.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Το γουρούνι [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ] – William Hope Hodgson



...Για ίσως ένα ολόκληρο λεπτό παρέμεινα κοιτάζοντας βαθιά στα σκοτάδια, σ' εκείνο το πράγμα που αιωρείτο στο ασύλληπτο κενό, σαν να 'ταν κάποιος αλαργινός πλανήτης με πεθαμένο ασπριδερό χρώμα. Και μετά απλώς συνήλθα μ' ένα απότομο σκίρτημα, έτσι θα μπορούσε να το πει κανείς, έχοντας τον πλήρη έλεγχο του εαυτού μου. Αυτό γιατί, όπως λίγη υπερένταση παραπάνω μου είχε προκαλέσει το παθητικά χρήσιμο μούδιασμα της παραζάλης, έτσι και τούτο το ξαφνικά κατακλυσμικά υπέρτατο γεγονός της φρίκης είχε επιφέρει, με τη σειρά του, τη μεταπήδηση από την αδράνεια στη δράση. Μέσα σε μια στιγμή πέρασα από την κατάσταση της πλήρους απάθειας σ' εκείνη της έντονης ενεργητικότητας.
Ήξερα ότι, χάρη σε κάποιο τυχαίο συμβάν, είχα ξεπεράσει κάθε προηγούμενο όριο, ότι στεκόμουν τώρα εκεί όπου καμία ανθρώπινη ψυχή δε θα έπρεπε να βρίσκεται, και ότι σε ελάχιστα από τα ασήμαντα λεπτά του χρόνου της γης μπορεί να ήμουν νεκρός.
Κατά πόσο ο Μπαίηνς είχε περάσει το «σημείο που δεν έχει γυρισμό» ήταν κάτι που δεν το ήξερα. Τον ακούμπησα προσεκτικά αλλά σβέλτα στο πάτωμα γυρισμένο στο πλευρό του, μεταξύ των εσωτερικών κύκλων – δηλαδή ανάμεσα στο βιολετή και το λουλακή κύκλο – όπου και παρέμεινε γρυλίζοντας σιγανά. Νιώθοντας ότι η φοβερή στιγμή είχε φτάσει τράβηξα το αυτόματο πιστόλι μου. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλύτερα να φροντίσω εγώ για το τέλος μας πριν μας πλησιάσει πιο κοντά εκείνο το πράγμα από τα βάθη. Γιατί, στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Μπαίηνς, από τη στιγμή που θα έμπαινε στο πεδίο επιρροής των – ας τις πούμε κι έτσι - «επαγωγικών δυνάμεων» του τέρατος, θα έπαυε να είναι άνθρωπος. Όπως και στην περίπτωση του Άστερ ο οποίος έμεινε έξω από τα πεντάλφα στην Υπόθεση του Μαύρου Πέπλου, θα συνέβαινε τότε κάτι που μόνον ως παθολογική, ψυχολογική αλλαγή θα μπορούσε να το περιγράψει κανείς – με άλλα λόγια, θα σήμαινε έναν κυριολεκτικό αφανισμό της ψυχής.
Αλλά τότε κάτι φάνηκε να μου λέει να μην πυροβολήσω. Ίσως αυτό ν' ακούγεται λίγο σαν δεισιδαιμονία, αλλά είναι γεγονός ότι σκόπευα να σκοτώσω τον Μπαίηνς εκείνη τη στιγμή, και αυτό που με σταμάτησε ήταν ένα σαφές μήνυμα από έξω.
Σας διαβεβαιώνω, ήταν κάτι που έκανε μια μεγάλη ελπίδα ν' αναπτερωθεί μέσα μου, γιατί κατάλαβα ότι ήταν μια παρέμβαση των δυνάμεων οι οποίες εξουσιάζουν το στροβίλισμα του εξώτερου κύκλου. Αλλά αυτό το ίδιο το γεγονός της παρέμβασης αποτελούσε μια επιπλέον απόδειξη του τρομερού ψυχικού κινδύνου που αντιμετωπίζαμε, γιατί αυτή η ανεξιχνίαστη Προστατευτική Δύναμη δεν παρεμβαίνει παρά μονάχα για να μπει ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχή και τις Εξώτερες Τερατώδεις Οντότητες.
Την ίδια στιγμή που έλαβα το μήνυμα, ανασηκώθηκα σαν αστραπή και κατευθύνθηκα προς το πηγάδι, δρασκελίζοντας το βιολετή κύκλο και πηγαίνοντας κατευθείαν προς το στόμα του σκότους. Έπρεπε ν' αποτολμήσω αυτό το ρίσκο προκειμένου να φτάσω έτσι στον πίνακα ελέγχου, ο οποίος βρισκόταν στο γυάλινο ράφι κάτω από την τάβλα του τραπεζιού στο κέντρο.
Δεν μπορούσα ν' απαλλαγώ εντελώς από τη φρίκη της ιδέας ότι μπορεί να έπεφτα μέσα σ' εκείνο το φοβερό μαύρο χάος. Το πάτωμα είχε αρκετά στέρεη αίσθηση, αλλά ένιωθα σαν να βάδιζα πάνω απ'οένα μαύρο κενό, πάνω από μια αντεστραμμένη άναστρη νύχτα, με το πρόσωπο του Γουρουνιού να αναδύεται και να πλησιάζει από τα εκεα τα απύθμενα βάθη κάτω από τα πόδια μου – ένα σιωπηλό κι απίστευτο πράγμα που έβγαινε από την άβυσσο – ένα ασπρουλιάρο γουρουνίσιο πρόσωπο το οποίο φάνταζε σαν να αιωρείτο εκεί, πλαισιωμένο από τα απέρταντα σκοτάδια.
Με δύο γοργά νευρικά βήματα έφτασα στο τραπέζι το οποίο βρισκόταν εκεί στο κέντρο, με τα γυάλινα πόδια του να φαίνονται σαν να στηρίζονταν στο κενό. Άρπαξα τον πίνακα ελέγχου, τραβώντας έξω την πλακέτα από βουλκανίτη* με τους διακόπτες του μπλε κύκλου. Η μπαταρία που τροφοδοτούσε αυτόν τον κύκλο ήταν η δεξιά της σειράς των επτά, με την καθεμιά τους μαρκαρισμένη με το γράμμα του κύκλου της, έτσι ώστε σε ώρα ανάγκης να μπορώ να διαλέξω στα γρήγορα οποιαδήποτε από αυτές.
Καθώς ανέβαζα τον διακόπτη του μπλε είχα μια αρκετά δυσάρεστη προειδοποίηση για τους άγνωστους κινδύνους που ρισκάριζα μ' αυτή τη μικρή διαδρομή των δύο βημάτων. Γιατί εκείνη η φοβερή αίσθηση του ιλίγγου επέστρεψε ξαφνικά, και για μια φρικτή στιγμή ήταν σαν να έβλεπα τον κόσμο μέσα από μια θολούρα, σαν να επιχειρούσα να κοιτάξω μέσα από νερό.
Κάτω από μένα, πέρα χαμηλά ανάμεσα από τα πόδια μου, μπορούσα να διακρίνω το Γουρούνι το οποίο, κατά κάποιο περίεργο τρόπο, φαινόταν τώρα διαφορετικό – πιο σαφές, πιο κοντινό και πιο τεράστιο. Διαισθάνθηκα ότι με είχε πλησιάσει απότομα μέσα σε μια στιγμή. Και ξαφνικά είχα την εντύπωση ότι κατέβαινα ολόσωμος.
Είχα την αίσθηση μιας τρομερής δύναμης που προσπαθούσε να με σπρώξει πέρα από το χείλος εκείνου του πηγαδιού, αλλά χρησιμοποιώντας και την τελευταία σταγόνα θέλησης που είχε απομείνει μέσα μου βούτηξα μέσα από τη θολούρα που έκρυβε το καθετί από τα μάτια μου και κατάφερα να φτάσω ως το βιολετή κύκλο όπου βρισκόταν ξαπλωμένος ο Μπαίηνς.
Εκεί γονάτισα στηριγμένος στις φτέρνες μου, και με τα χέρια μου τεντωμένα ανασήκωσα προσεκτικά με το νύχι τη βάση από βουλκανίτη του μπλε κύκλου μέχρι που να χωρούν να περάσουν από κάτω οι άκρες των δαχτύλων μου. Αυτό το έκανα φροντίζοντας να μην απλώσω τα δάχτυλά μου πιο μέσα από την εσωτερική άκρη του φωτεινού σωλήνα, ο οποίος ήταν στηριγμένος σε μια βάση από βουλκανίτη πέντε πόντους πλατιά.
Με πολύ αργές κινήσεις στάθηκα πάλι όρθιος, ανασηκώνοντας μαζί μου και την πλευρά του μπλε κύκλου. Τα πόδια μου βρίσκονταν ανάμεσα στο λουλακή και το βιολετή κύκλο, έχοντας πλέον μόνον τον μπλε κύκλο ανάμεσα σ' εμένα και τον ακαριαίο θάνατο. Γιατί έτσι και είχε σπάσει ο γυάλινος σωλήνας του από την ασυνήθιστη καταπόνηση στην οποία τον είχα υποβάλει όταν τον σήκωνα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είχα αναχωρήσει, και πολύ γρήγορα, για τον άλλο κόσμο.
Έτσι παιδιά μπορείτε να φανταστείτε πως ένιωθα. Είχα την αίσθηση ενός δυσάρεστου αχνού μυρμηγκιάσματος το οποίο ήταν πιο έντονο στις άκρες των δαχτύλων και στους καρπούς μου, ενώ ο μπλε κύκλος φαινόταν να δονείται παράξενα σαν κάποια άγνωστα μικροσκοπικά σωματίδια να τον βομβάρδιζαν κατ' αμέτρητα εκατομμύρια. Κατά μήκος των φωτεινών γυάλινων σωλήνων και για περίπου μισό μέτρο δεξιά κι αριστερά των χεριών μου υπήρχε μια αλλόκοτη ομίχλη από μικροσκοπικές σπίθερς οι οποίες αναδεύονταν και στροβιλίζονταν, φτιάχνοντας έτσι ένα ασυνήθιστο φωτοστέφανο.
Δρασκελίζοντας το λουλακή κύκλο, άρχισα να σπρώχνω τον μπλε κύκλο προς τα έξω, ενάντια στον αργοκινούμενο τοίχο του μαύρου καπνού δημιουργώντας έτσι ένα κυματάκι από μικροσκοπικές ωχρές λάμψεις οι οποίες έγλειφαν τον κύκλο. Αυτές οι λάμψεις κινούνταν κατά μήκος του φωτεινού σωλήνα μέχρι που έφταναν στο σημείο όπου ο μπλε κύκλος διασταυρωνόταν με τον λουλακή, κι εκεί έσβηναν στον αέρα με ηχηρά τριζοβολητά.

Καθώς προχωρούσα αργά και προσεκτικά κρατώντας τον μπλε κύκλο, συνέβη κάτι το πολύ ασυνήθιστο, γιατί ο κινούμενος τοίχος του νέφους άρχισε να υποχωρεί από αυτόν, κάνοντας μια μεγάλη κοιλιά σκιάς, ενώ φαινόταν ν' αραιώνει μπροστά του. Ακουμπώντας την άκρη του κύκλου στο πάτωμα δρασκέλισα τον Μπαίηνς και πέρασα ίσια μέσα από το στόμιο του πηγαδιού, προκειμένου ν' ανασηκώσω την άλλη άκρη του κύκλου περνώντας τη πάνω από το τραπέζι. Ο κύκλος έτριξε σαν να ήταν έτοιμος να σπάσει στη μέση καθώς τον σήκωνα, αλλά τελικά πέρασε από πάνω σώος και ασφαλής.
Όταν κοίταξα πάλι προς τα βάθη εκείνης της σκιάς είδα πέρα χαμηλά το φοβερό ασπρουλιάρικο πρόσωπο του Γουρουνιού να αιωρείται εκεί, πλαισιωμένο από ένα κύκλο νύχτας. Παρατήρησα ότι λαμπύριζε πολύ αμυδρά – απλώς με μια αχνή φωτεινότητα. Και βρισκόταν πολύ κοντά – σχετικά. Κανένας δε θα μπορούσε να υπολογίσει αποστάσεις σ' εκείνο το μαύρο κενό.
Ανασηκώνοντας πάλι την άκρη του μπλε κύκλου όπως και πριν, τον προχωρησα ακόμη πιο έξω, μέχρι που ο μισός έφτασε να είναι πέρα από τον λουλακή. Στη συνέχεια σήκωσα τον Μπαίηνς και τον μετέφερα στο σημείο εκείνο του δαπέδου το οποίο ήταν εκτός της «άμυνας». Κατόπιν σήκωσα ξανά τον κύκλο και άρχισα να κάνω μπροστά όσο πιο γρήγορα τολμούσα, ανατριχιάζοντας κάθε φορά που έτριζαν οι αρμοί, καθώς το όλο κατασκεύασμα διαμαρτυρόταν για την καταπόνηση που του επέβαλα. Και σ' όλο αυτό το διάστημα ο περιστρεφόμενος τοίχος από τα θυσανωτά σύννεφα υποχωρούσε μακριά από το χείλος του μπλε κύκλου, κάνοντας ένα κοίλωμα με θαυμαστό τρόπο στην προσέγγισή του, σαν να τον φυσούσε προς τα πίσω κάποιος αθόρυβος άνεμος.
Από καιρού σε καιρό μικρές αναλαμπές φωτός είχαν αρχίσει να παίζουν πάνω από τον μπλε κύκλο, και άρχισα ν' αναρωτιέμαι κατά πόσο θα μπορούσε ν' αντέξει στην «τάση» μέχρι να τον σύρω πέρα από την άμυνα.
Από τη στιγμή που θ' απομακρυνόταν εντελώς, έλπιζα ότι οι αφύσικες εντάσεις θα κόπαζαν γύρω μας και ότι θα συγκεντρώνονταν πάλι κυρίως γύρω από την άμυνα και τις ελκτικές δυνάμεις της αρνητικής «τάσης».
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα ξερό κρότο πίσω μου, και ο μπλε κύκλος τραντάχτηκε λίγο. Μόλις είχε περάσει εντελώς πάνω από το βιολετή και λουλακή κύκλο και είχε χτυπήσει στο πάτωμα. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένας σιγανός μακρόσυρτος θόρυβος σαν από μπουμπουνητό, καθώς κι ένα περίεργο μουγκρητό. Ο μαύρος περιστρεφόμενος τοίχος είχε αραιώσει από ολόγυρά μας και για μια ακόμη φορά το δωμάτιο φαινόταν πάλι καθαρά. Ωστόσο δεν είδα τίποτα εκεί εκτός από ένα σποραδικό περίεργο μπλε λαμπίρισμα από φως το οποίο διέτρεχε κυματιστά το πάτωμα.
Γυρίζοντας να κοιτάξω πίσω στην «άμυνα» πρόσεξα ότι ήταν κυκλωμένη από τον περιστρεφόμενο τοίχο του μαύρου νέφους, και φάνταζε πολύ παράξενη βλέποντας την από την έξω μεριά. Έμοιαζε σαν ένα πλακουτσό χωνί από στροβιλιζόμενη μαύρη ομίχλη το οποίο έφτανε από το πάτωμα ως το ταβάνι και λικνιζόταν αργά. Μέσα απ' αυτό μπορούσα να διακρίνω τη λάμψη, άλλοτε θολερά και άλλοτε καθαρά, από το λουλακή και το βιολετή κύκλο. Και τότε, ενώ τα παρατηρούσα όλα αυτά, ολόκληρο το δωμάτιο φάνηκε να πλημμυρίζει ξαφνικά από μια φοβερή παρουσία η οποία με συνέθλιβε με ένα βάρος φρίκης που ήταν η ίδια πεμπτουσία του ψυχικού ολέθρου.
Γονατίζοντας εκεί στον μπλε κύκλο πλάι στον Μπαίηνς, με τις ικανότητες μου για πρωτοβουλία ναρκωμένες και προσωρινά παραλυμένες, δεν μπορούσα να σκεφτώ κανένα άλλο σχέδιο σωτηρίας, και πραγματικά δε φαινόταν να με νοιάζει τίποτα εκείνη τη στιγμή. Ένιωθα ότι είχα ήδη ξεφύγει από τον άμεσο αφανισμό και η όλη υπερένταση με είχε φέρει σε μια κατάσταση εκπληκτικής αδιαφορίας προς οποιοδήποτε μικρότερο είδος φρίκης.
Σε όλο αυτό το διάστημα ο Μπαίηνς παρέμενε ξαπλωμένος και βουβός στο πλευρό του. Τον γύρισα ανάσκελα και τον κοίταξα προσεκτικά στα μάτια, φροντίζοντας, λόγω της κατάστασής του, να μην κοιτάξω μέσα σ' αυτά. Γιατί αν είχε περάσει πέρα από το «όριο που δεν έχει γυρισμό», κάτι τέτοιο θα ήταν επικίνδυνο. Θέλω να πω ότι, αν το «περιπλανώμενο» κομμάτι της υπόστασής του είχε αφομοιωθεί από το Γουρούνι, τότε ο Μπαίηνς θα ήταν ψυχικά ευάλωτος σ' αυτό, κι επιπλέον μπορεί να μην ήταν πια τίποτα περισσότερο από το εξωτερικό κέλυφος ενός ανθρώπου ποτισμένου με την ακτινοβολία της τερατώδους υπόστασης του Γουρουνιού. Στην τελευταία περίπτωση θα μπορούσε πλέον να λειτουργεί σαν κάτι το οποίο, μη διαθέτοντας καλύτερο όρο, θα το αποκαλούσα «ψυχικά μολυσματική δύναμη». Και μια τέτοια δύναμη, επειδή μεταδίδεται πιο εύκολα μέσω των ματιών, μπορεί να προκαλέσει ένα είδος εξαιρετικά επικίνδυνης εγκεφαλικής καταιγίδας.
Διαπίστωσα, ωστόσο, τα μάτια του Μπαίηνς είχαν μια ασυνήθιστα αγωνιώδη εσωτερική έκφραση. Όχι οι ίδιοι οι βολβοί, φυσικά, αλλά ένα είδος ανακλαστικού που μεταφέρεται από τα «μάτια του νου» σ' εκείνα του σώματος, προσδίδοντάς τους έτσι μια έκφραση της σκέψης αντί για της όρασης. Αναρωτιέμαι κατά πόσο έγινε κατανοητό αυτό που σας περιγράφω. Το πιάνετε;
Απότομα, από κάθε σημείο του δωματίου, ξέσπασε πάλι ο σαματάς από εκείνες τις οπλές, κάνοντας όλο το χώρο ν' αντιλαλεί από τον ήχο, λες και χίλια γουρούνια είχαν αλλάξει ξαφνικά από κατάσταση απόλυτης αδράνειας σ' εκείνη μιας ξέφρενης εφόρμησης. Ο όλος ορυμαγδός της ζωώδους οχλαγωγίας φάνηκε να θεριεύει σε ένα κύμα προς την κατεύθυνση του περιστρεφόμενου χωνιού από μαύρο καπνό το οποίο λικνιζόταν παράξενα καθώς ανέβαινε από το πάτωμα προς το ταβάνι γύρω από το βιολετή και το λουλακή κύκλο.
Μόλις ο ήχος κόπασε είδα ότι κάτι αναδυόταν από το κέντρο της «άμυνας». Υψωνόταν με μια αργή σταθερή κίνηση. Το έβλεπα ωχρόλευκο και πελώριο μέσα από την κυματιστή νεφελώδη δίνη – ένα τερατώδες ασπρουλιάρικο ρύγχος το οποίο αναδυόταν από εκείνη την ασύλληπτη άβυσσο... ξεπρόβαλλε ολοένα και πιο πολύ, σαν ένας πελώριος ασπριδερός όγκος. Μέσα από κάποιο αραίωμα του πέπλου των νεφών πρόλαβα και διέκρινα ένα μικρό μάτι... Ποτέ δεν πρόκειται να ξανακοιτάξω σε μάτια γουρουνιού χωρίς να νιώσω κάτι από αυτό που ένιωσα τότε. Ένα γουρουνίσιο μάτι μ' ένα δαιμονικό φως αποκρουστικής νοημοσύνης να λάμπει στα βάθη του...


_________________
*Παλαιό μονωτικό υλικό από βουλκανιζαρισμένο λάστιχο.



Ο Γιώργος Μπαλάνος μεταφράζει:
Όταν Ξυπνούν οι Εφιάλτες
Εκδόσεις Locus 7 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια: