Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Ιδεολογική ανοσία ή το πρόβλημα του Πλανκ – MICHAEL SHERMER



Όπως στην επιστήμη, έτσι και στην καθημερινή ζωή όλοι αντιστεκόμαστε στην όποια αλλαγή θεμελιώδους παραδείγματος. Ο κοινωνιολόγος Τζέυ Στούαρτ Σνέλσον (J.S. Snelson) αποκαλεί την αντίσταση αυτή ιδεολογικό ανοσοποιητικό σύστημα: «οι μορφωμένοι, ευφυείς και επιτυχημένοι ενήλικοι σπανίως αλλάζουν τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις τους για τον κόσμο» (1993, σ. 54). Σύμφωνα με τον Σνέλσον, όσο περισσότερη γνώση έχει συσσωρεύσει ένα άτομο και όσο καλύτερα τεκμηριωμένες είναι οι θεωρίες του (και, θυμηθείτε, όλοι έχουμε την τάση να ψάχνουμε και να θυμόμαστε τα επιβεβαιωτικά στοιχεία και όχι τα απορριπτικά) τόσο μεγαλύτερη είναι η εμπιστοσύνη που δείχνουν στι ιδεολογικές πεποιθήσεις τους. Ως συνέπεια αυτού, όμως, δημιουργείται μια «ανοσία» έναντι καινούργιων ιδεών που έρχονται σε διάσταση με τις προγενέστερες. Οι ιστορικοί της επιστήμης αποκαλούν το φαινόμενο αυτό Πρόβλημα του Πλανκ, από το όνομα του φυσικού Μαξ Πλανκ (Max Planck), που είχε κάνει την ακόλουθη παρατήρηση σχετικά με το πως εδραιώνεται ένας νεωτερισμός στην επιστήμη: «ένας σημαντικός επιστημονικός νεωτερισμός σπανίως προχωρεί κερδίζοντας σιγά-σιγά έδαφος και μεταπείθοντας τους αντιπάλους του: σπανίως θα συμβεί ο Σαούλ να γίνει Παύλος. Αυτό που συμβαίνει είναι πως οι αντίπαλοί του σταδιακά εκλείπουν και η γενιά που μεγαλώνει είναι εξοικειωμένη με την ιδέα του ευθύς εξαρχής» (1936, σ. 97).
Ο ψυχολόγος Ντέιβιντ Πέρκινς (David Perkins) πραγματοποίησε μια ενδιαφέρουσα μελέτη από την οποία προέκυψε μια ισχυρή θετική συσχέτιση μεταξύ της ευφυίας (μετρούμενης με τον τυπικό δείκτη νοημοσύνης) και της ικανότητας ανάπτυξης επιχειρηματολογίας για την υιοθέτηση μιας άποψης, καθώς και της ικανότητας υπεράσπισης της θέσης αυτής. Παράλληλα, διαπίστωσε μια ισχυρή αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ευφυίας και της ικανότητας να λαμβάνονται υπ' όψιν άλλες εναλλακτικές απόψεις. Με άλλα λόγια, όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης νοημοσύνης τόσο μεγαλύτερη έφεση υπάρχει για ιδεολογική ανοσία. Η ιδεολογική ανοσία είναι ενσωματωμένη στο επιστημονικό εγχείρημα, όπου λειτουργεί ως φίλτρο έναντι της νεωτερικότητας που ενδέχεται να κατακλύσει τα πάντα. Όπως εξηγούσε ο ιστορικός της επιστήμης Ι. Μ. Κοέν (I.B. Cohen), «τα νέα και επαναστατικά επιστημονικά συστήματα τείνουν να αντιμετωπίζουν αντίσταση μάλλον παρά ανοιχτή αποδοχή, γιατί κάθε επιτυχημένος επιστήμονας έχει επενδεδυμένο πνευματικό, κονωνικό, ακόμη και οικονομικό συμφέρον στη διατήρηση του στάτους κβο. Αν κάθε νέα επαναστατική ιδέα γινόταν δεκτή με ανοιχτές αγκάλες, αποτέλεσμα θα ήταν το απόλυτο χάος» (1985, σ. 35).
Εν τέλει η ιστορία ανταμείβει όσους έχουν «δίκιο» (προσωρινά τουλάχιστον) και οι αλλαγές γίνονται. Στην αστρονομία, το πτολεμαϊκό γεωκεντρικό σύστημα εκτοπίστηκε σιγά-σιγά από το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου. Στη γεωλογία, ο καταστροφισμός του Ζωρζ Κυβιέ (G. Guvier) παραχώρησε σταδιακά τη θέση του στον καλύτερα τεκμηριωμένο ομοιομορφισμό του Τζέιμς Χάτον (James Hutton) και του Τσαρλς Λάυελ (Charles Lyell). Στη βιολογία, η δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης διαδέχτηκε την πεποίθηση του δημιουργισμού για το αναλλοίωτο των ειδών. Στην ιστορία της Γης, η θεωρία των ηπειρωτικών πλακών του Άλφρεντ Βέγκενερ (Alfred Wegener) χρειάστηκε σχεδόν μισό αιώνα για να υπερνικήσει το παραδοσιακό δόγμα των ακίνητων και σταθερών ηπείρων. Η ιδεολογική ανοσία μπορεί να ξεπεραστεί στην επιστήμη και στην καθημερινή ζωή, αλλά χρειάζεται χρόνος και συνεπικουρία δεδομένων.

MICHAEL SHERMER
ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ;
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Gurdjieff v/s Crowley – LAWRENCE SUTIN



[...] Το Φεβρουάριο του 1924, ενώ υπέφερε λόγω του εθισμού του στην ηρωίνη και από κρίσεις άσθματος, ο Κρόουλυ επισκέφθηκε τα παλιά του λημέρια στο Φοντενεμπλό. Συγκεκριμένα επισκέφθηκε το Ινστιτούτο για την Αρμονική Ανάπτυξη του Ανθρώπου (Institute for the Harmonius Development of Man) το οποίο είχε ιδρύσει ο Γ. Ι. Γκουρτζίεφ (G. I. Gurdjieff). Ο Γκουρτζίεφ είναι μια σημαντική μορφή του εσωτερισμού του 20ου αιώνα όπως και ο Κρόουλυ και οι πορείες τους είναι αξιοσημείωτα παρόμοιες σε κάποια σημεία – όχι μόνο τα ξυρισμένα κεφάλια τους και οι διαπεραστικές ματιές τους αλλά επίσης η αμοιβαία αγάπη τους για την αλλόκοτη συμπεριφορά και την υπερβολή. Μια λεπτομερής σύγκριση μεταξύ των δύο αντρών δεν είναι δυνατή εδώ, αλλά βασικά μπορούμε να πούμε πως ο Κρόουλι επιζήτησε να καθιερώσει μια θρησκεία, ενώ ο Γκουρτζίεφ χρησιμοποίησε διαφορετικές διδακτικές μεθόδους ανάλογα με το μαθητή.
Δεν είμαστε σίγουροι για τις σχέσεις μεταξύ των δύο αντρών αν και οι διάφορες αφηγήσεις σχετικά με την υποτιθέμενη συνάντησή τους αποτελούν πια μέρος του μύθου τους. Ας ξεκινήσουμε με τη λιγότερο μελοδραματική εκδοχή που πρόσφερε ο Κρόουλυ. Στις 10 Φεβρουαρίου, επισκέφθηκε το Ινστιτούτο του Γκουρτζίεφ, τον κυρίως πύργο γνωστό ως Πριερέ. Ο Γκουρτζίεφ δεν ήταν εκεί, αλλά ένας μαθητής του, ο Μέιτζορ Πίνταρ (Major Pindar) τον δέχτηκε φιλόξενα. Στο ημερολόγιό του, τα σχόλια του ήταν γεμάτα σεβασμό απέναντι στον Γκουρτζίεφ:

Ο Γκουρτζίεφ, ο δάσκαλός τους, φαίνεται να είναι ένας κορυφαίος άνθρωπος. Άκουσα περισσότερη λογική και εσωτερική γνώση από ό,τι εδώ και χρόνια. [...] Ο Γκουρτζίεφ είναι σαφώς ένας πολύ προχωρημένος μύστης. Οι βασικές μου διαφωνίες είναι γύρω από το σεξ (αμφιβάλλω αν ο Πίνταρ καταλαβαίνει την πραγματική θέση του Γκ.) και τις τιμωρίες του [Ινστιτούτου] – όπως το να στερούν από τον παραβάτη ένα γεύμα ή να τον κάνουν να στέκεται επί μισή ώρα με τα χέρια προτεταμένα. Παιδαριώδες και ηθικά χωρίς αξία(1).

Ο Κρόουλυ δεν αναφέρθηκε σε κάποια μεταγενέστερη επίσκεψη στο Φοντενεμπλό. Ωστόσο, σε κύκλους θετικούς απέναντι στον Γκουρτζίεφ, κυκλοφορεί η ιστορία μιας προσωπικής συνάντησης μεταξύ τους κατά την οποία κατέληξαν να φιλονικήσουν, όπως στην παρακάτω αφήγηση του ιστορικού του αποκρυφισμού Τζέημς Γουέμπ (James Webb):

Ο Κρόουλυ κατέφθασε για ολόκληρο το σαββατοκύριακο και πέρασε όπως οποιοσδήποτε άλλος επισκέπτης στο Πριερέ. Του έδειξαν τους χώρους και τις υπό εξέλιξη δραστηριότητες, άκουσε τη μουσική του Γκουρτζίεφ και τις αμφίσημες συζητήσεις του. Εκτός από κάποια επιφυλακτικότητα, ο Γκουρτζίεφ του συμπεριφέρθηκε όπως οποιονδήποτε άλλο φιλοξενούμενο μέχρι το βράδυ της αναχώρησης του. Μετά το βραδυνό της Κυριακής, ο Γκουρτζίεφ βγήκε πρώτος από την τραπεζαρία μαζί με τον Κρόουλυ, ακολουθούμενος από τους μαθητές του, οι οποίοι ήταν επισης παρόντες στο γεύμα. Ο Κρόουλυ προχώρησε προς την πόρτα και ετοιμάστηκε να χαιρετήσει τον Γκουρτζίεφ, ο οποίος εκείνη τη στιγμή είχε ήδη ανεβεί κάποια από τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο δεύτερο όροφο. “Κύριε, φεύγεις;” ρώτησε ο Γκουρτζίεφ. Ο Κρόουλυ απάντησε καταφατικά. “Ήσουν καλεσμένος;” - γεγονός που δεν μπορούσε να αρνηθεί ο επισκέπτης. “Τώρα φεύγεις, δεν είσαι πια καλεσμένος;” Ο Κρόουλυ – που αναμφίβολα αναρωτιόταν αν ο οικοδεσπότης του είχε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα και περιπλανιόταν σε έναν εννοιολογικό αγριότοπο – δεν τον συνερίστηκε και του απάντησε πως ήταν καθ' οδόν προς το Παρίσι. Αλλά ο Γκουρτζίεφ, έχοντας ξεκαθαρίσει πως δεν παραβίαζε τους κανόνες της φιλοξενίας, μεταμορφώθηκε στιγμιαία σε προσωποποίηση της εύλογης οργής. “Ρυπαρέ”, φώναξε με μανία, “βρόμικε μέσα! Μην ξαναπατήσεις το πόδι σου στο σπίτι μου!” [...] Το Μέγα Κτήνος, με το πρόσωπο κάτασπρο και τρέμοντας, σύρθηκε πίσω στο Παρίσι με την ουρά στα σκέλια(2).

Ο Γουέμπ περιέγραψε τη στάση του Γκουρτζίεφ – και τις υποτιθέμενες εσώτερες σκέψεις του Κρόουλυ – με το αυταρχικό ύφος μυθιστοριογράφου. Αν αυτή η σκηνή όντως διαδραματίστηκε, τότε είναι αξιοσημείωτο που ο Κρόουλυ, ο οποίος έτρεφε εχθρότητα απέναντι σε τόσους αντίπαλους δασκάλους, δεν ένοιωθε έτσι για τον Γκουρτζίεφ.



__________________
1.Κρόουλυ,10 Φεβρουαρίου 1924, καταγραφή ημερολογίου, Ημερολόγιο 1924, δακτυλογραφημένο κείμενο, Αρχεία του Ο.Τ.Ο.
2.James Webb, The Harmonious Circle: Te Lives and Work of G. I. Gurdjieff, P. D. Ouspensky, and Their Followers, Boston: Shambhala, 1987, σελ. 315


LAWERENCE SUTIN
Do What Thou Wilt!
Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΛΙΣΤΕΡ ΚΡΟΟΥΛΥ
Βιογραφία
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΕΤΥΠΟ

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Φυτά και φάρμακα – John M.Allegro



Τα φυτά ήταν οι καρποί της ένωσης του Θεού με τη Γη. Κι όπως συμβαίνει με τα γεννήματα κάθε ένωσης, άλλα ήταν ισχυρότερα κι άλλα πιο αδύναμα, άλλα είχαν μεγαλύτερη κι άλλα μικρότερη σημασία. Ορισμένα προσφέρανε το πολύτιμο ξύλο τους για την κατασκευή σπιτιών και πλοίων. Άλλα διέθεταν το εύθραστο ξύλο τους μόνο για τη φωτιά. Ορισμένα πρόσφεραν εύγευστους και θρεπτικούς καρπούς. Άλλα διαθέτανε καρπούς πικρούς με την παράξενη ιδιότητα να σκοτώνουν ή να θεραπεύουν.
Οπωσδήποτε, πριν από τη γνώση των φαρμακευτικών φυτών προηγήθηκε μια σειρά από επικίνδυνες εμπειρίες. Είναι βέβαιο πως οι επιδράσεις των επικίνδυνων φυσικών ουσιών παρατηρήθηκαν πρώτα στα ζώα, όπως μας πληροφορεί ο θρύλος του βοσκού Μέλαμπου, που ανακάλυψε τις καθαρτικές ιδιότητες του φυτού ελλέβορου, από την επίδραση που είχε στις κατσίκες του. Το σύνολο των εμπειριών του είδους, συχνά επικίνδυνων και θανατηφόρων, είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τοπικές φαρμακολογίες, βασισμένες στα φυτά που αφθονούσαν στην κάθε περιοχή. Αργότερα, οι έμποροι και οι ταξιδιώτες μεταφέρανε τα φαρμακευτικά φυτά της μιας περιοχής στην άλλη.
Στη συνέχεια, το σύνολο των φυτοφαρμακολογικών γνώσεων αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης, που αφορούσε, ορισμένα ειδικευμένα μέλη των κοινοτήτων. Ήταν οι πρώτοι γιατροί, που δεν άργησαν να εξελιχθούν σε μια προνομιούχα τάξη. Χάρη στη διατήρηση των μυστικών της τέχνης τους, ασκούσαν μια πραγματική εξουσία πάνω στους συγχρόνους τους.
Το αρχαιότερο ιατρικό κείμενο που έχουμε στα χέρια μας είναι μια σουμεριακή πλάκα που χρονολογείται από τα τέλη της τρίτης προχριστιανικής χιλιετίας. Περιέχει έναν κατάλογο από αντίδοτα για διάφορες παθήσεις που η πρώτη ύλη τους εμφανίζει μια μεγάλη ποικιλία. Τα αντίδοτα είναι κατασκευασμένα από γάλα, “πουκάμισο” φιδιών, όστρακα, αλάτι, νιτρικές ουσίες, φραγκοστάφυλο, μυρτιά, θυμάρι, σύκα, χουρμάδες, έλατο, πεύκο κ.α. Στη συνέχεια συναντάμε ένα πλήθος από ιατρικές πλάκες συνταγμένες στα σουμεριακά και τα ακκαδικά. Περιέχουν καταλόγους φαρμακευτικών φυτών με τα ονόματά τους στις δυό γλώσσεςκαι πλήρεις περιγραφές των καρπών τους, των φύλλων τους, τον τρόπο περισυλλογής και επεξεργασίας. Στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου βρίσκουμε παρόμοια κείμενα πολύ αργότερα, μόλις στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα. Ανάμεσα σ' αυτά ξεχωρίζει η Περί φυτών Ιστορία του Θεόφραστου (372 – 287 π.Χ.) μαθητή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Η Ιστορία περιέχει έναν κατάλογο από τετρακόσια φυτά, με λεπτομέρειες για τη μορφή τους, το είδος τους, τον τόπο που αφθονούν, τον τρόπο που αναπαράγονται, την καλλιέργεια και την χρησιμότητά τους. Το σύνολο των γνώσεων που περιλαμβάνει η Ιστορία του Θεόφραστου έχει τέτοια έκταση που αποκλείεται να πρόκειται για καρπό εμπειρίας ενός μόνον ανθρώπου. Είναι πολύ πιθανό, πως ο Θεόφραστος χρησιμοποίησε τους “υπερδισχίλιους” μαθητές του, για να συγκεντρώσει το τεράστιο αυτό υλικό, καθώς και τις γνώσεις που αποκόμισαν οι στρατιώτες του συγχρόνου τους Αλέξανδρου του Μακεδόνα, κατά την διάρκεια της τεράστιας εκστρατείας τους από την Ελλάδα μέχρι τις Ινδίες.
Η επόμενη ίσης αξίας βοτανολογική μελέτη εμφανίζεται κατά την διάρκεια του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα. Ο Διοσκουρίδης, σύγχρονος του Κλαύδιου και του Νέρωνα έγραψε το Περί Ύλης Ιατρικής (De Materia Medica), που αν δεν περιέχει καινούργιες πληροφορείες σε σύγκριση με τον Θεόφραστο, αντιπροσωπεύει μια πρώτη προσπάθεια κωδικοποίησης των φαρμάκων. Χωρίζει τα φάρμακα σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με την προέλευσή τους: φυτική, ζωική, μεταλλική. Οι περιγραφές του Διοσκουρίδη είναι ακριβολογικές και περιεκτικές, και στο μεγαλύτερο μέρος τους αποκλείουν τις λαϊκές μυθολογικες προεκτάσεις.
Ευτυχώς για μας, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, που έζησε περίπου την ίδια εποχή (23 – 79 μ.Χ.) με τον Διοσκουρίδη, έγραψε ένα λιγότερο “επιστημονικό” κείμενο, γεμάτο από λαϊκές παραδόσεις και μυθολογικές προεκτάσεις. Η Φυσική Ιστορία του (Naturalis Historia) αποτελεί μιάν αστείρευτη πηγή πληροφοριών γύρω απο την λαϊκή μυθολογία των φυτών. Ο Πλίνιος παραθέτει εκπληκτικές λεπτομέρειες για τους τρόπους καλλιέργειας, περισυλλογής, επεξεργασίας και χρήσης των φυτών. Μας αποκαλύπτει την φύση των φυτών από την άποψη της αρχαίας νοοτροπίας και τη σχέση της φύσης με την ονομασία τους. Συχνά οι ιστορίες του δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα, κι έτσι το έργο του Πλίνιου δεν έχει τόσο βοτανολογική, όσο λαογραφική και ετυμολογική αξία.
Από την άποψη της δικής μας μελέτης, οι ιδέες και οι μυθολογίες που συνόδευαν τα φυτά έχουν μεγαλύτερη σημασία από την πραγματική βοτανολογική αξία τους.
Στην κλασική και ρωμαϊκή περίοδο, τα παλαιότερα κείμενα είχαν τη φήμη πως το περιεχόμενό τους περιέκλειε πολύτιμα θεραπευτικά μυστικά. Ο Ιώσηπος, που έζησε τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα, σημειώνει πως η ιδουαϊκή αίρεση των Εσσαίων μελετούσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα αρχαία κείμενα, και προπάντων εκείνα που αφορούσαν την ψυχική και σωματική υγεία. Χάρη στα κείμενα αυτά, οι Εσσαίοι μελετούσαν τις “θεραπευτικές” ρίζες, τις “ιατρικές” πέτρες, και κατάφεραν να γιατρεύουν έναν μεγάλο αριθμό παθήσεων. Ο λαός συνήθιζε ν' αποδίδει το σύνολο των ιατρικών και θεραπευτικών κειμένων στον βασιλιά Σολομώντα, που η Παλαιά Διαθήκη τον αναγνωρίζει σαν γνώστη όλων των φυτών “από κέδρου της εν τω Λιβάνω μέχρι υσσώπου της εκφυομένης επί του τοίχου”. Αργότερα η λαϊκή παράδοση απέδωσε στον βασιλιά ακόμη μεγαλύτερες ικανότητες, όπως την “τέχνη να εξορκίζει τους δαίμονες για να θεραπεύει τους ανθρώπους”. Ο Ιώσηπος προσθέτει ότι ο Σολομώντας συνέθεσε ψαλμούς που ανακούφιζαν τους αρρώστους και έδιωχναν για πάντα τους δαίμονες από το σώμα τους.
Το γεγονός της μεγάλης διάδοσης της δαιμονολογίας του Σολομώντα (η περίφημη “Σολομωνική”) κατά την διάρκεια του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μελέτη μας. Ο Ιώσηπος παραθέτει την αφήγηση μιας εντυπωσιακής θεραπείας που πραγματοποιήθηκε χάρη σ' αυτή “τη μεγάλη δύναμη”, από τον συμπατριώτη του Ελεάζαρ, που πιθανότατα ήταν Εσσαίος: “Έβαλε κάτω από τη μύτη του δαιμονισμένου (τρελού) ένα μπαστούνι, που κάτω από τη σφραγίδα του είχε μια ρίζα απ' αυτές που σημειώνει ο Σολομών. Καθώς ο άρρωστος ανάσανε τη μυρουδιά της ρίζας, ο Ελεάζαρ τράβηξε απ' τα ρουθούνια του τον δαίμονα. Ο δαιμονισμένος θεραπεύτηκε και υποσχέθηκε να μην ξαναφήσει τον δαίμονα να μπει στο σώμα του. Ο Ελεάζαρ του σύστησε να προφέριε σε κάθε επικίνδυνη περίσταση το όνομα του Σολομώντα και να ψέλνει τους θεραπευτικούς ψαλμούς του βασιλιά.
Βλέπουμε λοιπόν πως η γνώση των φαρμακευτικών φυτών δεν ήταν αρκετή για την εφαρμογή των πρωτόγονων θεραπευτικών μεθόδων. Το πρώτο κεφάλαιο ήταν η αναγνώριση του θεραπευτικού φυτού και η ταύτισή του με την λαϊκή ονοματολογία. Αλλά το δεύτερο και εξίσου σημαντικό κεφάλαιο, ήταν η γνώση της συλλογής, της επεξεργασίας και της χρήσης του φυτού. Άλλωστε υπήρχαν και οι πρόσθετες δυσκολίες. Ορισμένα φυτοφάρμακα ήταν τόσο ισχυρά που δεν μπορούσαν να εισαχθούν στον οργανισμό του αρρώστου, παρά μόνον μετά από μια πολυήμερη ψυχική και σωματική προετοιμασία. Η επίδραση ορισμένων πανίσχυρων φυτοφαρμάκων έπρεπε να εξουδετερωθεί την κατάλληλη στιγμή από άλλες ουσίες, για ν'αποφευχθεί το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Ξέρουμε, για παράδειγμα, πως η καθαρτική επίδραση του ελλέβορου περιοριζόταν απ' την ενέργεια ορισμένων ναρκωτικών. Η γνώση της δοσολογίας αποτελούσε έναν πολύ ευαίσθητο παράγοντα που εξακολουθεί να προβληματίζει και τη σύγχρονη φαρμακολογία. Οι αρχαίοι προσδιόριζαν την δοσολογία με μια σειρά άλλων γνώσεων, που αφορούσαν την προσωπικότητα του ασθενή, δηλαδή το χρώμα του δέρματος, των μαλλιών και των ματιών του, το γενεαλογικό του δέντρο, τον αστολογικό του χάρτη, τον τόπο της γέννησής του κτλ.
Στην πραγματικότητα, οι αστρολογικές γνώσεις έπαιζαν κυριαρχικό ρόλο στον προσδιορισμό της θεραπευτικής αγωγής. Η αρχαία φαρμακολογία και ιατρική συμβάδιζαν με την αστρολογία που κατάφερε να συγκεντρώσει έναν μεγάλο αριθμό αξιόλογων αστρονομικών γνώσεων. Ανάμεσα στα άλλα κείμενα της εσσαϊκής βιβλιοθήκης, που ανακαλύφθηκε στα μέσα του αιώνα μας στις σπηλιές της Νεκρής θάλασσας, περιλαμβάνεται κι ένα αστρολογικό χειρόγραφο. Είναι γραμμένο σ' έναν ιδιαίτερο κώδικα. Διαβάζεται δηλαδή από τ' αριστερά προς τα δεξιά και όχι αντίστροφα όπως συμβαίνει με τα συνηθισμένα σημιτικά κείμενα, ενώ παράλληλα περιέχει λέξεις με ελληνικούς χαρακτήρες που δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα και πρέπει ν' αντικατασταθούν με εβραϊκά γράμματα για ν' αποκτήσουν νόημα. Το χειρόγραφο βρέθηκε κομματιασμένο στο δάπεδο της σπηλιάς, και η προσεχτική του συγκόλληση δεν απέδωσε το αρχικό σύνολο. Ωστόσο το νόημα του είναι φανερό. Πρόκειται για μια καταγραφή φυσικών χαρακτηριστικών των ατόμων που έχουν γεννηθεί κάτω από συγκεκριμένους αστερισμούς του ζωδιακού κύκλου. Έτσι, όποιος έχει γεννηθεί, για παράδειγμα, κάτω από τον αστερισμό του Ταύρου, διαθέτει λεπτούς γοφούς και μακρυά δάχτυλα ποδιών. Η πνευματική φύση των ατόμων προσδιορίζεται από τα “φωτεινά” και “σκοτεινά” τους τμήματα. Το σύνολο των τμημάτων είναι πάντα ο αριθμός εννέα, που αναφέρεται πιθανότατα στην διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο γεννημένος κάτω από τον αστερισμό του Ταύρου διαθέτει μονάχα τρία φωτεινά τμήματα και έξι σκοτεινά!
Ένας ακόμη πιο αδικημένος τύπος, που δυστυχώς το όνομα του αστερισμού του χάθηκε, περιγράφεται με χοντρά δάχτυλα, τριχωτούς γοφούς, κοντά και στραβά δάχτυλα ποδιών. Οκτώ του τμήματα βρισκονται κάτω από την εξουσία του “οίκου του Σκότους” και μόνον ένα ανήκει στον “οίκο του Φωτός”. Αντίθετα, ο πιο ευνοημένος έχει μέτριο ύψος, κατσαρή γενειάδα, μάτια που μοιάζουν με “αστραφτερό κάρβουνο”, ομοιόμορφα δόντια και λεπτά δάχτυλα. Οκτώ μέρη του ανήκουν στο φως και ένα μόνο στο σκοτάδι.
Τα χειρόγραφα της Νεκρής θάλασσας, όπως και τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, δίνουν έμφαση στον ανταγωνισμό ανάμεσα στο “φως” και το “σκοτάδι”. Υποθέτουμε πως αντιστοιχούν με τους ηθικούς όρους “καλό” και “κακό”. Έτσι, οι “γιοί του φωτός” είναι αυτοί που κάνουν το καλό, και οι “γιοί του σκότους” αυτοί που βλάπτουν τους συνανθρώπους τους. Ωστόσο η διάκριση αυτή δεν υιοθετεί αναγκαστικά τη σύγχρονη ηθική έννοια: οι καρποί του “πνεύματος της αλήθειας”, όπου μαζί της ταυτίζεται το “φως”, είναι η “θεραπεία”, η “ειρήνη και μακροβιότητα”, η “γονιμότητα”. Αντίθετα, οι “δρόμοι του πνεύματος του ψέματος” είναι η πλεονεξία, η κακία, η ψευδολογία, η έπαρση, η αλαζονεία, η υποκρισία, η κτηνωδία, η κακή πρόθεση κτλ. Μ' άλλα λόγια, όλα όσα ανήκουν στη σφαίρα ενός χαρακτήρα που εμφανίζει έλλειψη ισορροπίας.
Τα ελαττώματα αυτά συνιστούν οπωσδήποτε “ανήθικα” στοιχεία, αλλά για τους αρχαίους φιλόσοφους δεν ήταν αποτελέσματα της ελεύθερης επιλογής της συμπεριφοράς του ατόμου, αλλά κληρονομικές ιδιότητες εξαρτημένες κατά κύριο λόγο από την προσδιορισμένη μοίρα του ανθρώπου, τη στιγμή της γέννησής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των αστερισμών. Έτσι η ιατρική ανελάμβανε την αποκατάσταση της “ηθικής” ανισορροπίας παίζοντας έναν ρόλο ταυτόσημο μ' εκείνον της θρησκείας. Στην πραγματικότητα, για τον αρχαίο κόσμο, ιατρική και θρησκεία ήταν δύο έννοιες αδιαχώριστες.
Για την παροχή φαρμάκων, ο “γιατρός” έπρεπε να γνωρίζει τα κληρονομικά χαρακτηριστικά του αρρώστου, και για την απόκτηση της απαραίτητης αυτής γνώσης, κατέφευγε στην αστρολογία, όπως μας αποκαλύπτει ο αινιγματικός κύλινδρος της Νεκρής θάλασσας.
Ιατρική και αστρολογία γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν στη χώρα των Σουμερίων. Οι τελευταίοι μετέδωσαν τις γνώσεις τους στους λαούς που τους διαδέχτηκαν στην επικυριαρχία της Μεσοποταμίας. Το γεγονος επιβεβαιώνεται από τα σφηνοειδή κείμενα κι από τη φήμη που είχαν σ' όλη την έκταση του αρχαιου κόσμου.
Στήθι τώρα με τας γοητείας σου και με το πλήθος των μαγειών σου, εις τας οποίας ηγωνίσθης εκ νεότητός σου”, φωνάζει ο Ησαΐας στην “παρθένο θυγατέρα της Βαβυλώνας”, “αν δύνασαι να ωφεληθής, αν δύνασαι να υπερισχύσης. Απέκαμες εν τω πλήθει των βουλών σου. Ας σηκωθώσι τώρα οι ουρανοσκόποι, οι αστρολόγοι, οι μηνολόγοι προγνωστικοί και ας σε σώσωσιν εκ των επερχομένων επί σε”.
Αν όχι εθνικοί, τουλάχιστον πολιτιστικοί διάδοχοι των παραπάνω ήταν οι “μάγοι” των Ευαγγελίων. Πρόκειται για τους μεγάλους πραγματευτές των φαρμάκων της αρχαιότητας, και ο Πλίνιος τους αναφέρει συχνά, όταν μιλάει για τα σπάνια θεραπευτικά φυτά και τις λαϊκές παραδόσεις που συνόδευαν τη χρήση τους. Κρατάει απέναντί τους μια περιφρονητική στάση, αλλά παράλληλα δεν παραλείπει να σημειώσει πως ο φιλόσοφος Πυθαγόρας, ο πρώτος Έλληνας που σκέφτηκε να γράψει ένα βιβλίο για τις ιδιότητες των φυτών, καθώς και ο Δημόκριτος, “επισκέφθηκαν τους Μάγους της Περσίας, της Αραβίας, της Αιθιοπίας και της Αιγύπτου, και έγραψαν στη συνέχεια απίστευτα πράγματα που εντυπωσίασαν τους αρχαίους”.
Ο Διοσκουρίδης τους ονομάζει “προφήτες” και τους αναγνωρίζει σαν συντάκτες της “ειδικής” ονοματολογίας των φυτών. Εδώ μπορούμε να κάνουμε μιαν ενδιαφέρουσα παρατήρηση γιατί η σουμεριακή λέξη που σημαίνει “γιατρός” είναι Α-ΖU ή I-ZU. Η ίδια λέξη προσδιορίζει τον “ειδικό στα νερά και στο πετρέλαιο” (ραβδοσκόπο) καθώς και τον “προφήτη” (ή “προγνωστικό” σύμφωνα με το παραπάνω κείμενο του Ησαΐα). Η λέξη “Εσσαίος” που έμεινε γνωστή μόνο από την ελληνική κρυπτογραφική της απόδοση, προέρχεται πιθανότατα από την ίδια ρίζα.
Η ικανότητα της προφητείας ή της πρόγνωσης αποτέλεσε ανέκαθεν ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της ιατρικής. “Ο γιατρός πρέπει από πολύ νωρίς ν' αναπτύξει την ιδιότητα της πρόνοιας (συγκέντρωση γνώσεων που αφορούν τον άρρωστο και δεν του αποκαλύπτονται)” γράφει ένας από τους συντάκτες της Συλλογής του Ιπποκράτη (γύρω στα 300 π.Χ.), “γιατί αν είναι σε θέση να γνωρίζει και να προβλέψει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον... οι άνθρωποι θα τον πλησιάσουν με εμπιστοσύνη... Έτσι, ανάλογα με την περίσταση, θα προβλέψει τις δυνατότητες των μεν να επιζήσουν και θα τους θεραπεύσει, ενώ θα διακρίνει την αδυναμία των άλλων και θα προσδιορίσει τον αναπόφευκτο θάνατό τους... αποφεύγοντας μ' αυτό τον τρόπο την ευθύνη για την αποτυχία της επέμβασής του”.
Η έννοια της ιπποκρατικής “πρόνοιας” προχωρεί πολύ βαθύτερα από την απλή ευθύνη του γιατρού. Ο τελευταίος έπρεπε να είναι σε θέση να επικοινωνήσει με τον κόσμο των πνευμάτων και να επηρεάσει την θέληση των θεών και των δαιμόνων που εξουσίαζαν την υγεία και την αρρώστια. Για κάθε ασθένεια, όπως και για κάθε τμήμα του σώματος, υπήρχε ο αντίστοιχος δαίμονας. Η γνώση του ονόματός του επέτρεπε στον γιατρό να εξουδετερώσει ως ένα σημείο την επίδρασή του. Ο Ιησούς, για παράδειγμα, ζητάει να μάθει το όνομα του δαίμονα, για να τον υποχρεώσει στη συνέχεια να εγκαταλείψει το σώμα του αρρώστου και να μπει στο σώμα των γουρουνιών.
Η ελληνική λέξη “δαίμων” κατάγεται οπωσδήποτε από την περσική deew (η φθογγική μεταβολή ανάμεσα στο m και το w είναι πολύ συνηθισμένη). Και οι δύο μοιάζουν να προέρχονται από τη σουμεριακή DA-IA-U-NA, που σημαίνει “ικανότητα για γονιμοποίηση”.
Κατά συνέπεια ο δαίμονας μπορούσε να επηρεάσει προς το καλό ή το κακό τη γέννηση, τον θάνατο και την υγεία του ανθρώπου σ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του. Το φαρμακευτικό φυτό είχε τις ίδιες ιδιότητες με τον δαίμονα. Από την άλλη μεριά, η εβραϊκή λέξη “dawah”, που σημαίνει “είμαι άρρωστος”, και η παρόμοια αραβική λέξη που σημαίνει “φάρμακο” προέρχονται και οι δύο από την ίδια σημιτική ρίζα. Έτσι από ετυμολογική άποψη, ο δαίμονας της υγείας και της αρρώστιας και το φάρμακο με τις ίδιες ιδιότητες ταυτίζονται.
Αν ο γιατρός – προφήτης έπρεπε να γνωρίζει τα ονόματα των δαιμόνων υπεύθυνων για την κάθε αρρώστια, ήταν υποχρεωμένος να ξέρει και τον τρόπο επίκλησης των αντιπάλων τους, των θεραπευτικών δηλαδή δυνάμεων που υπήρχαν μέσα στα φάρμακα. Πρόκειται για τους αγγέλους, που τα ονόματά τους αποτελούσαν ένα μεγάλο μέρος των μυστικών γνώσεων των Εσσαίων. Πριν να μάθουν, οι μυημένοι έπρεπε να “πάρουν φοβερούς όρκους”. Η βασική θεραπευτική αρχή είναι αυτή που μας περιγράφει ο Ιώσηπος, όταν ο φίλος του Ελεάζαρ κάνει επίκληση στο όνομα του Σολομώντα, τη στιγμή που υποχρεώνει τον άρρωστο να μυρίσει τη ρίζα του φυτού που κρύβει στο μπαστούνι του. Την ξαναβρίσκουμε στην θεραπεία του ανάπηρου, όταν ο Πέτρος κάνει επίκληση στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, ενώ όταν οι “επτά υιοί του Σκευά” επιχείρησαν να επαναλάβουν το “θαύμα” απέτυχαν.
Εφ' όσον κάθε μορφή ζωής προέρχεται από το θεϊκό σπέρμα, το τελευταίο αποτελεί και το ιδανικότερο φάρμακο. Οι αρχαίοι πίστευαν πως ορισμένα φυτά διαθέτανε μιαν ουσία πολύ συγγενική με το “πανάγιο” σπέρμα. Η αξία της ουσίας διαπιστωνόταν από την ιδιότητά της να σκοτώνει, να θεραπεύει ή να μεθάει.
Στα σουμεριακά η ίδια λέξη ΤΙΝ σημαίνει ταυτόχρονα “ζω” και “μεθάω”. GEShTIN είναι ταυτόχρονα “το δέντρο της ζωής” και το “κρασί”. Μια αναλογία υπάρχει οπωσδήποτε ανάμεσα στην ελληνική λέξη “οίνος” και στην εβραϊκή “yayin” (κρασί). Και οι δύο προέρχονται πιθανότατα από τη σουμεριακή ρίζα IA-U-NU, “σπέρμα – σπορά”.
Δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη η επίκληση του ονόματος του Ιησού για θεραπευτικούς λόγους. Στα εβραϊκά γράφεται ychosua (γεχοσούα) και προέρχεται από την σουμεριακή ρίζα IA-U-ShU-A (ShUSh) που σημαίνει “σπόρος που σώζει, που αποκαθιστά, που θεραπεύει”. Οι εξελληνισμένοι εβραίοι στη θέση του “Ιησούς” χρησιμοποιούσαν το ελληνικό όνομα “Ιάσων”, κι είχαν δίκιο γιατί “ιάσων” σημαίνει “θεραπευτής” και το ρήμα “ιώμαι” προέρχεται από την ίδια σουμεριακή ρίζα. Η περίφημη ευαγγελική ρήση “Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν” αποτελεί μιαν απόδειξη πως ο συντάκτης του κειμένου είχε υπ' όψη του την ετυμολογία του ονόματος του Ιησού, και το ίδιο συμβαίνει όταν ο Χριστός παίρνει την προσωνυμία “Σωτήρ”. Η ελληνική αυτή λέξη συγγενεύει με την σουμεριακή ShU που σημαίνει επισης “σωτήρας”. Ο “θεραπευτής” λοιπόν Ιησούς αποκαλείται δικαιολογημένα “Σωτήρ”, εφ' όσον, από την άλλη μεριά, η ίδια λέξη είναι μια από τις πιο διαδεδομένες προσωνυμίες του Δία.
Ο Διόνυσος, θεός της γονιμότητας, με έμβλημα του τον φαλλό, ήταν ταυτόχρονα και θεός – θεραπευτής. Το όνομά του κατάγεται από τη σουμεριακή ρίζα IA-U-NU-ShUSh, που μοιάζει με τη ρίζα της καταγωγής του ονόματος του Ιησού, μετά την αφαίρεση της λέξης NU. Αλλά NU σημαίνει στα σουμεριακά “σπορά”, “υγρό σπέρμα που σώζει”, και συγγενεύει με την ελληνική λέξη “νόσος” (αρρώστια) αλλά και “Νόσιος” (θεραπευτής) που πρόκειται για άλλο ένα διαδεδομένο επίθετο του Δία.
Η θεότητα της γονιμότητας ενυπάρχει, όπως είδαμε, σε όλα τα ζωντανά όντα. Σ' άλλα περισσότερο και σ' άλλα λιγότερο. Τα φαρμακευτικά φυτά, προικισμένα με την ιδιότητα να σκοτώνουν αλλά και να θεραπεύουν, αποτέλεσαν από πολύ νωρίς αντικείμενο μελέτης των μάγων – ιατρών, των προφητών και των ιερέων του αρχαίου κόσμου. Οι εμπειρικές γνώσεις τους αποτελούσαν περιουσία των επαγγελματικών κοινοτήτων και αναμεταδίδονταν με μυστικιστικό τρόπο. Οι γνώσεις αυτές πέρα από τα ονόματα και την περιγραφή των φυτών περιελάμβαναν τα ονόματα των δαιμόνων, υπεύθυνων για τις ασθένειες, καθώς και τα ονόματα των αγγέλων που μπορούσαν να επικληθούν για να θεραπεύσουν σε συνδυασμό με τις επιδράσεις των φαρμακευτικών φυτών. Επιπλέον, αναπόσπαστο στοιχείο της θεραπευτικής μεθόδου ήταν η γνώση της φυσιολογικής και ψυχολογικής κατάστασης του αρρώστου καθώς και ο προσδιορισμός της αναλογίας των “πνευμάτων του φωτός και του σκότους” που έφερε κληρονομικά από τη στιγμή της γέννησής του. Όλα τα παραπάνω στοιχεία αποκαλύπτονταν με τη βοήθεια της αστρολογίας, κι έτσι οι αρχαίοι γιατροί υπήρξαν ταυτόχρονα και αστρολόγοι. Παράλληλα ήταν προφήτες, ικανοί ν' αποκαλύψουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Μ' άλλα λόγια, για τον αρχαίο κόσμο, ιατρική και θρησκεία ήταν δύο έννοιες αδιαχώριστες.


JOHN M. ALLEGRO
ΤΟ ΙΕΡΟ ΜΑΝΙΤΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΟΣ ΒΕΡΕΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΒΡΗΣ

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Περί δεσμών των πνευμάτων – Giordano Bruno



Αναφέραμε προηγουμένως ότι ορισμένα πνεύματα κατοικούν σε πυκνότερη και άλλα σε λεπτότερη ύλη. Ορισμένα κατοικούν σε σύνθετα και άλλα σε απλούστερα σώματα. Ορισμένα κατοικούν σε σύνθετα και άλλα σε απλούστερα σώματα. Κατά συνέπεια, οι λειτουργίες της ψυχής είναι άλλοτε ευκολότερες και άλλοτε δυσκολότερες, πότε κατεσταλμένες και πότε καλά προσαρμοσμένες, άλλοτε πάλι εντελώς αδύνατες. Επιπλέον, ορισμένα πνεύματα δρουν αποτελεσματικότερα ανάλογα με το είδος της εκάστοτε λειτουργίας. Έτσι, στους ανθρώπους επιτρέπονται κάποιες λειτουργίες, πράξεις και ηδονές τις οποίες στερούνται οι δαίμονες και αντιστρόφως. Οι τελευταίοι, για παράδειγμα, μπορούν ευκολότερα να διεισδύουν στα σώματα και να μας υποβάλλουν σκέψεις, για το λόγο ότι διαβιβάζουν ορισμένες εντυπώσεις απευθείας στις εσωτερικές μας αισθήσεις, τις οποίες εμείς νομίζουμε ότι αισθανόμαστε αυθόρμητα. Αυτή η επίδραση μοιάζει να στηρίζεται στην εξής αναλογία: εάν κάποιος θελήσει να γεννήσει μια σκέψη σε κάποιον τρίτο που βρίσκεται σε μακρινή απόσταση, είναι αναγκασμένος να φωνάξει δυνατά ώστε η σκέψη να παραχθεί στην εσωτερική αίσθηση μέσω της ακοής. Εάν, πάλι, ο δέκτης βρίσκεται σε κοντινότερη απόσταση, ο πομπός δεν χρειάζεται να φωνάξει αλλά να μιλήσει με χαμηλότερη φωνή, και, τέλος, εάν οι δύο άνθρωποι στέκονται δίπλα-δίπλα, αρκεί ένας ψίθυρος στο αυτί. Οι δαίμονες ωστόσο δεν χρειάζονται ούτε αυτιά ούτε φωνές ούτε και ψιθύρους, επειδή – όπως ήδη ειπώθηκε – εισδύουν άμεσα στην εσωτερική αίσθηση. Κατ' αυτό τον τρόπο μας στέλνουν όνειρα, μας κάνουν να ακούμε φωνές και να βλέπουμε παράξενα πράγματα και, επιπλέον, μας υποβάλλουν στον ξύπνιο μας συγκεκριμένες σκέψεις που εμείς αγνοούμε ότι μας τις υπαγορεύει μια εξωτερική δύναμη. Άλλοτε ενσταλάζουν αλήθειες μέσα από αινίγματα, άλλοτε τις φανερώνουν καθαρότερα και άλλοτε πάλι πασχίζουν να μας εξαπατήσουν. Φυσικά, δεν διαθέτουν όλοι όλες αυτές τις ικανότητες, καθότι τα πάντα συμβαίνουν ακολουθώντας μια δεδομένη αλληλουχία και σειρά.
Επομένως, δεν είναι τα πάντα στη διάθεση όλων των πνευμάτων και των δαιμόνων, ούτε στη δύναμή τους αλλά ούτε και στην αντίληψή τους. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα είδη πνευμάτων και δαιμόνων απ' ό,τι αισθητών πραγμάτων. Έτσι, ορισμένα από αυτά είναι άλογα όντα που βλάπτουν άνευ λόγου και, ενώ υπολείπονται σημαντικά από τους ανθρώπους με σοφία, ωστόσο είναι σε θέση να τους βλάψουν όσο τα άγρια ή δηλητηριώση θηρία. Πρόκειται για τα κατά Μάρκον “άλαλα και κωφά”(1) πνεύματα, δηλαδή αυτά που στερούνται λογικής, καθώς δεν αναγνωρίζουν καμία εντολή, όπως επίσης δεν ακούν ούτε καταλαβαίνουν από απειλές ή δεήσεις. Για τον λόγο αυτόν οι αρχαίοι δήλωναν ανίκανοι να διώξουν τέτοια πνεύματα, παρόλο που υποστήριζαν επίσης ότι το συγκεκριμένο είδος δύναται να ελεγχθεί και να νικηθεί με τη νηστεία, την εγκράτεια, την προσευχή ή την ανύψωση της ψυχής προς τον Θεό και τη δύναμη των αισθήσεων. Πρόκειται μάλλον για ιατρικό θέμα, μια και τέτοιου είδους τραχιά πνεύματα – όπως το φαγητό και οι απολαύσεις – είναι οι χυμοί της πιο βαριάς και γήινης μελαγχολίας, την οποία μπορεί να ελέγξει ο ιατρός είτε ελαττώνοντας τη μέσω νηστείας είτε αποβάλλοντας τη με τη σωστή χορήγηση καθαρτικού.
Υπάρχει και ένα άλλο είδος δαιμόνων – δειλοί, καχύποπτοι μα εύπιστοι – οι οποίοι ακούν μεν και κατανοούν τους λόγους, αλλά δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το δυνατό από το αδύνατο, το κατάλληλο από το ακατάλληλο. Μοιάζουν λίγο με τους ονειροπόλους ή όσους ανθρώπους έχουν διαταραγμένη φαντασία. Αυτού του είδους οι δαίμονες τρέπονται συνήθως σε φυγή όταν απειληθούν με θάνατο, ειρκτή, ρίψη στην πυρά και άλλα παρόμοια. Υπάρχουν όμως και άλλοι, πιο φρόνιμοι δαίμονες, των οποίων η απλή ουσία είναι πιο αέρινη, που δεν τους αγγίζει καμία λατρεία, καμία ιεροτελεστία, καμία προσευχή, και οι οποίοι μπορούν να πλάθουν κατά βούληση κάθε είδους μύθευμα. Εξαπατώντας τους ανθρώπους, προσομοιάζουν το φόβο, το θυμό, την ευσέβεια και άλλα παρόμοια, ενώ όμως δείχνουν άριστοι γνώστες των γλωσσών και των επιστημών, δεν εκφράζουν ποτέ καμία βεβαιότητα. Και έτσι αυτή η μισητή ράτσα ενσταλάζει τη σύγχυση και την αμφιβολία στον ανθρώπινο νου και τις αισθήσεις.
Υπάρχουν ακόμη τα αιθέρια πνεύματα που είναι αγνά και φωτεινά. Όλοι συμφωνούν ότι δεν είναι εχθρικά απέναντι σε κανέναν και είναι εντελώς αγαθά και φιλικά προς τους ενάρετους ανθρώπους. Τα αέρια πνεύματα όμως διάκεινται φιλικά απέναντι σε ορισμένους, αλλά εχθρικά και απειλητικά απέναντι σε κάποιους άλλους.
Οι δαίμονες του νερού και της γης είναι εχθρικοί ή, αν μη τι άλλο, μη φιλικοί, καθώς είναι λιγότερο λογικοί και άρα πιο φοβισμένοι, σύμφωνα με το ρητό: “Μιλούν όποιον φοβούνται”(2). Αρέσκονται να βλάπτουν.
Οι δαίμονες της φωτιάς ωστόσο, που κανονικά ονομάζονται θεοί και ήρωες, λέγεται ότι είναι θεράποντες του Θεού: αυτούς αποκαλούν οι καββαλιστές Φισσείμ, Σεραφείμ και Χερουβίμ, ενώ ο προφήτης των Ψαλμών λέει: “ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα”(3). Συνεπώς ο Βασίλειος και ο Ωριγένης ορθώς συνάγουν ότι οι άγγελοι δεν είναι εντελώς ασώματοι αλλά είναι πνευματικές ουσίες, πρόκειται δηλαδή για πλάσματα προικισμένα με ένα εξαιρετικά λεπταίσθητο σώμα, πράγμα το οποίο δηλώνει η θεία Αποκάλυψη με τις φωτιές και τις πύρινες φλόγες.
Σε κάθε τάξη πνευμάτων συναντάμε πρωτοκάθεδρους και ηγεμόνες, πάστορες, στρατηγούς και κυβερνήτες, ιεραρχία που επιτρέπει στους σοφούς και τους ισχυρούς να άρχουν και να διοικούν τους ανίσχυρους και τους αμαθείς. Αυτή η κυριαρχία δεν είναι αιώνια αλλά ούτε και εξίσου εφήμερη με την ανθρώπινη ζωή, καθώς, για πολλούς λόγους, η ζωή τους δεν συγκρίνεται με τη δική μας. Είναι πράγματι ευκολότερο για μια ψυχή να συνδεθεί με ένα απλό σώμα απ' ό,τι με ένα σώμα που αποτελείται από αντίθετα, όπως το δικό μας. Δεν είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι τα σώματα αυτών των πνευμάτων είναι εκτεθειμένα στα πάθη, όπως ο αέρας και το νερό, που είναι πιο εκτεθειμένα στα πάθη απ' ό,τι ορισμένα σύνθετα σώματα. Στη συνέχεια όμως ανασυγκροτούνται με την ίδια ευκολία που συνενώνεται εκ νέου ο αέρας που έχει διαχωριστεί ή τα ύδατα που έχουν αυλακωθεί. Ο Βιργίλιος εξάλλου δεν φαντασιοκοπούσε, ούτε κατέφευγε απλώς σε ποιητικές εικόνες, όταν έλεγε ότι ο Αινείας(4) κατατρόμαξε τις σκιές τραβώντας από το θηκάρι του το σπαθί του και σχίζοντας το υποχθόνιο ενδιαίτημά τους.
Ορισμένα πνεύματα κατοικούν σε ανθρώπινα σώματα, ενώ άλλα στο σώμα διαφορετικών πλασμάτων, φυτών, λίθων, ορυκτών. Εν ολίγοις, δεν υπάρχει τίποτα που να στερείται πνεύματος, νόησης, και πουθενά το πνεύμα δεν κατέχει ένα αιώνιο ενδιαίτημα κατ' αποκλειστικότητα: τα πνεύματα κυμαίνονται από ύλη σε ύλη, η δε ύλη κυμαίνεται από πνεύμα σε πνεύμα, και από τη μια φύση ή σύνθεση στην άλλη. Αυτό είναι η αλλοίωση, η μεταβολή, το πάθος και, τέλος, η φθορά: ο χωρισμός δηλαδή ορισμένων μερών και ο ανασυνδυασμός τους με άλλα. Ο ίδιος ο θάνατος δεν είναι παρά μια ανάλογη διάλυση. Κανένα πνεύμα και κανένα σώμα δεν χάνεται ποτέ: στην ουσία, δεν πρόκειται παρά για μια συνεχή μεταβολή συνδυασμών και πραγματοποιήσεων.
Ανάλογα με τις εκάστοτε πραγματοποιήσεις που προκύπτουν από τους ετερόκλητους συνδυασμούς, υπάρχουν διαφόρων ειδών φιλίες και έχθρες. Όπως προαναφέραμε, τα πάντα επιθυμούν να διατηρούνται στην παρούσα τους κατάσταση ύπαρξης. Άρα υπάρχει, εν γένει, ένας δεσμός αμοιβαίας αγάπης της ψυχής προς το σώμα της και (με τον τρόπο του) του εν λόγω σώματος προς την ψυχή του. Έτσι γεννιέται, μέσα από την ποικιλία των φύσεων και των ωθήσεων, η ποικιλία των δεσμών που συνδέουν τα πνεύματα όπως και τα σώματα. Θα καταπιαστούμε με αυτούς τους δεσμούς αφότου πρώτα ορίσουμε την αναλογία μεταξύ πνευμάτων και συνθέσεων.



_______________
1.Κατά Μάρκον, Θ', 25 (“ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος επετίμησε τω πνεύματι τω ακαθάρτω λέγων αυτώ. Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν”).
2.“Quem metuunt oderunt; quem quisque odit, perisse expetit”: ρήση του Κουίντου Έννιου (τραγικά αποσπάσματα), την οποία προφανώς ο Μπρούνο εντόπισε στον Κικέρωνα (De officiis, II, 7, 23)
3.Ψαλμοί, ΡΓ, 4.
4.Βιργίλιος, Αινειάδα, VI, 290-294.


GIORDANO BRUNO
ΠΕΡΙ ΜΑΓΕΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΥΓΕΝΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΜΑΡΩ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΝΤΑΣ-ΝΗΜΑΤΑ

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΛΑΜΟΥ 7 – ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ




Φτάσαμε σ' έναν ήλιο τόσο διάφανο και ανάριο που δεν είναι σίγουρο καν αν υπάρχει...

«Ποια είναι αλήθεια η φύση, η ουσία... το χαρακτηριστικό της ύπαρξης; Όχι δεν εννοώ της ζωής, αλλά κυριολεκτικά αυτής της ίδιας της ύπαρξης. Τι είναι εκείνο που κάνει κάτι να υπάρχει, και κάτι να μην υπάρχει;Τι σημαίνουν τελικά αυτές οι λέξεις, που τόση κατάχρηση τους κάνουμε καθημερινά; Αν συμφωνήσουμε με την αντίληψη του Μπεργκσόν, ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε καν την ιδέα της ανυπαρξίας – μια και δεν μπορεί να υπάρχει... ανυπαρξία – τότε ποιο νόημα έχει πάλι η λέξη “ύπαρξη”; Με τι μπορούμε να την αντιπαραθέσουμε για να έχουμε κάποια διάκριση, κάποια αναγκαία αντίθεση;
Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι η μοίρα κάθε τέτοιας ανάλυσης είναι καταδικασμένη να καταλήγει σε ασυνάρτητες εκφράσεις σαν τις παραπάνω. Δυστυχώς, αυτό δεν καταργεί το αρχικό θεμελιώδες ερώτημα. Απόδειξη ο ήρωας του επόμενου διηγήματος που προσπάθησε ν' ακολουθήσει τις σχετικές συνέπειες ως το τέλος.
Τώρα που το σκέφτομαι... Ποιο τέλος;» Γιώργος Μπαλάνος

Τον είχαν βρει να τριγυρίζει άσκοπα στους δρόμους και δεν είχαν καταφέρει ακόμη να μάθουν ούτε τ' όνομά του. Κανένας δεν τον είχε αναζητήσει, ούτε στο αστυνομικό τμήμα όπου έμεινε για κανά εικοσιτετράωρο, ούτε στην ψυχιατρική κλινική όπου βρισκόταν τώρα. Ο γιατρός τον κοίταξε σκεφτικά. Κι όμως... δε φαινόταν αλήτης... δεν έδειχνε για άνθρωπος χωρίς κανέναν στον κόσμο. Ο γιατρός δεν μπορούσε να το καταλάβει...
Ο άγνωστος ήταν μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι ατενίζοντας ίσια μπροστά, ανέκφραστα, χωρίς να δίνει καμια σημασία στο γιατρό δίπλα του, λες κι ο τελευταίος δεν υπήρχε καν. Ο γιατρός τον κοίταξε για λίγες στιγμές ακόμη, εξεταστικά, με κάτι παραπάνω από επαγγελματικό ενδιαφέρον. Ήταν μια ενδιαφέρουσα περίπτωση...
Ο άγνωστος φορούσε ένα ακριβό, καλοραμμένο κοστούμι όταν τον έφεραν οι αστυνομικοί. Τα παπούτσια και τα υπόλοιπα ρούχα του ήταν της ίδιας κλάσης. Τα χέρια του δεν έδειχναν άνθρωπο που δούλευε μ' αυτά για να βγάλει το ψωμί του. Δεν πρέπει να ήταν συνηθισμένα σε πιο βαρύ εργαλείο από το χρυσό στυλό που είχε στην τσέπη του. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτό ήταν και το μοναδικό αντικείμενο που είχε στην τσέπη του. Κανένα στοιχείο, κανένα χαρτί, τίποτα που να δείχνει ποιος ήταν.
Στην αρχή οι αστυνομικοί που τον σταμάτησαν στο δρόμο σκέφτηκαν ότι ήταν μεθυσμένος, μετά ότι είχε πάθει ανμησία, μετά ότι ήταν τρελός. Έτσι, κάποτε, έφτασε στην ψυχιατρική κλινική. Είχε σχεδόν τρελάνει τους αστυνομικούς, πριν τον κουβαλήσουν εκεί, με τις παράξενες απαντήσεις του στις ερωτήσεις τους. Για μια στιγμή είχαν φανταστεί ότι τους κορόιδευε.
Τον είχαν ρωτήσει ποιος ήταν.
“Δεν είμαι”, είχε απαντήσει εκείνος, με άχρωμη, ουδέτερη προφορά. Η φωνή του έδειχνε άνθρωπο μορφωμένο, χωρίς όμως να προδίδει και την καταγωγή του.
“Μας κοροιδεύετε, κύριε;” τον αγριοκοίταξε ο αστυνομικός που είχε κάνει την ερώτηση. Η εμφάνιση του αγνώστου τον έκανε να μην του μιλήσει στον ενικό, τουλάχιστον όχι ακόμη.
“Δεν μπορώ να κοροιδέψω κάτι που δεν υπάρχει”, αποκρίθηκε ο άλλος με τον ίδιο τρόπο.
“Τι δεν υπάρχει;” ρώτησε σαστισμένα ο αστυνομικός. Δεν ήξερε αν έπρεπε να θυμώσει ή όχι. Η απάντηση του φάνηκε προσβλητική, αλλά στον τόνο της φωνής δεν υπήρχε καμία περιφρόνηση ή κοροϊδία. Ήταν μια απλή δήλωση. “Τι δεν υπάρχει;” ρώτησε πάλι.
“Τίποτε” απάντησε ο άλλος.
“Και, δηλαδή, τι είμαι εγώ εδώ;” ρώτησε απότομα ο αστυνομικός. Είχε αποφασίσει ότι μάλλον θα έπρεπε να θυμώσει με τον άλλο.
“Δεν είσαι πουθενά”, είχε απαντήσει ο άγνωστος αδιάφορα.
“Τι θες να πεις τώρα; Πας γυρεύοντας να σε κλείσουμε μέσα;” φούντωσε τώρα ο αστυνομικός.
Ο άλλος δεν έδειξε να προσέχει την αλλαγή στον ενικό. “Δεν υπάρχει «μέσα»”, ήταν η αδιάφορη απάντησή του.
Ο αστυνομικός άρχισε να υποψιάζεται ότι είχε να κάνει με τρελό. Κατά παράξενο τρόπο, η σκέψη τον καθησύχασε. Η τρέλα ήταν κάτι που το καταλάβαινε. Είχε δει πολλά με τα μάτια του τόσα χρόνια στην υπηρεσία. Ο άγνωστος δεν ήταν δική του δουλειά. Υπήρχαν γιατροί για τέτοιες περιπτώσεις παλαβών.
Φυσιολογικά ο γιατρός δε θα τον δεχόταν έτσι εύκολα στην κλινική. Δεν ήξερε αν ο άλλος ανήκε σε κανένα ασφαλιστικό ταμείο... αν υπήρχε κάποιος να πληρώσει το λογαριασμό... αλλά κάτι στον άγνωστο είχε ξυπνήσει μέσα του το επαγγελματικό ενδιαφέρον, και κάτι παραπάνω. Και στο κάτω-κάτω, ο τύπος φαινόταν άνθρωπος που το φυσούσε το χρήμα. Αν μάθαιναν ποιος ήταν, σίγουρα δεν θ' αντιμετώπιζαν πρόβλημα πληρωμής. Έτσι φώναξε μια νοσοκόμα.
“Ετοιμάστε, παρακαλώ, το κρεβάτι στο θάλαμο 7 για τον κύριο...;” είπε, και μετά κοντοστάθηκε κοιτάζοντας με παραπλανητική αφέλεια τον άγνωστο. Αλλά το κόλπο δεν έπιασε. Ο άγνωστος ούτε απάντησε, ούτε άλλαξε έκφραση. Ο γιατρός έκανε μια μοιρολατρική κίνηση με τους ώμους του. Δεν είχε και καμιά ιδιαίτερη ελπίδα ότι θα έπιανε αυτό το απλό κόλπο.
Για την ώρα ο ανώνυμος άντρας θα έμενε γνωστός ως “ο άρρωστος του θαλάμου 7”.
Τώρα, λίγες μέρε αργότερα, ο γιατρός στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι του αρρώστου στο θάλαμο 7, χωρίς να έχει καταφέρει να μάθει τίποτα περισσότερο για τον άγνωστο. Κανένας δεν είχε μπορέσει ν' ανακαλύψει ποιος ήταν. Τα μόνα που είχαν γίνει γνωστά γι' αυτόν ήταν τα τυπικά πορίσματα των ιατρικών εξετάσεων ρουτίνας, των εργαστηριακών αναλύσεων, και τα κλινικά συμπτώματα της ακαθόριστης ψυχιατρικής πάθησης από την οποία προφανώς υπέφερε. Ο γιατρός εξέτασε τα σχετικά χαρτιά για μια ακόμη φορά, σαν να περίμενε να διαβάσει κάτι ανάμεσα στις γραμμές, κάτι που δεν υπήρχε εκεί...
Κάτι που δεν υπήρχε... για έναν άρρωστο που επέμενε ότι δεν υπήρχε πουθενά, ποτέ. Ταίριαζε!
Ο φάκελος του αρρώστου δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός, ακόμη και για έναν ψυχίατρο. Σωματικά ο άλλος ήταν υγιής. Καμία οργανική πάθηση του νευρικού συστήματος, καμία ορμονική διαταραχή, με φυσιολογικές νευρολογικές αντιδράσεις και φυσιολογικό εγκεφαλογράφημα. Αυτό, βέβαια, δε σήμαινε και πολλά πράγματα. Μια γνήσια ψυχιατική περίπτωση σπάνια παρουσιάζει οργανικά παθολογικά ευρήματα στα οποία θα μπορούσε να αποδοθεί το πρόβλημα. Από ψυχιατρικής πλευράς όμως...
Ο άλλος ήταν ψυχικά άρρωστος, αυτό ήταν φανερό. Αλλά τι είχε; Ο γιατρός δεν ήταν καν σίγουρος κατά πόσο ο βολικά γενικός όρος “ψύχωση”, που υπήρχε στον φάκελο του αρρώστου, ήταν ο κατάλληλος για την περίπτωση. Ο γιατρός αναστέναξε. Η αβεβαιότητα της κλινικής διάγνωσης και η ασάφεια των όρων στην ψυχιατρική ήταν παροιμιώδεις, και αιτία συνεχών πειραγμάτων από τους συναδέλφους των άλλων ειδικοτήτων. Δεν ήταν λίγοι άλλωστε οι γιατροί, το ήξερε, που δε θεωρούσαν καν γιατρούς τους ψυχιάτρους, ούτε επιστήμη την ψυχιατρική. Φυσικά το επαγγελματικό φιλότιμο δεν τον άφηνε να το παραδεχτεί αυτό, αλλά ήξερε ότι είχαν ένα κάποιο δίκιο.
Τουλάχιστον η ψυχιατρική θεράπευε ή τουλάχιστον έλεγχε πολλά συμπτώματα στις ψυχικές νόσους. Κατά πόσο όμως θεράπευε και την ίδια την αρρώστια, αυτό ήταν άλλο θέμα. Αλλά και η συμπτωματική θεραπεία, κάτι ήταν κι αυτό.
Στην περίπτωση αυτή ο γιατρός είχε πρόβλημα ακόμη και με την απλή, έστω και αυθαίρετη, διάγνωση. Έπρεπε ν' αποφασίσει σε ποια κατηγορία ψυχικών νόσων να εντάξει τούτον τον άρρωστο και μετά ν' αποφασίσει για τη θεραπευτική αγωγή που θ' ακολουθούσε – τη θεραπεία των συμπτωμάτων έστω. Θα έπρεπε να εντοπίσει τουλάχιστον κάποιο σύνδρομο. Η τελευταία ήταν μια ωραία λέξη για ένα τεράστιο σύνολο συμπτωμάτων που εντυπωσίαζε οποιονδήποτε δεν ήταν ψυχίατρος.
Ο ίδιος, ως ψυχίατρος, ήξερε ότι το “σύνδρομο” ήταν απλώς άλλο ένα από τα πολλά ονόματα της άγνοιας. Είχαν και οι άλλες ειδικότητες παρόμοιες βολικές λέξεις εκτός από το “σύνδρομο”: ίωση, ρευματικά, λοίμωξη, νευραλγία ήταν μερικές μονάχα από τις άδειες λέξεις που χρησιμοποιούσαν όταν κανένας δεν ήξερε τι έχει ο άρρωστος πέραν του ότι υπέφερε από κάτι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο γιατρός αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα. Η πρώτη του εντύπωση ήταν ότι είχε να κάνει μ' εκείνη την ομάδα συνδρόμων – να τη πάλι αυτή η λέξη: - που λέγεται σχιζοφρένεια. Ο επίμονος αρνητισμός του αρρώστου τουλάχιστον έδειχνε μάλλον προς αυτή την κατεύθυνση. Ως πρώτη διάγνωση είχε γράψει στο μπλοκ του εκείνη τη σοβαρή μορφή που περιέργως ονομάζεται “Απλή Σχιχοφρένεια”, αν και δεν είναι διόλου απλή. Μετά πρόσθεσε στη διάγνωση την κατατονική της παραλλαγή... μετά τη σχιζοθυμική... Έβαλε ένα ερωτηματικό δίπλα από κάθε κατηγορία... Ύστερα τα έσβησε όλα εκνευρισμένος. Η ασθένεια του αγνώστου δεν έπρεπε να είναι σχιζοφρένεια. Τουλάχιστον όχι κάποιας τυπικής μορφής.
Το πρόβλημα ήταν ότι ο άγνωστος δεν παρουσίαζε κανένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της ψύχωσης. Οι σκέψεις του είχαν φυσιολογικούς συσχετισμούς και διασυνδέσεις. Οι απαντήσεις του έδειχναν ότι πρόσεχε φυσιολογικά και καταλάβαινε τις ερωτήσεις που του γίνονταν, και απαντούσε ανάλογα. Η προσωπικότητά του φαινόταν ανέπαφη. Οι νοητικές του ικανότητες το ίδιο... Μήπως έπασχε από καταθλιπτική ψύχωση; Όχι, όχι. Αδιάφορα από τα ποικίλα παρόμοια χαρακτηριστικά, η πείρα του γιατρού αρνιόταν να δεχτεί ότι εδώ είχε να κάνει με μια περίπτωση σχιζοφρένειας ή κατάθλιψης.
Και οι κλινικές εξετάσεις δεν είχαν δείξει νευροπαθολογικά ευρήματα και έτσι δε βοηθούσαν στη διαφορική διάγνωση.
Ο γιατρός κόντευε να τρελαθεί - μια λέξη “ταμπού”, που ποτέ δε χρησιμοποιούσε στις επαγγελματικές συζητήσεις ή, πολύ περισσότερο, με τους ασθενείς του. Σύντομα και άλλοι γιατροί της κλινικής ενδιαφέρθηκαν για τον περίεργο άρρωστο, αλλά οι διάφορες γνώμες τους, συχνά αντικρουόμενες, έκαναν ακόμη πιο αβέβαιη τη διάγνωση.
Δεν καταλαβαίνω τίποτε”, μουρμούρισε ο γιατρός μεγαλόφωνα χωρίς να το θέλει – και αμέσως κοκκίνισε αμήχανα, επίσης χωρίς να το θέλει, γιατί μονάχα οι πελάτες του και οι ηθοποιοί στη σκηνή μιλούσαν μόνοι τους μεγαλόφωνα, όχι οι ψυχίατροι.
Δεν υπάρχει τίποτε για να καταλάβεις, γιατρέ”, άκουσε από δίπλα του μια φωνή. Είχε ξεχάσει! Δεν ήταν μόνος στο θάλαμο, και ο άρρωστος τον είχε ακούσει.
Η παρατήρηση πρόδινε μια φυσιολογική επαφή με το περιβάλλον, ένα λογικό συνειρμό και συσχετισμό ερώτησης-απάντησης... φτάνει μόνο να μην υπήρχε αυτή η παράξενη αρνητικότητα έναντι κάθε έννοιας ύπαρξης. Και ο άγνωστος ασθενής φαινόταν καλλιεργημένο άτομο...
Κόγκιτο έργκο σουμ”, σχολίασε ο γιατρός, επίτηδες στα λατινικα. Και μετά πρόσθεσε κάπως αμήχανα: “Θυμήθηκα τα λόγια του Ντεκάρτ, ξέρετε”.
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”, είπε ο άρρωστος, μεταφράζοντας τη φράση με την ίδια πάντα άχρωμη φωνή. Και μετά, εντελώς απρόσμενα, έκανε μια ερώτηση – την πρώτη ενεργή αντίδραση που παρατηρούσε απ' αυτόν ο γιατρός:
Γιατρέ... υπάρχει ο Ντεκάρτ;” Ο γιατρός δεν κατάλαβε στην αρχή. Η ερώτηση ήταν μάλλον ασυνάρτητη, λαθεμένη, τουλάχιστον ως προς το χρόνο του ρήματος. Μετά, κατάλαβε το αληθινό της νόημα, και ανατρίχιασε. Υπήρχαν σκοτεινά βάθη πίσω της. Και για πρώτη φορά διέκρινε κάποια έκφραση στο πρόσωπο του αρρώστου. Για πρώτη φορά τα μάτια του άλλου ήταν καρφωμένα στα δικά του. Μάτια γκριζογάλαζα σαν τον ουρανό. Και πίσω τους έχασκε το ίδιο άδειο και απύθμενο χάος.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας άρρωστος επηρέαζε τον ψυχίατρό του. Αλλά ο γιατρός δεν ήταν από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω.
Υπήρξε. Στο παρελθόν”, απάντησε. Κάτι στον κοφτό, επιθετικό τόνο της φωνής του δεν ταίριαζε σε γιατρό.
Και το παρελθόν υπάρχει; Υπάρχει τώρα;”, επέμεινε ο άλλος.
Α, δεν ήταν τίμιο τούτο το παιχνίδι με τις λέξεις! Υπήρχε κάτι το αδυσώπητο στο ερώτημα, κάτι που έκανε ρίγη ανατριχίλας να ταξιδέψουν στη σπονδυλική στήλη του γιατρού. Πως θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το παρελθόν υπήρχε τώρα; Δεν υπήρχε βέβαια. Μόνο έμμεσες ενδείξεις υπήρχαν ότι υπήρξε κάποτε ένα παρελθόν. Αποδείξεις όχι. Έπρεπε να δεχτεί κανείς μερικά αξιώματα πριν παραδεχτεί ότι υπήρξε το παρελθόν, και τ' αξιώματα δεν έχουν ούτε χρειάζονται αποδείξεις. Κυριολεκτικά, ήταν πάντα αδύνατο ν' αποδείξει κανείς την ύπαρξη του παρελθόντος. Το δεχόμαστε, κι αυτό ήταν όλο.
Ο φιλόσοφος Ντεκάρτ...; Ναι, είχε καταπιαστεί κι αυτός με το πρόβλημα της απόδειξης της ύπαρξης, αλλά το μόνο που είχε καταφέρει ήταν ν' αποδείξει ότι υπήρχε ο εαυτός του! Ο Ντεκάρτ είχε αποδείξει στον Ντεκάρτ ότι υπήρχε ο Ντεκάρτ! Τίποτε άλλο! Σκέφτομαι, άρα υπάρχω...
Ένας αρχέγονος τρόμος πλημμύρισε ξαφνικά το γιατρό. Τα κύματά του έπνιξαν για λίγο μέσα του τον ορθολογιστή επιστήμονα και – ναι, γιατί όχι; - το λογικό άνθρωπο.
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”, ψυθίρισε πάλι, χωρίς να το θέλει, και με πανικό κατάλαβε ότι υπήρχε κάποιος ερωτηματικός τόνος, κάποια αμφιβολία στη φωνή του.
Αυτό δεν έπρεπε να συνεχιστεί άλλο! Σηκώθηκε απότομα και βγήκε από το θάλαμο. Πίσω του πρόλαβε ν' ακούσει τον άρρωστο να λέει:
Δεν υπάρχεις, αν δεν αποδείξεις ότι σκέφτεσαι. Ο Ντεκάρτ προτίμησε να ξεφύγει απο το φοβερό ερώτημα της τελικής υπόστασης με μια υπεκφυγή. Μόνον εγώ ακολούθησα τις συνέπειές του ερωτήματος ως το τέλος...”
Ο γιατρός απομακρύνθηκε απο το θάλαμο 7 σχεδόν τρέχοντας και χωρίς να δίνει σημασία στις περίεργες ματιές των νοσοκόμων στο διάδρομο, που τον κοίταζαν παραξενεμένοι. Το ύφος του θα πρόδινε τη θύελλα που λυσσομανούσε μέσα του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Και γιατί να τον νοιάζει; Δεν μπορούσε ν' αποδείξει καν ότι υπήρχαν οι νοσοκόμοι.
Ποιος ήταν ο υπαρκτός κόσμος; Υπήρχε καν κάτι τέτοιο;
Μήπως δεν είχε γνωρίσει εκατοντάδες αρρώστους – τρελούς; - που πίστευαν και ζούσαν σε δικούς τους – φανταστικούς; - κόσμους; Γιατί δε θα μπορούσε να είναι κι αυτός ο ίδιος ένας – Τι; Τρελός; - σαν κι εκείνους; Μήπως ήταν παραίσθηση ότι ήταν ψυχίατρος; Μήπως στην πραγματικότητα ήταν κι αυτός ένας άρρωστος κλεισμένος τώρα σ' ένα κελί, και γύρω του τον εξέταζαν οι αληθινοί ψυχίατροι;
Δεν υπήρχε τρόπος ν' αποδείξει ότι ο κόσμος – ο δικός του κόσμος – δεν ήταν επίσης μια παραίσθηση. Ούτε ο πόνος ενός τσιμπήματος, ούτε η αφή των γύρω αντικειμένων... ούτε τίποτε άλλο αρκούσαν για ν' αποδείξουν ότι ο δικός του κόσμος ήταν πραγματικός, κι όχι μια άδεια εικόνα σ' ένα αρρωστημένο μυαλό. Μια παραίσθηση μπορούσε κάλλιστα να είναι εντελώς σαφής και ολοκληρωμένη. Ως ψυχίατρος το ήξερε καλά αυτό. Είχε συναντήσει τέτοιες παραισθήσεις σε άλλους. Γιατί δε θα μπορούσε τάχα και η δική του υπόσταση να ήταν μια παραίσθηση;
Αλλά... αλλά τότε δεν υπήρχε κανένα αντικειμενικό κριτήριο της πραγματικότητας! Αυτό το είχε δείξει ήδη ο Ντεκάρτ πριν από αιώνες. Το μόνο που μπορούσε να πει ήταν ότι αυτός υπήρχε γιατί σκεφτόταν. Όμως δεν υπήρχε καμία απόδειξη για την ύπαρξη όλου του υπόλοιπου κόσμου. Ήταν κι αυτό κάτι... μια σανίδα σωτηρίας – αλλά, τι είχε πει ο άρρωστος του θαλάμου 7, τη στιγμή που έβγαινε από το δωμάτιο; Ποιο ήταν το περιεχόμενο της φράσης του;
Ότι δεν μπορείς ν' αποδεχτείς ως σίγουρη ούτε τη δική σου ύπαρξη, αν δεν αποδείξεις πρώτα ότι σκέπτεσαι! Όμως, αν ένας άνθρωπος δε δεχόταν κανένα αξίωμα, ήταν αδύνατο ν' αποδείξει ότι υπήρχε σκέψη ή οτιδήποτε. Μπορεί τελικά και να μην υπήρχε τίποτε! Μονάχα κενό με την ψευδαίσθηση της ύπαρξης.
Η σύγκρουσή του μ' ένα νοσοκόμο στο διάδρομο τον συνέφερε για λίγο. Ζήτησε μηχανικά συγνώμη και συνέχισε το δρόμο του. Κάτι έπρεπε να κάνει πριν να είναι πολύ αργά, πριν το σπέρμα βλαστήσει. Και πρώτα απ' όλα έπρεπε ν' απαλλαγεί απο τον άγνωστο του θαλάμου 7. Ο τύπος απέπνεε κάτι ακαθόριστα επικίνδυνο, μια παράξενη σκοτεινή απειλή, όχι για τη σωματική, αλλά για την υπαρξιακή του υπόσταση... Ίσως η αστυνομία να είχε μάθει στο μεταξύ κάτι γι' αυτόν.
Και τι εννοούσε άραγε ο άλλος, όταν είπε ότι είχε ακολουθήσει τις συνέπειες του ερωτήματος μέχρι το τέλος; Άστο, καλύτερα να μην το σκέφτομαι... συλλογίστηκε ο γιατρός, σχεδόν πανικόβλητος. Μπορεί στο μεταξύ η αστυνομία να είχε εξακριβώσει ποιος ήταν ο άγνωστος, κι έτσι να γλίτωνε από δαύτον.
Είχε κιόλας βραδιάσει, αλλά με το αυτοκίνητό του ο γιατρός έφτασε στο τμήμα μέσα σε λίγα λεπτά. Παρκάρισε απ' έξω κι ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες. Σίγουρα κάποιος αξιωματικός υπηρεσίας θα υπήρχε μέσα.
Δεν υπήρχε κανένας εκεί! Το τμήμα ήταν εντελώς άδειο. Ο γιατρός έψαξε... περίμενε... τίποτε. Δεν υπήρχε κανένας αστυνομικός ή έστω πολίτης στο κτίριο. Ψυχή! Δεν μπορεί! Σκέφτηκε. Τουλάχιστον ο αξιωματικός υπηρεσίας θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Μήπως είχε βγει για λίγο έξω; Ο γιατρος θυμήθηκε ότι κάτω από το τμήμα είχε δει ένα μικρό καφενείο. Θα ρωτούσε τον καφετζή. Ίσως μάλιστα ο αξιωματικος να βρισκόταν εκεί, για κανέναν καφέ...
Ο καφετζής τον κοίταξε αδιάφορα όταν μπήκε. Το καφενείο δεν είχε κανέναν πελάτη.
Συγνώμη”, είπε ο γιατρός κομπιάζοντας, “αλλά μήπως ξέρετε που είναι ο αξιωματικός υπηρεσίας του τμήματος;”
Ποιανού τμήματος;” ρώτησε απορημένα ο καφετζής. “Δεν υπάρχει αστυνομικό τμήμα εδώ στην περιοχή. Το κοντινότερο τμήμα απέχει τουλάχιστον τρία χιλιόμετρα από δω”.
Μα... τώρα μόλις ανέβηκα πάνω. Είναι στο ίδιο κτίριο με σας”.
Ο άλλος τον κοίταξε παράξενα. Ήταν φανερό ότι τον νόμιζε μεθυσμένο ή τρελό. Ο γιατρός βγήκε σχεδόν αχνίζοντας από το μαγαζί, στάθηκε δύο βήματα έξω από την πόρτα, στο πεζοδρόμιο, και σήκωσε το χέρι του, δείχνοντας.
Αυτό εκεί τι είναι;” φώναξε οργισμένα προς τον καφετζή. “Δεν το ήξερες, χριστιανέ μου;” Και η φωνή του πάγωσε, και κόπηκε απότομα.
Δεν υπήρχε πουθενά κανένα φωτισμένο αστυνομικό τμήμα! Μονάχα τα σκοτεινά παράθυρα ενός παλιού κτιρίου με κατοικίες.
***
Ο αστυφύλακας του τμήματος κατέβηκε στο παλιό καφενείο που υπήρχε κάτω από το τμήμα για να πιει έναν καφέ. Χαιρέτησε τον καφετζή και τον ρώτησε το συνηθισμένο “Τι νέα;”. Ο καφετζής έκανε έναν ακαθόριστο μορφασμό και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.
Ησυχία. Δεν πάτησε ψυχή απόψε. Είσαι ο πρώτος. Αναδουλειές...”
***
Ο καφετζής κοίταξε τον άδειο σκοτεινό δρόμο έξω από το μαγαζί του και αναστέναξε. Τι παλιογειτονιά ήταν αυτή! Ψυχή δεν κυκλοφορούσε τα βράδια. Φοβόταν και να πάει σπίτι του. Αλλά τι περίμενε; Το αστυνομικό τμήμα ήταν χιλιόμετρα μακριά, και σπάνια περνούσε περιπολικό ή αστυφύλακας από την περιοχή. Έπρεπε ν' αλλάξει γειτονιά.
Ορίστε, είχε βραδιάσει και κανένας, απολύτως κανένας, δεν είχε ακόμη πατήσει το πόδι στο μαγαζί του. Ούτε κανένας περαστικός καν για να ρωτήσει που πέφτει κάποιος δρόμος...
***
Ο αρχιφύλακας υπηρεσίας γέμισε για μια ακόμη φορά την κούπα του από τον καφέ φίλτρου που είχε στο θερμος πάνω στο γραφείο του. Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσε τώρα έναν αρωματικό ελληνικό καφέ με μπόλικο καϊμάκι, αλλά δεν υπήρχε κανένα καφενείο σε λογική απόσταση από το τμήμα. Αναστέναξε, τράβηξε την πρώτη αχνιστή ρουφηξιά από το καφετί υγρό, και άναψε τσιγάρο...
***
Ο διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής κάλεσε δύο νοσοκόμους για να τους δώσει οδηγίες. “Έχουμε μεγάλες ελλειψεις χώρου”, τους εξήγησε. “Δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούμε γι' αποθήκη ένα καλό δωμάτιο. Σκέφτηκα να καθαρίσουμε το θάλαμο 7 και να βάλουμε εκεί κανένα κρεβάτι. Είναι μήνες τώρα που τον έχουμε ως αποθήκη για τ' άπλυτα και ο χώρος πάει εντελώς χάμενος. Για φροντίστε το”.
***
Ο γιατρός έστριψε στο τελευταίο τετράγωνο. Μετά τη στροφή θα έβλεπε τη φωτεινή πινακίδα της κλινικής. Ίσως κάποιος συνάδελφος να μπορούσε να τον βοηθήσει. Όταν είδε το άδειο, χορταριασμένο οικόπεδο μετά τη στροφή, δεν άντεξε. Βγήκε τρικλίζοντας από τ' αυτοκίνητό του, έπεσε στο ξερό γρασίδι κι άρχισε να κλαίει με σπασμωδικά αναφιλητά για μια κλινική που δεν υπήρξε ποτέ. Για ένα κόσμο που δεν υπήρχε.
***
Η κοκαλιάρα αδέσποτη γάτα περιεργάστηκε προσεκτικά το άδειο οικόπεδο. Επιτέλους είχε βρει ένα ήσυχο μέρος για να γεννήσει τα γατάκια της. Η δυνατή της όσφρηση την πληροφόρησε ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος ανθρώπου εκεί γύρω. Ακόμη κι αν είχε περάσει κάποιος από κει τις τελευταίες μέρες, η μύτη της θα την προειδοποιούσε γι' αυτό. Όχι, ήταν σίγουρα το ιδανικό μέρος για να γεννήσει τα γατάκια της.
***
Τα ποντίκια σουλατσάριζαν άφοβα ανάμεσα στα πυκνά αγριόχορτα που σκέπαζαν το απόμερο, εγκαταλειμμένο οικόπεδο. Ήξεραν ότι δεν κινδύνευαν καθόλου. Από καιρό τώρα δεν υπήρχαν άνθρωποι ή γάτες στην περιοχή.
***
Πόσο αλήθεια, είχε απλωθεί τούτη η πόλη τα τελευταία χρόνια! Με την αξία της γης στην περιοχή, δεν είχε απομείνει ούτε ένα οικόπεδο που δεν είχε γίνει πολυκατοικία. Το τσιμέντο σκέπαζε πια το καθετί. Μονάχα τ' αστέρια που τρεμόσβηναν ψηλά στον ουρανό θύμιζαν κάτι από τη χαμένη φύση.
***
Ήταν μια όμορφη νύχτα. Χωρίς φεγγάρι, χωρίς άστρα, χωρίς κανέναν κόσμο να λεκιάζει το παρθένο μαύρο βελούδο του απόλυτου κι απέραντου κενού. Ήταν μια άδεια, αιώνια νύχτα.
Μια ανύπαρκτη νύχτα σ' ένα ανύπαρκτο σύμπαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΗΛΙΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Η ΟΡΘΑ “ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΗ” ΣΤΟΑ – FOSTER BAILEY

...Η Στοά είναι επίσης κανονική όταν είναι ορθά “συντεταγμένη” για να χρησιμοποιήσω την συνήθη έκφραση. Όσον αφορά την εργασία της Στοάς ως κανονικής και εργαζομένης προς μια καθορισμένη ιδέα, ίσως να ήταν χρήσιμη η διατύπωση ορισμένων σκέψεων κλειδιών. Θα φωτίσουν το όλο θέμα, καθώς και τον σωστά προσανατολισμένο προς την Ανατολή Τέκτονα. Οι παρακάτω αρχαίες δηλώσεις, διατυπωμένες με τη σημασιολογική τους σειρά, είναι δυνατόν να αποδειχθούν πραγματικά χρήσιμες. Δεν έχουν πάντως δοθεί με τη συνήθη σειρά.

1.Ας είναι αυτό που βρίσκεται κάτω, όμοιο με εκείνο που βρίσκεται πάνω.
2.Υπάρχει ένα σχέδιο στους ουρανούς το οποίο πρέπει τελικά να ακολουθήσει η ανθρωπότητα.
3.Τρεις Διδάσκαλοι Τέκτονες κυβερνούν μια Στοά.
4.Πέντε Διδάσκαλοι Τέκτονες σχηματίζουν Στοά.
5.Επτά Διδάσκαλοι Τέκτονες αποτελούν Τεκτονική Στοά.
6.Επτά Διδάσκαλοι Τέκτονες την τελειοποιούν.
7.Ας εισέλθουμε στο φως, ας περάσουμε από το απατηλό στο πραγματικό και ας υψωθούμε στη ζωή.

Αυτοί οι επτά είναι οι πλέον σημαντικοί αφορισμοί του Τεκτονισμού. Όμως, τόσο πολύ έχει αιχμαλωτίσει η εξωτερική μορφή την προσοχή της αδελφότητας, ώστε είναι δύσκολο για πολλούς να αναγνωρίσουν ότι σήμερα κατέχουμε μόνο μια συμβολική μορφή που, προς το παρόν, ενσωματώνει μη αναγνωρισμένες αλήθειες αλλά εσώτερες πνευματικές αλήθειες. Πρέπει να έλθει ο καιρός που το ΚΕΝΤΡΟ απ' όπου εκφωνήθηκε ο ΛΟΓΟΣ – αυτός ο ΛΟΓΟΣ που παραδόθηκε στους τρεις Μεγάλους Διδασκάλους, Βασιλέα Σολομώντα, Χιράμ, Βασιλέα της Τύρου, και Χιράμ Αμπίφ – θα είναι το Κέντρο στο οποίο όλοι οι Διδάσκαλοι Τέκτονες θα έχουν τη θέση τους και από εκεί θα εργάζονται. Μόνο τότε μπορεί να ξαναβρεθεί ο Απολεσθείς Λόγος και να συντελεστεί στη γη το έργο της Τριάδας των Διδασκάλων. Μόνο τότε το Σχέδιο μπορεί να γίνει ορατό στην αγνότητά του και να κατανοηθεί ο θείος Πίνακας Χάραξης με τον “ορώντα οφθαλμό”. Αυτός είναι “ο ένας οφθαλμός” στον οποίο αναφερόταν ο μέγας Ξυλουργός της Ναζαρέτ. Όταν είναι ενεργός, μπορεί να αναγνωρίσει κανείς ότι “όλο σώμα είναι γεμάτο φως”. Η τεκτονική σημασία αυτών των λόγων του Χριστού συχνά λησμονείται. Ωστόσο, κάποιο φως μπορεί να ριφθεί στο σύμβολο του “ΟΦΘΑΛΜΟΥ”, του τόσο γνωστού στον Τεκτονισμό.
Από αμνημονεύτων χρόνων και σε σχέση με τα αρχαία Μυστήρια ήχησαν οι λέξεις “όπως πάνω έτσι και κάτω”, υποδεικνύοντας το σκοπό της τεκτονικής εργασίας. Στους ουρανούς υπάρχει ένας Ναός “αιώνιος”. Υπεράνω αυτού του Ναού προεδρεύει η Τριαδική Θεότητα, το πρότυπο αυτού που εμφανίζεται στη γη, ή “κάτω”. Υπό τον έλεγχο αυτής της Τριάδας των Προσώπων υπάρχουν οι Οικοδόμοι του ουράνιου Ναού και, μιλώντας συμβολικά, είναι επτά. Οι “Επτά που κυβερνώνται από τον ΕΝΑ και τους Τρεις”. Γι' αυτό το λόγο “τρεις κυβερνούν μια Στοά, ενώ επτά την απαρτίζουν και την τελειοποιούν”. Τούτο εκφράζεται όμορφα στις ακόλουθες στροφές από μια πολύ αρχαία γραφή, πολύ αρχαιότερη της χριστιανικής Βίβλου. Αποδίδεται στην παρακάτω εκσυγχρονισμένη μορφή.

“Ας οικοδομηθεί ο Ναός του Κυρίου”, αναφώνησαν οι επτά μεγάλοι Άγγελοι. Τότε κινήθηκαν και πήραν τη θέση Τους στον τόπο Τους, στο Βορρά, το Νότο, την Ανατολή και τη Δύση οι επτά Μεγάλοι Γιοί του Θεού με βήμα μετρημένο. Το έργο της οικοδόμησης άρχισε.
Οι θύρες ήταν κλειστές και σφαλισμένες. Τα φώτα ήταν αμυδρά και οι τοίχοι του Ναού αθέατοι. Οι Επτά ήταν σιωπηλοί και οι μορφές τους καλυμμένες. Δεν είχε έρθει ακόμη ο χρόνος για την ακτινοβολία του ΦΩΤΟΣ. Η ΛΕΞΗ δεν μπορούσε να προφερθεί. Μόνο η σιωπή βασίλευε. Μεταξυ των επτά Μορφών συνεχιζόταν το έργο. Ένα σιωπηλό κάλεσμα ήχησε από τον ένα στον άλλο. Ωστόσο, οι θύρες του Ναού παρέμεναν ακόμη κλειστές... Καθώς περνούσε ο χρόνος, έξω από τις θύρες του Ναού ακούστηκαν οι ήχοι της ζωής. Η θύρα άνοιξε και έκλεισε. Κάθε φορά που άνοιγε ένας μικρότερος Γιός του Θεού εισερχόταν και η δύναμη μέσα στο Ναό αύξανε. Κάθε φορά το Γως γινόταν δυνατότερο. Έτσι, ένας-ένας, οι γιοι των ανθρώπων εισήλθαν στο Ναό. Διήλθαν από Βορρά προς Νότο, από Δύση προς Ανατολή και στο κέντρο, στην καρδιά, βρήκαν το φως, την κατανόηση και τη δύναμη για εργασία. Εισήλθαν διαμέσου της θύρας. Πέρασαν μπροστά από τους Επτά. Ανύψωσαν το πέπλο του Ναού και εισήλθαν στο φως.
Το κάλλος του Ναού αυξήθηκε. Οι γραμμές του, οι τοίχοι του, ο διάκοσμός του, το πλάτος, το μήκος και το ύψος του αναδύθηκαν αργά στο φως της ημέρας.
Από την Ανατολή ήχησε ένας λόγος: “Ανοίξτε τις θύρες σε όλους τους γιους των ανθρώπων, που έρχονται απ' τις σκοτεινές κοιλάδες της γης, και επτρέψτε τους να αναζητήσουν το Ναό του Κυρίου. Δώστε τους το φως. Αποκαλύψτε το εσώτερο ιερό και με το έργο όλων των Οικοδόμων του Θεού εξαπλώστε το Ναό του Κυρίου και ακτινοβολήστε τους κόσμους. Στείλτε τον Δημιουργικό Λόγο και ανυψώστε τους νεκρούς στη ζωή”.
Με αυτόν τον τρόπο θα μεταφερθεί από τον ουρανό στη γη ο Ναός του Φωτός. Έτσι θα ανυψωθούν τα τείχη του στςι κοιλάδες της γης. Έτσι θα αποκαλύψει το φως και θα βοηθήσει όλα τα όνειρα των ανθρώπων.
Τότε ο Διδάσκαλος της Ανατολής θα αφυπνίσει εκείνους που κοιμούνται. Τότε ο Φύλακας της Δύσης θα δοκιμάσει όλους τους αληθινούς ερευνητές του φωτός. Τότε ο Φύλακας του Νότου θα καθοδηγήσει και θα βοηθήσει τους τυφλούς. Τότε οι πύλες του Βορρά θα παραμείνουν ορθάνοικτες, γιατί εκεί στέκει ο αόρατος Διδάσκαλος με χέρια που καλωσορίζουν και καρδιά που κατανοεί, για να οδηγήσει τον υποψήφιο στην Ανατολή, απ' όπου ξεπηδά το αληθινό φως...
“Αλλά γιατί αυτό το άνοιγμα των θυρών του Ναού;” ρωτούν οι μεγαλύτεροι Επτά από τους καθημένους Τρεις. “Επειδή έφτασε το πλήρωμα του χρόνου. Οι Οικοδόμοι ετοιμάστηκαν και ο Θεός δημιούργησε το φως. Οι γιοι του μπορούν να δημιουργήσουν τώρα. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνουν”.
“Ας γίνει”, ήλθε η απάντηση από τους μεγαλύτερους Επτά στους καθήμενους Τρεις. “Το έργο μπορεί τώρα να προχωρήσει. Ας προχωρήσουν όλοι οι Γιοι της γης”.

Συνεπώς ο Ναός των Ουρανών προεδρεύεται από την Τριπλή Θεότητα. Τούτος ο Ναός με τη διοίκηση, τη διακυβέρνηση, το σύνταγμα και την εργασία του προμηθεύει το αρχέτυπο και το πρότυπο για όλα όσα θα 'πρεπε να συμβαίνουν στη γη. Οι Οικοδόμοι αυτού του θείου οικοδομήματος – συμβολικά μιλώντας – είναι επτά και κυβερνώνται από τα Τρία Πρόσωπα της θείας Τριάδας. Τούτη η τριαδικότητα των προσώπων που σχηματίζουν την εκδηλωμένη Θεότητα είναι πολύ γνωστή σε όλες τις θρησκείες του κόσμου και δεν είναι αναγκαίο να επεκταθούμε. Υπάρχει συμπαντική αναγνώριση (σύμφωνα με τους Χριστιανούς) του Θεού ως Πατέρα, του Θεού ως Υιού και του Θεού ως Αγίου Πνεύματος. Στην ινδική παράδοση η Τριάδα είναι περισσότερο γνωστή με τα ονόματα των Σίβα, Βισνού και Μπράχμα. Ο Τεκτονισμός αναφέρεται στο Πνεύμα, την Ψυχή και το Σώμα, υποδεικνύοντας τη σχέση των τριών όψεων του ανθρωπίνου όντος με το Θείο Πρόσωπο. Η παρουσίαση του Θεού ως τα Τρία στο Ένα και το Ένα στα Τρία βρίσκεται παντού. Στον Τεκτονισμό η ίδια η Τριπλότητα είναι γνωστή ως ο Ύψιστος, ο Μέγας Γεωμέτρης και ο Μέγας Αρχιτέκτων του Σύμπαντος. Η ενωμένη δράση τους έχει φέρι σε ύπαρξη την Κυανή Στοά των Ουρανών. Τούτο αναπόφευκτα αντανακλάται στη γη.
Όλες οι παγκόσμιες θρησκείες θέτουν το γεγονός ότι η βασική Τριάδα επεξεργάζεται τα σχέδιά της μέσω μιας Επτάδας Οντοτήτων, των οποίων η ενέργεια, η δύναμη και η δράση ευθύνεται για την εκδήλωση όλου του σύμπαντος. Αυτοί οι επτά αποκαλούνται με πολλά ονόματα. Το πλέον γνωστό στους Χριστιανούς είναι “Τα Επτά Πνεύματα ενώπιον του Θρόνου του Θεού”. Είναι οι ίδιες οντότητες με τους “Επτά Αιώνες” ή τις “Επτά Εκπορεύσεις” της ελληνικής φιλοσοφίας, την οποία δίδαξε ο Πλάτωνας σκιαγραφώντας το έργο και το σκοπό τους. Είναι οι Επτά Ρίσι ή Πραζαπάτι της ινδικής διδασκαλίας και σχετική αναφορά μπορεί να βρεθεί στις επταδικότητες της μυθολογίας, της θρησκείας και των αρχαίων χειρογράφων. Στις ημέρες μας καταγράφονται στις επτά ημέρες της εβδομάδας.
Πολλά από τα ποικίλα ονόματα με τα οποία είναι γνωστή αυτή η βασική επταδικότητα θα αναγνωριστούν από οποιονδήποτε σπουδαστή σχετικής θρησκείας. Πάνω σ' αυτή τη δομή θεμελιώνεται η Στοά και μπορεί να λειτουργήσει ορθά.
Βλέποντας το θέμα από άλλη σκοπιά, του τρόπου διακυβέρνησης, είναι δυνατόν να λεχθεί ότι η θέληση του Μεγάλου Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος εκδηλώνεται μέσω τεσσάρων Νόμων. Νόμος, από την πλευρά της φύσης, μπορεί να θεωρηθεί η αυτενέργεια της θείας πρόθεσης με τον ίδιο τρόπο που αυτοκαταγράφεται στη συνείδηση του εγκεφάλου η βασική πρόθεση της ζωής κάθε ανθρωπίνου όντος. Αυτή η πρόθεση συνιστά την κινητήρια δύναμη κάθε σωματικής δράσης και αυτή η βασική ζωή, έτσι εκδηλωμένη, θα χρωματίσει όλες τις κύριες δραστηριότητες και την ποιότητα του χαρακτήρα. Αν αυτό αληθεύει για την ατομικότητα, αληθεύει ομοίως και για τον Μέγα Διδάσκαλο της Στοάς του Υψίστου.
Τούτοι οι νόμοι μπορούν να κληθούν με πολλά ονόματα και εδώ βρίσκονται οι δυσκολίες στην παρουσίαση του θέματος. Η επιλογή της ονοματολογίας είναι τόσο μεγάλη και η δυνατότητα της πολυποίκιλης φρασεολογίας αναλόγων αληθειών τόσο αχανής, ώστε καθίσταται αδύνατη η επιλογή ενος λεξιλογίου που θα ταιριάζει σε όλους τους διαφορετικούς τύπους σκέψης. Αυτό που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να ξεχωρίσει, από τις πολλές δυνατότητες, την ειδική φρασεολογία της αλήθειας που του ταιριάζει και που ευθυγραμμίζεται με το βασικό σκοπό αυτών των τεκτονικών κειμένων.
Θα χρησιμοποιήσουμε τα ακόλουθα ονόματα για τους νόμους με τους οποίους οι Στοές οφείλουν να λειτουργούν. Τούτοι οι νόμοι ενσωματώνουν το υποκείμενο σύνταγμα. Η αδελφότητα είναι δυνατόν να ανανεώσει τις ονομασίες τους. Αν το κάνει όμως οφείλει να προσέξει ώστε να διατηρήσει την αρχική τους σημασία. Αυτοί οι νόμοι είναι:

1.Ο Νόμος της Αγάπης. Κυβερνά την αδελφική φύση του Τεκτονισμού και υπαγορεύει τη συνεργατική στάση που οφείλει να κυβερνά όλες τις σχέσεις Τέκτονα προς Τέκτονα και Τεκτόνων προς τους αξιωματικούς τους.
2.Ο Νόμος του Ρυθμού. Ενσωματώνει τον υιοθετημένο σκοπό όλων των τυπικών της Στοάς. Όταν κυριαρχεί παράγει το πλέον αποτελεσματικό έργο.
3.Ο Νόμος της Αναγνώρισης. Χαρακτηρίζει το κίνητρο για την αποδοχή κάθε υποψήφιου. Αυτός ο νόμος συχνά λησμονείται, εξαιτίας της επιθυμίας που υπάρχει γαι πολυμελείς Στοές.
4.Ο Νόμος των Οικοδόμων. Εκφράζει την κυβερνώσα αρχή, με την οποία όλες οι Στοές εργάζονται υπό τον Σεβάσμιο Διδάσκαλο. Εκείνος εμπνέει την πρόθυμη υπακοή που βασίζεται στην κατανόηση του συνεργατικού ομαδικού έργου.

Αυτές οι τέσσερις εκφράσεις της πρόθεσης του Μεγάλου Διδασκάλου για τον κόσμο οφείλουν να έχουν την αντιστοιχία τους στις μικρές στοές της γης. Όταν αυτοί οι τέσσερις νόμοι είναι παρόντες σε κάποια στοά, τότε έχουμε ένα δείγμα της τέλειας Στοάς. Προς το παρόν οι Τέκτονες απλώς αναζητούν αυτή την κατανόηση. Ίσως, λοιπόν, θα πρέπει να συζητήσουμε αυτούς τους νόμους λεπτομερέστερα, καθώς συνδέονται με την ανθρώπινη συνείδηση και φέρνουν όλη τη ζωή σε ευθυγράμμιση με τη θεία θέληση. Θεωρείται πως με την πάροδο του χρόνου χτίζουν τις τέσσερις πλευρές αυτού του “επιμήκους τετραγώνου”, που είναι και το σχήμα κάθε αληθινής Στοάς.


FOSTER BAILEY
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ