επιζήσει, μόλις και μετά βίας.
Σαν να 'βλεπα όνειρο, άκουσα τον δον Χουάν Μάτους να μου εξηγεί ότι, απ' όσο ήξερε, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό είδος που διαθέτει το λαμπερό περίβλημα της επίγνωσης έξω από το φωτεινό του κουκούλι. Γίνεται επομένως εύκολο θύμα μιας διαφορετικής επίγνωσης όπως είναι η σκλήρή επίγνωση του αρπακτικού.
Στη συνέχεια έκανε την πιο δυσοίωνη δήλωση που είχα ακούσει ποτέ από τα χείλη του. Μου είπε ότι αυτή η στενή λωρίδα επίγνωσης αποτελεί τον πυρήνα της αυτοανάκλασης, όπου εγκλωβίζεται αμετάκλητα ο άνθρωπος. Με τον επιδέξιο χειρισμό της αυτοανάκλασης, της μοναδικής λάμψης επίγνωσης που αφήνουν στον άνθρωπο τα αρπακτικά δημιουργούν αναλαμπές επίγνωσης, τις οποίες στη συνέχεια καταναλώνουν με αδίστακτο, ληστρικό τρόπο. Μας φορτώνουν με ανόητα προβλήματα που αναγκάζουν εκείνες τις αναλαμπές επίγνωσης να γεννηθούν, και κατορθώνουν μ' αυτό τον τρόπο να μας κρατούν ζωντανούς, ώστε να μπορούν να τρέφονται από την ενεργειακή αναλαμπή των ψευδοανησυχιών μας.
Τον ρώτησα: γιατί οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού, όπως και όλοι οι σύγχρονοι σαμάνοι, μολονότι βλέπουν τα αρπακτικά δεν κάνουν τίποτα γι' αυτό;
Δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσαμε να κάνουμε γι' αυτό εσύ ή εγώ, μου απάντησε θλιμμένα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποκτήσουμε αυτοπειθαρχία και να τη φτάσουμε σ' ένα σημείο όπου δε θα μπορούν να μας αγγίξουν. Πως μπορείς να ζητήσεις από τους συνανθρώπους σου να ακολουθήσουν μια τόσο αυστηρή αυτοπειθαρχία; Θα σε περιγελάσουν και θα σε γελοιοποιήσουν, ενώ οι πιο επιθετικοί θα σε μαυρίσουν στο ξύλο. Κι όχι τόσο επειδή δεν θα σε πιστέψουν. Κάπου στα βάθη κάθε ανθρώπινου όντος υπάρχει η προγονική γνώση της ύπαρξης των αρπακτικών. Το ξέρουν τα σπλάχνα σου.
...Οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού είδαν τα αρπακτικά. Τα ονόμασαν ιπτάμενους επειδή κάνουν βουτιές στον αέρα. Δεν είναι όμορφο θέαμα. Μεγάλες, αδιαπέραστες σκιές που σκίζουν τον αέρα. Μετά προσγειώνονται βαριά στο έδαφος. Οι σαμάνοι προβληματίστηκαν πολύ για το πότε εμφανίστηκαν στη γη. Είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος ήταν κάποτε ένα τέλειο ον, ικανό να επιτελέσει με θαυμαστη διαορατικότητα άθλους επίγνωσης που στις μέρες μας έχουν τη μορφή μύθων και θρύλων. Κι έπειτα όλα χάθηκαν κι έχουμε τώρα έναν άνθρωπο σε καταστολή.
Τι λες τώρα, δον Χουάν; τον ρώτησα άψυχα.
Αυτό που λέω είναι πως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε κάποια συνηθισμένα αρπακτικά. Είναι πολύ έξυπνα, πολύ συγκροτημένα. Χρησιμοποιούν πολύ μεθοδικά το σύστημα που θα μας εξουδετερώσει. Ο άνθρωπος, το μαγικό ον που προορίζεται να γίνει, παύει να είναι πλάσμα μαγικό. Δεν είναι παρά ένα κομμάτι κρέας. Δεν υπάρχουν πια άλλα όνειρα γι' αυτόν, πέρα από τα όνειρα ενός ζώου αναθρεμμένου για να γίνει κάποτε ένα κομμάτι κρέας: κοινότοπα, συμβατικά, ηλίθια...


Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΤΑΞΙΔΙ - Juan Ramon Jimenez

...Και θα φύγω. Και θα μείνουν τα πουλιά, να τραγουδούν.
και θα μείνει ο μικρός κήπος, με το θαλερό του δέντρο,
και με τ' άσπρο του πηγάδι.

Θα 'ναι ο ουρανός γαλάζιος και γαλήνιος, κάθε βράδυ.
και θα ηχούνε, σαν κι απόψε, στο καμπαναριό οι καμπάνες.

Οσοι μ' έχουν αγαπήσει θα πεθάνουν.
και θα ξανανιώνει η πόλη κάθε χρόνο.
και το πνεύμα μου εκεί κάτου μες στον ανθισμένο κήπο
θα γυρνάει, νοσταλγικό...

Και θα φύγω. θα 'μαι μόνος, δίχως σπίτι, δίχως δέντρο
πράσινο κι άσπρο πηγάδι,
χωρίς ουρανό γαλάζιο και γαλήνιο...
Και θα μείνουν τα πουλιά να τραγουδούν...
  
                        *
ΑΔΥΝΑΤΟ καρφί, γερό καρφί...
Ω ψυχή μου, δεν έχει σημασία!
Οποια κι αν είναι η τύχη,
ο πίνακας θα πέσει.

Από το βιβλίο: 
ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΠΕΤΡΟΣ ΔΗΜΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ





ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ, 27 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 2009 ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «Το τελευταίο ταξίδι» - Χουάν Ραμόν Χιμένες

ΗΤΑΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΑΛΛΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ. ΟΜΩΣ ΚΑΙ Η ΑΝΩΤΕΡΩ ΕΧΕΙ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ.




Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Η ΕΠΙΒΡΑΔΥΝΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ – ΡΟΝΤΝΕΫ ΚΟΛΛΙΝ

Ενα από τα βασικά μας λάθη είναι να νομίζουμε ότι ο χρόνος του ανθρώπου είναι πάντα ο ίδιος. Θεωρούμε ότι μια ώρα της παιδικής ηλικίας έχει την ίδια αξία με μια ώρα των γηρατειών. Αυτή είναι μια τελείως λαθεμένη άποψη και μπορούμε να συζητήσουμε τώρα το γιατί.
Ο άνθρωπος αρχίζει την ύπαρξή του σαν ένα μοναδικό κύτταρο, το ωάριο τη στιγμή της γονιμοποίησης του από το σπερματοζωάριο. Αυτός, συνεπώς, ξεκινά την καριέρα του με τη χρονιή κλίμακα ενός μεγάλου κυττάρου, η οποία, όπως υπολογίσαμε στη μελέτη μας για τους χρόνους του σύμπαντος, είναι χίλιες περίπου φορές ταχύτερη από αυτή με την οποία μετρά και αντιλαμβάνεται ο ενήλικος άνθρωπος. Η απίστευτη ταχύτητα των διαδικασιών του πολλαπλασιασμού και της διαφοροποίησης τις ημέρες αμέσως μετά την σύλληψη επιβεβαιώνει πλήρως αυτή την ιδέα.
Μόνο πτος το τελευταίο τμήμα της ζωής του, όταν πλησιάζει ήδη τον θάνατο και μπορεί να επανεξετάσει έναν ολόκληρο κύκλο της ανθρώπινης εμπειρίας, φτάνει η αντίληψη του ανθρώπου σε εκείνο το πλάτος κατανόησης που μπορεί να ειπωθεί ότι χαρακτηρίζει πλήρως τον άνθρωπο.
Ετσι, ανάμεσα στη σύλληψη και το θάνατο η ζωή του ανθρώπου περνά ολοένα γρηγορότερα μέχρις ότου στο τέλος οι ώρες και τα λεπτά περνούν γι’ αυτόν χίλιες φορές γραγορότερα από ό,τι στις ώρες της σύλληψης του. Αυτό σημαίνει ότι όσο προχωρά η ζωή του συμβαίνουν διαρκώς λιγότερα σε κάθε ώρα που περνά. Η αντίληψή του απλώνεται σε μια ολοένα μεγαλύτερη περίοδο, αλλά στην πραγματικότητα αυτή η μεγαλύτερη περίοδος είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, εφόσον δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα απ’ ό,τι το μικροσκοπικό κλάσμα του δευτερολέπτου της πρώτης του αίσθησης.
Σκέφτεται να δαμάσει το χρόνο μετρώντας το πέρασμά του με χρόνια, αλλά ο χρόνος τον εξαπατά βάζοντας όλο και μικρότερη διάρκεια μέσα σε αυτά. Ετσι, αμα κοιτάξει πίσω όλη τη ζωή του και προσπαθήσει να την υπολογίσει με την κλίμακα των γενεθλίων του, μικραίνει κατά έναν παράξενο τρόπο την ύπαρξή του, σαν κάποιον που κοιτά μια φωτογραφία που αρχίζει να κυρτώνεται και να χάνεται αδιαόρατα από μπροστά του. Χρησιμοποιώντας μια άλλη παράσταση μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος πέφτει μέσα στο χρόνο όπως πέφτουν τα στερεά αντικείμενα μέσα στον αέρα, κερδίζοντας δηλαδή ορμή, ή περνώντας διαρκώς ταχύτερα μέσα από το αντίστοιχο μέσο καθώς αυτός προχωρά.
Η διάρκεια τώρα, της ζωής του ωαρίου είναι, όπως αναγνωρίσαμε επίσης νωρίτερα, ένας σεληνιακός μήνας. Η διάρκεια ζωής του ανθρώπου είναι περίπου χίλιοι τέτοιοι μήνες. Για να έχουμε, λοιπόν, μια σωστή άποψη της ζωής του θα πρέπει να καταγράψουμε μια κλίμακα από το ένα στο χίλια και να τη χωρίσουμε με μια λογαριθμική μάλλον παρά με τη γνωστή μας αριθμιτική πρόοδο. Οι ίσες διαιρέσεις μιας λογαριθμικής κλίμακας σημειώνονται με το 1, 10, 100, 1.000, σε αντίθεση με το 1, 2, 3 μιας αριθμιτικής κλίμακας και με το 1, 2, 4, 8 μιας γεωμετρικής.
Αυτά τα όρια του ενός και των χιλίων μηνών μας θυμίζουν, πράγματι, τα δύο άλλα ενδιάμεσα σημεία. Ο άνθρωπος γεννιέται δέκα σεληνιακούς μήνες μετά την σύλληψη του και είναι γενικά αποδεκτό ότι η παιδική του ηλικία τλιώνει μετά από 100 σεληνιακούς μήνες (7 χρόνια). Αυτά είναι, φανερά, δύο βασικά σημεία στη ζωή του. Σημειώνουμε, λοιπόν, τωρα την κλίμακά μας με το 1, 10, 100, 1.000, διαιρώντας, έτσι, όλη τη σταδιοδρομία του ανθρώπου σε τρία ίσα λογαριθμικώς μέρη: την κύηση, την παιδική του ηλικία και την ωριμότητά του.
Οσο περισσότερο σκεφτόμαστε αυτές τις τρις περιόδους, τόσο μεγαλύτερη ομοιότητα βρίσκουμε μεταξύ τους, σαν οι επόμενες να ήσαν απόηχοι της πρώτης, σαν κάποιος τόνος να ηχούσε στη μια και μετά να ηχούσε σε δύο οκτάβες χαμηλότερα στις άλλες. Στη διάρκεια της περιόδου της κύησης, πριν από τη γέννηση, διαμορφώνεται βαθμιαία το φυσικό σώμα που προωθείται τελικά σε ανεξάρτητη ύπαρξη μέσα σε ένα διαφορετικό μέσο, τον αέρα. Στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η προσωπικότητα διαμορφώνεται πάνω στη βάση του φυσικού σώματος και ο συνδυασμός τους πρωθείται σε ανεξάρτητη ύπαρξη μέσα στον κόσμο των ανθρώπων. Στη διάρκεια της ωριμότητας ο ψυχοσωματικός οργανισμός που δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει τις δυνατότητες του και όταν αυτές ολοκληρωθούν, αυτός φεύγει για τον άλλο κόσμο.
Η φύση και οι δυνατότητες του νερού αλλάζουν εντελώς σε δύο σημεία: όταν αυτό μετατρέπεται από ατμός σε υγρό και όταν μετατρέπεται από υγρό σε πάγο. Με τον ίδιο τρόπο, η γέννηση και το τέλος της παιδικής ηλικίας χαρακτηρίζουν τα δύο κρίσιμα σημεία στη ζωή του ανθρώπου όταν, μέσω κάποιας κοσμικής παρέμβασης, μετασχηματίζονται ολόκληρη η φύση και οι δυνατότητες της ύπαρξής του. Αυτές τις στιγμές αναδύεται η ψυχή και εκδηλώνεται σε μια νέα και πιο συγκεκριμένη μορφή.
Ας πάρουμε τη λογαριθμική μας κλίμακα της ζωής του ανθρώπου στα σταθερά σημεία των 1, 10, 100, 1.000 μηνών που διαχωρίζουν τις τρεις βασικές περιόδους της ύπαρξής του και ας την τοποθετήσουμε σε μια κυκλική μορφή. Ο κύκλος θα αντιπροσωπεύει το «επίμηκες σώμα» της ζωής του ανθρώπου, μετρημένης σύμφωνα όχι με τον συνηθισμένο του υπολογισμό αλλά σύμφωνα με την ταχύτητα με την οποία εργάζονται μέσα του οι ζωτικές διαδικασίες. Αυτή θα είναι μια κλίμακα του αληθινού ή οργανικού χρόνου του, διακρινόμενη από την κλίμακα του γενικού χρόνου που δίνεται από ένα ημερολόγιο εετών. Στην κορυφή του κύκλου η σύλληψη και ο θάνατος θα κατέχουν το ίδιο σημείο. Αργότερα, μπορεί να καταλάβουμ ότι αυτό που φαίνεται σαν ένας κύκλος μπορούμε να το δούμεε πιο σωστά σαν τη διατομή μιας σπείρας.
Για ευκολία ας διαιρέσουμε καθμιά από τις τρεις βασικές μας περιόδους ξανά στα τρία. Οι εννιά, έτσι, σταθμοί που παίρνουμε για τη ζωή του ανθρώπου θα αντιστοιχούν χονδρικά στους 2, 4, 5, 10, 20, 44, 100, 200, 440 και 1.000 μήνες από τη σύλληψή του. Δηλαδή, σε 2 και 4,5 μήνες ζωής πριν τη γέννηση, στη γέννηση και μετά στους 10 μήνες, στα 2&3/4 χρόνια, στα 7 χρόνια, στα 15 χρόνια, στα 35 χρόνια και στα 76 χρόνια. Οι περίοδοι ανάμεσα σε αυτούς τους σταθμούς θα είναι ίσης διάρκειας στην κλίμακα του οργανικού χρόνου μας.
Αν σκεφθούμε περισσότερο θα δούμε ότι αυτά τα σημεία αντιστοιχούν πραγματικά σε συγκεεκριμένα στάδια της ανθρώπινης ανάπτυξης. Δύο περίπου μήνες μετά τη σύλληψη το έμβρυο γίνεται εεντελώς ανθρώπινο στη μορφή και την κατασκευή του, με σαφώς διαγεγραμμένα τα διάφορα όργανα και μέρη του. Στους τεσσεράμισι μήνες συμβαίνει το σκίρτημά του και αυτό αποκτά ακούσια κίνηση και δική του κυκλοφορία του αίματος. Η γέννηση σημαδεύεται με την έναρξη της αναπνοής. Στους 10 μήνες το παιδί αρχίζει να μπουσουλάει και γενικά να αποκτά έλεγχο πάνω στις εκούσιες κινήσεις του. Στα 2&3/4 χρόνια αρχίζει να μιλά με πλήρεις προτάσεις, να αναφέρεται στον εαυτό του σαν «εγώ» και να αναπτύσσει απλές νοηματικές λειτουργίες. Αυτό είναι μια προετοιμασία για την ηλικία των 7 περίπου χρόνων, όταν φθάνει σε αυτό που η Εκκλησία ονομάζει «ηλικία της λογικής» και μαζί με αυτή στην πλήρη νοητική πέψη των εντυπώσεων. Η ηλικία των 15 χρόνων σημαδεύει την εφηβεία και την έναρξη της σεξουαλικής λειτουργίας. Η ηλικία των 35 χρόνων είναι παραδοσιακά το αποκορύφωμα της ζωής που χαρακτηρίζεται σύμφωνα με μερικούς από την πιθανότητα εμφάνισης εντελώς νέων λειτουργιών, που δεν είναι αναπτυγμένες στους περισσότερους ανθρώπους. Η ηλικία των 76 χρόνων αντιπροσωπεύει το κανονικό τέλος της ζωής του ανθρώπου, το θάνατο και την αρχή μιας νέας ύπαρξης που μπορεί να τον ακολουθεί.
Αν τώρα, αυτά τα σημεία διαβαθμιστούν σε ακριβείς ημέρες από τη στιγμή της σύλληψης και γίνει μια άλλη λεπτότερη διαίρεση των ενδιάμεσων περιόδων, αρχίζουν να προβάλλουν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες αντιστοιχίες. Ο πρώτος βασικος σταθμός ισοδυναμεί με έναν Σεληνιακό κύκλο από την αρχή της κλίμακάς μας. Ο δεύτερος σταθμός σημαδεύεται από την ολοκλήρωση ενός μικροτέρου κύκλου του Ερμή. Ο τρίτος σταθμός, ή η γέννηση, συμβαίνει σε 10 σεληνιακούς κύκλους. Ο τέταρτος σε έναν μικρότερο κύκλο της Αφροδίτης. Εκατό σεληνιακοί κύκλοι σημαδεύουν τον έκτο σταθμό. Ο έβδομος σταθμός σημαδεύεται από έναν μεγαλύτερο κύκλο του Αρη, ο όγδοος από αυτόν του Κρόνου, ενώ η ολοκλήρωση ενός κύκλου του Ουρανού συμπίπτει λίγο – πολύ με τον ένατο σταθμό, το θάνατο.
Φαίνεται ότι ο χρόνος αρχίζει για τον καινούργιο οργανισμό τη στιγμή ακριβώς της γέννησης. Ή ακόμα πιο σωστά, τότε αρχίζουν όλοι οι χρόνοι, δηλαδή ο οργανισμός μετρά το χρόνο κάθε πλανήτη από την κρίσιμη στιγμή που αρχίζει γι’ αυτόν ο χρόνος, τη στιγμή της σύλληψης. Εδώ αρχίζει όχι σαν τον ατομικό τύπο που συζητήσαμε στο τελευταίο κεφάλαιο, αλλά σαν ένας νέος αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου είδους. Εκεί που βρίσκονταν τότε οι πλανήτες και ο τρόπος που αυτοί έλαμπαν, αντιπροσωπεύουν την αφετηρία για τον αγώνα δρόμου της ζωής του. Καθώς επίσης, ο κάθε πλανήτης επιστρέφει με τη σειρά του και σύμφωνα με τον κύκλο του σε αυτό το σημείο αφετηρίας, θέτει σε κίνηση το μηχανισμό μιας αντίστοιχης λειτουργίας. Οι δείκτες του ρολογιού μετά από διάφορα χρονικά διαστήματα επιστρέφουν στο μηδέν. Τη στιγμή που το κάνουν χτυπά ένα κουδούνι και τίθεται σε κίνηση μια άλλη όψη του μηχανισμού.
Πως θα το εξηγήσουμε αυτό χωρίς τις συγγένειες της μεσαιωνικής αστρολογίας; Συγγένειες όχι μόνο ύλης αλλά και χρόνου, όχι μόνο ουσίας αλλά και ρυθμού.
Υπάρχει, εευτυχώς, μια σύγχρονη ιδέα που είναι σχεδόν ταυτόσημη με τη μεσαιωνική ιδέα της συγγέενειας, αλλά που αναγνωρίζεται περισσότερο από την επιστημονική σκέψη. Αυτή είναι η ιδέα του συντονισμού.
Σύμφωνα με αυτήν, κάθε φυσική κατασκευή έχει μια βασική νότα ή κραδασμό. Οι άλλοι κραδασμοί που μπορεί να της μεταδίδονται τεχνικώς διατηρούνται μέσα της ανάλογα μεε τη δύναμη και την ισχύ της μεταδιδόμενς ενέργειας. Οταν. Όμως, οι καραδασμοί που της μεταδίδονται αρχίζουν να πλησιάζουν τη βασική της νότα, η κατασκευή αποκρίνεται με έναν εντελώς δυσανάλογο τρόπο. Ο εσωτερικός της κραδασμοός αυξάνει απότομα σε ένταση και αν η μεταδιδόμενη νότα ενισχυθεί επαρκώς, μπορεί κυριολεκτικά να την διαλύσει. Η πτώση των τειχών της Ιεριχούς από τα σαλπίσματα των Ισραηλιτών δεν είναι καθόλου μακριά από τις θεωρητικές δυνατότητες του συντονισμού. Στην ίδια αρχή οφείλεται το παράξενο εκείνο τρέμουλο που πιάνει ένα αυτοκίνητο ή ένα αεροπλάνο όταν το ύψος του ήχου της μηχανής του φθάσει μια ορισμένη νότα, καθώς επίσης ολόκληρη η πρακτική και η τεχνική του συντονισμού στη ραδιοφωνία.
Η διάλυση όμως της κατασκευής δεν είναι με κανένα τρόπο το βασικό αποτέλεσμα του συντονισμού. Αυτός συνεπάγεται τη μετάδοση της ισχύος χωρίς κανέναν ορατό τρόπο και με υπερφυσικά αποτελέσματα για το συντονιστή. Μια ακριβής νότα ενός βιολιού κάνει ένα κρασοπότηρο να «αντηχήσει». Μια συγκεκριμένη λέξη μπορεί να απελευθερώσει σε έναν άνθρωπο κάποια έμφυτη παρόρμηση την οποία για πολλά χρόνια αυτός ούτε υποψιαζόταν. Αν μια πηγή ισχύος ηχήσει τη βασική νότα ενός αδρανούς αντικειμένου, αυτό γεμίζει με δύναμη. Αντιστρόφως, αν ένα αδρανές αντικείμενο μεταβληθεί στην νότα του εκπομπού, όπως ένα ποτήρι στο οποίο προστίθεται νερό μέχρι να αντηχήσει τη φωνή ενός τραγουδιστή, τότε το αδρανές αντικείμενο ενισχύεται ξαφνικά από αυτό στο οποίο ήταν προηγουμένως αναίσθητο.
Ολα αυτά υπονοούν πάρα πολλά σε σχέση με την αντήχηση των οργάνων σε σχέση με τους πλανήτες. Τη στιγμή της σύλληψης η ιδιαίτερη νότα που ηχεί ένας πλανήτης φαίνεται να «θέτει» αυτή τη νότα σαν τη βασική νότα ενός μέχρι τώρα κοιμωμένου αδένα. Προοδευτικά, ο πλανήτης απομακρύνεται απο τη θέση του και η νότα του γίνεται πιο οξεία ή πιο υπόκωφη με την διαφορετική ταχύτητά του σε σχέση με την Γη. Μόνο όταν αυτός επιστρέφει μετά από έναν πλήρη κύκλο προς την αρχική του θέση η νότα του πλησιάζει διαρκώς περισσότερο αυτή που μεταδόθηκε στο αντίστοιχο όργανο κάτω από την επιρροή του. Καθώς αυτός επαναλαμβάνει για μια ακόμη φορά την ακριβή του σχέση, η νότα του ηχεί για μια στιγμή όπως ακριβώς ήχησε προηγουμένως. Ενς ακατανίκητος συντονισμός διακατέχει τον αδένα, αυτό που τον κρατούσε ακίνητο διαλύεται και ξεκινά μια νέα λειτουργία.
Μετά από ένα μήνα η Σελήνη επαναλαμβάνει τη βασική της νότα και απελευθερώνεται η λειτουργία της πέψης. Μετά από τεσσερεσήμισι μήνες, ο ερμής επαναλαμβάνει τη δική του και ακολουθεί η ακούσια κίνηση. Μετά από είκοσι μήνες, η Αφροδίτη επαναλαμβάνει τη δική της και εγκαινιάζεται μια καινούργια όψη στο νήπιο.
Είναι, έτσι, αμυδρά αλλά εξαίσια φανερό ότι στη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής όλες οι αντιστοιχίες που βρήκαμε σε σχέση με την αρμονία των πλανητών και την αρμονία της ανθρώπινης φυσιολογίας συνδέονται και συμπίπτουν θαυμαστά. Οπως στο σώμα του ανθρώπου τα διάφορα όργανα διατάσσονται σε μια ανερχόμενη σειρά από το κέντρο ή την καρδιά, έτσι και οι λειτουργίες τους εισέρχονται με την ίδια σειρά στη ζωή του, κυριαρχώντας η μία μετά την άλλη στον οργανισμό και κυβερνώντας το πεπρωμένο του. Επιπλέον, οι περίοδοι της εισόδου τους και της κυριαρχικής επιρροής τους προσδιορίζονται από τον αστρονομικό κύκλο του ιδιαίτερου πλανήτη που τις κυβερνά. Ο άνθρωπος είναι ένας μικρόκοσμος όχι μόνο στατικά στη δομή του, αλλά, επίσης, δυναμικά στο χρόνο. Ο άνθρωπος είναι ένα κινούμενο μοντέλο του ηλιακού συστήματος.
Αν τοποθετήσουμε τα ουράνια σώματα και τις συγχρονισμένες έτσι με αυτά ανθρώπινες λειτουργίες σύμφωνα με την ταξη της συχνότητας περιστροφής τους, παρουσιάζεται μια άλλη παράξεενη αναλογία. Οπως είδαμε, οι δυο πρώτες λειτουργίες, η δημιουργία της φυσικής μορφής και η ακούσια κίνηση, οι οποίες αρχίζουν πριν τη γέννηση, εργάζονται χωρίς την ανάγκη του αέρα. Στον τρίτο μόνο σταθμό ή τη γέννηση, εμφανίζεται η συγκλονιστική εμπειρία του αέρα. Ακολουθούν δύο ακόμα λειτουργίες, η εκούσια κίνηση και η ικανότητα της σκέψης. Μετά, στον έκτο σταθμό συμβαίνει μια ακόμα συγκλονιστική εμπεριία (σοκ), η πλήρης συναισθηματική επίδραση των εντυπώσεων που οφείλονται στο φως, οδηγεί προς τις πρόσθετες λειτουργίες της ωριμότητας και στην πιθανή λειτουργία της συνείδησης.
Αν φανταστούμε τη Σελήνη και τους πλανήτες σαν λειτουργίες του Ηλιακού Συστήματος, βλέπουμε να ενεργεί μια πολύ παρόμοια αρχή. Τα ουράνια σώματα που κυβερνούν τα δύο πρώτα σημεία, η σελήνη και ο ερμής, δεν έχουν καθόλου ατμόσφαιρα. Εχουν μόνο φυσική μορφή και ακούσια κίνηση, δηλαδή περιστροφή γύρω από τη φωτεινή τους πηγή. Οπως όμως, είδαμε νωρίτερα, ο Ερμής, παρόλο που δεν έχει δική του ατμόσφαιρα, περιβάλλεται από το ζωδιακό φως, περικλείεται δηλαδή και προστατεύεται από την αύρα της μητέρας του. Παρόμοια και η Σελήνη περιβάλλεται από το μαγνητικό πεδίο της Γης. Αυτά τα σώματα που δεν έχουν ακόμα ούτε ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ούτε ιδιαίτερη κίνηση, αλλά συμμετέχουν μόνο στην ατμόσφαιρα και την κίνηση των γονέων τους, είναι κατά κάποιο τρόπο σαν να μην έχουν γεννηθεί ακόμα.
Από την άλλη μεριά, όλοι εκείνοι οι πλανήτες που έχουν απελευθερωθεί από την άμεση γειτονιά του Ηλιου, από την Αφροδίτη και μετά, έχουν αποκτήσει δική τους ατμόσφαιρα. Εχουν επίσης αποκτήσει κάτι που αντιστοιχεί στην εκούσια κίνηση, τη δύναμη της περιστροφής γύρω από τον άξονά τους. Σαν το παιδί μετά τη γέννησή του, έχουν και αυτοί αρχίσει να αναπνέουν και να κινούνται.
Τελικά μόνο οι εξωτερικοί πλανήτες, και ιδιαίτερα ο Δίας και ο Κρόνος, έχουν μια πλήρη οικογένεια δορυφόρων, όπως μπορεί να κάνει ο άνθρωπος μόνο στην ωριμότητά του (εννοείται οικογένεια). Επιπλέον, πλησιάζουν εκείνη τη φυσική κατάσταση στην οποία θα μπορούσαν να απορροφήσουν πλήρως το ηλιακό φως και να αρχίσουν να ακτινοβολούν οι ίδιοι. Εκείνο όμως, που είναι σίγουρο είναι ότι θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο με τη σημερινή αεριώδη κατάστασή τους, ενώ μια τέτοια εσωτερική ακτινοβολία είναι αδύνατη για τον Ερμή και τη Γη χωρίς μια πλήρη μεταμόρφωση της φυσικής τους κατάστασης. Μπορούμε να πούμε ότι ο Δίας και ο Κρόνος καεεχουν την πιθανότητα της ακτινοβολίας, όπως ο ώριμος άνθρωπος μετά τον έκτο σταθμό της ζωής του μπορούμε να πούμε ότι κατέχει την πιθανότητα της αυτοσυνείδησης.
Ετσι, στον κοσμικό κύκλο των λειτουργιών, αδιάφορο από το σε ποια κλίμακα τις παίρνουμε, μπορούμε να δούμε τρεις παράλληλες γραμμές ανάπτυξης, που αρχίζουν σε διαφορρετικά μέρη: η πρώτη βασίζεται στην ανάπτυξη της στερεής ή φυσικής ύλης, που αρχίζει στο σημείο 9. Η δεύτερη βασίζεται στην ανάπτυξη του αέρα ή της ατμόσφαιρας, που αρχίζει στο σημείο 3, και η τρίτη βασίζεται στη μετατροπή του φωτός ή των εντυπώσεων, που αρχίζει στο σημείο 6. Είναι δύσκολο να πούμε τι υπονοεί ο κύκλος της αναπνοής και ο κύκλος της μετατροπής του φωτός στην κλίμακα του Ηλιακού Συσηματος. Είναι, όμως, ξεκάθαρο ότι υπάρχουν μερικοί τέτοιοι κύκλοι ανάλογοι με τον αστρονομικά αναγνωρισμένο κύκλο των στερεών ή φυσικών σωμάτων.
Ο άνθρωπος ζει και αναπτύσσεται με την παράλληλη αφομοίωση τροφής, αέρα και εντυπώσεων. Το Ηλιακό Σύστημα αποτελείται από μια παράλληλη ανάπτυξη στερεών σφαιρών, ατμοσφαιρικών σφαιρών, και σφαιρών φωτός. Στην πραγματικότητα, αυτή η παράλληλη ανάπτυξη τριών διαφορετικών επιπέδων ύλης, που δημιουργούνται σε διαφορετικά σημεία, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του σύμπαντος που επιτρέπει να ξεπεραστεί μεγαλοπρεπώς η αναπόφευκτη απότομη πτώση οποιασδήποτε μοναδικής γραμμής ανάπτυξης.

ΡΟΝΤΝΕΫ ΚΟΛΛΙΝ
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΕΠΙΔΡΑΣΕΩΝ
Ο Ανθρωπος, το Σύμπαν και το Κοσμικό Μυστήριο
Μετάφραση: Δημήτρης Ευαγγελόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

John Lurie & the Lounge Lizards

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

ΑΪΝ – ISRAEL REGARDIE








Το σύμπαν, σάν το συνολικό άθροισμα όλων των πραγμάτων και των ζωντανών πλασμάτων, θεωρείται ότι έχει την πρωταρχική πηγή του στο Απειρο Διάστημα, Αϊν το Ουδέν ή το Παραμπράχμαμ, η Αναίτια Αιτία όλης της εκδήλωσης. Στο Ζοχάρ αναφέρεται:
Προτού δώσει κάποιο σχήμα στον κόσμο, προτού δημιουργήσει κάποια μορφή, Εκείνος ήταν μόνος, χωρίς μορφή, όμοιος με το τίποτε. Ποιός θα μπορούσε να Τον εννοήσει όπως ήταν τότε, πριν τη Δημιουργία, αφού δεν είχε μορφή;”
Το Αϊν δεν είναι μια ύπαρξη. Είναι τίποτε. Αυτό που είναι ακατανόητο, άγνωστο, και μη αναγνωρίσιμο δεν υπάρχει – τουλάχιστον, για να είμαστε ακριβέστεροι, όσον αφορά τη δική μας συνείδηση. Η Μπλαβατσκι καθορίζει αυτή την αρχέγονη πραγματικότητα σαν μια αρχή, Αιώνια, Απεριόριστη, και Πανταχού Παρούσα, για την οποία όλες οι θεωρίες είναι απολύτως αδύνατες, εφόσον υπερβαίνει σε τέτοιο βαθμό την ανθρώπινη αντίληψη και σκέψη, ώστε απλά θα μειωνόταν από κάθε συγκριτική αναφορά.
Η φύστη του Αϊν είναι άγνωστη, ασύλληπτη και ανείπωτη. Ο ραβίνος Αζαριήλ μπεν Μεναχέμ (γεν. 1160 μ.Χ.), μαθητής του Ισαακ του τυφλού, αναφέρει ότι το Αϊν δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από τη διάνοια, ούτε να περιγραφτεί με λέξεις, επειδή δεν υπάρχει γράμμα ή λέξη για να το περιγράψει.
Σε ένα άλλο σημαντικό σύστημα, αυτή η ιδέα παρουσιάζεται πολύ γραφικά και παραστατικά σαν τη θεά Νουίτ, τη Βασίλισσα του Απόλυτου Διαστήματος και της γυμνής λαμπρότητας του νυχτερινού ουρανού – η Γυναίκα που “διαχέει το γάλα των άστρων (κοσμική σκόνη) από τις θηλές της”.
Είναι το Απόλυτο ή το Αγνωστο του Αγνωστικισμού, όπως διατυπώθηκε από το Χέρμπερτ Σπένσερ (Herbert Spencer) το τρισμέγιστο Σκότος της Αιγυπτιακής ιερατικής κάστας. Και το Κινέζικό Ταό, το οποίο “ομοιάζει με την κενότητα του Χώρου” και “δεν έχει Πατέρα. Είναι πέρα από κάθε σύλληψη, ανώτερο και από το ανώτατο”. Σε ένα διαλογισμό του Τσουανγκ Τσου βρίσκουμε ότι “Το Ταό δεν μπορεί να υπάρχει. Αν υπήρχε δε θα μπορούσε να είναι ανύπαρκτο... Το Ταό είναι κάτι πέρα από τις υλικές υπάρξεις. Δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε με λόγια, ούτε με σιωπή. Σε εκείνη την κατάσταση, η οποία δεν είναι λόγος, ούτε σιωπή, μπορεί να κατανοηθεί η υπερβατική του φύση”. Σε αυτή την καββαλιστική αντίληψη ή την αρχή του Μηδέν, θα αντιστοιχούσε ο ορισμός του Μπαρούχ Σπινόζα για τον Θεό ή την Ουσία: “Αυτό που για τη σύλληψή του δεν προϋποθέτει την κατανόηση κανενός άλλου πράγματος”.
Κάποιο από τα πολλά ινδικά σύμβολα που παριστάνουν αυτό το Μηδέν, ήταν και το ερπετό Ανάντα, το οποίο περιέκλειε το Σύμπαν και δάγκωνε την ουρά του, αναπαριστώντας έτσι την περιοδική φύση του Απείρου.

ISRAEL REGARDIE
Η ΚΑΒΒΑΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΝΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ