.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Τα ανατολίτικα όνειρα του οπιοφάγου – THOMAS DE QUINCEY



Μάιος 1818
Μήνες τώρα ο Μαλαίος είναι επίφοβος εχθρός. Χάρη σ' αυτόν μεταφέρομαι κάθε νύχτα σε περιβάλλοντα ασιατικά. Δεν ξέρω αν άλλοι συμμερίζονται τα αισθήματά μου στο σημείο αυτό, αλλά έχω πολλές φορές σκεφτεί ότι, αν ήμουν υποχρεωμένος να εγκαταλείψω την Αγγλία για να ζήσω στην Κίνα μέσα σε κινέζικες συνήθειες και τρόπους ζωής, μέσα σε κινέζικο διάκοσμο, θα τρελαινόμουν. Οι αιτίες του αποτροπιασμού μου βρίσκονται βαθιά μέσα μου. Ορισμένες μάλιστα απ' αυτές πρέπει να είναι κοινές και σε άλλους. Η νότιος Ασία γενικά είναι έδρα τρομαχτικών εικόνων και συνειρμών. Ως κοιτίδα του ανθρώπινου γένους και μόνο θα έπρεπε να συνδυάζεται απλώς με κάποια αόριστα αισθήματα σεβασμού. Μα υπάρχουν κι άλλοι λόγοι. Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι άγριες, βάρβαρες και ιδιότροπες προλήψεις της Αφρικής ή των πρωτόγονων φυλών σε άλλα μέρη τον επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνο των αρχαίων μνημειακών, απάνθρωπων και περίπλοκων θρησκειών του Ινδοστάν και άλλων παρόμοιων χωρών. Και μόνο η αρχαιότητα της Ασίας, των θεσμών της, των θρύλων της, των θρησκευτικών της μορφών κ.τ.λ. είναι τόσο εντυπωσιακή, ώστε μέσα μου η ασύλληπτη ηλικία φυλών και ονομάτων επικρατεί απέναντι στην αίσθηση της νεότητας των ατόμων. Ένας νεαρός Κινέζος είναι για μένα ένας προκατακλυσμιαίος άνθρωπος ανανεωμένος. Μολονότι οι Άγγλοι, λόγω ανατροφής, αγνοούν παντελώς τους θεσμούς αυτούς, δεν μπορεί παρά να ανατριχιάζουν από το μυστηριακό μεγαλείο που υποβάλλουν οι κάστες καθώς διαχωρίστηκαν μεταξύ τους πριν από αμνημόνευτο χρόνο και αρνούνται έκτοτε να ξανασμίξουν. Ούτε μπορεί κανείς να μην αισθανθεί δέος στο όνομα του Γάγγη ή του Ευφράτη. Στα αισθήματα αυτά συμβάλλει πολύ το ότι η νότιος Ασία είναι και υπήρξε επί χιλιάδες χρόνια το μέρος εκείνο της γης που βρίθει περισσότερο από ανθρώπινα όντα, ένα είδος τεράστιου εργαστηρίου φυλών(1). Ο άνθρωπος είναι σαν το χόρτο στα μέρη αυτά. Επίσης οι αχανείς αυτοκρατορίες, στις οποίες ανέκαθεν οι τεράστιοι ασιατικοί πληθυσμοί ήταν χυμένοι, αυξάνουν την αίσθηση του δέους που μας προκαλούν τα ονόματα και οι παραστάσεις της Ανατολής. Επιπλέον η Κίνα, πέρα απ' όλα τα κοινά που έχει με την υπόλοιπη νότιο Ασία, με τρομάζει με τον τρόπο ζωής και τα ήθη των κατοίκων της, καθώς και με το τείχος αμοιβαίου αποτροπιασμού και έλλειψης συμπάθειας ανάμεσα σ' εκείνους κι εμάς, τείχος που δημιουργήθηκε από αισθήματα τόσο βαθιά ώστε δεν μπορώ ούτε να τα αναλύσω. Θα προτιμούσα να ζω με τρελούς ή άγρια ζώα. Όλα αυτά και άλλα πολύ περισσότερα απ' όσα μπορώ κι έχω χρόνο να πω, ο αναγνώστης πρέπει να τα αφομοιώσει καλά πριν μπορέσει να καταλάβει την αφάνταστη φρίκη που οι ανατολικές φαντασμαγορίες και τα μυθολογικά βασανιστήρια των ονείρων μου μου επέβαλλαν. Με το αίσθημα τροπικής ζέστης και κάθετου ήλιου μαζί, συγκέντρωσα όλα τα πλάσματα – πουλιά, ζώα, ερπετά –, όλα τα δέντρα και τα φυτά, όλα τα ήθη και τις φυσιογνωμίες που υπάρχουν στις τροπικές περιοχές και τα μετέφερα στην Κίνα ή το Ινδοστάν. Από υποθετική συγγένεια μετέφερα μέσα στις ίδιες συνθήκες την Αίγυπτο και τους θεούς της. Πίθηκοι, παπαγάλοι, κακατούες με κοίταζαν ξεδιάντροπα, με γιουχάιζαν, με κουτσομπόλευαν, μου έκαναν μορφασμούς. Παγόδες μου 'κλειναν το δρόμο κι έμεινα δέσμιός τους στην κορυφή τους ή σε μυστικά τους δωμάτια. Ήμουν το είδωλο, ήμουν ο ιερέας. Με λάτρευαν, με θυσίαζαν. Έφευγα την οργή του Βράχμα μέσα από τα δάση της Ασίας. Ο Βισνού με μισούσε. Ο Σίβα μου έστηνε καρτέρι. Έπεφτα σε στενούς θαλάμους στην καρδιά αιώνιων πυραμίδων. Κροκόδειλοι με φιλούσαν με φιλιά καρκινογόντα ή βρισκόμουν ξαπλωμένος μαζί με ανείπωτα γλοιώδη πλάσματα μέσα στους καλαμιώνες και τη λάσπη του Νείλου.
Δεν μπορώ να δώσω στον αναγνώστη παρά μιαν επιπόλαια μόνο ιδέα των «ανατολίτικων» ονείρων μου, που μου έκαναν πάντα τέτοια εντύπωση με την τερατώδη τους φαντασμαγορία ώστε η φρίκη εξαφανιζόταν για λίγο μπροστά στην κατάπληξη. Αργά ή γρήγορα όμως ερχόταν μια αισθηματική παλινδρόμηση που έσβηνε την κατάπληξη και με άφηνε όχι τόσο έντρομο όσο γεμάτο μίσος και απέχθεια για όσα έβλεπα. Σε κάθε μορφή, απειλή, τιμωρία, σε κάθε χωρίς φως, χωρίς ορατότητα εγκλεισμό, πλανιόταν η αίσθηση της αιωνιότητας και του απείρου που μου έφερνε την κατάθλιψη της τρέλας. Στα όνειρα αυτά και μόνο – με μια ή δυο ασήμαντες εξαιρέσεις – παρουσιάστηκε και η αίσθηση της σωματικής απέχθειας. Μέχρι τότε ο τρόμος ήταν ηθικός και πνευματικός. Αλλά τώρα τα κύρια στοιχεία των ονείρων ήταν απαίσια πουλιά, φίδια και κροκόδειλοι, ιδίως κροκόδειλοι. Οι καταραμένοι αυτοί είχαν γίνει για μένα αιτία μεγαλύτερης φρίκης από όλα σχεδόν τα υπόλοιπα όντα. Ήμουν αναγκασμένος να ζω μαζί τους και μάλιστα (έτσι συνέβαινε σχεδόν πάντοτε στα όνειρά μου) για αιώνες. Καμιά φορά δραπεύτευα και βρισκόμουν σε κινέζικα σπίτια με τραπέζια από καλάμι κ.τ.λ. Οπότε τα πόδια των τραπεζιών, καναπέδων κ.τ.λ. δεν αργούσαν να ζωντανέψουν. Το απαίσιο κεφάλι του κροκόδειλου με το λοξό του βλέμμα, πολλαπλασιασμένο χίλιες φορές, με κοιτούσε. Στεκόμουν αποτροπιασμένος και συνεπαρμένος. Τόσο συχνά το φρικαλέο ερπετό τάραζε τα όνειρά μου, ώστε πολλές φορές το ίδιο απαράλλαχτο όνειρο διακόπτονταν με τον ίδιο απαράλλαχτο τρόπο. Άκουγα ήρεμες φωνές να μου μιλάνε (ακούω τα πάντα στον ύπνο μου). Ξυπνούσα αυτόματα. Ήταν μέρα μεσημέρι. Τα παιδιά μου στεκόντουσαν πιασμένα απ' το χέρι στο προσκέφαλό μου. Είχαν έρθει να μου δείξουν τα χρωματιστά τους παπούτσια ή τα καινούρια τους φορεματάκια ή για να τα δω ντυμένα πριν πάνε περίπατο. Τόσο τρομερή ήταν η μετάθεση από τον καταραμένο κροκόδειλο και τα άλλα απερίγραπτα τέρατα κι εκτρώματα των ονείρων μου στη θέα της ανθρώπινης αθωώτητας και παιδικότητας, ώστε η ισχυρή και αιφνίδια εκείνη μεταστροφή του μυαλού μου μ' έκανε να κλαίω. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Έκλαιγα καθώς φιλούσα τα πρόσωπά τους.



THOMAS DE QUINCEY
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΓΓΛΟΥ ΟΠΙΟΦΑΓΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ 1987

Δεν υπάρχουν σχόλια: