.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Ο ΑΔΕΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ – HARRY WALTON



Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι ακόμη τα ίδια αν δεν είχα συναντήσει τον Τζώρτζ Ντάργουελ στο μπαρ του Σμίθσον. Δεν ήμασταν ακριβώς φίλοι, αλλά του είχα κάνει κάνα δύο εξυπηρετήσεις που μου τις είχε ανταποδώσει κι εκείνος, έτσι υπήρχε μια καλή σχέση μεταξύ μας. Εκείνο που μ' έκανε να του ανοίξω την καρδιά μου, εκτός από τα πέντε Μανχάτταν και τα διάφορα συνοδευτικά σφηνάκια, ήταν το γεγονός ότι είχα να τον δω για πάνω από τρία χρόνια. Πριν από τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου.
«Στις αναμνήσεις!» μου είπε, σηκώνοντας ψηλά το ποτήρι του.
Δε γινόταν να πιω σ' αυτές, αλλά πως θα μπορούσε να το ξέρει;
«Στα πράγματα εν γένει», του αντιγύρισα. «Και στο διάολο να πάνε όλα τους».
Με κοίταξε παράξενα, όπως και είχε δικαίωμα να το κάνει, αλλά ακούμπησε κάτω το ποτήρι του. Το ίδιο έκανα κι εγώ.
«Μιλώντας γενικά περί πραγμάτων», είπε, «πως πάνε τα πράγματα για σένα;»
«Υπέροχα. Πολύ υπέροχα. Δε θα μπορούσαν να 'ναι καλύτερα».
Την έπιασε στη φωνή μου, την πικρία που δεν μπορούσα να κρύψω, ή που δεν ήθελα να κρύψω. Μόνο που, βέβαια, την ερμήνευσε στραβά.
«Αποκτήσαμε άλλο ένα παιδάκι τώρα», μου είπε, επιχειρώντας μια άλλη προσέγγιση. «Ένα αγοράκι. Εσύ δεν φαντάζομαι να -»
Μπορούσα να θυμηθώ την κουβέντα μας, πίσω στις παλιές καλές μέρες. Δεν ήταν μυστικό ότι η Κάρεν δεν ήθελε να κάνει παιδί κι ότι ήμασταν στις διαδικασίες του διαζυγίου εξαιτίας αυτού του προβλήματος. Έτσι τον ξάφνιασα.
«Δύο», απάντησα. «Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η Κάρεν είναι ξετρελαμένη μαζί τους».
Με συνεχάρη και το εννοούσε. Παράγγειλα άλλα δύο ποτά.
«Εγώ δεν έχω τόσο χρόνο ν' ασχοληθώ με τα δικά μου όσο θα το 'θελα. Είναι φορές που μου τη δίνουν στα νεύρα, αλλά σίγουρα σου λείπουν, όταν απουσιάζεις τόσο συχνά όσο εγώ».
«Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους», του είπα, «κι εγώ αγαπώ τα δικά μου. Αγαπώ και την Κάρεν. Είναι θαυμάσια γυναίκα. Και τα παιδιά είναι θαυμάσια. Είναι όλα όσα θα μπορούσα να επιθυμήσω...» Και φυσικά η πικρία χρωμάτισε και πάλι τη φωνή μου, και για μια ακόμη φορά μάντεψε λάθος.
«Πως πάει η υγεία σου, Στηβ; Το ξεπέρασες εκείνο το παλιό σου πρόβλημα; Κάτι με το θυρεοειδή, έτσι δεν είναι;»
Με τον Τζώρτζ δεν ήταν απλώς για την κουβεντούλα του πράγματος. Τον θυμόμουν σαν άνθρωπο που μπορούσε στ' αλήθεια να συμμεριστεί τα προβλήματα κάποιου άλλου. Κάποιες φορές την έκανε τη γκάφα του, αλλά πάντοτε οι προθέσεις του ήταν καλές.
«Ο θυρεοειδής μου δουλεύει ρολόι. Έκανα τρία πλήρη τσεκ-απ την περασμένη χρονιά, και οι τρεις γιατροί μου είπαν ότι είμαι από τους πλέον υγιείς που έχουν δει ποτέ – έχω την κατασκευή σκληραγωγημένου παλικαριού, έτσι μου είπε, μάλιστα ο ένας από δαύτους. Δεν έχω κανένα πρόβλημα υγείας, Τζωρτζ. Εκτός στο πιο σημαντικό μέρος, που εκείνοι δεν μπορούν να δουν».
Ρούφηξε μια γουλιά από το ποτό του, έχοντας μπερδευτεί.
Μετά μουρμούρησε μια απολογία.
«Με συγχωρείς Στηβ. Κάνω πολλές ανόητες ερωτήσεις. Ας κουβεντιάσουμε για κάτι άλλο. Διάλεξε εσύ το θέμα».
Ήταν τότε που το αποφάσισα. Έπρεπε να το πω σε κάποιον, αλλιώς θα τρελαινόμουνα, αν αυτό ήταν δυνατό. Και μάλλον δεν ήταν. Έτσι θα μιλούσα στον Τζωρτζ, αν κι όπως είχαν τα πράγματα θα ήταν το ίδιο σαν να μιλούσα σ' έναν καθρέφτη.
«Θα το διαλέξω», είπα. «Εγώ».
Ασφαλώς δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω κάτι στραβό. Ως ένα σημείο, όλα θα πήγαιναν όπως ακριβώς τα ήθελα να πάνε. Αυτή ήταν η κατάσταση των πραγμάτων. Ούτε κι ο Τζωρτζ Ντάργουελλ θα μπορούσε να κάνει κάτι στραβό αναφορικά με μένα. Ούτε αυτός, ούτε και κανείς άλλος.

Φάνηκε να αιφνιδιάζεται πάλι, αλλά με ακολούθησε σ' ένα τραπέζι. Δεν ήθελα τ' αυτιά του μπάρμαν να τεντώνονται από πάνω μας σε ό,τι είχα να πω. Όχι ότι θα είχε καμιά σημασία, βέβαια.
«Πες μου», τον πρόσταξα, «όλα όσα θυμάσαι για μένα. Ιδίως για τα βάσανά μου».
Δίστασε κάνοντας κάποιες νευρικές κινήσεις, αλλά τελικά είδε ότι το εννοούσα. «Να η υγεία σου δεν ήταν καλή. Έπασχες απο θυρεοειδή, έτσι έλεγαν οι φίλοι σου. Αλλά μερικές άλλες φήμες έλεγαν ότι -»
'Ότι έσκαβα τον τάφο μου με το πιοτό. Αυτό ακριβώς έκανα. Για συνέχισε».
«Το εργοστάσιό σου πήγαινε για φούντο. Είχες πέσει σε κάτι μπουρίνια κακοτυχίας, κάποια μεγάλα συμβόλαια είχαν ακυρωθεί. Δεν ήταν δικό σου το φταίξιμο στ' αλήθεια».
«Δε βοηθούσε και πολύ το να πηγαίνω μεθυσμένος στις τέσσερις το απόγευμα, με τους χρεώστες μου να με περιμένουν. Μόνο που δεν θυμάμαι τι προηγήθηκε, το πιοτό ή το εργοστάσιο που το πήρε η κάτω βόλτα».
Ο Τζωρτζ ανασάλεψε νευρικα. «Αλλά στάθηκες πάλι στα πόδια σου, όπως έμαθα. Έστω κι αν το εργοστάσιο -»
«- πήγε κατά διαόλου. Ναι, χρεοκόπησα. Δε γλίτωσα ούτε ένα ψωροδολάριο από δαύτο. Κι έμεινα στη δίνη του αλκοόλ. Δεν ανέφερες για την Κάρεν, έτσι θα σου πω εγώ τα σχετικά. Η σχέση μας κατέρρεε γοργά. Το μόνο πράγμα που μπορεί να την έσωζε – τα παιδιά – εκείνη ούτε που ήθελε να τ' ακούσει. Ήμουν ένας σκέτος, πέρα για πέρα, εκατό τοις εκατό, αποτυχημένος. Με την επιχείρηση χρεοκοπημένη, με το γάμο μου να έχει πέσει στις ξέρες, με την υγεία μου να καταρρέει, και μ' εμένα να μην μπορώ να δω τίποτα καθαρά έτσι όπως τα κοίταζα μέσα από τον πάτο του ποτηριού μου. Ο Στηβ Σώντερς, ένας ξοφλημένος».
Αμήχανος ο Τζωρτζ άρχισε να κάνει διάφορα παιχνίδια με το ποτήρι του. Για μια στιγμή τον λυπήθηκα, πριν θυμηθώ. Γιατί θα έπρεπε να νιώθω λύπη γι' αυτόν; Ωστόσο, για μια στιγμή, ένιωσα αμφιβολίες κατά πόσο θα έπρεπε να του πω και τα υπόλοιπα.
«Είναι μεγάλη ιστορία», κατέληξα. «Ας πούμε απλώς ότι όλα αυτά έχουν αλλάξει. Τα καταφέρνω θαυμάσια τώρα. Γράφω σενάρια για την τηλεόραση, από τα πιο ακριβοπληρωμένα. Το καθαρό μου εισόδημα είναι σχεδόν στο ύψος που έφταναν οι ακαθάριστες εισπράξεις του εργοστασίου. Έτσι, έχω βολευτεί εντάξει. Εσύ πως τα πας;»
Μπορεί να έφταιγαν τα ποτά, ή και μπορεί να ήταν ο τρόπος που τα είχα βγάλει από μέσα μου. Όπως και να 'χε, ήταν η σειρά του Τζωρτζ να βγάλει τα εσώψυχά του, και αυτό έκανε. Η ιστορία του έμοιαζε σαν μια ηχώ του δικού μου παλιού εφιάλτη. Επαγγελματικές δυσκολίες. Κάποιο χρόνιο πρόβλημα της καρδιάς. Η γυναίκα του είχε μείνει στο πλευρό του, αλλά ο μεγαλύτερος γιος του είχε αρχίσει ν' αναφέρεται ολοένα και πιο συχνά στα τεφτέρια της αστυνομίας. Την όποια στιγμή πλέον μπορεί να έκανε κάτι που δε θα μπορούσε να το περάσει πια με αναστολή. Και όσο περισσότερο μιλούσε ο Τζωρτζ, τόσο περισσότερο αναρωτιόμουν. Κατά μια έννοια, τα προβλήματά του ήτνα δική μου ευθύνη. Ίσως του το χρωστούσα το δικαίωμα μια επιλογής. Αλλά θα αντιλαμβανόταν το αντίτιμο της δραπέτευσης απ' όλα αυτά; Αλλά πάλι, γιατί να νοιάζομαι; Δεν ήταν πραγματικός, όπως δεν ήταν η Κάρεν ούτε τα παιδιά ούτε οι σπόνσορες που πλήρωναν για τα σενάριά μου.
Θα του μιλούσα, έτσι για να δω πως θα ήταν.
«Θέλεις να τ' αλλάξεις όλα αυτά;» τον ρώτησα ξαφνικά.
Αυτό τον έκανε να κοντοσταθεί για μια στιγμή. «Ασφαλώς», μουρμούρησε τελικά, σαν να ντρεπόταν γι' αυτό.
«Τότε άκου με. Θα σου αποκαλύψω το κόλπο, το κρίσιμο σημείο. Μετά δεν υπάρχει καμία περίπτωση να σου ξαναπάει κάτι στραβά. Το εννοώ στ' αλήθεια αυτό, αλλά μη φανταστείς ότι είναι και τόσο παραδεισένιο όσο ακούγεται. Θα φτάσουμε και στο κόστος αργότερα. Απλώς άκου».

Η χρεοκοπία είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα (είπα στον Τζωρτζ) όταν η Κάρεν με παράτησε. Για πάντα, όπως έδειχναν τα πράγματα. Κι ενώ στεκόμουν εκεί διαβάζοντας το αποχαιρετιστήριο σημείωμα της, προσπαθώντας να σκεφτώ κατά πόσο ήταν το ουίσκι ή το παλιό μου υπηρεσιακό περίστροφο εκείνο που θα ήθελα μετά, δέχτηκα έναν επισκέπτη. Παραλίγο να μην του ανοίξω την πόρτα. Αλλά ακριβώς επειδή του την άνοιξα βρίσκομαι εδώ τώρα, πλούσιος, πετυχημένος και με καθετί στο σύμπαν για να με κάνει ευτυχή. Δεν είμαι, αλλά θα έλθουμε και σ' αυτό...
Έτσι απάντησα στο κουδούνι. Ήταν ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο οποίος μου εξήγησε ότι είχε ήδη κάνει έρευνα για το άτομό μου και ήξερε ότι βρισκόμουν σε δύσκολη κατάσταση. Είπε ακόμη ότι εκπροσωπούσε κάποιον που ενδιαφερόταν να βοηθά τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους, και ότι αν σκόπευα ν' αυτοκτονήσω, θα ήταν ίσως μια καλή ιδέα αν πήγαινα να τον δω.
Ο ντετέκτιβ ήταν πολύ καλός. Πήγα, μην περιμένοντας τίποτα, αδιαφορώντας κατά πόσο επρόκειτο για κάποια απάτη ή όχι. Δεν είχα πια και τίποτε να χάσω πέρα από τη ζωή μου, και δεν έδινα πεντάρα γι' αυτή. Και ξέρεις ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ο Άντριου Νίξον.
«Ο παλιός μας καθηγητής των μαθηματικών στο Φόρντχιλλ;» με διέκοψε ο Τζωρτζ. «Μα αυτόν τον είχαν πετάξει από κει, έτσι δεν είναι;»
Τον είχαν διώξει από τη θέση του εξαιτίας των ανορθόδοξων θεωριών του (συνέχισα την αφήγηση). Όχι γι' αυτές καθαυτές αλλά επειδή κάθε φορά ξεκινούσε ατέλειωτους καβγάδες για δαύτες. Θυμάσαι τον Ντάνν*, εκείνον τον Εγγλέζο που ανέπτυξε την θεωρία περί σειρών χρόνου; Ο Νίξον τον ασπάστηκε ως προφήτη του, στήριξε τη δουλειά του στη δική του και επεξέτεινε τις φαντασιώσεις του Ντανν. Κάποια στιγμή το διοικητικό συμβούλιο δεν άντεξε άλλο, και πέταξε τον Νίξον από το πανεπιστήμιο. Ο τύπος ούτε που με είχε απασχολήσει ποτέ, μέχρι τη στιγμή που ο ντετέκτιβ με πήγε να τον δω.
Σ' ένα μέγαρο λίγο έξω από την πόλη, ένας θαλαμηπόλος χολλυγουντιανού στυλ με οδήγησε στη βιβλιοθήκη του Νίξον. Λίγα λεπτά αργότερα ο Νίξον ήταν καθισμένος απέναντί μου, καρφώνοντάς με στην καρέκλα μου μ' εκείνα τα ψυχρά, υπολογιστικά μάτια του. Ήταν γκρίζα, και διαπεραστικά όπως πάντοτε – αλλά και διαφορετικά. Δεν εκτίμησα εκείνη τη διαφορά τους αμέσως.
Ο Νίξον μπήκε κατευθείαν στο θέμα του, χωρίς προλόγους. Μου είπε ότι είχε προσλάβει τον ντετέκτιβ για να του βρει έναν άνθρωπο που τον είχε γονατίσει η κακοτυχία, που βρισκόταν σε απόγνωση – αλλά και που διέθετε κάποια νοημοσύνη. Παραδέχτηκα ότι μου ερχόταν κουτί το πρώτο μέρος της περιγραφής.
«Το ξέρεις ήδη ότι με έδιωξαν από το πανεπιστήμιο», μου είπε ο Νίξον. «Από κάθε πρακτική άποψη, ήμουν κι εγώ μια σκέτη αποτυχία. Είχα πολλούς εχθρούς και κανένα φίλο. Το μόνο που είχα κερδίσει από τη δουλειά μου ήταν η γελοιοποίηση. Όπως ίσως να ξέρεις αν κινείσαι στους ακαδημαϊκούς κύκλους, ή να μαντέψεις κρίνοντας από τούτο το σπίτι, όλα αυτά έχουν πλέον αλλάξει».
Αυτό το δέχτηκα καλή τη πίστη, και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.
«Οι μελέτες για τις οποίες με περιγελούσαν με οδήγησαν σε μια ανακάλυψη. Είναι μια μέθοδος επιτυχίας πέρα κι από τα πιο τρελά σου όνειρα, και συμπεριλαμβάνει την κάθε όψη της ζωής σου. Αν είσαι του θανατά, μπορεί να σε κάνει καλά, αν είσαι φτωχός, να σε κάνει πλούσιο. Αν σου λείπει ο έρωτας, να μην ξέρεις ποια γυναίκα να πρωτοδιαλέξεις. Σ' ενδιαφέρει;»
Του απάντησα πως αν υπήρχε κάτι τέτοιο, θα το ήθελα όποιο και αν ήταν το κόστος του. Εκείνος με σταμάτησε σηκώνοντας ένα καλοφροντισμένο χέρι.
«Υπάρχει ένα αντίτιμο, και μάλιστα υψηλό. Έτσι, ας πούμε ότι θα το δεχτείς ή θα το αρνηθείς αφού πρώτα μάθεις τα πάντα. Δε θέλω χρήματα από σένα. Έχω κυριολεκτικά περισσότερα απ' όσα μπορώ να ξοδέψω, και δεν τα απέκτησα εξαπατώντας κάποιους δυστυχείς και πουλώντας τους φαντασίες. Είμαι μαθηματικός σύμβουλος σε μια ντουζίνα από μεγάλους βιομηχανικούς οίκους. Έτσι έχω και όλο το σεβασμό προς τις ικανότητές μου που πάντοτε αποζητούσα, συν κάποιες πολύ γερές αμοιβές. Έχω μια όμορφη σύζυγο, πολύ πιο νέα από μένα, που μου είναι αφοσιωμένη. Επιπλέον, η υγεία μου είναι εξαιρετική, καλύτερη εκείνης πολλών νεοτέρων αντρών - »
«Συγχαρητήρια», τον διέκοψα. «Τότε τι ζητάς;»
«Θα φτάσουμε και σ' αυτό. Αλλά αν οποιαδήποτε στιγμή νιώσεις να χάνεις το ενδιαφέρον σου, δεν έχεις παρά απλώς να σηκωθείς και να φύγεις». Το έλεγε και το εννοούσε. Παρέμεινα.
«Θα έχεις σίγουρα κάποια ιδέα από τις θεωρίες του Ντανν. Σε απλή γλώσσα, αν ο χρόνος όπως τον ξέρουμε ρέει, θα πρέπει να έχει ένα ρυθμό ροής. Αλλά για να μετρήσεις το ρυθμό αυτό, είναι αναγκαίο να υπάρχει κι ένας δεύτερος χρόνος. Αλλά και αυτού ο ρυθμός ροής απαιτεί την ύπαρξη ενός τρίτου χρόνου, και ούτω καθ' εξής. Πάνω σ' αυτά τα απλά θεμέλια, έχτιζα επί δεκαπέντε χρόνια».

Είχα αρχίσει ν' απογοητεύομαι – και να βαριέμαι. «Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την αληθινή ζωή;» τον ρώτησα. «Και ιδίως με τη δική μου;»
Υπήρχε κάτι στο χαμόγελό του που δε μου άρεσε. Είχε κάτι που υπαινισσόταν ότι είχε αρχίσει να το διασκεδάζει σε βάρος μου. Σήκωσε και πάλι το χέρι του.
«Κατά συνέπεια, θα πρέπει να υπάρχει μια άπειρη σειρά από διαδοχικούς χρόνους. Το πως αυτοί σχετίζονται με τον αληθινό κόσμο έγινε ο βασικός κορμός της μελέτης μου. Ο χρόνος που μετρούν τα ρολόγια μας, τον οποίο ο Ντανν ονόμασε Χρόνο Ένα, μπορεί σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου να βρίσκεται οπουδήποτε στην άπειρη σειρά τους. Αλλά το πρώτο σημαντικό βήμα μου ήταν η ανακάλυψη ότι ο Χρόνος Ένα – ο ωρολογιακός χρόνος – δεν είναι ο ίδιος για όλα τα άτομα. Αν και αυτή τη στιγμή εσύ κι εγώ μπορεί να μετράμε το χρόνο με το ίδιο ρολόι στον τοίχο, ένα κλάσμα δευτερολέπτου αργότερα αυτός που ξέρεις ως ωρολογιακό χρόνο μπορεί να μεταλλάξει, για μένα, στο Χρόνο Δύο ή στο Χρόνο Τρία, αν και το ρολόι θα εξακολουθήσει να φαίνεται το ίδιο. Και τότε οι εμπειρίες μας – ο εξωτερικός κόσμος – θα διαφέρουν για μας αντίστοιχα».
Κάπως ενοχλημένος που έπιανα τον εαυτό μου να ενδιαφέρεται, συνέχισα ν' ακούω.
«Έτσι πολύ χοντρικά, μπορείς να πεις ότι η ανθρώπινη συνείδηση ακολουθεί μια γραμμή τρένου με άπειρα κλειδιά διακλαδώσεων στη διαδρομή της. Έμαθα πως μπορεί να ενεργοποιήσει κανείς αυτά τα κλειδιά. Ενεργοποιούνται διαρκώς, από ασθένειες, από σοκ, από ψυχικά τραύματα, από την ελεύθερη βούληση, ακόμη κι από αυτό που τα διάφορα απόκρυφα δόγματα αποκαλούν «αυτοσυγκέντρωση». Αλλά για την ατομική συνείδηση η γραμμή του τρένου φαίνεται ευθεία. Δεν έχει καν επίγνωση ότι της δόθηκε ποτέ η επιλογή αλλαγής της γραμμής.
»Και μετά ήρθε μαι μεγαλύτερη ανακάλυψη – ότι παρά τα φαινόμενα, παρά την τύχη, παρά τη μοίρα, ή όποια άλλη φαντασίωση μπορεί να έχουν σκαρφιστεί οι θνητοί, είναι αυτοί οι ίδιοι που ενεργοποιούν τα κλειδιά αλλαγής ακολουθώντας άλλη διακλάδωση. Οι ασθένειες, τα ψυχικά τραύματα ή τα σοκ είναι απλώς τα ορόσημα όπου η συνείδηση τείνει να πηδά σε άλλη γραμμή. Είναι φαινόμενα, όχι αιτίες. Εμείς διαλέγουμε τη διαδρομή μας, κατηγορώντας μετά το μηχανικό που δεν ήταν στη θέση του, προσπερνώντας σινιάλα που δε βλέπουμε ποτέ».
Έγειρε πίσω στο κάθισμά του και με κοίταξε έντονα μ' εκείνα τα γκρίζα διαπεραστικά μάτια του. «Χρειάζομαι έναν άνθρωπο που να είναι διατεθειμένος να σκεφτεί. Καταλαβαίνεις που το πάω;»
(«Εγώ φοβάμαι πως δεν το πιάνω – όχι και πολύ καθαρά», είπε ο Τζωρτζ όταν κοντοστάθηκα για να του πετάξω την ερώτηση).
Συνέχισε να το σκέφτεσαι (του είπα). Αυτό έκανα κι εγώ, ενώ ο Νίξον συνέχιζε να μιλά. Και ξαφνικά κάτι έκανε κλικ στο μυαλό μου.
«Για μια στιγμούλα», τον διέκοψα. «Αν ο καθένας μας ενεργοποιεί αυτούς τους διακόπτες αλλαγής γραμμής για λογαριασμό του, τότε εσύ ακολουθείς το δρόμο σου κι εγώ το δικό μου. Υπάρχουν τόσες κοσμο-εμπειρίες όσες και άνθρωποι».
Έγνευσε καταφατικά ευχαριστημένος. «Ή όπως λένε οι Κινέζοι, το Πεπρωμένο είναι σαν μια βεντάλια. Σε ένα από αυτά τα πιθανά σύμπαντα αυτοκτόνησες πριν φτάσει ο ντετέκτιβ μου. Η χήρα σου αγοράζει μαύρα τώρα. Σε ένα άλλο, σηκώθηκες κι έφυγες από δω πριν φτάσουμε σ' αυτό το σημείο της μικρής μου διάλεξης. Σ' ένα τρίτο, στο δικό μου σύμπαν, συνεχίζεις να με ακούς. Σε τούτη τη χρονική γραμμή θα μείνεις και θα δεχτείς αυτό που έχω να σου προσφέρω».
«Τι εννοείς το δικό σου σύμπαν; Αν μείνω, θα είναι και δικό μου».

Ο Νίξον κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Το εσύ που εγώ αντιλαμβάνομαι θα μείνει, αλλά δεν έχω τρόπο να ξέρω κατά πόσο το εσύ που εσύ αντιλαμβάνεσαι θα φύγει ή θα μείνει, αλλά ούτε και με νοιάζει. Αν σηκωνόσουν κι έφευγες αυτή τη στιγμή, απλώς θα είχες επιλέξει μια άλλη γραμμή από τη δική μου. Αλλά η δική μου γραμμή είναι ο δικός μου «καλύτερος απ' όλους τους πιθανούς κόσμους», όπως το έθεσε ο Καντίντ του Βολταίρου, και σ' αυτόν θα μείνεις για να μ' ευχαριστήσεις. Το κατά πόσο θα διαλέξεις την ίδια γραμμή για ένα σύντομο διάστημα εξαρτάται από σένα. Δεν μπορώ και δεν χρειάζεται να σ' εξαναγκάσω».
«Όμως ανεξαρτήτως του τι θα κάνω, δεν μπορώ να σου πάω κόντρα;»
Έγνευσε καταφατικά. «Μπορείς στη δική σου γραμμή, αλλά όχι στη δική μου. Στο δικό μου πλαίσιο των γεγονότων, δεν πρόκειται να το κουνήσεις από αυτή την καρέκλα μέχρι να τελειώσω. Γιατί; Διότι έχω επιλέξει μια χρονική γραμμή στην οποία υπερισχύει η δική μου βούληση, και όπου δεν αποτυγχάνω ποτέ. Τη γραμμή στην οποία με γνώρισες κάποτε ως αποτυχημένο, ως έναν ανυπόληπτο κι απογοητευμένο καθηγητή, την έχω εγκαταλείψει. Το ίδιο κι εσύ μπορείς να εγκαταλείψεις εκείνη στην οποία απέτυχες».
«Και ποιο είναι το αντίτιμο;»
Τα μάτια του έκρυβαν κάτι. «Θα το θεωρήσεις ασήμαντο όταν σου το πω. Δεν είναι, αλλά δεν πρόκειται να με πιστέψεις σ' αυτό. Το ελπίζω, γιατί έτσι και καταλάβεις πλήρως ποιο είναι το αντίτιμο, θ' αρνηθείς». Γέλασε. «Αλλά ξεχάστηκα. Δεν πρόκειται ν' αρνηθείς».
«Το αντίτιμο;» του φώναξα βραχνά.
«Η ανία».
Μόνο που δεν του γέλασα κατάμουτρα. Ωστόσο γέλασα, από μέσα μου, όπως γελά κανείς όταν κάτι που το λαχταρά όσο τίποτα του προσφέρεται μισοτιμής.
«Το βλέπω ότι το θεωρείς ασήμαντο», παρατήρησε εκείνος. «Ωραία. Δέχεσαι;»
«Αν δέχομαι λέει! Ασφαλώς! Τι πρέπει να κάνω;»
«Να κάνεις; Μα το έκανες ήδη».
«Έκανα τι;»
«Επέλεξες την πιο επωφελή για σένα χρονική γραμμή. Άσκησες αυτό που κανένας θνητός προηγουμένως δεν ήξερε πως να χρησιμοποιήσει – την αληθινή ελεύθερη βούληση. Βλέπεις, από τη στιγμή που η συνείδηση αποκτήσει επίγνωση της δύναμης της επιλογής της, δεν μπορεί να ξεστρατίσει από τον ιδανικό δρόμο της περισσότερο απ' ό,τι εμείς να σταματήσουμε την ανάσα μας. Ούτε ακόμη κι αν θελήσει να το κάνει».
Ένας σπασμός είχε περάσει από το πρόσωπό του, μια σκιά πόνου πάνω από εκείνα τα ψυχρά γκρίζα μάτια, αλλά και κάτι άλλο επίσης. Για μια στιγμή, μου φάνηκε σαν να ήταν κάποιο είδος έξαλλου θριάμβου.
«Ναι, αλλά δεν μου είπες τίποτα για τα μαθηματικά της υπόθεσης», διαμαρτυρήθηκα.
Τα γκρίζα μάτια του πήραν έναν τόνο περιφρόνησης. «Δεν υπάρχουν ούτε τέσσερις άνθρωποι στον κόσμο που θα μπορούσαν να καταλάβουν τις εξισώσεις μου. Ευτυχώς για σένα, αυτό είναι περιττό. Μπορεί να ανακάλυψα τα γεγονότα μέσω των μαθηματικών, αλλά δεν χρειάζεται να είσαι μαθηματικός για να είσαι άνθρωπος. Η αλήθεια ενυπάρχει στη συνείδηση, όχι στα μαθηματικά, τα οποία δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα εργαλείο».
Ένιωσα περίεργα απογοητευμένος. «Μα κάτι παραπάνω απ' αυτό θα πρέπει να υπάρχει».
«Πίστεψέ με, δεν υπάρχει. Έπιασες τη βασική αρχή του πράγματος, επέλεξες να την χρησιμοποιήσεις, και συμφώνησες να πληρώσεις το αντίτιμο. Ακούγεται σαν κάποια παλιομοδίτικη συμφωνία με το διάβολο, έτσι;»
Δε το βρήκα και πολύ πετυχημένο αυτό το ευφυολόγημα, αλλά τότε ούτε που φανταζόμουν καν πόσο κοντά ήταν στην αλήθεια.
«Πριν οι γραμμές μας χωριστούν ξανά», μου είπε, «ας κάνουμε μια πρόποση στην ανία».
Ήπιαμε μαζί. Και τότε οι αμφιβολίες με πλημμύρισαν πάλι.
«Ήταν μια ενδιαφέρουσα επίσκεψη», του είπα. «Μου πρόσφερες τον ουρανό με τ' άστρα, κι εγώ δέχτηκα. Ήπιαμε στην υγειά του, και τώρα φεύγω. Ελπίζω κάποια μέρα να μπορώ να γελάσω κι εγώ μ' όλα αυτά».
Με κοίταξε παράξενα. «Α, όχι, δεν πρόκειται να γελάσεις». Ένας μορφασμός πόνου πέρασε από το πρόσωπό του. «Νομίζεις ότι τίποτε δεν άλλαξε, αλλά σε διαβεβαιώνω πως έχει ήδη αλλάξει. Δε νιώθεις τίποτα. Δεν έχω κανένα εργαστήριο με χειρουργικό τραπέζι ή με πολυθρόνες για να σε δέσω με λουριά, ούτε κανένα κράνος με ηλεκτρόδια να σου φορέσω ή κάποιες μυστηριώδεις συσκευές που κάνουν ηλεκτρικές εκκενώσεις. Δεν υπάρχουν εδώ ψευτοεπιστημονικά στολίδια. Γι' αυτό και νομίζεις ότι τίποτα δε συνέβη. Όμως περίμενε και θα δεις. Στο μεταξύ, για να σου φτιάξω λίγο το κέφι...»
Άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε ένα καρνέ επιταγών και έγραψε κάτι σ' αυτό. Μετά μου έδωσε ένα τσεκ. Ήταν μεταχρονολογημένο κατά μια εβδομάδα, και ανέγραφε το ποσό των δέκα χιλιάδων δολαρίων.
«Αν με θεωρείς ψεύτη, τότε εξαργύρωσέ το. Θα διαπιστώσεις ότι έχει αντίκρυσμα. Από την άλλη μεριά, αν διαπιστώσεις ότι σου είπα την αλήθεια, αν αρχίσεις να συνειδητοποιείς την αναπόφευκτη επιτυχία σου στο καθετί, τότε - »
«Τότε τι;» τον ρώτησα.
«Τότε δεν θα έχεις ανάγκη αυτά τα χρήματα, αλλά ούτε κι εγώ. Γιατί στην περίπτωση αυτή», και πάλι η φευγαλέα λάμψη του θριάμβου πέρασε από τα ψυχρά μάτια του, «θα είμαι ήδη νεκρός».
Ο Τζωρτζ γέλασε μ' ένα ζορισμένο τρόπο. «Ο φουκαράς ο γερο-Νίξον! Μια και το 'φερε η κουβέντα, πέθανε πριν λίγα χρόνια, έτσι δεν είναι;»
«Μια και το 'φερε η κουβέντα», απάντησα εγώ, «πέθανε δύο μέρες μετά τη συνάντησή μας».
Ο Τζωρτζ δεν είπε λέξη, και είδα ότι δεν είχε σκοπό να το κάνει.
«Όταν γύρισα σπίτι μου, η Κάρεν είχε επιστρέψει. Ο αδελφός της είχε έρθει στην πόλη και άκουσε για τα προβλήματά μας. Είναι ανώτερο στέλεχος σ' ένα μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι, και είπε στην Κάρεν ότι υπήρχε μια πολύ καλοπληρωμένη θέση στην οποία θα μπορουσα να χωθώ, με λίγο παραμύθι και με τη δική του βοήθεια. Δέχτηκα, και αποδείχτηκε ότι δε χρειαζόταν κανένα παραμύθι. Εξακολουθώ να κρατώ αυτή τη δουλειά, αλλά επιπρόσθετα ανακάλυψα ότι η τηλεόραση ήταν φτιαγμένη για μένα και για τα σενάρια που πάντοτε ήθελα να κάνω. Η Κάρεν ανακάλυψε ότι ήταν ξετρελαμένη μαζί μου κι ότι λάτρευε κι αυτή τα παιδιά. Οι παλιοί μου χρεώστες μαλώνουν ποιος θα με πρωτοπροσκαλέσει στα πάρτι του. Θα μου επέστρεφαν και το εργοστάσιο, αν το ήθελα, και θα το έκανα μια πολύ πετυχημένη επιχείρηση αν συνέβαινε».
«Και το τσεκ του Νίξον;» ρώτησε ο Τζωρτζ.
«Αυτό ήταν εντάξει. Αλλά όχι και η υγεία του. Όχι στη δική μου χρονική γραμμή, τουλάχιστον. Θα έδινα το καθετί που θα μπορούσε να μου ζητήσει άνθρωπος αρκεί να μάθαινα κατά πόσο έζησε ή όχι στη δική του γραμμή...»
Αν λάβουμε υπόψη το πόσο αλκοόλ είχαμε κατεβάσει, ήμασταν περίεργα νηφάλιοι και οι δύο. Από την αλλαγή και μετά, το ποτό δεν μπορούσε να κάνει καμία ζημιά σ' εμένα.
«Είπες κάτι», μουρμούρησε αμήχανα ο Τζωρτζ «και για μένα – για τις δικές μου υποθέσεις».
Για μια στιγμή ένιωσα μίσος για τον εαυτό μου. Αλλά τι ήμουν, ο κηδεμόνας του; Αλλά μήπως είχε καμιά σημασία και για τον Τζωρτζ; Άραγε βρισκόταν ο Τζωρτζ εδώ στο τραπέζι μαζί μου, ή ήταν απλώς κάτι που το έβλεπα, που το άκουγα και που το αποκαλούσα Τζωρτζ, αλλά που δεν είχε την παραμικρή επίγνωση του εαυτού του στη δική μου – την καλύτερη από όλες τις πιθανές – χρονική γραμμή; Ακόμη κι έτσι, το έπαιξα τίμια.
«Σου προσφέρω ό,τι ακριβώς προσέφερε και σε μένα ο Νίξον. Αλλά μη βιάζεσαι τόσο. Ο Νίξον μου είπε ψέματα αναφορικά με το αντίτιμο. Μου είπε ψέματα σαν το διάβολο. Μπορεί και να 'ταν ο διάβολος. Ίσως εκείνες οι θρυλικές ιστορίες για συμφωνίες με τον Σατανά, ο οποίος πρόσφερε στα θύματά του τον κόσμο ολόκληρο, ήταν ακριβώς σαν αυτή που έκανα με τον Νίξον. Αλλά εγώ δεν είμαι ο διάβολος, έτσι θα σου πω ποιο είναι το αντίτιμο. Αλλά νομίζω ότι θα ήθελα άλλο ένα ποτό πρώτα».
Ο Τζωρτζ μετά βίας κρατιόταν μέχρι να πάει κάτω το ποτό μου.
«Εκείνο που η συμφωνία με τον Νίξον άφησε απέξω, αυτό που την κάνει αδύνατη, είναι κατι το μη απτό. Ψυχική γαλήνη, ευτυχία, πνευματική ικανοποίηση – πεσ' το όπως θέλεις. Ήταν σχετικά με την Κάρεν που ένιωσα την πρώτη έλλειψη. Με λατρεύει. Μου είναι εντελώς αφοσιωμένη και απόλυτα πιστή, και πάντοτε θα είναι έτσι. Πίστεψέ με, είμαι σίγουρος γι' αυτό. Είναι πέρα για πέρα το καθετί που θα μπορούσα να ονειρευτώ ή να επιθυμήσω σε μια γυναίκα.
»Μόνο που η Κάρεν αυτή δεν είναι πραγματική».
Αυτό ταρακούνησε τον Τζωρτζ παρά τα ποτά, την απεγνωσμένη ελπίδα του και όλα τα σχετικά.
«Αυτή – αυτή είναι η Κόλαση. Και ο Νίξον το έκρυψε. Μελέτησα σε βάθος τον Ντανν αργότερα. Υπάρχει μια πολύ όμορφη φράση σ' ένα από τα βιβλία του: «...ένας παράδεισος προσωπικής απόλαυσης, και μια κόλαση απόλυτης μοναξιάς», κάπως έτσι νομίζω ότι το λέει. Αυτό είναι. Θες να συνεχίσω κι άλλο;»

Ο Τζωρτζ έμεινε απλώς καθισμένος εκεί με ανοιχτό το στόμα, έτσι συνέχισα: «Με έναν άπειρο αριθμό από Χρόνους Ένα, ποιος είναι ο πραγματικός; Για μένα, είναι εκείνος που ακολουθώ. Αλλά εσύ μπορεί να είσαι σ' έναν άλλο, όπου με πήγες σπίτι μου πριν από μια ώρα, τύφλα στο μεθύσι. Αυτός θα είναι ο πραγματικός για σένα. Αν έτσι έχει το πράγμα, ποιος είναι ο Τζωρτζ Ντάργουελλ που κάθεται εδώ μαζί μου; Ένα αποκύημα της φαντασίας. Κάτι στη συνείδησή μου, με το οποίο κάθε ομοιότητα με οτιδήποτε το αληθινό είναι καθαρή σύμπτωση. Είσαι καθ' ολοκληρία στο μυαλό μου. Είσαι ωραίος τύπος και θα δεχτείς την προσφορά μου, γιατί αυτό θέλω εγώ, και ο καλός μας Τζωρτζ δεν μπορεί να μου αρνηθεί τίποτα στην καλύτερη χρονική γραμμή μου. Αλλά ο Τζωρτζ δεν είναι αληθινός. Ούτε η Κάρεν, ούτε τα παιδιά, ούτε ο τραπεζικός μου λογαριασμός, και αν υπάρχει για μένα ένας Θεός, που είναι Αυτός;»
«Στηβ παλόφιλε, δεν αναχωρούμε για το σπίτι μας; Είσαι άρρωστος».
«Οι γιατροί μου με διαβεβαιώνουν ότι είμαι γερός σαν μουλάρι. Αλλά πως θα μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς, αφού και αυτοί είναι προσωπική μου ιδιοκτησία; Δε θα μπορούσαν να πουν και τίποτε άλλο».
«Τότε βρες έναν καλό ψυχίατρο, Στηβ».
Γέλασα, προσεκτικά, για να δείξω ότι δεν ήμουν μεθυσμένος. «Έχω αναλώσει δύο από δαύτους. Ο τρίτος συμφωνεί με τους άλλους ότι είμαι ευαίσθητος, αρκετά αγχώδης, αλλά και ότι πιο λογικός δε θα μπορούσα να 'μαι. Ακριβώς όπως θα με ήθελα, βλέπεις. Α όχι, δεν μπορείς να σπάσεις τα μάγια έτσι».
«Έλα, ας πηγαίνουμε». Είχε αρχίσει να ανησυχεί για τα καλά τώρα.
«Ίσως και να μην μπορούν να σπάσουν. Αλλά θα σου πω ένα μυστικό Τζωρτζ. Κάτι που δε θα σου το 'λεγα αν πίστευα ότι είσαι αληθινός».
Περίμενε να με ακούσει. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;
«Ο Νίξον προσπάθησε να σπάσει τα μάγια. Πιστεύω ότι θεωρούσε πως θα μπορούσε να ξεφύγει αν περνούσε σε άλλον το μυστικό, ακριβώς αυτό που προσπαθώ να κάνω κι εγώ με σένα. Βλέπεις έτσι και μάθεις τι νόημα έχουν όλα, ότι αυτός είναι ένας άδειος κόσμος δίχως τίποτα μέσα του εκτός από σένα – δεν μπορείς να το αντέξεις. Και δεν μπορείς να δραπετεύσεις καταφεύγοντας στην τρέλα. Αλλά ο Νίξον θα πρέπει να το είχε δουλέψει μαθηματικά, και ήλπιζε να ξεφύγει περνώντας σε κάποιον άλλο το φορτίο. Μπορεί ούτε κι αυτό να δουλεύει. Ο Νίξον πέθανε στη χρονική γραμμή μου, αλλά δεν έχω καμία απόδειξη ότι πέθανε και στη δική του, ή ότι αν θα μπορούσε καν να πεθάνει».
Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο, εντελώς νηφάλιοι, ξέροντας ότι αυτή ηταν η μεγάλη στιγμή.
«Τα εννοείς στ' αλήθεια, όλα αυτά, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Τζωρτζ με αχνή φωνή.
Δε χρειαζόταν ν' απαντήσω. Την ήξερε την απάντηση.
«Στο κάτω-κάτω», συνέχισε, «δεν υπάρχει λόγος να πιστεύεις ότι η λάθος γραμμή – εκείνη που ήσουν αποτυχημένος – είναι πιο αληθινή από αυτή που είσαι πετυχημένος».
Πουλούσε τον εαυτό του. Γιατι να του επισημάνω τη διαφορά, ότι εγώ ήξερα πως ο κόσμος μου ήταν άδειος, ενώ εκείνος μπορούσε μόνο να υποψιαστεί πως κι ο δικός του ήταν.
«Υποθέτω ότι είμαι τρελός», γέλασε νευρικά. «Ή εσύ θα με θεωρήσεις τέτοιον. Αλλά νομίζω ότι πήρα την απόφασή μου να δεχτώ την πρόκλησή σου».
«Δική σου είναι η ζωή».
«Δέχομαι», μου είπε με βιάση.
«Εγένετο», απάντησα, και αμέσως ένιωσα διαφορετικά.

* * *
Αυτή η αφήγηση είναι χρονολογημένη και προσαρτημένη στη διαθήκη μου. Μετά την περίοδο ενός μηνός, εάν ζω ως τότε, θα την αποσύρω και θα την καταστρέψω. Αλλά εάν η διαθήκη επικυρωθεί πριν από την παρέλευση αυτού του χρόνου, η συνημμένη πλήρης αφήγηση θα δοθεί προς δημοσίευση. Με τη μορφή φανταστικού διηγήματος αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Αν δημοσιευτεί θα ξέρετε ότι κατάφερα να ξεφύγω από τον άδειο κόσμο μου – στον δικό σας Χρόνο Ένα.
Αλλά κάπου στην όλη απειρία των Χρόνων υπάρχει και κάποιος στον οποίο δεν κατάφερα να ξεφύγω, κι όπου τα μάγια δεν έχουν σπάσει.
Αυτός μπορεί να είναι ακόμη ο δικός μου.
Στήβεν Σώντερς



______________
*Πρόκειται για το μαθηματικό και αεροναυπηγό John William Dunne (1875-1949) -Γ.Μ.


Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
επιλέγει, μεταφράζει και προλογίζει
Εκείνες οι Άλλες Πραγματικότητες
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS-7 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια: