.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Ο ΒΑΛΤΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ – H.P. LOVECRAFT


Κάπου, δεν ξέρω σε ποια απόμακρη και φοβερή περιοχή, έχει χαθεί ο Ντένυς Μπάρρυ. Ήμουν μαζί του κατά την τελευταία νύχτα της ζωής του μεταξύ των ανθρώπων, και άκουσα τα ουρλιαχτά του όταν το πλάσμα ήρθε γι'αυτόν, αλλά όλοι οι χωρικοί και οι αστυνομικοί της Κομητείας του Μηθ ποτέ δεν μπόρεσαν να βρουν ούτε αυτόν ούτε τους άλλους, αν κι έψαξαν πολύ κι εκτεταμένα. Και τώρα ανατριχιάζω κάθε φορά που ακούω τα βατράχια να κοάζουν στους βάλτους ή όταν βλέπω το φεγγάρι να λάμπει σ' ερημικούς τόπους.
Τον είχα γνωρίσει στην Αμερική τον Ντένυς Μπάρρυ, όπου είχε γίνει πλούσιος, και του είχα δώσει συγχαρητήρια όταν αγόρασε ξανά το παλιό κάστρο δίπλα στο βάλτο στο νυσταλέο Κιλντέρρυ. Ήταν από το Κιλντέρρυ που καταγόταν ο πατέρας του, και ήταν εκεί που ήθελε κι ο ίδιος ν' απολαύσει τα πλούτη του, ανάμεσα στα προγονικά τοπία. Άνθρωποι από το ίδιο αίμα ήταν κάποτε οι αφεντάδες του Κιλντέρρυ και είχαν χτίσει και κατοικήσει το κάστρο, αλλά οι ημέρες εκείνες ήταν πολύ μακρινές, κι εδώ και γενιές τώρα το κάστρο ήταν άδειο κι ερειπωμένο. Από τότε που έφτασε στην Ιρλανδία, ο Μπαρρυ μου έγραφε συχνά και μου έλεγε πως κάτω από την φροντίδα του το γκρίζο κάστρο αναστηλωνόταν, πύργο με πύργο, ξαναβρίσκοντας την παλιά του δόξα. Μου έλεγε πως ο κισσός σκαρφάλωνε αργά στους αναστηλωμένους τοίχους, όπως σκαρφάλωνε και πριν από τόσους αιώνες, και πως τον ευλογούσαν οι χωρικοί, γιατί είχε ξαναφέρει τις παλιές καλές μέρες με το χρυσάφι που είχε κερδίσει πέρα από τη θάλασσα. Αλλά με τον καιρό άρχισαν να παρουσιάζονται προβλήματα και οι χωρικοί σταμάτησαν να τον ευλογούν. Αντί γι' αυτό έφυγαν μακριά απο εκεί, σαν να ήθελαν να ξεφύγουν από κάποια συμφορά. Και τότε μου έστειλε ένα γράμμα και μου ζητούσε να τον επισκεφθώ, γιατί ένιωθε μοναξιά εκεί στο κάστρο, μη έχοντας κανέναν να μιλήσει εκτός από τους καινούριους υπηρέτες και τους εργάτες που είχε φέρει από το Βορρά.
Ο βάλτος ήταν η αιτία όλων αυτών των προβλημάτων, όπως μου εξήγησε ο Μπάρρυ το βράδυ πυ έφτασα στο κάστρο. Είχα φτάσει στο Κιλντέρρυ ένα καλοκαιριάτικο ηλιοβασίλεμα, καθώς το χρυσάφι του ουρανού φώτιζε τις πρασινάδες των λόφων, των δεντρόκηπων και των γαλάζιων νερών του βάλτου, όπου πάνω σ' ένα μακρινό νησάκι ένα παράξενο χρυσαφένιο ερείπιο λαμπύριζε φασματικά. Το ηλιοβασίλεμα ήταν πολύ όμορφο, αλλά οι χωρικοί στο Μπάλλυλω με είχαν προειδοποιήσει ενάντια σ' αυτό, και είχαν πει ότι το Κιλντέρρυ είχε γίνει καταραμένο, έτσι που σχεδόν αναρίγησα όταν είδα τα ψηλά ακροπύργια του κάστρου να λάμπουν επιχρυσωμένα από την ηλιακή φωτιά. Το αυτοκίνητο του Μπάρρυ με περίμενε στο σταθμό του Μπάλλυλω, γιατί το Κιλντέρρυ βρίσκεται έξω από τη σιδηροδρομική γραμμή. Οι χωρικοί απέφευγαν το αυτοκίνητο και τον οδηγό από το Βορρά, αλλά μου είχαν μιλήσει ψιθυριστά και με χλομά πρόσωπα όταν είδαν ότι πήγαινα στο Κιλντέρρυ. Και τη νύχτα εκείνη, μετά το ξανασμίξιμό μας, ο Μπάρρυ μου εξήγησε το γιατί.
Οι χωρικοί είχαν φύγει από το Κιλντέρρυ επειδή ο Ντένυς Μπάρρυ σκόπευε να αποξηράνει το μεγάλο βάλτο. Παρά την αγάπη που έτρεφε για την Ιρλανδία, η Αμερική δεν τον είχε αφήσει ανεπηρέαστο και δεν τον συγκινούσε ο όμορφος χερσότοπος, κάνοντας τη σκέψη ότι θα μπορούσε να γίνει εκεί εξόρυξη τύρφης και να δοθεί το έδαφος για εκμετάλευση. Οι θρύλοι και οι δεισιδαιμονίες του Κιλντέρρυ δεν τον συγκινούσαν, και γέλασε όταν στην αρχή οι χωρικοί αρνήθηκαν να βοηθήσουν και μετά τον καταράστηκαν κι έφυγαν για το Μπάλλυλω με τα λίγα τους υπάρχοντα, αφού είδαν ότι ήταν αποφασισμένος. Στη θέση τους ζήτησε να σταλούν εργάτες από το Βορρά, και όταν αναχώρησαν οι παλιοί υπηρέτες, τους αντικατέστησε με τον ίδιο τρόπο. Αλλά ένιωθε μοναξιά ανάμεσα στους ξένους, κι έτσι ο Μπάρρυ μου είχε ζητήσει να τον επισκεφθώ.
Γέλασα όταν άκουσα τους φόβους που είχαν διώξει τους ανθρώπους από το Κιλντέρρυ, γιατί οι φόβοι αυτοί ήταν της πιο αόριστης, απίθανης και γελοίας μορφής. Είχαν σχέση με κάποιον παράλογο θρύλο του βάλτου και με κάποιον αποτρόπαιο φασματικό φύλακα του τόπου, που κατοικούσε στα παράξενα αρχαία ερείπια  τα οποία είχα δει κατά το ηλιοβασίλεμα στο μακρινό νησάκι. Διηγούνταν ιστορίες για φώτα που χόρευαν όταν δεν είχε φεγγάρι και για παγωμένους ανέμους όταν η νύχτα ήταν ζεστή. Για ασπροντυμένα φαντάσματα που αιωρούνταν πάνω από τα νερά και για μια φανταστική πέτρινη πόλη βαθιά κάτω από την επιφάνεια του βάλτου. Αλλά πρώτη ανάμεσα σ' αυτές τις αλλόκοτες φαντασίες, και η μόνη που ήταν ομόφωνα πιστευτή ήταν αυτή που έλεγε ότι κάποια κατάρα θα έβρισκε εκείνον που, θα τολμούσε ν' αγγίξει ή ν' αποξηράνει τον απέραντο κοκκινωπό βούρκο.
Υπήρχαν μυστικά, λέγανε οι χωρικοί, που δεν έπρεπε ν' αποκαλυφθούν. Μυστικά που είχαν παραμείνει κρυμμένα από τότε που η πανούκλα είχε χτυπήσει τα παιδιά του Παρθολόν στα μυθικά χρόνια πριν από την Ιστορία. Στο «Βιβλίο των Εισβολέων» αναφέρεται ότι οι γιοι αυτοί των Ελλήνων(1) θάφτηκαν όλοι στο Ταλλάτ, αλλά οι γέροι στο Κιλντέρρυ λένε πως μια πόλη πέρασε απαρατήρητη, έχοντας σωθεί από την προστάτιδα θεά της σελήνης. Έτσι θάφτηκε μόνο από τους δασωμένους λόφους όταν οι άντρες του Ενέντ εισέβαλαν από τη Σκυθία με τα τριάντα πλοία τους.
Τέτοιες ήταν οι απλοϊκές ιστορίες που είχαν κάνει τους χωρικούς να εγκαταλείψουν το Κιλντέρρυ, και όταν τις άκουσα δεν απόρησα που ο Ντένυς Μπάρρυ είχε αρνηθεί να τους δώσει σημασία. Ενδιαφερόταν πολύ ωστόσο για τις αρχαιότητες και σκόπευε να εξερευνήσει συστηματικά το βάλτο όταν θ' αποστραγγιζόταν. Είχε επισκεφθεί πολλές φορές τα άσπρα ερείπια στο νησάκι, αλλά, αν και η ηλικία τους ήταν ολοφάνερα πολύ μεγάλη και η τεχνοτροπία τους ελάχιστα έμοιαζε μ' εκείνη των περισσοτέρων ερειπίων της Ιρλανδίας, ήταν σε πολύ κακή κατάσταση για να μιλήσουν για τις ημέρες της δόξας τους. Το έργο της αποστράγγισης ήταν τώρα έτοιμο να ξεκινήσει, και οι εργάτες του Βορρά θ' άρχιζαν σύντομα να ξεγυμνώνουν τον απαγορευμένο βάλτο από τα πράσινα βρύα και τα κόκκινα ρείκια του, ν' αποστραγγίζουν τα μικροσκοπικά ρυάκια, με τις κοίτες τους στρωμένες με καβούκια σαλιγκαριών, και τις ήρεμες λιμνούλες που πλαισιώνονταν από βούρλα.
Μετά την αφήγηση του Μπάρρυ γι' αυτά τα πράγματα ένιωθα μεγάλη νύστα, γιατί το ταξίδι εκείνης της ημέρας ήταν κουραστικό και ο οικοδεσπότης μου μιλούσε μεχρι αργά τη νύχτα. Ένας υπηρέτης με οδήγησε στο δωμάτιό μου, το οποίο βρισκόταν σ' έναν απόμακρο πυργίσκο που δέσποζε πάνω από το χωριό, τον κάμπο πέρα από την άκρη του βάλτου, καθώς και τον ίδιο το βάλτο. Από τα παράθυρά μου μπορούσα έτσι να δω στο φεγγαρόφωτο τις σιωπηλές στέγες των σπιτιών απ' όπου είχαν τραπεί σε φυγή οι χωρικοί, και τα οποία τώρα στέγαζαν τους εργάτες από το Βορρά, καθώς και το εκκλησάκι της ενορίας, με το αρχαίο μυτερό του καμπαναριό, και πιο μακριά, πέρα στον μελαγχολικό βάλτο, το μακρινό παλιό ερείπιο στο νησάκι, που λαμπύριζε άσπρο και φασματικό.
Από μακριά άκουσα να φτάνουν αμυδροί ήχοι – ήχοι ξέφρενοι και σχεδόν μουσικοί, οι οποίοι έκαναν μια παράξενη έξαψη να φουντώσει μέσα μου κι έδωσαν χρώμα στα όνειρά μου. Όταν όμως ξύπνησα το άλλο πρωί σκέφτηκα ότι όλα θα ήταν όνειρο, γιατί τα οράματα που είχα δει ήταν πιο θαυμαστά από οποιοδήποτε ήχο από τυχόν ξέφρενες φλογέρες μέσα στη νύχτα. Επηρεασμένο από τους θρύλους που μου είχε αφηγηθεί ο Μπάρρυ, το κοιμισμένο μυαλό μου είχε πετάξει πάνω από μια μεγαλοπρεπή πόλη σε μια πράσινη κοιλάδα, όπου οι μαρμαρόστρωτοι δρόμοι και τ' αγάλματα, οι επαύλοις και οι ναοί, τα γλυπτά και οι επιγραφές, όλα μιλούσαν καθαρά για το μεγαλείο που είχε κάποτε η Ελλάδα. Όταν διηγήθηκα αυτό το όνειρο στον Μπάρρυ γελάσαμε και οι δύο. Εγώ όμως γέλασα πιο δυνατά, γιατί εκείνος είχε προβλήματα με τους εργάτες από το Βορρά. Για έκτη φορά είχαν όλοι παρακοιμηθεί μέχρι αργά, ξυπνώντας με μεγάλη δυσκολία και ζαλισμένοι, νιώθοντας σαν να μην είχαν ξεκουραστεί, αν και ήταν γνωστό ότι είχαν πέσει νωρίς για ύπνο το προηγούμενο βράδυ.
Εκείνο το πρωινό και το απόγευμα περιπλανήθηκα μόνος μέσα στο χρυσαφένιο από τον ήλιο χωριό, πιάνοντας πότε-πότε κουβέντα με τους εργάτες, που δεν είχαν δουλειά να κάνουν γιατί ο Μπάρρυ ήταν απασχολημένος με τα τελικά σχέδια προκειμένου ν' αρχίσει το έργο της αποστράγγισης. Οι εργάτες δεν ήταν και τόσο κεφάτοι όσο θα έπρεπε, γιατί οι περισσότεροι έμοιαζαν να ανησυχούν από κάποια όνειρα που είχαν δει και που μάταια προσπαθούσαν να θυμηθούν. Τους μίλησα και για το δικό μου όνειρο αλλά δεν έδειξαν ενδιαφέρον, μέχρι τη στιγμή που έκανα λόγο για τους παράξενους ήχους που νόμιζα ότι είχα ακούσει. Τότε με κοίταξαν αλλόκοτα και είπαν ότι κι αυτοί είχαν την εντύπωση ότι θυμούνταν παράξενους ήχους.
Το βράδυ ο Μπάρρυ δείπνησε μαζί μου και ανακοίνωσε ότι θα άρχιζε την αποστράγγιση σε δύο ημέρες. Χάρηκα, γιατί, αν και δεν ήθελα να δω να χάνονται όλα εκείνα τα βρύα, τα ρείκια, τα μικρά ρυάκια κι οι λιμνούλες, όλο και μεγάλωνε η επιθυμία μου να μάθω τα αρχαία μυστικά που μπορεί να κρύβονταν στην παχιά τύρφη. Και τη νύχτα εκείνη τα όνειρά μου, με τους αυλούς που έπαιζαν και τα μαρμάρινα περιστύλια, είχαν ένα ξαφνικό και ανησυχητικό τέλος, γιατί είδα ένα λοιμό να χτυπά την πόλη της κοιλάδας και μετά μια φοβερή κατολίσθηση από δασωμένες πλαγιές, η οποία σκέπασε τα  νεκρά κορμιά στους δρόμους και άφησε άθαφτο μόνον το ναό της Αρτέμιδας στην ψηλή κορυφή, όπου η ηλικιωμένη ιέρεια της σελήνης η Κλεΐς, ήταν ξαπλωμένη, παγωμένη και σιωπηλή, μ' ένα στέμμα από ελεφαντόδοντο στο ασημένιο κεφάλι της.
Είπα ότι ξύπνησα ξαφνικά και μ' ένα συναίσθημα ανησυχίας. Για κάμποση ώρα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήμουν ξύπνιος ή κοιμόμουν, γιατί ο ήχος από αυλούς αντηχούσε ακόμη διαπεραστικός στ' αυτιά μου. Όταν όμως είδα στο πάτωμα τις φεγγαραχτίδες στο χρώμα του πάγου και το περίγραμμα από τα δαντελωτά γοτθικά παράθυρα κατάλαβα ότι θα πρέπει να είχα ξυπνήσει στο κάστρο του Κιλντέρρυ. Μετά άκουσα ένα ρολόι από κάποιο μακρινό πλατύσκαλο να χτυπά δύο, και ήταν σίγουρο πια πως ήμουν ξύπνιος. Ωστόσο από μακριά έφτανε εκείνος ο μονότονος ήχος από τους αυλούς. Ξέφρενες αλλόκοτες μελωδίες που μ' έκαναν να φαντάζομαι κάποιο χορό φαύνων(2) στο μακρινό Μαίναλο. Δεν με άφηναν να κοιμηθώ, και σηκώθηκα ανυπόμονα κι άρχισα να βηματίζω στο δάπεδο. Εντελώς τυχαία μόνο πήγα ως στο βορινό παράθυρο και κοίταξα έξω γιατί ήθελα να κοιμηθώ, αλλά οι αυλοί μου τριβέλιζαν τ' αυτιά και κάτι έπρεπε να κάνω ή να δω. Πως θα μπορούσα να υποπτευθώ εκείνο που θα έβλεπα;
Εκεί, στο φεγγαρόφωτο που πλημμύριζε τον απλόχωρο κάμπο, αντίκρισα ένα θέαμα που κανένας θνητός, αν το δει, δε θα μπορέσει ποτέ να το ξεχάσει. Στη συνοδεία μουσικής από καλαμένιους αυλούς που αντιλαλούσε απ' άκρη σ' άκρη στο βάλτο γλυστρούσε, σιωπηλά κι απόκοσμα, ένα ανάκατο πλήθος από μορφές οι οποίες λικνίζονταν και χόρευαν ξέφρενα σ' ένα ξεφάντωμα σαν εκείνο που μπορεί να χόρευαν οι Σιληνοί προς τιμήν της Δήμητρας τις παλιές ημέρες κάτω από το φεγγάρι του θερισμού δίπλα στην πυγή της Κυάνης(3).
Ο απέραντος κάμπος, το χρυσαφένιο φεγγαρόφωτο, οι σκιερές κινούμενες μορφές, και πάνω απ' όλα οι διαπεραστικοί μονότονοι ήχοι από αυλούς, είχαν μια επίδραση που σχεδόν με παρέλυσε. Πρόσεξα όμως μέσα στο φόβο μου ότι οι μισοί από αυτούς τους ακούραστους μηχανικούς χορευτές ήταν οι εργάτες οι οποίοι νόμιζα πως κοιμούνταν, ενώ οι άλλοι μισοί ήταν παράξενα ανάερα πλάσματα ντυμένα στα άσπρα, σχεδόν ακαθόριστης φύσης, αλλά που θύμιζαν χλομές μελαγχολικές ναϊάδες από τις στοιχειωμένες πηγές του βάλτου. Δεν ξέρω πόση ώρα κοίταζα αυτό το θέαμα από το μοναχικό παράθυρο του πυργίσκου πριν σωριαστώ ξαφνικά σε μια λιποθυμία χωρίς όνειρα, απο την οποία με ξύπνησε ο ήλιος του πρωινού που ήδη είχε σηκωθεί ψηλά.
Η πρώτη μου σκέψη, όταν ξύπνησα, ήταν να περιγράψω όλους τους φόβους και τις παρατηρήσεις μου στον Ντένυς Μπάρρυ, αλλά καθώς είδα το φως του ήλιου να λάμπει μέσα από το δαντελωτό ανατολικό παράθυρο πείστηκα ότι δεν υπήρχε καμία πραγματικότητα σε όσα νόμιζα ότι είχα δει. Μπορεί να είμαι αλαφροΐσκιωτος στις παράξενες οπτασίες, αλλά ποτέ δεν είμαι και τόσο αφελής για να τις πιστέψω. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, αρκέστηκα να ρωτήσω τους εργάτες, οι οποίοι είχαν κοιμηθεί μέχρι πολύ αργά πάλι, αλλά ελόγου τους δε θυμόντουσαν τίποτε σχετικά με την προηγούμενη νύχτα πέρα από κάποια ομιχλώδη όνειρα με διαπεραστικούς ήχους.
Το θέμα αυτό, με τη φασματική μουσική από αυλούς με βασάνιζε πολύ και αναρωτήθηκα μήπως τα φθινοπωρινά τριζόνια είχαν φτάσει πριν από την ώρα τους για να χαλάσουν τη γαλήνη της νύχτας και να σοιχειώσουν τα ονειρικά οράματα των ανθρώπων. Αργότερα εκείνη την ημέρα είδα τον Μπάρρυ στη βιβλιοθήκη να μελετά τα σχέδια του για το μεγάλο έργο που θα άρχιζε την επομένη, και για πρώτη φορά ένιωσα το άγγιγμα του ίδιου φόβου που είχε διώξει μακριά τους χωρικούς. Για κάποιον άγνωστο λόγο με τρόμαζε η σκέψη ότι  θα ταράζαμε τη γαλήνη εκείνου του αρχαίου βάλτου και τ' ανήλιαγα μυστικά του, και η φαντασία μου ζωγράφιζε τρομερές εικόνες κρυμμένες στα σκοτάδια κάτω από τ' αμέτρητα βάθη της πανάρχαιης τύρφης. Φαινόταν ασύνετο ότι αυτά τα μυστικά θα έβγαιναν στο φως, και άρχισα να ψάχνω για κάποια δικαιολογία προκειμένου ν' αναχωρήσω από το κάστρο και το χωριό. Έφτασα ακόμη και στο σημείο να θίξω τάχα αδιάφορα το θέμα στον Μπάρρυ, αλλά δεν τόλμησα να συνεχίσω όταν εκείνος ξέσπασε στο βροντερό γέλιο του. Κράτησα έτσι τη σιωπή μου όταν ο ήλιος έγειρε περίλαμπρος πίσω από τους μακρινούς λόφους και το Κιλντέρρυ έλαμψε λουσμένο όλο στα κόκκινα και τα χρυσαφιά, με μια φλόγα που μου φάνηκε σαν κακό προμήνυμα.
Ποτέ δεν θα μπορέσω να εξακριβώσω αν τα γεγονότα εκείνης της νύχτας ήταν πραγματικότητα ή παραίσθηση. Οπωσδήποτε ξεπερνούν καθετί που ονειρευόμαστε για τη φύση και το σύμπαν, κι ωστόσο με καμία φυσιολογική μέθοδο δεν μπορώ να εξηγήσω εκείνες τις εξαφανίσεις που έγιναν γνωστές στους πάντες όταν όλα πια είχαν τελειώσει. Αποσύρθηκα νωρίς στο δωμάτιό μου γεμάτος φόβο, και για πολλή ώρα δεν μπορούσα να κοιμηθώ στην αλλόκοτη σιωπή του πύργου. Επικρατούσε μεγάλη σκοτεινιά γιατί, αν κι ο ουρανός ήταν καθαρός, το φεγγάρι ήταν πολύ προς τη χάση του και δε θα ανέτειλε πριν από τις μικρές ώρες. Σκεφτόμουν τον Μπάρρυ, όπως ήμουν ξαπλωμένος εκεί, και το τι θα συνέβαινε στο βάλτο με τον ερχομό της ημέρας, και με κυρίεψε σχεδόν μια μανία να ορμήσω έξω στη νύχτα, να πάρω το αυτοκίνητο του Μπάρρυ και να αναχωρήσω σαν τρελός για το Μπάλλυλω, μακριά από τα απειλούμενα εδάφη. Αλλά πριν οι φόβοι μου αποκρυσταλλωθούν σε πράξη με είχε πάρει ο ύπνος, και ατένιζα στα όνειρά μου την πόλη στην κοιλάδα, ν' απλώνεται παγωμένη και νεκρή κάτω από το σάβανο μιας αποτρόπαιης σκιάς.
Πιθανώς να ήταν η διαπεραστική μουσική από αυλούς εκείνο που με ξύπνησε, αλλά η μουσική δεν ήταν αυτό που πρώτο μου τράβηξε την προσοχή όταν άνοιξα τα μάτια μου.
Ήμουν ξαπλωμένος με τη ράχη προς το ανατολικό παράθυρο κοιτάζοντας προς το  βάλτο, όπου θ' ανάτελλε το λιγοστό φεγγάρι, και συνεπώς περίμενα να δω το  φως του να πέφτει στον απέναντι τοίχο μπροστά μου. Αλλά δεν περίμενα ένα τέτοιο θέαμα σαν αυτό που αντίκριζα τώρα. Πραγματικά έλαμπε φως στον τοίχο μπροστά, αλλά δεν έμοιαζε καθόλου με το φως που ρίχνει το φεγγάρι. Τρομερές και διαπεραστικές ήταν οι αχτίδες εκείνης της βαθυκόκκινης λάμψης που ξεχύνονταν μέσα από το γοτθικό παράθυρο, και ολίκληρο το δωμάτιο ήταν λουσμένο σ' ένα φως που ήταν έντονο και απόκοσμο.
Οι άμεσες αντιδράσεις μου ήταν περίεργες για μια τέτοια περίπτωση, αλλά μόνο στα μυθιστορήματα κάνει κανείς την εντυπωσιακή κι αναμενόμενη κίνηση. Αντί να κοιτάξω έξω στο βάλτο και προς την πηγή του καινούριου φωτός, κράτησα τα μάτια μου μακριά από το παράθυρο με πανικόβλητο φόβο, και αδέξια φόρεσα τα ρούχα μου, με κάποια συγκεχυμένη ιδέα να παρω δρόμο από εκεί. Θυμάμαι ότι άρπαξα το περίστροφο και το καπέλο μου, αλλά πριν τελειώσουν όλα τα είχα χάσει και τα δύο, χωρίς καν να πυροβολήσω με το ένα ή έστω να φορέσω το άλλο. Μετά από λίγη ώρα η γοητεία της κόκκινης ανταύγειας υπερνίκησε τον τρόμο μου και γλίστρησα ως το ανατολικό παράθυρο για να κοιτάξω έξω, ενώ οι εκνευριστικοί αυλοί συνέχιζαν να κλαψουρίζουν ασταμάτητα και ν' αντιλαλούν σ' ολόκληρο το κάστρο και πάνω απ' όλο το χωριό.
Πάνω από το βάλτο έλαμπε ένας χείμαρρος από αστραποβόλο φως, άλικο και διαβολικό, το οποίο προερχόταν από το παράξενο αρχαίο ερείπιο στο μακρινό νησάκι. Την όψη εκείνου του ερειπίου δεν μπορώ να την περιγράψω – θα πρέπει να ήμουν τρελός, γιατί το έβλεπα τώρα να ορθώνεται μεγαλόπρεπο και άφθαρτο, περίλαμπρο και κιονοστεφανωμένο, ενώ ο μαρμαρένιος θριγκός που αντανακλούσε τις φλόγες έμοιαζε να διατρυπά τον ουρανό σαν το βέλος της στέγης κάποιου ναού σε μια βουνοκορφή. Αυλοί στριγκλιζαν και τύμπανα άρχισαν να χτυπούν, και καθώς παρακολουθούσα όλο δέος και τρόμο μου φάνηκε πως διέκρινα σκοτεινές μορφές οι οποίες χοροπηδούσαν, με τις σιλουέτες τους να διαγράφονται αλλόκοτα στο φόντο εκείνο της φαντασμαγορίας του μαρμάρου και της λάμψης. Η όλη εικόνα είχε κάτι το τιτάνιο – κάτι το εντελώς αδιανόητο – και θα μπορούσα να κοιτάζω χωρίς τελειωμό, αν δεν είχε φανεί να δυναμώνει ο ήχος των αυλών προς τ' αριστερά μου. Τρέμοντας, μ' ένα φόβο παράξενα ανακατωμένο μ' έκσταση, διέσχισα το κυκλικό δωμάτιο και πήγα ως το βορινό παράθυρο, απ' όπου μπορούσα να δω πέρα το χωριό και τον κάμπο στην άκρη του βάλτου. Εκεί τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα με ένα τρελό δέος, τόσο έντονο λες και δεν είχα μόλις αποτραβήξει το βλέμμα μου από μια σκηνή που ήδη ξεπερνούσε τα όρια της φύσης, γιατί στην αποτρόπαια κοκκινοφωτιστη πεδιάδα είδα να βαδίζει μια πομπή πλασμάτων με τέτοιον τρόπο που κανείς δεν έχει δει ποτέ, εκτός μόνο σε εφιάλτες.
Μισογλυστρώντας στο έδαφος, μισοπετώντας στον αέρα, οι λευκοντυμένες οπτασίες του βάλτου απομακρύνονταν αργά προς τα ασάλευτα νερά και το ερείπιο του νησιού, σε απίθανους σχηματισμούς που θύμιζαν κάποιον αρχαίο κι επιβλητικό τελετουργικό χορό. Τα κυματιστά ημιδιάφανα μπράτσα τους, ακολουθώντας το σκοπό της αποκρουστικής μουσικής από εκείνους τους αόρατους αυλούς, έγνεφαν με απόκοσμο ρυθμό προς το πλήθος από τους παραπαίοντες εργάτες, οι οποίοι ακολουθούσαν σαν σκυλιά, με τυφλά μηχανικά και διστακτικά βήματα, σαν να τους τραβούσε μια αδέξια αλλά ακατανίκητη δαιμονική θέληση. Καθώς οι ναϊάδες(4) πλησίαζαν προς το βάλτο χωρίς να ξεστρατίζουν από την πορεία τους, μια νέα ομάδα από αργοπορημένους ανθρώπους βγήκαν τρικλίζοντας σαν μεθυσμένοι από το κάστρο, από κάποια πόρτα πολύ χαμηλά κάτω από το παράθυρό μου, διέσχισαν τυφλά την αυλή και το ενδιάμεσο κομμάτι του χωριού και ενώθηκαν με τη φάλαγγα των εργατών οι οποίοι βάδιζαν τρικλίζοντας στον κάμπο.
Παρά την μεγάλη απόσταση τους πιο χαμηλά από μένα, κατάλαβα αμέσως ότι αυτοί ήταν οι υπηρέτες που είχαν έρθει από το Βορρά, γιατί αναγνώρισα την άσχημη και δυσκίνητη σιλουέτα της μαγείρισσας, η ίδια η γελοία όψη της οποίας φάνταζε τώρα ανείπωτα τραγική. Οι αυλοί στρίγκλιζαν φρικιαστικά, και άκουσα πάλι τον ήχο τυμπάνων από την κατεύθυνση του νησιωτικού ερειπίου. Μετά, σιωπηλά και με χάρη, οι ναϊάδες έφτασαν στο νερό και μια-μια έλιωσαν μέσα στον αρχαίο βάλτο.
Η φάλαγγα των ακολούθων τους, χωρίς να κοντοσταθεί ούτε στιγμή, μπήκε πλατσουρίζοντας άχαρα πίσω τους, και χάθηκαν κι αυτοί μέσα σε μια μικρή δίνη από βρόμικες φουσκάλες που μόλις και μπορούσα να διακρίνω σ' εκείνο το άλικο φως. Και όταν κι ο τελευταίος από τους αξιολύπητους καθυστερημένους, η παχιά μαγείρισσα, βούλιαξε βαριά και χάθηκε σ' εκείνη τη σκυθρωπή λιμνούλα, οι αυλοί και τα τύμπανα σίγησαν και οι εκτυφλωτικές ακτίνες από τα ερείπια έσβησαν στη στιγμή, αφήνοντας το μοιραίο χωριό να φαντάζει εγκαταλειμμένο κι έρημο κάτω από τις αδύναμες αχτίδες του φεγγαριού που μόλις είχε ξεπροβάλει.
Η ψυχική μου κατάσταση ήταν τώρα ένα απερίγραπτο χάος. Μην ξέροντας αν ήμουν τρελός ή λογικός, κοιμισμένος ή ξυπνητός, το μόνο που μ' έσωζε ήταν ένα σπλαχνικό μούδιασμα της ψυχής. Πιστεύω πως έκανα γελοία πράγματα, όπως το ν' απευθύνω προσευχές στην Αρτέμιδα, στη Λητώ, στη Δήμητρα, στην Περσεφόνη και στον Πλούτωνα. Όλα όσα θυμόμουν από τις κλασικές σπουδές της νιότης μου ήρθαν στα χείλη μου, καθώς η φρίκη της κατάστασης ξύπνησε μέσα μου τις πιο βαθιές μου δεισιδαιμονίες. Ένιωθα πως είχα γίνει μάρτυρας του θανάτου ενός ολόκληρου χωριού και ήξερα ότι ήμουν πια μόνος στο κάστρο μαζί με τον Ντένυς Μπάρρυ, η αυθάδεια του οποίου είχε επιφέρει αυτή τη συμφορά.
Καθώς τον σκεφτόμουν, νέοι φόβοι σπάραξαν μέσα μου κι έπεσα στο πάτωμα, όχι λιπόθυμος αλλά σωματικά ανήμπορος να κάνω το παραμικρό. Τότε αισθάνθηκα την παγωμένη ριπή του αέρα από το ανατολικό παράθυρο, όπου είχε προβάλει το φεγγάρι, και άρχισα ν' ακούω τα ουρλιαχτά στο κάστρο πολύ χαμηλά από κάτω. Γρήγορα τα ουρλιαχτά αυτά είχαν δυναμώσει σε μια ένταση και σε μια χροιά που δε θα μπορούσε ν' αποδώσει ο γραπτός λόγος και που μου φέρνουν τρεμούλα όταν τα σκέπτομαι. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι προέρχονταν από κάτι που κάποτε ήταν ο φίλος μου.
Σε κάποια στιγμή εκείνης της συγκλονιστικής περιόδου ο παγωμένος αέρας και τα ουρλιαχτά θα πρέπει να με συνέφεραν, γιατί η επόμενη εντύπωση που θυμάμαι είναι από ένα τρελό τρεχαλητό μου μέσα από κατασκότεινα δωμάτια και διαδρόμους, διασχίζοντας την αυλή και βγαίνοντας έξω στη φοβερή νύχτα. Με βρήκαν να περιπλανιέμαι σαν ηλίθιος κοντά στο Μπάλλυλω την αυγή, αλλά εκείνο που μου κλόνισε εντελώς τα λογικά δεν ήταν κάποια από τις φρικαλεότητες που είχα δει ή ακούσει πριν. Αυτά που μουρμούριζα καθώς έβγαινα αργά από τις σκιές ήταν δυο απίστευτα συμβάντα που είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια του φευγιού μου. Συμβάντα χωρίς σημασία, αλλά που με στοιχειώνουν ολοένα και περισσότερο κάθε φορά που βρίσκομαι μόνος σε ορισμένες βαλτώδεις περιοχές ή κάτω από το φεγγαρόφωτο.
Καθώς έτρεχα να ξεφύγω από εκείνο το καταραμένο κάστρο, δίπλα στις άκρες του βάλτου άκουσα ένα νέο ήχο συνηθισμένο, αλλά διαφορετικό από οποιονδήποτε άλλον που είχα ακούσει προηγουμένως στο Κιλντέρρυ. Τα λιμνασμένα νερά, τα οποία μέχρι πρόσφατα ήταν άδεια από κάθε ζωή, τώρα έβριθαν από μια ορδή από τεράστιους, γλοιώδεις βατράχους οι οποίοι σφύριζαν διαπεραστικά κι αδιάκοπα, αλλά με τόνους που ήταν παράξενα αταίριαστοι με το μέγεθός τους. Γυάλιζαν φουσκωτοί και πράσινοι στο φεγγαρόφωτο κι έμοιαζαν σαν να κοιτούσαν ψηλά προς την πηγή του φωτός. Ακολούθησα το λέμμα ενός πολύ χοντρού κι άσχημου βατράχου, και τότε είδα το δεύτερο από τα πράγματα που μ' έκαναν να χάσω τα λογικά μου.
Πηγάζοντας από την καρδιά εκείνου του παράξενου αρχαίου ερειπίου στο μακρινό νησάκι και με κατεύθυνση προς το φεγγάρι που ήταν στη χάση του, τα μάτια μου φάνηκαν να διακρίνουν μια αχτίδα από αμυδρό, τρεμουλιαστό φως η οποία δεν αντανακλούσε στα νερά του βάλτου. Και σ' εκείνο το αχνό φωτεινό μονοπάτι η πυρετική φαντασία μου είδε ν' ανηφορίζει μια αμυδρή σκιά η οποία σφάδαζε αργά. Μια αόριστη παραμορφωμένη σκιά που αγωνιζόταν σαν να την τραβούσαν κάποιοι αόρατοι δαίμονες. Ξετρελαμένος όπως ήμουν, διέκρινα μια τερατώδη ομοιότητα σ' εκείνη τη φοβερή σκιά – σαν μια σιχαμερή απίστευτη καρικατούρα – ένα βλάσφημο ομοίωμα εκείνου που ήταν κάποτε ο Ντένυς Μπάρρυ.


_______________________
(1)Σύμφωνα με την ιρλανδική παράδοση, οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν εκεί μετά τον Κατακλυσμό ήταν Έλληνες, οι οποίοι και πολέμησαν νικηφόρα ενάντια στους Φομόριους, μια ράτσα υπερφυσικών δαιμόνων. Αλλά τελικά, αν και νικητές οι Έλληνες κατακτητές πέθαναν όλοι σε μια μεγάλη επιδημία. -Γ.Μ.
(2)Μικρές τραγόποδες θεότητες της υπαίθρου, σαν μικρογραφίες του Πάνα. -Γ.Μ.
(3)Ιερή πηγή κοντά στις Συρακούσες. -Γ.Μ.
(4)Πνεύματα ή στοιχειακά των νερών, “νεράιδες”. -Γ.Μ.


Ο Γιώργος Μπαλάνος προτείνει και μεταφράζει:
Οι Εκπληκτικοί Κόσμοι του H. P. Lovecraft -4
Το Κάλεσμα του Κθούλου και Άλλες Ιστορίες
Εκδόσεις Locus 7

Δεν υπάρχουν σχόλια: