.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Σκιά – παραβολή – Edgar Allan Poe


Εσείς που διαβάζετε είστε ακόμα μέσα στους ζωντανούς, μα εγώ που γράφω από καιρό έχω πάει στη χώρα των σκιών. Γιατί, μα την αλήθεια, πράγματα παράξενα θα γίνουν, μυστικά θα βγούνε στο φανερό και πολλοί αιώνες θα περάσουν ώσπου οι άνθρωποι να δούνε αυτά τα σημειώματα. Κι όταν τα δούνε, μερικοί θα δυσπιστήσουν, και μερικοί θ' αμφιβάλλουν, και πολύ λίγοι από αυτούς θα ερευνήσουνε τα ψηφιά που εδώ είναι χαραγμένα με πένα σιδερένια.
Η χρονιά ήτανε χρονιά τρόμου και αισθημάτων πιο δυνατών από τον τρόμο, που γι' αυτά δεν υπάρχει όνομα πάνω στη γη. Γιατί πολλά τέρατα και σημεία γενήκανε παντού, πάνω από τη θάλασσα και τη γη. Οι μαύρες φτερούγες της Πανούκλας ξαπλώθηκαν παντού. Όμως στους αστρολόγους δεν ήταν άγνωστο πως οι ουρανοί είχανε μιαν άρρωστη θωριά. Και σ' εμένα, τον Έλληνα Οίνο, μαζί με άλλους, ήτανε φανερό πως πλησιάζουμε στην περίοδο εκείνου του εφτακοσιοστού ενενηκοστού τέταρτου χρόνου, όταν στην είσοδο του Κριού ο πλανήτης Δίας ενώνεται με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού Κρόνου. Η ξεχωριστή θωριά των ουρανών, αν δεν έχω λάθος, φανερωνότανε όχι μονάχα στη φυσική τροχιά της γης παρά και στις ψυχές, στις φαντασίες και στις σκέψεις του ανθρώπινου γένους.
Γύρω σε μερικά φλασκιά κόκκινο κρασί από τη Χίο, στο βάθος μιας αίθουσας μεγαλόπρεπης, μέσα σε μια πολιτεία σκοτεινή που τη λένε Πτολεμαΐδα, καθόμαστε μια νύχτα μια παρέα από εφτά. Και το δωμάτιό μας δεν είχε άλλη είσοδο εξόν μια πόρτα μπρούντζινη αψηλή. Η πόρτα ήτανε καμωμένη από τον τεχνίτη Κόριννο με μεγάλη μαστοριά και κλείδωνε από μέσα. Κι ακόμα, παραπετάσματα μαύρα στο μελαγχολικό δωμάτιό μας έκρυβαν το φεγγάρι, τα θλιβερά τ' άστρα και τους έρημους δρόμους, αλλά η προαίσθηση και η θύμηση του θανατικού δεν μπορούσανε έτσι εύκολα να κλειστούνε απέξω. Υπήρχανε γύρω μας, κοντά μας, πράγματα που γι' αυτά δεν μπορώ να δώσω μια ιδέα σωστή. Πράγματα υλικά και πνευματικά, βάρος στην ατμόσφαιρα. Ένιωθες κατιτί που σ' έπνιγε. Μια αγωνία, και περισσότερο απ' όλα, αυτή η τρομερή κατάσταση της ύπαρξης που παθαίνουν οι νευρικοί όταν οι αισθήσεις είναι ξύπνιες και βρίσκονται σε υπερένταση ζωής και οι δυνάμεις του νου βρίσκονται σε λήθαργο. Ένα κρύο νεκρικό μας πλάκωνε, χυνότανε πάνω στα μέλη μας, πάνω στα ποτήρια που πίναμε. Κι όλα φαινόντανε θλιμμένα και στεναχωρεμένα, όλα, εξόν τις φλόγες των εφτά σιδερένιων λαμπών που φωτίζανε την κραιπάλη μας. Υψωνόντανε σ' αψηλές και λεπτές γραμμές φωτός, με λάμψη χλωμή κι ασάλευτη. Και μες στο στρογγυλό τραπέζι που γύρω του καθόμαστε κι όπου το αντιφέγγισμα τους το έκανε καθρέφτη, ο καθένας μας έβλεπε τη χλωμάδα του προσώπου του και την ανήσυχη ακτινοβολία των πεθαμένων ματιών των συντρόφων του. Όμως, ήμαστε χαρούμενοι κατά το δικό μας τρόπο, που ήτανε υστερικός. Και τραγουδούσαμε τα τραγούδια του Ανακρέοντα, που είναι τρελά. Και πίναμε βαθιά, αν και το κόκκινο κρασί μας θύμιζε το αίμα. Γιατί στο δωμάτιό μας ήτανε ακόμα ένα όγδοο πρόσωπο, ο νέος Ζωίλος, πεθαμένος, ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς και σαβανωμένος – ο φύλαξ άγγελος και ο δαίμονας της σκηνής. Αλίμονο! Στη διασκέδασή μας έπαιρνε μέρος μόνο το πρόσωπό του το συσπασμένο από την πανούκλα. Και τα μάτια του, που μέσα τους ο Θάνατος είχε μισοσβήσει τη φωτιά του κακού, φαινότανε πως παίρνανε τέτοιο ενδιαφέρον στο φαγοπότι μας καθώς ο νεκρός στη χαρά των μελλοθανάτων. Μα εγώ, ο Οίνος, αν και ένιωσα πως τα μάτια του πεθαμένου ήτανε καρφωμένα επάνω μου, εβίαζα τον εαυτό μου ώστε να μην καταλαβαίνω την πικράδα της έκφρασής των και, καρφώνοντας τα μάτια μου μες στα βάθη του εβένινου καθρέφτη, τραγούδησα με φωνή ηχερή και μεγάλη τα τραγούδια του γιου της Τέω. Αλλά, λίγο λίγο, τα τραγούδια μου πάψανε, κι οι αντίλαλοί τους, κατρακυλώντας ανάμεσα στα μελαγχολικά παραπετάσματα του δωματίου, γενήκανε αδύνατοι κι αόριστοι, και πεθάνανε. Και να! Από το βάθος των μαύρων αυτών παραπετασμάτων, όπου πεθάνανε οι ήχοι του τραγουδιού, ανάβρυσε μια σκιά αόριστη και σκοτεινή, σα σκιά ανθρώπινου κορμιού που κάνει το φεγγάρι σα χαμηλώνει στον ουρανό. Μα δεν ήτανε η σκιά ούτε ανθρώπου, ούτε Θεού, ούτε κανενός γνωστού πράγματος. Και τρεμουλιάζοντας για μια στιγμή μες στα κλειστά παραπετάσματα του δωματίου, στο τέλος έμεινε ολοφάνερη επάνω στην επιφάνεια της μπρούντζινης πόρτας. Αλλά η σκιά ήταν αόριστη κι απροσδιόριστη κι άμορφη. Και δεν ήτανε η σκιά ούτε ανθρώπου, ούτε θεού – ούτε Θεού της Ελλάδας, ούτε θεού της Χαλδαίας, ούτε κανενός Αιγύπτιου Θεού. Και η σκιά έμεινε επάνω στη μεγάλη μπρούντζινη πόρτα και κάτω από την κάμαρη, ασάλευτη, βουβή. Και η πόρτα που η σκιά είχε μείνει ήτανε, αν καλοθυμούμαι, κατάντικρυ στα πόδια του νέου σαβανωμένου Ζωίλου. Μα εμείς οι εφτά σύντροφοι, επειδή είχαμε δει τη σκιά καθώς ανάβρυζε από τα παραπετάσματα, δεν τολμούσαμε να την αντικρύσουμε, παρά ρίξαμε κάτω τα μάτια και κοιτούσαμε αδιάκοπα μέσα στα βάθη του εβένινου καθρέφτη. Τέλος εγώ, ο Οίνος, μιλώντας σιγανά, ρώτησα τη σκιά που κατοικεί και ποιο είναι τ' όνομά της. Και η σκιά αποκρίθηκε: «Είμαι ΣΚΙΑ και κατοικώ κοντά στις κατακόμβες της Πτολεμαΐδας και πολύ κοντά στα σκοτεινά εκείνα Ηλύσια Πεδία που περιζώνουνε το ακάθαρτο κανάλι του Χάρωνα». Και τότε όλοι μας σηκωθήκαμε από τα καθίσματά μας τρομαγμένοι και σταθήκαμε με τρεμούλα, μ' ανατριχίλα και ταραχή! Γιατί οι ήχοι της φωνής της σκιάς δεν ήταν ήχοι ενός μόνο ατόμου παρά πολλών όντων. Και η φωνή αυτή, αλλάζοντας τους χρωματισμούς της από συλλαβή σε συλλαβή, έπεφτε θολά στ' αυτιά μας, σαν τους ήχους χιλιάδων γνωστών φίλων που είχανε πεθάνει.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΗΜ. ΣΤΑΥΡΟΥ

Πόε
ΤΟΜΟΣ Α'
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΚΡΙΤΙΚΗ
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤ. ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ/ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: