Coincidentia Oppositorum

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Οι χρυσές ευκαιρίες της Κατοχής - Ο ΙΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ



Ελευθεροτυπία, 3/4/2010

ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ 
Οι χρυσές ευκαιρίες της Κατοχής
 
Εκτός από την Ανάσταση του Κυρίου, τούτες τις μέρες γιορτάζουμε και την 69η επέτειο της γερμανικής Κατοχής. Μιας εποχής γεμάτης ευκαιρίες για τους τολμηρούς, όπως αποδεικνύει η ξεχασμένη σελίδα της ανθηρής αγοράς ακινήτων της περιόδου. Η στάση της γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στη δημοσιονομική κρίση του ελληνικού κράτους κι οι ρατσιστικές αθλιότητες μερίδας των γερμανικών ΜΜΕ ανακάλεσαν συνειρμικά σε πολλούς συμπατριώτες μας την εμπειρία της Κατοχής του 1941-44.
 Οσο κι αν η επίκληση των γερμανικών επανορθώσεων φαντάζει κομματάκι προσχηματική (άλλωστε η κυβέρνηση του «εθνάρχη» Καραμανλή ήταν αυτή που τις αποποιήθηκε πανηγυρικά), όσο κι αν το κέντρισμα των αντιγερμανικών ανακλαστικών από μερίδα των ΜΜΕ αποσκοπεί εμφανώς στη μετάθεση ευθυνών για τη δεκατετράχρονη λεηλασία του δημόσιου πλούτου (εκδίδοντας επί της ουσίας συγχωροχάρτι για τους ντόπιους επιχειρηματίες και λοιπά λαμόγια στο όνομα της «εθνικής ενότητας»), είναι γεγονός πως η τρομακτική εποχή στην οποία εισέρχεται η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει κάποιες οφθαλμοφανείς αναλογίες με το δράμα του 1941-44.
 Οι αναλογίες αυτές δεν αφορούν τόσο το ρόλο του ξένου παράγοντα (η επικυριαρχία του οποίου στην παρούσα φάση υλοποιείται όχι με τη δύναμη των όπλων αλλά μέσω της συμμαχίας του με τους ντόπιους καπιταλιστές), όσο τις ευκαιρίες που η «κρίση» δημιουργεί για μια δραστική αναδιανομή πλούτου, προς όφελος των «δυναμικών» επιχειρηματικών κύκλων και σε βάρος των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.
 Γιατί η ιταλογερμανική Κατοχή του 1941-44, πέρα από λιμός, βομβαρδισμοί, μπλόκα, αντιστασιακές πράξεις και κτηνώδη αντίποινα, υπήρξε και κάτι άλλο: μια πελώρια οικονομική ευκαιρία οικονομικής αποκατάστασης και κοινωνικής ανόδου για χιλιάδες έλληνες πολίτες, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο βρέθηκαν σε θέση να εκμεταλλευτούν τη «συγκυρία» (και τη διάχυτη γύρω τους πείνα, δυστυχία κι ανασφάλεια) για να «φτιαχτούν» ή να αυξήσουν τον πλούτο που ήδη διέθεταν.
 Βιομήχανοι που έκαναν χρυσές δουλειές χάρη στις παραγγελίες της Βέρμαχτ ή την παραγωγή ειδών πρώτης ανάγκης, υπεργολάβοι δημοσίων έργων που άνοιγαν δρόμους κι έφτιαχναν λιμάνια ή αεροδρόμια για λογαριασμό του στρατού κατοχής, μικροί και μεγάλοι μαυραγορίτες, «διαμεσολαβητές» κάθε λογής που έσωζαν (ή «προσπαθούσαν να σώσουν») ζωές με αντάλλαγμα χρυσές λίρες – όλοι αυτοί αποτέλεσαν τους κερδισμένους των ημερών, τη σπονδυλική στήλη της εθνικοφροσύνης και τη μαγιά του «αναπτυξιακού θαύματος» των επόμενων δεκαετιών.
 Ορισμένοι απ’ αυτούς τους κερδισμένους ήταν κλασικοί τυχοδιώκτες, που ζούσαν τη ζωή τους χωρίς να πολυλογαριάζουν το μέλλον. Με την παροιμιώδη ευθύτητά της, η Μελίνα Μερκούρη μας έχει αφήσει π.χ. μια χαρακτηριστική -άκρως υποκειμενική αλλά ανατριχιαστικά οικεία- περιγραφή του μαυραγορίτη εραστή της εκείνων των χρόνων: «Ο Αλέξης μισούσε τους Γερμανούς γιατί ήταν δυνατοί. Περιφρονούσε τους Ελληνες γιατί ήταν αδύνατοι. Ελυσε το ζήτημα του ίδιου του του αντρισμού εκμεταλλευόμενος και τους δυο. Οι Ελληνες που είχαν ιδανικά γελοιοποιήθηκαν. Οι Γερμανοί που είχαν τα όπλα και τα τανκς νικιόνταν με την εξυπνάδα. Το να τους ξεπεράσεις σε εξυπνάδα σήμαινε να τους πάρεις χρήματα. Το να κάνεις να σωπάσει η φωνή της συνείδησης σήμαινε να πετάξεις τα χρήματα. Ηταν εικοσιέξι χρονών κι έλεγε πως θα σκοτωνόταν πριν απ’ το τέλος του πολέμου. Η ζωή έπρεπε λοιπόν να είναι διασκέδαση» («Γεννήθηκα Ελληνίδα», Αθήνα 1995, σ.79).
 Η πλειοψηφία των ωφελημένων από την Κατοχή ανήκε ωστόσο στην κατηγορία των «νοικοκυραίων», των ανθρώπων που είδαν τη «ρευστότητα» της περιόδου απλώς σα μια καλή ευκαιρία να εξασφαλίσουν το μέλλον των παιδιών και των επιχειρήσεών τους. Και, σαν καλοί νοικουραίοι, φρόντισαν να επενδύσουν στην πιο σταθερή (αλλά συγκυριακά υποτιμημένη) «αξία». Αγοράζοντας -αντί πινακίου φακής- κάθε λογής ακίνητα, από οικόπεδα κι αγροτεμάχια μέχρι σπίτια κι ολόκληρες πολυκατοικίες.
 Η άλλη όψη αυτού του πλουτισμού είναι γνωστή: το ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων χιλιάδων ανθρώπων, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί. Ενώ το πιο αδύναμο κομμάτι της κοινωνίας μετατράπηκε σε ανθρώπινους σκελετούς που πέθαιναν στους δρόμους σαν τις μύγες, μεγάλο τμήμα των εργατικών και μεσαίων στρωμάτων επιβίωσε «σκοτώνοντας» ό,τι είχε αποκτήσει ή κληρονομήσει τα προηγούμενα χρόνια.
 «Το πρωί είδα τον Νικολαΐδη, τον χτηματομεσίτη του Χαροκόπου», σημειώνει χαρακτηριστικά το Γενάρη του 1942 στο ημερολόγιό του ο Χριστόφορος Χρηστίδης. «Μου είπε πως αυτό το μήνα έκανε μεσιτείες για δουλειές 6 εκατομμυρίων. Λέει πως τα ακίνητα υψώθηκαν μόνο 4-5 φορές. Ο κοσμάκης που πεινά, άρχισε να ξεπουλά τα σπίτια του» («Χρόνια Κατοχής», Αθήνα 1971, σ.201).
 Την εικόνα συμπληρώνει η αποτίμηση του φαινομένου από το Γιώργο Θεοτοκά, ένα χρόνο αργότερα: «Υπάρχει πολλή κρυμμένη δυστυχία. Οι παλιές μεσαίες τάξεις φθίνουν οικονομικά, ζούνε ξεπουλώντας περιουσιακά στοιχεία, έργα τέχνης, έπιπλα κλπ σκεύη και ρούχα και τουαλέτες που αγοράζουν οι καινούριοι πλούσιοι της μαύρης αγοράς. Ουσιαστικά, αυτές οι τάξεις βρίσκονται σε πτώχευση. Οι καινούριοι πλούσιοι είναι άτομα τυχοδιωχτικά, που δρουν μέσα σε μια ζούγκλα κι ό,τι αρπάξει ο καθένας. Φυσικά, αρκετοί είναι οι παλαιοί πλούσιοι που προσαρμόστηκαν και ξανακάνουν χρήματα με τη μέθοδο των νεόπλουτων» («Τετράδια Ημερολογίου», Αθήνα 1980, σ.387).
 Με αφοπλιστική λιτότητα, η ίδια διαδικασία καταγράφεται τέλος στο ρεμπέτικο τραγούδι του Μιχάλη Γενίτσαρη: «Μικροί μεγάλοι γίνανε / μαυραγορίτες όλοι / κι αφήσαν όλο το ντουνιά / με δίχως πορτοφόλι. / Πουλήσαμε τα σπίτια μας / και τα υπάρχοντά μας / για δυο ελιές κι ένα ψωμί / να φάνε τα παιδιά μας».
 Την καλύτερη αποτύπωση αυτών των αλλαγών συνιστά η καταγραφή των αγοραπωλησιών ακινήτων επί Κατοχής από το σύλλογο που δημιούργησαν μεταπολεμικά οι πωλητές για να πάρουν πίσω τις περιουσίες τους. Το «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων» που τύπωσε τον Αύγουστο του 1946 η Πανελλήνιος Ομοσπονδία Πωλησάντων Ακίνητα επί Κατοχής περιλαμβάνει εξαιρετικά διαφωτιστικούς στατιστικούς πίνακες, με βάση τα στοιχεία των συμβολαιογραφείων όλης της χώρας. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και μια αναλυτική λεπτομερής κατάσταση των αγορών μερικών χιλιάδων ακινήτων από 524 φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχει διασωθεί στο αρχείο της Ομοσπονδίας.
 Το ερέθισμα για την παρουσίαση που ακολουθεί μας το πρόσφερε η μεταπτυχιακή εργασία του δασκάλου Παναγιώτη Σάμιου («Η Μαύρη Αγορά και οι ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια την περίοδο της Κατοχής», Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2010), απ’ την οποία αντλήσαμε πολλά στοιχεία. Συμπληρωματικές πληροφορίες αναζητήσαμε στο αρχείο της Ομοσπονδίας Πωλησάντων, που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ.


Ανατομία μιας «ανακατανομής»

Το πρώτο δεδομένο αφορά τα μεγέθη του φαινομένου. Οπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, μέσα στην κατοχή άλλαξαν χέρια 350.000 περίπου ακίνητα. Το ένα τρίτο απ’ αυτά ήταν «αστικά» (σπίτια και οικόπεδα), τα δυο τρίτα «αγροτικά» (δηλαδή χωράφια, συχνά στην περίμετρο των αστικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των σημερινών πολεοδομικών συγκροτημάτων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης), ενώ πουλήθηκαν και 1.000 περίπου «βιομηχανικά» ακίνητα, ως επί το πλείστον βιοτεχνίες.
 Η σχέση των περισσότερων απ’ αυτές τις συναλλαγές με τον πόλεμο και την πείνα είναι προφανής: τρεις στις τέσσερις πραγματοποιήθηκαν μέσα στα πρώτα δυο χρόνια της Κατοχής (1941-42), την περίοδο δηλαδή κατά την οποία σημειώθηκε και ο μεγαλύτερος αριθμός θανάτων από ασιτία. Στα τέλη του 1942, η κατάσταση είχε πιά κάπως σταθεροποιηθεί χάρη στα συσίτια του Ερυθρού Σταυρού. Ο κόσμος δεν πέθαινε πλέον από την πείνα, οπότε και το ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων (όσων δεν είχαν «σκοτωθεί» το προηγούμενο διάστημα) περιορίστηκε αισθητά.
 Η προπολεμική αξία αυτών των ακινήτων αποτυπώνεται στον Πίνακα ΙΙ. Οπως διαπιστώνουμε, η συντριπτική πλειοψηφία των πωλήσεων αφορά μικρά και μεσαία περιουσιακά στοιχεία, τα δε «βιομηχανικά» ακίνητα είναι στο σύνολό τους σχεδόν βιοτεχνικές μονάδες και μαγαζιά. Δεν έχουμε βέβαια στοιχεία για το βαθμό συγκέντρωσης αυτών των ιδιοκτησιών προπολεμικά, λογικά όμως το μεγαλύτερο μέρος τους πρέπει να ανήκε σε μεσαία στρώματα μικροϊδιοκτητών.
 Η σχέση ανάμεσα στην προπολεμική αξία αυτών των ακινήτων και τις τιμές με τις οποίες «σκοτώθηκαν» αυτά επί Κατοχής φωτίζει ακόμη περισσότερο το χαρακτήρα αυτών των αγοραπωλησιών (Πίνακας ΙΙΙ). Σε μια Ελλάδα όπου οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής είχαν δεκαπλασιαστεί (σε σχέση με το μέσο ημερομίσθιο) μεταξύ Οκτωβρίου 1940 κι Απριλίου 1943, τα ακίνητα πωλούνταν κατά μέσο όρο στο 1/13 με 1/20 της αξίας τους! Οπως διαπιστώνουμε δε από τους δειγματοληπτικούς πίνακες που συνοδεύουν ως τεκμήρια το «Υπόμνημα» του 1946, αυτή η υποτίμηση των πωλούμενων ακινήτων υπήρξε μεγαλύτερη στο φόρτε της πείνας, αλλά και όσον αφορά τα ακίνητα μικρότερης προπολεμικής αξίας. Με δυο λόγια, οι μικροϊδιοκτήτες ξεπούλησαν φτηνότερα τα υπάρχοντά τους απ’ ό,τι οι «μεσαίοι» (που ενδεχομένως κινδύνευαν λιγότερο άμεσα από την πείνα).
 Ακόμη και τα κλάσματα αυτά είναι ωστόσο σε μεγάλο βαθμό παραπειστικά, καθώς ο μηχανισμός που η δωσίλογη «Ελληνική Πολιτεία» είχε θεσπίσει γι’ αυτές τις συναλλαγές κατέληγε στην πράξη σε ακόμη μεγαλύτερη υποτίμηση της αξίας των πωλούμενων ακινήτων. Σύμφωνα με το Ν.Δ. 771 του 1941, όλες οι συναλλαγές άνω των 30.000 δρχ έπρεπε να πραγματοποιούνται μέσω τράπεζας, με κατάθεση εκεί του συνολικού τιμήματος, από το οποίο ο δικαιούχος δεν μπορούσε να κάνει παρά τμηματικές αναλήψεις 30.000 (κι αργότερα 40.000) δρχ κατά ορισμένα διαστήματα. Με τη δραχμή να υποτιμάται διαρκώς έναντι της χρυσής λίρας (συνολικά 1 προς 4.367 μεταξύ Απριλίου 1941 και Φεβρουαρίου 1944), οι τράπεζες ξεζούμιζαν έτσι με τη σειρά τους τον πωλητή.
 Η εικόνα της «κοινωνικής κινητικότητας προς τα κάτω» που σηματοδοτεί αυτή η διαδικασία καταγράφεται αναλυτικά στον Πίνακα ΙV, με τα στοιχεία για τη μεταπολεμική οικονομική κατάσταση των πωλητών. Δυστυχώς δεν παρατίθενται στοιχεία για την αντίστοιχη οικονομική τους θέση πριν από τον πόλεμο, ούτε προσδιορίζεται επακριβώς η διαχωριστική γραμμή μεταξύ «απόρων», «ευπόρων» και «πλουσίων». Είναι ωστόσο προφανές ότι στην εκποίηση των μεσαίων κι ενός σημαντικού τμήματος των μεγάλων ιδιοκτησιών έχουμε να κάνουμε με εκπτώχευση (κι ενδεχομένως προλεταριοποίηση) προπολεμικών μεσοστρωμάτων, ενώ το ίδιο ισχύει και για ένα απροσδιόριστο ποσοστό της εκποίησης ακινήτων μικρής αξίας.
 Η πιο ενδιαφέρουσα από τις στατιστικές πληροφορίες του «Υπομνήματος» αφορά, ωστόσο, τον κόσμο των αγοραστών (Πίνακας V). Τα δύο τρίτα τους ήταν άνθρωποι που στη διάρκεια της Κατοχής αγόρασαν από ένα ακίνητο, το ένα τέταρτο αγόρασε 2-3, το ένα εικοστό 4-10, ενώ το ένα τριακοστό «φτάχτηκε» πάρα πολύ χοντρά, αποκτώντας στο ίδιο διάστημα από 11 μέχρι 50 ή και περισσότερα ακίνητα. Πέντε με δέκα χιλιάδες Ελληνες βγήκαν, δηλαδή, από την κατοχή αισθητά πλουσιότεροι απ’ ό,τι ήταν πριν. Στην πραγματικότητα, όπως διαπιστώνουμε από το δειγματοληπτικό κατάλογο των 524 αγοραστών, η συγκεντροποίηση είναι ακόμη μεγαλύτερη, αφού συχνά διαφορετικοί αγοραστές είναι πρόσωπα μιας και της αυτής οικογένειας ή συνιδιοκτήτες της ίδιας επιχείρησης.
 Ο αριθμός των υπόλοιπων 50 με 55.000 αγοραστών μας αποκαλύπτει μια άλλη όψη του φαινομένου: τον κόσμο που στο διάστημα της Κατοχής μπορεί να μην πλούτισε ιδιαίτερα, μάλλον όμως δεν έγινε και φτωχότερος, αφού απέκτησε κάποια νέα περιουσιακά στοιχεία. Αν κρίνουμε απ’ το διαθέσιμο δειγματολόγιο των 524, ανάμεσά τους βρίσκονται και χιλιάδες «μικροί» μαυραγορίτες, που μέσα στο θανατικό του 1941-42 αγόρασαν σπίτια και οικόπεδα καταβάλλοντας -σύμφωνα με τα συμβόλαια- κάποια δέκατα της λίρας για το καθένα...
 Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα ευφάνταστος, για να καταλάβει πως η «πυραμίδα» αυτή των αγοραστών συγκροτούσε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική βάση της πολιτικής συμμαχίας που στήριξε την εθνικόφρονα μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. Για τη διατήρηση των κεκτημένων, η θεσμική κατοχύρωση της «συνέχειας του κράτους» και των θεσμών του μεταξύ 1940 και 1945 (με την ελαχιστοποίηση της απελευθερωτικής τομής του 1944) αποτελούσε μονόδρομο. Τα τανκς του Σκόμπι, μαζί με τη γεωπολιτική θέση της χώρας διασφάλισαν και τα συμφέροντα όλων εκείνων που πλούτισαν τα αμέσως προηγούμενα χρόνια.
Ο μεταπολεμικός «διακανονισμός»

Σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, που η προγραμματισμένη σφαγή των μισθωτών κι ενός τμήματος των μικροαστικών στρωμάτων έχει την πλήρη υποστήριξη των πυλώνων της εγχώριας και διεθνούς νομιμότητας, οι αγοραπωλησίες ακινήτων της Κατοχής έπασχαν από μια σοβαρή κρίση νομιμοποίησης: στη διάρκεια του πολέμου, οι Σύμμαχοι και οι εξόριστες κυβερνήσεις είχαν διακηρύξει επανειλημμένα ότι οι αλλαγές ιδιοκτησιών στις κατεχόμενες από τον Αξονα χώρες θα θεωρηθούν μετά τη νίκη άκυρες.
 Η πρώτη σχετική -και καθαρά μεταβατική- ρύθμιση έγινε από την κυβέρνηση Σοφούλη την παραμονή των εκλογών του 1946. Με τη Συντακτική Πράξη 114 της 29.3.46 ακύρωσε τις κατοχικές αγοραπωλησίες των μικροϊδιοκτησιών κι απαγόρεσε προσωρινά κάθε πράξη σχετική με τα υπόλοιπα, μέχρι την οριστική ρύθμιση του ζητήματος.
 Ακολούθησε η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ πωλητών κι αγοραστών, συνασπισμένων στις αντίστοιχες Πανελλήνιες Ομοσπονδίες, με διακύβευμα τη γενίκευση ή την κατάργηση της ΣΠ 114. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αγοραστών υποστήριζε πως η Συντακτική πράξη ήταν αντισυνταγματική, αφού ερχόταν σε αντίθεση με την «ελευθερία των συμβάσεων».
 Για την προβλεπόμενη «τελική ρύθμιση» θα χρειαστεί να τελειώσει πρώτα ο Εμφύλιος και να φανούν στον ορίζοντα οι πρώτες μεταπολεμικές εκλογές. Στις 25 Νοεμβρίου 1949, ο Αναγκαστικός Νόμος 1323 θέσπισε την παρακάτω έκτακτη διαδικασία:
 * Τα μεγάλα ακίνητα παρέμειναν στους αγοραστές. Οι πωλητές μπορούσαν να ζητήσουν την καταβολή ενός συμπληρωματικού τιμήματος, ίσου με το 75% της διαφοράς της αξίας του ακινήτου στα μέσα του 1949 και της τιμής πώλησής του.
 * Τα μικρομεσαία ακίνητα, πάλι, μπορούσαν να διεκδικηθούν δικαστικά (εφόσον ο πωλητής μπορούσε ν’αποδείξει ότι δεν έχει πιά καμμιά περιουσία και με επιστροφή του τιμήματος σε 4 δόσεις, με τόκο 6%), είτε να μείνουν στον αγοραστή με δικαστικό συμβιβασμό και καταβολή συμπληρωματικού τιμήματος, όπως στην προηγούμενη κατηγορία. Στην πρώτη περίπτωση, καθυστέρηση καταβολής 2 δόσεων έδινε τη δυνατότητα στον αγοραστή να κρατήσει το ακίνητο. Υπήρχε τέλος η δυνατότητα εξώδικου συμβιβασμού, προς την ίδια κατεύθυνση και με λιγότερα έξοδα.
 Χάριν της «ασφάλειας των συναλλαγών», αγωγές διεκδίκησης των ακινήτων μπορούσαν να κατατεθούν μόνο μέσα στο πρώτο εξάμηνο από την ψήφιση του νόμου. Την κατάσταση περιέπλεξε ακόμη περισσότερο η άρνηση κάποιων πρωτοδικείων (όπως του Πειραιά και της Κατερίνης) να εφαρμόσουν τον «αντισυνταγματικό» νέο νόμο. Το ζήτημα παραπέμφθηκε στον Αρειο Πάγο, που στις 16 Μαΐου 1950 -δέκα δηλαδή μέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας- έκρινε τον Α.Ν. 1323 συνταγματικό, χωρίς όμως να δώσει παράταση σε όσους είχαν περίμεναν την έκβαση της δικαστικής αναμέτρησης πριν καταφύγουν στη Δικαιοσύνη.
 Ο επίλογος γράφτηκε στις 28 Μαρτίου του 1951 με τις επίσημες δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης Ηλία Λαγάκου. Σε 48 από τις 58 περιφέρειες πρωτοδικείων της χώρας, ανακοίνωσε, είχαν κατατεθεί 74.548 αιτήσεις είτε αναστροφής των αγοραπωλησιών είτε δικαστικής συμπλήρωσης του τιμήματος, ενώ μέχρι τις 27.11.1950 είχαν γίνει και κάπου 32.000 εξώδικοι συμβιβασμοί.
 Στο Πρωτοδικείο Αθηνών, «το οποίον έχει την μεγαλυτέραν κίνησιν», πρόσθεσε, «η τελευταία ημερομηνία κατά την οποίαν έχουν προσδιορισθεί προς συζήτησιν αγωγαί βάσει του Α.Ν. 1323 είναι η 27 Ιουλίου 1951. Συνεπώς μετά τέσσαρας μήνας τερματίζεται οριστικώς το ζήτημα των αγοραπωλησιών της Κατοχής».
 Κι έζησαν όλοι καλά – και κάποιοι ακόμη καλύτερα...

 


ΠΙΝΑΚΑΣ Ι
Πωλήσεις ακινήτων επί Κατοχής








ανά έτος
ΕΤΟΣ
ΑΚΙΝΗΤΑ
1941
96.000
1942
163.000
1943
66.000
1944
25.000
ΣΥΝΟΛΟ
350.000

ανά κατηγορία
αστικά
110.000
αγροτικά
239.000
βιομηχανικά
1.000
ΣΥΝΟΛΟ
350.000

  
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ



Προπολεμική αξία πωληθέντων ακινήτων



ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ< 1.000.000 δρχ1-20.000.000 δρχ.20-50.000.000 δρχ
Αστικά80.00020.00010.000
Αγροτικά190.00040.0009.000
Βιομηχανικά80018020

Πίνακας ΙΙΙ



Το ξεπούλημα των ακινήτων


ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Συνολική αξία (σε χρυσές λίρες)
Αναλογία
πώλησης/προπολ. αξίας
προπολεμικάτιμών πώλησης
Αστικά63.000.0004.500.0001 / 14
Αγροτικά21.000.0001.050.0001 / 20
Βιομηχανικά6.000.000450.0001 / 13
ΣΥΝΟΛΟ90.000.0006.000.0001 / 15

Πίνακας IV
Μεταπολεμική οικονομική κατάσταση των πρώην ιδιοκτητών

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΚΙΝΗΤΩΝ
ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ
ΑΞΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ*
μεταπολεμική κατάσταση πρώην ιδιοκτητών
«άποροι»
«εύποροι»
«πλούσιοι»

Αστικά
Μικρές ιδοκτησίες
  80.000
1.800
   200
Μεσαίες ιδιοκτησίες
  18.000
1.300
   700
Μεγάλες ιδιοκτησίες
    7.500
1.200
   300

Αγροτικά
Μικρές ιδοκτησίες
180.000
8.000
2.000
Μεσαίες ιδιοκτησίες
  38.000
1.300
   700
Μεγάλες ιδιοκτησίες
    7.500
1.200
    300

Βιομηχανικά
Μικρές ιδοκτησίες
       700
     80
      20
Μεσαίες ιδιοκτησίες
       170
       8
        2
Μεγάλες ιδιοκτησίες
         17
       2 
        1


(* μικρές ιδιοκτησίες: κάτω του 1 εκατομμυρίου δρχ. Μεσαίες: 1–20 εκ. δρχ. Μεγάλες: 20–50 εκ. δρχ)


Πίνακας V



Αγοραστές ακινήτων επί Κατοχής



1 ακινήτου40.000
2 ακινήτων10.000
3 ακινήτων5.000
4-10 ακινήτων3.000
11-20 ακινήτων1.500
21-50 ακινήτων400
Πάνω από 51 ακινήτων100
ΣΥΝΟΛΟ60.000





Το προφίλ του αγοραστή

Σε πρόσφατο κείμενό του για την πείνα της Κατοχής, ο πανεπιστημιακός Χρήστος Λούκος επισημαίνει την ανάγκη «να διερευνηθεί και με άλλα ιστορικά κριτήρια [πέρα από τις μαρτυρίες απομνημονευματικού χαρακτήρα] ποιοί και με ακριβώς ωφελήθηκαν από τις έκτακτες συνθήκες που προκάλεσεη ξενική κατοχή. Με δυο λόγια, η ανακατανομή πλούτου που έγινε ποιούς ευνόησε».
 Μια πρώτη -μερική- απάντηση μας δίνει ο σχετικός κατάλογος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πωλησάντων Ακίνητα επί Κατοχής, που φυλάσσεται στην ομώνυμη συλλογή του ΕΛΙΑ. Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο 68 δακτυλογραφημένων σελίδων, όπου καταγράφονται 524 αγοραστές ακινήτων, τα ακίνητα που αγόρασαν, οι αριθμοί συμβολαίων, το αναγραφόμενο σε αυτά τίμημα της αγοράς και το αντίτιμό του σε χρυσές λίρες την εποχή της αγοραπωλησίας.
 Το ντοκουμέντο μας δίνει μια αρκετά περιορισμένη εικόνα του συνόλου. Από τους 100 αγοραστές περισσότερων από 50 ακινήτων αναγράφεται πχ. μόνο ένας (για την ακρίβεια δίδυμο: οι «Παπαλεξανδρής και Στεργίου», που αγόρασαν 120 ακίνητα στα Σπάτα), ενώ φιγουράρουν ελάχιστοι από τους 400 της κατηγορίας «21-50» και μάλλον αρκετοί από τους 1.500 που αγόρασαν από 11 μέχρι 20. Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, κάποια συμπεράσματα μπορούν να βγουν, ειδικά όσον αφορά τις μικρομεσαίες κλίμακες της πυραμίδας.
 Μεταξύ των 524 συγκαταλέγονται 28 τουλάχιστον βιομήχανοι, 10 επιχειρηματίες, 18 κτηματίες, 1 εφοπλιστής, 6 εργολάβοι, 4 δικηγόροι και 81 έμποροι, ενώ υπάρχουν επίσης 13 νομικά πρόσωπα με προεξάρχουσα την Εθνική Τράπεζα. Μεταξύ των αγοραστών συγκαταλέγονται και τρεις Εβραίοι, οι δραστηριότητες των οποίων σταματούν για προφανείς λόγους στα μέσα του 1943.
 
Από τους αναγραφόμενους αγοραστές ακινήτων, «επώνυμες» είναι ίσως μόνο οι οικογένειες Παπαστράτου, Λαναρά, Βασιλειάδη, Καρέλλα και Χυτήρογλου. Στην ίδια κατηγορία μπορεί να υπαχθεί και η Ελένη Βουλπιώτη, σύζυγος του αντιπροσώπου της Ζίμενς Ιωάννη Βουλπιώτη. Μέσα στο 1941 αγόρασε 6 ακίνητα για 1-2 λίρες το καθένα.
 Πιο αποκαλυπτικές είναι ίσως οι πληροφορίες που αντλούμε για τη βάση της πυραμίδας. Μια μεγάλη κατηγορία αγοραστών αποτελούν όπως είδαμε οι έμποροι κάθε λογής, ενώ ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η παρουσία επαγγελμάτων που έχουν σχέση με την παραγωγή, διακίνηση ή επεξεργασία τροφίμων.
 Ο «οινομάγειρος» Κ.Ζ. αγόρασε π.χ. 5 οικόπεδα μεταξύ Νοεμβρίου 1941 και Σεπτεμβρίου 1942, ο «ορνιθοτρόφος» Α.Α. 2 σπίτια και 2 χωράφια σε ακόμη μικρότερο διάστημα (Δεκέμβριος - Ιούλιος), ενώ ο «κτηνοτρόφος» Κ.Κ. 3 αγροτεμάχια μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου 1942 κι άλλο ένα τον Ιούλιο του 1943. Από τέσσερα χωράφια αγόρασαν την ίδια πάνω κάτω περίοδο ο «εστιάτωρ» Κ.Α. (Απρίλιος-Νοέμβριος 1942), ο «κρεωπώλης» Γ.Κ. (Μάιος 1942 - Σεπτέμβριος 1943) κι ο «κηπουρός» Θ.Κ. (Ιανουάριος - Οκτώβριος 1942), ενώ αποδοτικότερος αποδείχθηκε ο «ζαχαροπλάστης» Κ.Κ. με 5 ακίνητα μέσα στο τετράμηνο Απριλίου – Ιουλίου 1942. Τρεις «βουστασιάρχες», τέλος, ψώνισαν αντίστοιχα 3, 4 κι 6 «κτήματα», «αγρούς» ή οικόπεδα, ως επί το πλείστον το 1942-43.
 Ο «αστυφύλαξ» Γ.Δ., πάλι, αγόρασε μέσα στο το Μάιο του 1941 τρία σπίτια καταβάλλοντας από μια λίρα για το καθένα. Τέσσερα ακίνητα αγόρασε και η «σύζυγος ενωμοτάρχου» Τ.Α. το 1941-42, με τιμές αγοράς από 3 έως 11 λίρες. Στον κατάλογο δίνουν επίσης το παρών ένας αξιωματικός (4 κτήματα το 1942-43) κι ο «αρχιερεύς Ματθαίος ή Γεώργιος Κ.», που μεταξύ Απριλίου 1943 και παραμονών της απελευθέρωσης έβαλε στην άκρη 2 σπίτια κι 1 απροσδιόριστο «ακίνητον».
 Απροσδιόριστο παραμένει τέλος το επάγγελμα του Γ.Μ., που φέρεται απλώς ως «πρόσφυξ» και μεταξύ Νοεμβρίου 1943 κι Αυγούστου 1944 (ενώ δηλαδή η μεν πείνα είχε υποχωρήσει, αλλά τα μπλόκα, οι συλλήψεις κι οι εκτελέσεις έδιναν κι έπαιρναν) απέκτησε τρία οικοπεδάκια έναντι μηδενικού ή σχεδόν μηδενικού αντιτίμου.
  
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Χρήστος Χατζηιωσήφ
«Η ελληνική οικονομία πεδίο μάχης και αντίστασης»
(στο συλλογικό «Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα», τ. Γ2, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ.181-217)
Εξαιρετικά διαφωτιστική συνοπτική παρουσίαση της λειτουργίας του ελληνικού καπιταλισμού στις συνθήκες της Κατοχής.

Χρήστος Λούκος
«Η πείνα στην Κατοχή»
(στο ίδιο, σ.219-61)
Ανατομία της πιο δραματικής ίσως πτυχής της περιόδου, με ανάλυση των κοινωνικών παραμέτρων της τραγωδίας.

Σταύρος Θωμαδάκης
«Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας»
(στο συλλογικό «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση», εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1984, σ.117-44)
Πρωτοποριακή μελέτη για την κοινωνικοοικονομική διάσταση της Κατοχής, του δωσιλογισμού και της Αντίστασης, με βάση τα αρχεία του αμερικανικού OSS.

Γιώργος Θεοτοκάς
«Τετράδια Ημερολογίου (1939-1945)»
(εκδ. Εστία, Αθήνα 1980)
Η Αθήνα της Κατοχής μέσα από τις προσωπικές καταγραφές ενός ευαίσθητου παρατηρητή. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η περιγραφή της κρίσης (και των συνακόλουθων πολιτικών επιλογών) των μεσοστρωμάτων του κέντρου της πρωτεύουσας.

Μίνως Δούνιας
«Επειτα από 120 χρόνια ελεύθερης ζωής είμαθα πάλι σκλάβοι»
(εκδ. Εστία, Αθήνα 1987)
Το κατοχικό ημερολόγιο ενός καθηγητή μουσικής από το Ψυχικό. Επανειλημμένες αναφορές στην πείνα, τη συνακόλουθη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και τις ατομικές στρατηγικές αντιμετώπισής της. Μεταξύ άλλων, το Φλεβάρη του 1942 ο συγγραφέας πούλησε τις βέρες του ίδιου και τις γυναίκας του για να πάρει τρία κιλά αλεύρι.


Ελευθεροτυπία, 3/4/2010

www.iospress.gr                                 

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ / ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ – David Lynch

ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ

Μάθε ότι όλη η Φύση είναι ένα μαγικό θέατρο,
ότι η μεγάλη Μητέρα είναι ο αρχιμάγος,
κι ότι όλος αυτός ο κόσμος κατοικείται απ' τα πολλά της μέρη.
ΟΥΠΑΝΙΣΑΝΤ

Είναι τόσο μαγικό -άγνωστο γιατί- να μπαίνεις σε μια αίθουσα κινηματογράγου και να χαμηλώνουν τα φώτα. Επικρατεί ησυχία, και τότε ανοίγει η αυλαία, που μπορεί να 'ναι και κόκκινη. Κι αμέσως μπαίνεις σ' έναν άλλον κόσμο.
Είναι πολύ ωραίο όταν μοιράζεσαι αυτήν την εμπειρία με άλλους. Ωραίο είναι κι όταν είσαι σπίτι κι ο κινηματογράφος είναι ακριβώς μπροστά σου, αν και δεν είναι το ίδιο. Το καλύτερο είναι να βλέπεις σινεμά στη μεγάλη οθόνη. Μόνο έτσι μπορείς να μπεις στον κόσμο του.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ο κινηματογράφος είναι μια γλώσσα. Εχει τη δυνατότητα να λέει πράγματα – σπουδαία, αφηρημένα πράγματα. Κι αυτό είναι που λατρεύω σ' αυτόν.
Εγώ δεν είμαι πάντοτε καλός στα λόγια. Ορισμένοι άνθρωποι είναι ποιητές κι έχουν έναν ωραίο τρόπο να εκφράζονται με λέξεις. Το σινεμά όμως είναι μια γλώσσα από μόνο του. Και μ' αυτή τη γλώσσα μπορείς να πεις τόσα πράγματα, γιατί έχεις στα χέρια σου ένα σωρό εργαλεία: τον χρόνο και τις σκηνές που διαδέχονται η μία την άλλη, τον διάλογο, την μουσική, τα ηχητικά εφέ. Κι έτσι, μπορείς να εκφράσεις ένα συναίσθημα ή μια σκέψη που δεν μπορούν να μεταφερθούν με άλλον τρόπο. Είναι ένα μαγικό μέσο.
Για μένα είναι τόσο ωραίο να σκέφτομαι αυτές τις εικόνες και τους ήχους να ρέουν από κοινού σε χρονική αλληλουχία, δημιουργώντας κάτι που μπορεί να γίνει μόνο μέσω του κινηματογράφου. Δεν είναι μόνο τα λόγια ή η μουσική – είναι μια ολόκληρη γκάμα στοιχείων που ενώνονται για να δημιουργήσουν κάτι που δεν υπήρχε πριν. Είναι η αφήγηση μιας ιστορίας, η κατασκευή ενός κόσμου, μιας εμπειρίας που κανείς δεν μπορεί να έχει παρά μόνο αν δει την ταινία.
Οταν συλλαμβάνω μια ιδέα για ταινία, με γοητεύει ο τρόπος με τον οποίο αυτή μπορεί να εκφραστεί κινηματογραφικά. Μου αρέσουν οι ιστορίες που περικλείουν αφηρημένες ιδέες, κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει το σινεμά.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Η ταινία θα πρέπει να στέκεται από μόνη της, χωρίς δεκανίκια. Είναι παράλογο να πρέπει ο σκηνοθέτης να εξηγεί με λόγια το νόημά της. Ο κόσμος της ταινίας είναι επινοημένος, και στους ανθρώπους αρέσει ενίοτε να εισέρχονται σ' αυτόν. Γι' αυτούς είναι ένας πραγματικός κόσμος. Κι αν μάθουν κάποια πράγματα για το πως έγινε αυτό ή για το τι σημαίνει εκείνο ή το άλλο, την επόμενη φορά που θα δουν την ταινία, η γνώση αυτή παρεμβαίνει στην εμπειρία της θέασης. Και τότε η ταινία παίρνει άλλη μορφή, γίνεται μια διαφορετική ταινία. Πιστεύω ότι έχει μεγάλη σημασία να διατηρείται ανέπαφος ο κόσμος της ταινίας και να μη λέγονται πράγματα που θα μπορούσαν να χαλάσουν την κινηματογραφική εμπειρία.
Δε χρειάζεται τίποτα πέρα από το ίδιο το έργο. Εχουν γραφτεί πολλά σπουδαία βιβλία, κι οι συγγραφείς τους έχουν προ πολλού πεθάνει, και δεν υπάρχει περίπτωση να τους ξεθάψει κανείς. Εχουν μείνει όμως τα βιβλία, και τα βιβλία σε κάνουν να ονειρεύεσαι και να σκέφτεσαι πράγματα.
Μερικές φορές κάποιοι λένε ότι δυσκολεύονται να καταλάβουν μια ταινία, αλλά εγώ πιστεύω ότι καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα από όσα νομίζουν. Γιατί είμαστε όλοι προικισμένοι με τη διαίσθηση – μας έχει δοθεί το χάρισμα να διαισθανόμαστε πράγματα.
Κάποιος μπορεί να πει ότι δεν καταλαβαίνει από μουσική. Οι περισσότεροι όμως άνθρωποι βιώνουν τη μουσική με το συναίσθημα και συμφωνούν ότι η μουσική είναι κάτι αφηρημένο. Δε χρειάζεται να σπεύσεις να εξηγήσεις με λέξεις τη μουσική – αρκεί να την ακούσεις.
Ο κινηματογράφος μοιάζει πολύ με τη μουσική. Μπορεί να είναι κάτι πολύ αφηρημένο, αλλά οι άνθρωποι λαχταρούν να τον κατανοήσουν διανοητικά, να τον εξηγήσουν λεκτικά. Κι όταν δεν μπορούν, νιώθουν απογοήτευση. Μπορούν, ωστόσο, να βρουν κάποια εξήγηση που να πηγάζει από μέσα τους, αν βέβαια αφεθούν σε κάτι τέτοιο. Αν, για παράδειγμα, μιλούσαν σε φίλους, πολύ σύντομα θα άρχιζαν να καταλαβαίνουν πράγματα – τι είναι και τι δεν είναι το κάθε πράγμα. Και, φυσικά, θα συμφωνούσαν ή θα διαφωνούσαν με τους φίλους τους – πως είναι όμως δυνατόν να συμφωνούν ή να διαφωνούν χωρίς να ξέρουν ήδη; Το περίεργο είναι ότι πράγματι ξέρουν περισσότερα από όσα νομίζουν. Κι αυτά που ξέρουν, όταν τα εκφράσουν, γίνονται πιο ξεκάθαρα. Κι αφού κατανοήσουν κάτι, μπορούν να προσπαθήσουν να το διασαφηνίσουν λίγο παραπάνω συζητώντας πάλι με φίλους. Κι έτσι θα οδηγηθούν σε κάποιο συμπέρασμα. Και το συμπέρασμα αυτό να είναι βάσιμο.

DAVID LYNCH
ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΑΡΙ
ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ, ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΤΣΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Βαθύ & Εξαίσιο Βράδυ - Ναπολέων Λαπαθιώτης


Ήταν ένα βαθύ κι εξαίσιο βράδυ.
-Βράδυ λεπτό κι ασύλληπτο, Χιμαίρας!-
Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ημέρας,
δεν είχε λάμψει τόσο, σα πετράδι...

Κατέβαινε το φως -μιά ωχρή αγωνία-,
σε κήπους, όλο βάλσαμα γιομάτους,
τ' άνθη μεθούσαν από τ' άρωμά τους,
μέσα σε μιάν ανείπωτη αρμονία...

Δεν είχε καν υπάρξει τέτοια δύση,
μήτε στο νου των πιο γλυκών ζωγράφων.
Ακόμα και τα μάρμαρα των τάφων,
μιά δόξα μυστικά τα 'χε κερδίσει...

Κι όταν το θάμπος άρχιζε να φθάνει
κι η νύχτα τ' αργά μάγια να κλώθει,
το φεγγάρι, παντού, σα φλόγα απλώθη...
Κι ήταν το βράδυ αυτό που 'χα πεθάνει...

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Μια Ερμηνεία του Περιστεριού (Columba Patefacta) – ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ


Τι πιο ξένο από ένα Περιστέρι με το Χρώμα του Πορτοκαλιού; Ή μάλλον, τι πιο ξένο από ένα περιστέρι; Α, το περιστέρι ήταν μια εικόνα γεμάτη συμβολισμούς, και μάλιστα ακόμα πιο έντονους, διότι ο καθένας τους ερχόταν σε σύγκρουση με τους άλλους.
Οι πρώτοι που μίλησαν για το περιστέρι ήταν, όπως είναι φυσικό, οι Αιγύπτιοι με τα πανάρχαια Ιερογλυφικά του Ωραπόλλωνος, και μεταξύ των άλλων το πλάσμα αυτό θεωρούνταν το αγνότερο όλων, τόσο ώστε όταν ξεσπούσε ένας λοιμός που δηλητηρίαζε ανθρώπους και πράγματα, έμεναν σώοι και αβλαβείς εκείνοι οι οποίοι έτρωγαν μόνο περιστέρια. Πράγμα που δείχνει προφανες, αφού το πλάσμα αυτό είναι το μόνο που δεν έχει χολή (δηλαδή το δηλητήριο που τα άλλα ζώα έχουν κοντά στο συκώτι), και ο Πλίνιος έλεγε ότι, αν ένα περιστέρι αρρωστήσει, τρώει ένα φύλλο βάγιας και γιατρεύεται. Κι αφού η βάγια είναι η Δάφνη, συνεννοηθήκαμε.
Παρ' όλη όμως την αγνότητά τους, τα περιστέρια είναι κι ένα μάλλον πονηρό σύμβολο, αφού φημίζονται για τη μεγάλη τους λαγνεία: περνούν όλη τους την ημέρα με φιλιά (διπλασιάζοντας τα φιλιά για να κάνουν το ένα το άλλο να σωπάσει) και σταυρώνουν τις γλώσσες τους, πράγμα που έγινε πηγή πολλών λάγνων εκφράσεων, όπως γουργουρίζουν σαν πιτσούνια ή περιστερίσια φιλιά, για να το πούμε όπως οι καζουιστές. Κι οι ποιητές τις χρησιμοποιούσαν γι' αυτούς που έκαναν έρωτα σαν τα περιστέρια και το ίδιο συχνά. Κι ας μην ξεχνάμε ότι ο Ρομπέρτο θα έπρεπε να ξέρει εκείνους τους στίχους οι οποίοι έλεγαν: “Και στι κρεβάτι οι πρώτες φωτιές / όπου ξεδίψασε η λαχτάρα η καυτή / σαν περιστέρια οι δύο λάγνες καρδιές / δεθήκανε φιλί το φιλί”. Κι ας σημειώσουμε ότι – ενώ όλα τ' άλλα ζώα έχουν μια εποχή για τους έρωτές τους – δεν υπάρχει εποχή του χρόνου όπου το αρσενικό περιστέρι να μην καβαλάει το θηλυκό.
Για ν' αρχίσουμε, τα περιστέρια κατάγονται από την Κύπρο, το ιερό νησί της Αφροδίτης. Ο Απουλήιος, μα κι άλλοι πριν από αυτόν, είπε ότι στο άρμα της Αφροδίτης ήταν ζεμένα ολόλευκα περισερια, που τα ονόμαζαν πουλιά της Αφροδίτης ακριβώς εξαιτίας της ασυγκράτητης λαγνείας τους. Αλλοι μας θυμίζουν ότι οι Ελληνες έδωσαν στο πουλί το όνομα Περιστερά γιατί έτσι είχε μεταμορφώσει ο ζηλιάρης Ερως τη νύμφη Περιστερά – αγαπημένη της Αφροδίτης – η οποία είχε βοηθήσει τη θεά σε έναν αγώνα για το ποιός θα μάζευε περισσότερα λουλούδια. Ωστόσο, τι πάει να πει η Αφροδίτη “αγαπούσε” την Περιστερά;
Ο Αιλιανός λέει ότι τα περιστέρια αφιερώθηκαν στην Αφροδίτη επειδή στο όρος Ερυξ της Σικελίας γινόταν μια γιορτή όταν η θεά περνούσε στη Λιβύη. Τη μέρα εκείνη σ' ολόκληρη τη Σικελία δεν εμφανίζονταν καθόλου τα περιστέρια, καθώς διέσχιζαν τη θάλασσα για να συνοδέψουν τη θεά. Μα εννέα μέρες αργότερα έφτανε από τις ακτές της Λιβύης στην Τρινακρία ένα περιστέρι κόκκινο σαν τη φωτιά, όπως λέει ο Ανακρέων (και σας παρακαλώ να λάβετε υπόψη σας το χρώμα). Κι ήταν η ίδια η Αφροδίτη, η οποία ονομαζόταν Πορφυρά, ένω πίσω της έρχονταν κοπάδι τα υπόλοιπα περιστέρια. Και ο Αιλιανός πάλι μας μιλά για μια κοπέλα που την έλεγαν Φυτία και που ο Δίας την ερωτευτηκε και τη μεταμόρφωσε σε περιστέρι.
Οι Ασσύριοι αναπαριστούσαν την Σεμίραμι με μορφή περιστεριού. Περιστέρια τη σήκωσαν στον ουρανό κι εκεί μεραμορφώθηκε σε περιστέρι. Ολοι ξέρουμε ότι ήταν γυναίκα με ήθη κάθε άλλο παρά άμεμπτα, αλλά τόσο ωραία, ώστε ο Σκαυροβάτης, βασιλιάς της Ινδίας, ερωτεύτηκε παράφορα αυτή την παλλακίδα του βασιλιά των Ασσυρίων, η οποία δεν άφηνε να περάσει μέρα χωρίς να μοιχευτεί και, όπως λέει ο ιστορικός Ιουβας, ερωτεύτηκε ακόμα κι ένα άλογο.
Μα σ' ένα ερωτικό σύμβολο συγχωρούνται πολλά, δίχως αυτό να πάψει να γοητεύει τους ποιητές: κι έτσι (αλίμονο αν δεν το ήξερε ο Ρομπέρτο) ο Πετράρχης αναρωτιέται: “Ποιά χάρη, ποια αγάπη ή ποια μοίρα / θα μου χαρίσει φτέρωμα σαν του περιστεριού;” ή ο Μπαντέλο: “Πουλί που φλέγεται όπως κι εγώ / από Ερωτα που του ανάβει άσπλαχνη φωτιά / παντού το ταίρι του αναζητά / κι από λαχτάρα βρίσκει θάνατο σκληρό”.
Ομως τα περιστέρια είναι κάτι περισσότερο και καλύτερο από την Σεμίραμι, και τα ερωτευόμαστε επειδή έχουν ένα άλλο, τρυφερότατο χαρακτηριστικό: κλαψουρίζουν ή γουργουρίζουν, αντί να κελαηδούν, λες κι είναι δυνατόν να κορέσουν ποτέ το πάθος τους. Idem cantus gemitusque (που το τραγούδι του είναι σαν λυγμός), έλεγε ένα έμβλημα του Καμεράριους. Gemitibus Gaudet (λυγμοί ηδονής), έλεγε ένα άλλο, ακόμα πιο προκλητικά ερωτικό. Είναι να χάνεις το μυαλό σου.
Κι όμως το γεγονός ότι αυτά τα πουλιά φιλιούνται κι είναι τόσο ερωτύλα – κι αυτή είναι μια ωραία αντίθεση που χαρακτηρίζει το περιστέρι – είναι απόδειξη ότι παραμένουν πιστά, κι έτσι ταυτόχρονα γίνονται σύμβολο αγνότητας, τουλάχιστον με την έννοια της συζυγικής πίστης. Το είχε ήδη πει ο Πλίνιος: αν και πολύ ερωτύλα, έχουν την αίσθηση της αιδούς και δε γνωρίζουν τη μοιχεία. Τη συζυγική τους πίστη καταμαρτυρούν και ο παγανιστής Προπέρτιος και ο Τερτυλλιανός. Λέγεται ότι, στις σπάνιες περιπτώσεις όπου υπάρχει υπόνοια μοιχείας, τα αρσενικά γίνονται αυταρχικά, η φωνή τους παραπονιάρικη κι αρχίζουν να χτυπούν δυνατά με το ράμφος τους. Αλλά αμέσως μετά, για να αναπληρώσει το άδικο, το αρσενικό κορτάρει το θηλυκό και το καλοπιάνει τριγυρίζοντας συχνά – πυκνά γύρω του. Κι έτσι γεννιέται η ιδέα ότι η τρελή ζήλια αναζωπυρώνει τον έρωτα κι αυτός με τη σειρά του μια νέα πίστη – και δώστου πάλι ατέλειωτα φιλιά κάθε μέρα του χρόνου – πράγμα το οποίο φαίνεται πολύ ωραίο και, όπως θα δούμε, φαινόταν ακόμα ωραιότερο στον Ρομπέρτο.
Πως να μην αγαπήσεις μια εικόνα που σου υπόσχεται πίστη; Πίστη ακόμα και μετά θάνατον, γιατί όταν χάσουν το ταίρι τους, δε σμίγουν πια με άλλο. Ετσι η περιστερά έγινε σύμβολο της αγνής χηρείας, παρόλο που ο Φέρο μας θυμίζει την ιστορία μιας χήρας η οποία συντετριμμένη από το χαμό του συζύγου, είχε κοντά της ένα άσπρο περιστέρι, και όταν την κατηγόρησαν γι' αυτό, απάντησε, Dolor non color, η θλίψη μετράει, όχο το χρώμα.
Εν πάσει περιπτώσει, λάγνα ή όχι, αυτή η αφοσίωσή τους στον έρωτα κάνει τον Ωριγένη να πει ότι τα περιστέρια είναι σύμβολο της ευσπλαχνίας. Και γι' αυτό λέει ο Αγιος Κυπριανός, το Αγιο Πνεύμα μας έρχεται εν είδει περιστεράς, όχι μόνο επειδή το πλάσμα αυτό δεν έχει χολή, αλλά κι επειδή δε γρατζουνάει με τα νύχια του, δεν τσιμπάει, είναι στη φύση του ν' αγαπάει τις κατοικίες των ανθρώπων, δε γνωρίζει παρά ένα μόνο σπίτι, φροντίζει τα μικρά του και περνάει τη ζωή του σε μια κοινή συναυλία, διασκεδάζοντας με το ταίρι του μες στην αρμονία – σ' αυτή την περίπτωση απόλυτα χρηστή- του φιλιού. Εξ ου αποδεικνύεται ότι το φιλί είναι και ένδειξη μεγάλης αγάπης για τον πλησίον, και η Εκκλησία έχει το τελετουργικό του φιλιού της αγάπης. Οι Ρωμαίοι είχαν την συνήθεια να υποδέχονται ο ένας τον άλλον και να χαιρετιούνται με φιλιά, ακόμα και μεταξύ αντρών και γυναικών. Οι κακόβουλοι σχολιαστές λένε ότι το έκαναν επειδή απαγορευόταν στις γυναίκες να πιούν κρασί και, φιλώντας τες, μπορούσαν να ελέγξουν την αναπνοή τους, μα εν τέλει θεωρούσαν άξεστους τους Νουμίδες, οι οποίοι φιλούσαν μόνο τα παιδιά τους.
Καθώς όλοι οι λαοί θεωρούσαν τον αέρα το ευγενέστερο των στοιχείων, τίμησαν το περιστέρι, που πετά πιο ψηλά από τα άλλα πουλιά κι όμως επιστρέφει πάντα πιστό στη φωλιά του. Βεβαίως, το ίδιο κάνει και το χελιδόνι, αλλά κανένας ποτέ δεν κατάφερε να το φιλιώσει με το είδος μας και να το εξημερώσει, αντίθετα με το περιστέρι. Ο Αγιος Βασίλειος, λόγου χάρη, ανφέρει ότι οι ιδιοκτήτες περιστεριών αντιζαν μια περιστερά με ένα αρωματικό βάλσαμο που προσείλκυε τ' άλλα περιστέρια κι έτσι την ακολουθούσαν κοπαδιαστά. Odore trahit. Πράγμα το οποίο δεν έχει μεγάλη σχέση μ' αυτά που έλεγα προηγουμένως, με συγκινεί όμως η αρωματική καλοσύνη, αυτή η μυρωμένη αγνότητα, αυτή η πλάνα εγκράτεια.
Ωστόσο το περιστέρι δεν είναι μόνο αγνό και πιστό, αλλά και απλό (columbina simplicitas: να είστε συνετοί όπως το φίδι και απλοί όπως το περιστέρι, λέει η Βίβλος), και γι' αυτό είναι μερικές φορές σύμβολο της μοναστικής και ερημικής ζωής – και τι σχέση έχει αυτό μ' όλα εκείνα τα φιλιά, μη με πιέζετε να σας πω, για το Θεό!
Ενας επιπλέον λόγος γοητείας είναι η trepiditas του περιστεριού: το ελληνικό όνομά του τρήρων προέρχεται από το τρέω, “φεύγω τρέμοντας από φόβο”. Το λένε ο Ομηρος, ο Οβίδιος κι ο Βιργίλιος (“Τρομαγμένοι σαν πιτσούνια μες στη μαύρη καταιγίδα”), κι ας μην ξεχνάμε ότι τα περιστέρια ζουν με τον διαρκή φόβο του αετού ή, ακόμα χειρότερα, του γύπα. Διαβάζουμε στον Βαλεριανό ότι ακριβώς γι' αυτό φτιάχνουν φωλιές σ' απρόσιτα μέρη, ώστε να προστατευθούν (εξ ου και το έμβλημα Secura nidificat). Και ήδη το γράφει και ο Ιερεμίας, ενώ ο Ψαλμός νε' λέει: “Τις δώσει μοι πτερύγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω!”
Οι Εβραίοι έλεγαν ότι τα περιστέρια και τα τρυγόνια είναι τα πιο κυνηγημένα πουλιά, και συνεπώς άξια για το βωμό, διότι είναι προτιμότερο να είσαι κυνηγημένος παρά διώκτης. Αντιθέτως, για τον Αρετίνο, που δεν ήταν πράος σαν τους Εβραίους, όποιος κάνει το περιστέρι τον τρώει το γεράκι. Αλλά ο Επιφάνιος λέει ότι το περιστέρι δεν φυλάγεται ποτέ από τις παγίδες, και ο Αυγουστίνος επαναλαμβάνει πως αυτό δεν το κάνει μόνο με τα πολύ μεγαλύτερα ζώα, τα οποία δεν μπορεί ν' αντιπαλέψει, αλλά ακόμα και με τα σπουργίτια.
Ενας θρύλος λέει ότι στην Ινδία υπάρχει ένα δέντρο πυκνόφυλλο και καταπράσινο, που στα ελληνικά ονομάζεται Παραδείσιον. Στη μια μεριά του ζουν τα περιστέρια, χωρίς να βγαίνουν ποτέ από τη σκιά του. Αν απομακρυνθούν απ' το δέντρο, θα γίνουν βορά ενός δράκου που είναι εχθρός τους. Μα δική του εχθρά είναι η σκιά του δέντρου, κι όταν η σκιά είναι στα δεξιά, αυτός ενεδρεύει στ' αριστερά, και αντίστροφα.
Παρ' όλ' αυτά, όσο κι αν είναι φοβητσιάρικο, το περιστέρι έχει κάτι από τη σύνεση του φιδιού, κι αν στο Νησί υπήρχε ένας δράκος, το Περιστέρι με το Χρώμα του Πορτοκαλιού θα ήξερε τι να κάνει: πράγματι, λένε ότι το περιστέρι πετάει πάντα πάνω από τα νερά, γιατί, αν του ορμήσει γεράκι, θα δει έτσι την αντανάκλασή του. Εν τέλει, φυλάγεται ή δε φυλάγεται από τις παγίδες;

Με όλες αυτές τις ποικίλες και αντιφατικές ιδιότητες, το περιστέρι έγινε και μυστικό σύμβολο, και δε χρειάζεται να κάνω τον αναγνώστη να πλήξει με την ιστορία του Κατακλυσμού και το ρόλο που έπαιξε αυτό το πουλί ως αγγελιαφόρος της γαλήνης και της καλοκαιρίας και των νέων στεριών που αναδύθηκαν. Μα για πολλούς συγγραφείς ιερών κειμένων είναι και έμβλημα της Πονεμένης Μητέρας μας και των απελπισμένων στεναγμών της. Τότε λέγεται Intus et extra, επειδή είναι αγνό μέσα και έξω. Μερικές φορές αναπαριστάται τη στιγμή όπου σπάζει το σκοινί που το κρατούσε δέσμιο, Effracto libera vinculo, και γίνεται σύμβολο του Ιησού που ανασταίνεται εκ νεκρών. Επιπλέον, είναι βέβαιο, εμφανίζεται το δείλι, για να μην το προλάβει η νύχτα και συνεπώς να μην το σταματήσει ο θάνατος προτού εξαλείψει τους σπίλους της αμαρτίας. Για να μην πούμε, αφού ήδη το είπαμε, αυτό που πληροφορούμαστε από τον Ιωάννη: “Τεθέαμαι το Πνεύμα καταβαίνον ως περιστεράν εξ ουρανού”.
Οσο για τα άλλα Σύσσημα του Περιστεριού, ποιός ξέρει πόσα γνώριζε ο Ρομπέρτο: όπως το Mollius ut cubant, επειδή η περιστερά βγάζει τα πούπουλά της ώστε να κάνει πιο μαλακή τη φωλιά για τα μικρά της. Luce lucidior, γιατί λάμπει όταν υψώνεται προς τον ήλιο. Quiescit in motu, γιατί πάντα πετά με το ένα φτερό διπλωμένο, ώστε να μην κουράζεται. Υπήρξε μάλιστα ένας στρατιώτης ο οποίος, για να δικαιολογήσει τις ερωτικές απερισκεψίες του, είχε διαλέξει ως έμβλημά του ένα κράνος, όπου είχαν φτιάξει τη φωλιά τους δύο περιστέρια, με τη φράση Amica Venus.

Εν τέλει, αυτός που διααζει θα βγάλει το συμπέρασμα ότι το περιστέρι παραέχει ποικίλες σημασίες. Μα αν πρέπει να διαλέξουμε ένα σύμβολο ή ένα ιερογλυφικό και να επιμείνουμε μέχρι θανάτου, είναι προτιμότερο να είναι πολλά τα νοήματά του, αλλιώς λέμε ψωμί το ψωμί και κρασί το κρασί, ή άτομο το άτομο και κενό το κενό. Πράγμα που ίσως άρεσε στους φυσικούς φιλόσοφους τους οποίους ο Ρομπέρτο συναντούσε στο σπίτι των Ντιπουί, όχι όμως στον πατέρα Εμμανουήλ – και ξέρουμε ότι ο ναυαγός μας έκλινε πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη άποψη. Με λίγα λόγια, το ωραίο του Περιστεριού, τουλάχιστον (πιστεύω) για τον Ρομπέρτο, ήτυαν ότι δεν αποτελούσε απλώς ένα Μήνυμα, όπως κάθε Σύσσημο ή Εμβλημα, αλλά ένα μήνυμα που το μήνυμά του ήταν το ανεξιχνίαστο των ευφυών μηνυμάτων.
Οταν ο Αινείας πρέπει να κατέβει στον Αδη – για να ξαναβρεί τη σκιά του πατέρα του και συνεπώς, κατά κάποιον τρόπο, το χθες ή τα περασμένα – τι κάνει η Σιβυλλα; του λέει, ναι, να πάει να θάψει τον Μισηνό και να θυσιάσει ταύρους και άλλα ζώα, μα, αν πραγματικά θέλει να επιτελέσει έναν άθλο που κανένας δεν είχε το θάρρος ή την τύχη να φέρει εις πέρας, θα πρέπει να βρει ένα δέντρο σκιερό και πυκνόφυλλο που ένα του κλαδί να είναι χρυσό. Το δάσος το κρύβει και σκοτεινές κοιλάδες το κλείνουν, αλλά χωρίς εκείνο το “χρυσόκομο” κλαδί δεν μπορέι κανείς να διεισδύσει στα μυστικά της γης. Και ποιός βοηθάει τον Αινεία να ανακαλύψει το κλαδί; Δύο περιστέρια, συν τοις άλλοις – θα πρέπει πια να το ξέρουμε – μητρικά πουλιά. Τα υπόλοιπα τα ξέρουν όλοι. Εν πάση περιπτώσει, ο Βιργίλιος δεν γνώριζε τίποτα για τον Νώε, ωστόσο το περιστέρι φέρνει μια ειδοποίηση, δείχνει κάτι.
Αλλού λέγεται ότι τα περιστέρια έδιναν χρησμούς στο ναό του Δία, όπου ο θεός απαντούσε δια στόματός τους. Αργότερα, ένα από αυτά τα περιστέρια πέταξε ως το ναό του Αμμωνα και το άλλο στους Δελφούς, κι έτσι καταλαβαίνουμε πως γινόταν και οι Ελληνες κι οι Αιγύπτιοι έλεγαν τις ίδιες αλήθειες, αν και κρυμμένες κάτω από σκοτεινά πέπλα. Χωρίς περιστέρι, δεν έχει αποκάλυψη.
Εμείς όμως ακόμα και σήμερα αναρωτιόμαστε τι σήμαινε το Χρυσό Κλαδί. Απόδειξη ότι τα περιστέρια φέρνουν μηνύματα, μα είναι κρυπτογραφικά.
Δεν ξέρω πόσα πράγματα γνώριζε ο Ρομπέρτο για τις Καβάλες των Εβραίων, που ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή, αλλά, ανα συναναστεφόταν τον κύριο Γκαφαρέλ, κάτι θα πρέπει να είχε ακούσει: γεγονός είναι ότι οι Εβραίοι είχαν στήσει ολόκληρα κάστρα γύρω απ' το περιστέρι. Το θυμηθήκαμε, ή μάλλον μας το θύμισε ο πατήρ Κασπάρ: στον Ψαλμό ξη' μιλάει για τα φτερά του περιστεριού που σκεπάζονται με ασήμι και για τα πούπουλά του τα οποία έχουν χρυσές αντανακλάσεις. Γιατί; Και γιατί στις Παροιμίες επιστρέφει μια παρόμοια εικόνα μήλων χρυσών “εν ορμίσκω σαρδίου”, με το σχόλιο “ούτως ειπείν λόγον”; Και γιατί το Ασμα του Σολομώντος, μιλώντας στην κόρη με τα μάτια περιστέρια, λέει, “ομοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετά στιγμάτων του αργυρίου”;
Οι Εβραίοι έλεγαν ότι το χρυσάφι είναι η γραφή, και το ασήμι τα κενά διαστήματα ανάμεσα στα γράμματα ή στις λέξεις. Κι ένας απ' αυτούς, που ίσως ο Ρομπέρτο δε γνώριζε, αλλά είχε εμπνεύσει πλήθος ραβίνους, έλεγε ότι τα χρυσά μήλα τα οποία βρίσκονται μέσα σ' ένα λεπτοϋφασμένο αργυρό δίχτυ σημαίνουν ότι σε κάθε φράση των Γραφών (μα και σε κάθε αντικείμενο ή γεγονός του κόσμου) υπάρχουν δύο όψεις, η έκδηλη και η κρυφή, και η έκδηλη είναι από ασήμι, μα η κρυφή είναι πιο πολύτιμη, γιατί είναι από χρυσάφι. Κι όποιος κοιτάζει το δίχτυ από μακριά, με τα μήλα τυλιγμένα μες στ' αργυρά του νήματα, νομίζει ότι τα μήλα είναι ασημένια, όταν όμως κοιτάξει καλύτερα, ανακαλύπτει τη λάμψη του χρυσού.
Ολα όσα εμπεριέχονται στα Ιερά Κείμενα, εκ prima facie λάμπουν σαν ασήμι, αλλά το απόκρυφο νόημά τους αστράφτει σαν χρυσός. Η ακατάλυτη αγνότητα του θείου λόγου, κρυμμένη από τα μάτια των ασεβών, καλύπτεται από ένα πέπλο σεμνότητας και βρίσκεται στη σκιά του μυστηρίου. Λέει ότι τα μαργαριτάρια δεν πρέπει να πετιούνται στα γουρούνια. Το να 'χεις μάτια περιστέρια σημαίνει να μη μένεις στην κυριολεξία των φράσεων, αλλά να μπορείς να διεισδύεις στο μυστικό νόημά τους.
Κι όμως, αυτό το μυστικό, σαν το περισερι, μας διαφεύγει και δεν ξέρουμε ποτέ που είναι . Το περιστέρι σημαίνει ότι ο κόσμος μιλάει με ιερογλυφικά, κι αυτό το ίδιο είναι το ιερογλυφικό που σημαίνει τα ιερογλυφικά. Και ένα ιερογλυφικό δε λέει και δεν κρύβει, μα μόνο δείχνει.
Αλλοι Εβραίοι είπαν ότι το περιστέρι είναι ένας χρησμός. Και δεν είναι τυχαίο ότι στα εβραϊκά το περιστέρι ονομάζεται τόρε, που θυμίζει την Τορά, τη Βίβλο τους, ιερό βιβλίο, πηγή κάθε αποκάλυψης.
Το περιστέρι, ενώ πετάει στον ήλιο, φαντάζει σαν ασημένιο, αλλά μόνον όποιος ξέρει να περιμένει πολύ για ν' ανακαλύψει την κρυφή του όψη θα δει το αληθινό χρυσάφι του ή μάλλον χρώμα του λαμπερού πορτοκαλιού.
Από τον σεβάσμιο Ισίδωρο και πέρα, οι χριστιανοί θυμήθηκαν ότι το περιστέρι, αντανακλώντας στο πέταγμά του τις ηλιαχτίδες που το φωτίζουν, μας εμφανίζεται με διαφορετικά χρώματα. Εξαρτάται από τον ήλιο, κι έχουμε εμβληματικές φράσεις, όπως Από το Φως Σου τα Στολίδια μου ή Για σένα στολίζομαι και λάμπω. Το στήθος του κάμπει με πλήθος χρώματα, κι όμως παραμένει το ίδιο. Και γι' αυτό οφείλουμε να μην εμπιστευόμαστε τα φαινόμενα, αλλά ν' αναζητάμε την αληθινή όψη κάτω από τις ψευδείς.
Πόσα χρώματα έχει το περισερι; Οπως λέει κι ένα παλιό ζωολόγιο,
Uncor m' estuel que vos devis
des columps, qui sunt blans et bis:
li un ont color aierine;
et li autre l' ont stephanine;
li un sont neir, li autre rous,
li un vermel, l' autre cendrous,
et des columps i a plusors
qui ont trestotes les colors.

Τι είναι λοιπόν ένα Περιστέρι με Χρώμα του Πορτοκαλιού;

Για να τελειώνουμε, αν δεχτούμε ότι ο Ρομπέρτο ήξερε κάτι, μαθαίνω από το Ταλμούδ ότι οι άρχοντες της Εδόμ είχαν αποφασίσει ότι όποιος Ισραηλίτης φορούσε το φυλακτήριο θα του έκοβαν το κεφάλι. Ο Ελισσάιος το φόρεσει και βγήκε στο δρόμο. Ενας νομοδιδάσκαλος τον είδε και τον κυνήγησε, κι εκείνος το έβαλε στα πόδια. Οταν ό άλλος τον πρόλαβε, ο Ελισσαίος έβγαλε το φυλακτήριο και το 'κρυψε ανάμεσα στα χέρια του. Ο εχθρός τον ρώτησε: “Τι έχεις στα χέρια σου;” Κι εκείνος απάντησε: “Τα φτερά ενός περιστεριού”. Ο άλλος του άνοιξε τα χέρια. Κι αντίκρισε φτερά περιστεριού.
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η ιστορία, μα τη βρίσκω πολύ όμορφη. Και το ίδιο θα πρέπει να συνέβαινε και στον Ρομπέρτο.

Anabilis columba,
unde, unde ades volando?
Quid est rei, quod altum
coelum cito secando
tam copia benigna
spires liquentem odorem?
Tam copia benigna
unguenta grata stilles?

Θέλω να πω ότι το περιστέρι είναι ένα σπουδαίο σημείο, και μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ένας άνθρωπος χαμένος στους αντίποδες αποφασίζει να 'χει τα μάτια του δεκατέσσερα για να καταλάβει τι νόημα έχει για τον ίδιο.
Απρόσιτο το Νησί, χαμένη η Λίλια, τσακισμένη κάθε του ελπίδα, γιατί άραγε δε θα 'πρεπε το άφαντο Περισερι με το Χρώμα του Πορτοκαλιού να μεταμορφωθεί στο χρυσό μυελό, τη φιλοσοφική λίθο, τον υπέρτατο σκοπό, άπιαστο όπως καθετί που θέλουμε με πάθος; το να ζητάς κάτι το οποίο δε θ' αποκτήσεις ποτέ δεν είναι μήπως το αποκορύφωμα των ευγενέστερων πόθων;

Το πράγμα μου φαίνεται τόσο σαφές (luce lucidior), ώστε δε χρειάζεται να επεκταθώ στην Ερμηνεία του Περιστεριού.

ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ
Το Νησί της προηγούμενης ημέρας
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΦΗ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ