Κι ό,τι μ' απόμεινε απ' το πέρασμά σου
σιγά-σιγά ο χρόνος το λειαίνει
σαν ένα βότσαλο της ποταμιάς.
Μονάχα πια για τ' όνομά σου είμαι σίγουρος.
Κι όλο το λέω, το ξαναλέω μπρος στη θάλασσα
μήπως και κάποια νύχτα,
όταν μας πνίγουνε τα σύρματα κι η πέτρα,
το χρειαστώ σα λέξη σωτηρίας
κι ανακαλύψω αιφνίδια πως κι αυτό έχει σβήσει.
Coincidentia Oppositorum
Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
432 Ή ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ - JOSEPH CAMPBELL
Αν μελετήσουμε τα μαθηματικά των
μυθολογικών και πραγματικών κύκλων με
τα οποία συνδέονταν αυτές οι τελετές,
μπορούμε να αποκομίσουμε κάποιο νόημα
από τη μακρό-μικροκοσμική σημασία τους.
Για παράδειγμα στα ιερά ινδικά έπη και
πουρανά (λαϊκά κείμενα της αρχαίας
παράδοσης) η Κάλι Γιούγκα με τα σημερινά
χρονικά δεδομένα περιέχει 432.000 χρόνια.
Ο ίδιος ο αριθμός εφαρμόζεται και στο
"μεγάλο κύκλο" (μαχαγιούγκα) που
περιέχει 4.320.000 χρόνια. Αργότερα μελετώντας
τα ισλανδικά έπη Εντα ανακάλυψα ότι
στην πολεμική αίθουσα του Οντίν (Βόταν)
στη Βαλχάλα υπήρχαν 540 πύλες. Μέσα από
κάθε πύλη θα περνούσαν την "Ημέρα του
Λύκου" 800 θεϊκοί πολεμιστές για να
πολεμήσουν σε μια καταστροφική μάχη με
τους εχθρούς τους. Όμως 800 Χ 540 = 432.000. Και
έτσι αναρωτήθηκα, πως είναι δυνατόν να
αναγνωρίζεται στην Ισλανδία του δέκατου
μέχρι δέκατου τρίτου αιώνα ο ίδιος
αριθμός ετών που υπολογίζεται και στον
ινδικό χρονικό κύκλο.
Έπειτα θυμήθηκα ότι στη Βαβυλώνα υπήρξε
ένας Χαλδαίος ιερέας, ο Βηρώσος. Το 280
π.Χ. απέδωσε στα ελληνικά μια περιγραφή
της ιστορίας και μυθολογίας της Βαβυλώνας,
στην οποία ανέφερε ότι, ανάμεσα στην
άνθιση της πρώτης πόλης και το βαβυλώνιο
μυθολογικό κατακλυσμό μεσολάβησαν
432.000 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων
βασίλεψαν δέκα βασιλιάδες. Πολύ μεγάλες
ζωές! Μεγαλύτερες ακόμη και από του
Μαθουσάλα (Γένεση 5:27) ο οποίος έζησε
μόνο 969 χρόνια.
Έτσι επέστρεψα στην Παλαιά Διαθήκη
(Γένεση 5) και μετρώντας τους πατριάρχες
που έζησαν πριν από τον κατακλυσμό, από
τον Αδάμ μέχρι τον Νώε ανακάλυψα πως
ήταν δέκα. Πόσα χρόνια; Ο Αδάμ ήταν 130
χρόνων όταν γένησε τον Σηθ, ο οποίος
ήταν 105 όταν γέννησε τον Ενώχ κ.ο.κ., μέχρι
τον Νώε, που ήταν 600 ετών όταν άρχισε ο
κατακλυσμός. Από την πρώτη μέρα της
δημιουργίας του Αδάμ μέχρι την πρώτη
σταγόνα της βροχής του κατακλυσμού του
Νώε πέρασαν 1.656 χρόνια. Τι σχέση έχουν
με τα 432.000; Ο Τζούλιους Όπερτ ένας
διακεκριμένος ιουδαίος Ασσυριολόγος
του περασμένου αιώνα, παρουσίασε στη
Βασιλική Ακαδημία Επιστημών στο
Γκότονγκεν το 1887 μια μελέτη για τις
"Ημερομηνίες της Γένεσης", η οποία
έδειχνε ότι στα 1.656 χρόνια αντιστοιχούν
86.400 εβδομάδες 7 ημερών η κάθε μία, 86.400 :
2 = 43.200.
Βλέπουμε ότι στο βιβλίο της Γένεσης
υπάρχουν δύο αντικρουόμενες θεολογίες
που σχετίζονται με το μύθο του Κατακλυσμού.
Η μία προκύπτει από τη φυλή. Ο λαϊκός
μύθος ενός γεμάτου θέληση προσωπικού
δημιουργού θεού, που είδε ότι {ήταν πολύ
μεγάλη η μοχθηρία των ανθρώπων πάνω στη
γη... και μετανόησε που είχε φτιάξει πάνω
στη γη τον άνθρωπο, ο οποίος τον πίκραινε.
Ετσι ο Κύριος είπε, "Θα καταστρέψω
τον άνθρωπο που δημιούργησα από προσώπου
γης, τον άνθρωπο και τα θηρία και τα
πτηνά του αέρα γιατί μετανόησα που τα
έφτιαξα"}(Γένεση 6:5-7). Η δεύτερη ιδέα,
η οποία βρίσκεται σε θεμελιώδη αντίθεση
με την πρώτη, είναι εκείνη του απόκρυφου
αριθμού 86.400. Αποτελεί δε μια βαθιά
κρυμμένη αναφορά στη σουμεροβαβυλωνιακή,
μαθηματική κοσμολογία των αέναων κύκλων
του απρόσωπου χρόνου, με τη γέννηση των
κόσμων, την άνθισή τους σε έναν κύκλο
43.200 (432.000 ή 4.320.000) χρόνων και την επιστροφή
τους καθώς και τη διάλυσή τους στην
κοσμική μητέρα θάλασσα. Εκεί αναπαύονται
για το ίδιο χρονικό διάστημα πριν
επιστρέψουν πάλι κ.ο.κ. Θα θυμάστε ότι
οι Ιουδαίοι έζησαν 50 χρόνια μακριά από
την πατρίδα τους, εξόριστοι στη Βαβυλώνα
(586 - 539 π.Χ.) όπου δέχτηκαν θέλοντας και
μη τις βαβυλωνιακές επιδράσεις. Ετσι,
αν και η λαϊκή, εξωτερική ερμηνεία του
μύθου για τον Κατακλυσμό ανήκει στην
περίοδο της βασιλείας του Δαυίδ, περίπου
δέκατο αιώνα π.Χ., οι κρυμμένες ενδείξεις
της ιερής γνώσης, καθώς και μιας
μεγαλύτερης και σφαιρικότερης ερμηνείας
του μύθου, σύμφωνα με την οποία ο θεός
θα έρθει από μόνος του σε ύπαρξη και από
μόνος του θα σταματήσει να υπάρχει μαζί
με το σύμπαν, ανήκει στην περίοδο μετά
την Εξορία, όπως και οι γενεαλογικές
ημερομηνίες του κεφαλαίου 5 της Γένεσης.
Με την ευκαιρία, οφείλουμε να παρατηρήσουμε
πως αν προσθέσουμε τους αριθμούς 1+6+5+6
έχουμε το νούμερο 18, δηλαδή δύο φορές
το 9, ενώ αν προσθέσουμε 4+3+2 έχουμε πάλι
9, έναν αριθμό παραδοσιακά συνδεδεμένο
με την Μητέρα Θεά του Κόσμου. Στην Ινδία,
ο αριθμός των ονομάτων που επικαλούνται
σε μια λιτανεία αυτής της θεάς είναι
108. Δηλαδή, 1+0+8 = 9, ενώ 108 Χ 4 = 432. Στη
ρωμαιοκαθολική Ευρώπη οι καμπάνες
χτυπούν (το πρωί, το μεσημέρι και το
απόγευμα) 3+3+3 και έπειτα 9 φορές, στη
γιορτή της σύλληψης του Χριστού από την
Παρθένο Μαρία. Οι προσευχές που
απαγγέλλονται σε αυτές τις περιπτώσεις,
"Άγγελος Κυρίου επισκέφθηκε τη Μαρία
και συνέλαβε υπό του Αγίου Πνεύματος
και Ο ΛΟΓΟΣ ΕΓΕΝΕΤΟ ΣΑΡΞ..." εκφράζουν
την αναγνώριση του θαύματος σαν έναρξη
μιας καινούργιας κοσμικής εποχής. Ο
αριθμός 9 στην αρχαία Ελλάδα αποδιδόταν
στις Μούσες, τις προστάτιδες θεές των
τεχνών. Ήταν κόρες της Μνημοσύνης
(Ανάμνησης), της πηγής της φαντασίας,
που είναι με της σειρά της φορέας των
αρχετύπων βασικών ιδεών, μέχρι την
καλλιτεχνική αντίληψη στο χωρόχρονο.
Αυτό σημαίνει ότι ο αριθμός 9 συνδέεται
παραδοσιακά με τη μεγάλη θεά, η οποία
έχει πολλά ονόματα (Ντέβι, Ινάνα, Ιστάρ,
Αστάρτη, Αρτεμις, Αφροδίτη κ.λπ.) σαν
μητέρα της κοσμικής διαδικασίας, είτε
σε μακροκοσμικό ή σε μικροκοσμικό πεδίο
εκδήλωσης. Επομένως, μπορούμε εύκολα
να μαντέψουμε το λόγο απόκρυψης της
εικόνας της από έναν κλήρο που ενδιαφερόταν
μόνο για τις απαιτήσεις μιας γενειοφόρου
θεότητας.
Το βάθος και το θείο μεγαλείο της
κρυμμένης μυθολογίας μπορεί να κατανοηθεί
καλύτερα με την εικόνα δύο φαινομενικά
άσχετων μεταξύ τους ρολογιών. το ένα
είναι το υπέρτατο ρολόι του εξώτερου
διαστήματος, η αστρονομική διαδοχή των
ισημεριών. Το άλλο το εσωτερικό, είναι
οι φυσιολογικοί παλμοί της ανθρώπινης
καρδιάς. το πρώτο συνδέεται με την αργή
κίνηση προς τα δυτικά, την πορεία των
χρόνων, των σημείων των ισημεριών γύρω
από τη ζώνη του ζωδιακού. (Για παράδειγμα
η εαρινή ισημερία κινείται από το σημείο
του Κριού - στο οποίο βρισκόταν πριν από
τη γέννηση του Χριστού στους Ιχθείς,
όπου και παραμένει - κατευθυνόμενη προς
τον Υδροχόο, στον οποίο θέλει αρκετές
εκατοντάδες χρόνια για να φτάσει.)
Χρειάζονται ακριβώς 25.920 χρόνια για να
συμπληρωθεί ένας ζωδιακός κύκλος,
γνωστός σαν "μεγάλο" ή "Πλατωνικό"
έτος. Ομως αν διαιρέσουμε το 25.920 με το
60 (το αρχαίο Σος της Μεσοποταμίας ή
βασικό εξηνταδικό σύστημα των αστρονομικών
μετρήσεων, που χρησιμοποιείται ακόμη
για τις μετρήσεις των χρονικών κύκλων)
έχουμε πηλίκο 432. Επιπλέον: 2+5+9+2+0=18.
Εξετάζοντας το δεύτερο, το εσωτερικό
ρολόι, ανακάλυψα πως «ο παλμός της
καρδιάς ενός φυσιολογικού ανθρώπου που
ασκείται κανονικά είναι 60 σφύξεις το
λεπτό ή και λιγότερο. Με 60 ανά λεπτό,
δεδομένου ότι η ώρα έχει 60 λεπτά, ισούται
με 3.600 σφύξεις την ώρα. Αν υπολογίσουμε
ότι η μέρα έχει 12 ώρες, ισούται με 43.200
σφύξεις και 86.400 το 24ωρο».
Είναι περίεργο το ότι στα ιστορικά μας
βιβλία η ανακάλυψη των ισημεριών
αποδίδεται στον Έλληνα Ίππαρχο του 2ου
αιώνα π.Χ. όταν ο μαγικός αριθμός 432 (αν
τον πολλαπλασιάσουμε με το 60 δίνει
γινόμενο 25.920) χρησιμοποιείτο ήδη για
τη μέτρηση των μεγάλων χρονικών κύκλων
που προηγήθηκαν εκείνου του αιώνα. Πόσο
καιρό πριν δεν γνωρίζουμε. Όμως ο Χαλδαίος
ποιητής Βηρώσος έζησε τα πρώτα χρόνια
του 3ου αιώνα π.Χ., και η μυθολογία που
περιέγραψε αφορούσε τη Βαβυλωνία πριν
κατακτηθεί από τους Πέρσες το 539 π.Χ.
Επιπλέον η βαβυλωνιακή μυθολογία είναι
μεταγενέστερη της Σουμεριακής που έκανε
την εμφάνισή της το 3000-2000 π.Χ. Οι πρώτοι
γνωστοί μύθοι για τον κατακλυσμό
προέρχονται από τους Σουμέριους. Θα
ήταν πολύ τολμηρό να πούμε ότι οι ιερείς
υπολόγιζαν τις ισημερίες από την εποχή
των ζιγκουράτ στη Σουμερία; Όμως, έχουμε
κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η μυθολογία
στην οποία παρουσιάστηκε τούτη η
εκπληκτικά ακριβής αριθμητική γνώση,
ανήκε στους Σουμέριους ή ακόμη και σε
προγενέστερους λαούς. Και αυτό γιατί
στα τέλη της 3ης χιλιετηρίδας π.Χ. είχε
γίνει ήδη γνωστή σε όλους τους πολιτισμούς
που άνθιζαν εκείνη την εποχή, από την
κοιλάδα του Νείλου και το Αιγαίο μέχρι
τις Ινδίες.
JOSEPH CAMPBELL
ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΜΙΧΑΛΙΤΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1990
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Πεπερασμένον άπειρον - EMILY DICKINSON
Υπάρχει η μοναξιά του διαστήματος
Και η μοναξιά της θάλασσας
Και του θανάτου η μοναξιά, πλην όμως όλες
Είναι μια συντροφιά
Αν συγκριθούν μ' αυτό τ' απύθμενο τοπίο
Μ' αυτήν την πολική αποξένωση
Με την Ψυχή που αναγνωρίζει τον εαυτό Της:
Πεπερασμένον άπειρον.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΕΤΡΟΣ Α. ΔΗΜΑΣ
ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ
Και η μοναξιά της θάλασσας
Και του θανάτου η μοναξιά, πλην όμως όλες
Είναι μια συντροφιά
Αν συγκριθούν μ' αυτό τ' απύθμενο τοπίο
Μ' αυτήν την πολική αποξένωση
Με την Ψυχή που αναγνωρίζει τον εαυτό Της:
Πεπερασμένον άπειρον.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΕΤΡΟΣ Α. ΔΗΜΑΣ
ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ
ΥΠΝΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΑΝ Η ΖΩΗ ΟΝΕΙΡΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ; - JOHN KEATS
Υπνος ο θάνατος, σαν η ζωή όνειρο είναι μόνο;
της ευτυχίας οι στιγμές φαντάσματα διαβαίνουν,
χαρές που φεύγουν και περνούν και πίσω αφήνουν πόνο,
μα οι άνθρωποι πονούν πολύ γιατί κι αυτοί πεθαόνουν.
Παράξενο! Καθένας μας άγρια βολοδέρνει
σε συφορές ατέλειωτες, μα μόνος δεν αφήνει
το μονοπάτι τ' άχαρο, ούτε το βλέμμα φέρνει
στ' ολέθρου που τον καρτερά τη θυμωμένη δίνη.
Μετάφραση: Στέφανος Αλκ. Παϊπέτης
Από το βιβλίο "Τα τραγούδια του κόσμου που αλλάζει"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ περί τεχνών
της ευτυχίας οι στιγμές φαντάσματα διαβαίνουν,
χαρές που φεύγουν και περνούν και πίσω αφήνουν πόνο,
μα οι άνθρωποι πονούν πολύ γιατί κι αυτοί πεθαόνουν.
Παράξενο! Καθένας μας άγρια βολοδέρνει
σε συφορές ατέλειωτες, μα μόνος δεν αφήνει
το μονοπάτι τ' άχαρο, ούτε το βλέμμα φέρνει
στ' ολέθρου που τον καρτερά τη θυμωμένη δίνη.
Μετάφραση: Στέφανος Αλκ. Παϊπέτης
Από το βιβλίο "Τα τραγούδια του κόσμου που αλλάζει"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ περί τεχνών
ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ ΟΡΓΙΟ ΣΤΟ ΟΡΙΑΝ ΕΞΠΡΕΣ - GUILLAUME APOLLINAIRE
Στην καμπίνα γυμνώθηκαν και οι τέσσερις. Η Μαριέτα γδύθηκε πρώτη. Ο Μόνυ δεν την είχε δει πτέ έτσι, μα αναγνώρισε τα στρουμπουλά, στρογγυλά μπούτια της και το τριχωτό δάσος που σκίαζε το πεταχτό μουνί της. Τα βυζιά της κάβλωναν όσο και η πούτσα του Μόνυ και του Κορναμπέ.
"Κορναμπέ" είπε ο Μόνυ. "Γάμησε με καθώς εγώ θα περιποιούμαι αυτή την ωραία κοπέλα."
Το γδύσιμο της Εστέλ ήταν πιο αργό, κι όταν γυμνώθηκε εντελώς, ο Μόνυ είχε χωθεί πισωκολλητά στο μουνί της Μαριέττας, που είχε αρχίσει να καβλώνει και κουνούσε τον χοντρό πισινό της χτυπώντας τον πάνω στην κοιλιά του Μόνυ. Ο Κορναμπέ είχε περάσει το κοντόχοντρο στολίδι του στο διεσταλμένο σφικτήρα του Μόνυ που ούρλιαζε.
"Διαολοτρένο! Δεν μπορούμε να κρατήσουμε την ισορροπία μας."
Η Μαριέττα κακάριζε σαν κότα και κελαϊδούσε σαν τσίχλα στα αμπέλια. Ο Μόνυ είχε βάλει γύρω της τα χέρια του και της τσάκιζε τις ρώγες. Θαύμαζε την ομορφιά της Εστέλ και το τέλειο χτένισμά της που φανέρωνε το χέρι ενός επιδέξιου κομμωτή. Ηταν μια μοντέρνα γυναίκα με όλη τη σημασία της λέξης. Μαλλιά κυματιστά, πιασμένα με κοκκαλάκια σε χρώμα ασορτί με τη σοφά ξεβαμμένη κόμη της. το σώμα της ήταν φοβερά γοητευτικό. Ο κώλος της ήταν νευρώδης και προκλητικά ορθός. Το πρόσωπό της, μακιγιαρισμένο με τέχνη, της έδινε το γαργαλιστικό αέρα μιας πόρνης υπερπολυτελείας. Τα βυζιά της λίγο πεσμένα μα καθόλου άσχημα, ήταν μικρά, ισχνά και σε σχήμα αχλαδιού. Οταν τα 'πιανες ήταν μαλακά και λεία, που νόμιζες ότι πιάνεις μαστούς γαλακτοφόρου κατσίκας και όταν γύριζε, χοροπηδούσαν σαν μαντηλάκι που το στριφοργυρνάς στο χέρι.
Στο μουνί δεν είχε παρά μια τούφα μεταξωτές τρίχες. Ξάπλωσε μ' ένα πήδημα στο κρεβάτι, πέταξε τα μακριά της μπούτια γύρω απ' το λαιμό της Μαριέτας που έχοντας το μουνί της κυρίας της στο στόμα της, άρχισε να το γλύφει με γλαφυρότητα, ενώ η μύτη της, περνώντας ανάμεσα από τα κωλομέρια, χωνόταν στην κωλοτρυπίδα. Η Εστέλ είχε κιόλας χώσει τη γλώσσα της στο μουνί της καμαριέρας γλείφοντας μαζί με το ξαναμένο μουνάκι, και τη χοντρή πούτσα του Μόνυ που κουνιόταν με ορμή. Ο Κορναμπέ απολάμβανε μακαρίως το θέαμα. Το χοντρό καβλί του, χωμένο ως τη ρίζα στον τριχωτό κώλο του πρίγκιπα, πηγαινοερχόταν αργά. Αφησε δυο τρεις δυνατές πορδές που βρόμισαν την ατμόσφαιρα, αυξάνοντας την ηδονή του πρίγκιπα και των δύο γυναικών. Ξαφνικά η Εστέλ άρχισε ένα τρομερό ταρακούνημα, ο κώλος της άρχισε να χορεύει μπροστά στη μύτη της Μαριέτας, που δυνάμωσε επίσης τα κακαρίσματα και τα κουνήματα του πισινού της. Η Εστέλ τίναξε δεξιά κι αριστερά τις γάμπες της στολισμένες με μαύρες, μεταξωτές κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια στυλ Λουί Κενζ. Καθώς κουνιόταν έτσι έδωσε μια τρομερή κλωτσιά στη μύτη του Κορναμπέ που τα 'χασε κι άρχισε να αιμορραγεί ακατάσχετα. "Γαμώτο", ούρλιαξε ο Κορναμπέ και για να εκδικηθεί τσίμπησε βίαια τον κώλο του Μόνυ. Αυτός, λυσσασμένος, έδωσε μια τρομερή δαγκωνιά στον ώμο της Μαριέτας που έχυνε μουγκρίζοντας. Από τον πόνο έμπηξε τα δόντια της στο μουνί της Κυρίας της που υστερικά, έσφιξε τα μπούτια της γύρω απ' το λαιμό της Μαριέτας.
"Πνίγομαι!" άρθρωσε με δυσκολία η Μαριέτα. Μα κανείς δεν την άκουσε.
Η λαβή των μπουτιών έγινε πιο δυνατή. Το πρόσωπο της Μαριέτας έγινε βιολετί, το αφρισμένο στόμα της έμεινε κολλημένο στο μουνί της ηθοποιού.
Ο Μόνυ έχυνε ουρλιάζοντας μέσα σ' ένα αδρανές μουνί. Ο Κορναμπέ, με τα μάτια έξω, έριχνε το χύσι του μέσα στον κώλο του Μόνυ, δηλώνοντας δειλά:
"ΑΝ ΔΕΝ ΓΚΑΣΤΡΩΘΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ!"
Τα τέσσερα πρόσωπα είχαν καταρρεύσει. Ξαπλωμένη στην κουκέτα, η Εστέλ έτριζε τα δόντια της κι έδινε γροθιές σ' όλες τις κατευθύνσεις κουνώντας τα πόδια της. Ο Κορναμπέ κατουρούσε από το παραθυράκι. Ο Μόνυ προσπαθούσε να τραβήξει το καβλί του από το μουνί της Μαριέτας. Μα στάθηκε αδύνατο. Το σώμα της καμαριέρας έμενε ακίνητο.
"Ασε με να βγω", της έλεγε ο Μόνυ, και τη χάϊδευε, μετά της τσίμπησε τα κωλομέρια, τη δάγκωσε, μα δεν γινόταν τίποτα.
"Ελα να της ανοίξεις τα μπούτια, λιποθύμησε!" είπε ο Μόνυ στον Κορναμπέ.
Με μεγάλο κόπο κατάφερε ο Μόνυ να βγάλει το καβλί του από το μουνί που είχε σφίξει τρομακτικά. Προσπάθησαν ύστερα να συνεφέρουν την Μαριέτα, αλλά μάταια.
"Χέσε μέσα! Τα τίναξε", δήλωσε ο Κορναμπέ. Και ήταν αλήθεια, η Μαριέτα ήταν νεκρή. Στραγγαλισμένη από τις γάμπες της κυρίας της, κειτόταν νεκρή, τελεσίδικα νεκρή.
"Τη βάψαμε!" είπε ο Μόνυ.
"Αυτή η βρώμα φταίει για όλα", είπε ο Κορναμπέ, δείχνοντας την Εστέλ που είχε αρχίσει να συνέρχεται. Κι αρπάζοντας τη βούρτσα των μαλλιών από το νεσεσέρ της Εστέλ, άρχισε να τη χτυπά βίαια. Οι τρίχες της βούρτσας την τρυπούσαν σε κάθε χτύπημα. Αυτή η τιμωρία έμοιαζε να την ερεθίζει αφάνταστα.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησαν την πόρτα.
"Είναι το σινιάλο", είπε ο Μόνυ. "Σε λίγο περνάμε τα σύνορα. τ' ορκίστηκα, πρέπει να ρίξουμε έναν πούτσο, μισό στη Γαλλία μισό στη Γερμανία. Γάμησε την τη νεκρή."
Ο Μόνυ με το καβλί σηκωμένο, ρίχτηκε στην Εστέλ, που με τα πόδια ανοιχτά τον δέχτηκε στο καυτό μουνί της φωνάζοντας: "Βάλτον όλο, Ναι!... Ναι!"
Τα χτυπήματα του κώλου της είχαν κάτι δαιμονικό, από το στόμα της έτρεχε ένα σάλιο που, ανακατεμένο με τις μπογιές, έσταζε σιχαμερό στο πηγούνι και στο στήθος.
Ο Μόνυ έβαλε τη γλώσσα του στο στόμα της και έχωσε το χερούλι της βούρτσας στην κωλοτρυπίδα της. Κάτω από την επήρεια αυτής της νέας ηδονής, η Εστέλ δάγκωσε τόσο άγρια τη γλώσσα του Μόνυ, που χρειάστηκε να την τσιμπίσει μέχρι αίματος για να την κάνει να την αφήσει.
Καθώς συνέβαιναν αυτά, ο Κορναμπέ αναποδογύρισε το νεκρό κορμί της Μαριέτας που το μπλαβί της πρόσωπο ήταν τρομακτικό. Ανοιξε τα κωλομέρια της και έχωσε με κόπο το τεράστιο καυλί του στην οπή των Σοδόμων... Επειτα άφησε ελεύθερη τη φυσική του σκληρότητα. Τα χέρια του ξερίζωναν τούφες τούφες τα ξανθά μαλλιά της νεκρής. Τα δόντια του ξέσκιζαν την πολική λευκότητα της πλάτης της και το πορφυρό αίμα που ξεπηδούσε και έπηζε γρήγορα έμοιαζε σαν ν' απλωνόταν πάνω στο χιόνι.
Λίγο πριν την εκσπερμάτωση, έβαλε το χέρι του μέσα στο χλιαρό ακόμα αιδοίο και χώνοντας όλο του το μπράτσο βάλθηκε να τραβάει τα εντόσθια της δύστυχης καμαριέρας. Τη στιγμή του οργασμού, είχε τραβήξει ήδη δύο μέτρα άντερα και τα είχε τυλίξει γύρω από τη μέση του σαν σωσίβιο.
Εκσπερμάτωσε ξερνώντας το γεύμα του, τόσο εξ αιτίας των κραδασμών του τρένου όσο και εξ αιτίας των συγκινήσεων που είχε νιώσει. Ο Μόνυ μόλις είχε εκσπερματώσει και κοίταζε έκπληκτος τον υπηρέτη του να υποφέρει από έναν απαίσιο λόξυγγα και να ξερνάει πάνω στο αξιολύπητο πτωμα. Ματωμένα μαλλιά, εντόσθια, αίμα και εμετός: όλα ανακατεμένα.
"Ατιμο γουρούνι", αναφώνησε ο πρίγκηπας, "ο βιασμός αυτής της νεκρής κοπέλας που όφειλες να παντρευτείς, όπως είχα υποσχεθεί, θα σε βαραίνει στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Αν δεν σ' αγαπούσα τόσο θα σε σκότωνα σαν σκυλί."
Ο Κορναμπέ σηκώθηκε ματωμένος, διώχνοντας τα τελευταία ίχνη του εμετού του. Εδειξε την Εστέλ, που με ορθάνοιχτα μάτια θωρούσε έντρομη το απαίσιο θέαμα.
"Αυτή φταίει για όλα", είπε.
"Μην είσαι τόσο σκληρός", είπε ο Μόνυ, "αυτή σου έδωσε την ευκαιρία να ικανοποιήσεις τις νεκρόφιλες ορέξεις σου."
Και καθώς περνούσαν πάνω από μια γέφυρα, ο πρίγκιπας κάθησε στην πόρτα για ν' αγναντέψει το ρομαντικό πανόραμα του Ρήνου που ξεδίπλωνε τις πράσινες ομορφιές του και χανόταν με πλατείς μαιάνδρους στον ορίζοντα. Ηταν τέσσερις το πρωί. οι αγελάδες έβοσκαν στα λιβάδια, τα παιδιά χόρευαν κιόλας κάτω απ' τα γερμανικά χαμομήλια. Η μουσική της φλογέρας, μονότονη και πένθιμη, ανήγγειλε την παρουσία ενός πρωσικού συντάγματος και η μελωδία ανακατευόταν θλιμμένα με το θόρυβο των σιδερικών της γέφυρας και την υπόκωφη υπόκρουση του τρένου που έτρεχε. Ευτυχισμένα χωριά έδιναν ζωή στις όχθες του ποταμού, προστατευμένες από αιωνόβια φρούρια, τ' αμπέλια της Ρηνανίας άπλωναν το πολύτιμο και καλοσχεδιασμένο μωσαϊκό τους στο άπειρο.
Οταν ο Μόνυ γύρισε, είδε τον φρικαλέο Κορναμπέ καθισμένο πάνω στο πρόσωπο της Εστέλ. Ο κολοσσιαίος κώλος του κάλυπτε το πρόσωπο της ηθοποιού. Είχε χέσει και τα σκατά, δύσοσμα και μαλακά, χύνονταν από παντού.
Κρατούσε ένα τεράστιο μαχαίρι και όργωνε την πάλλουσα κοιλιά. Το κορμί της ηθοποιού τιναζόταν πότε πότε από μικρούς σπασμούς.
"Περίμενε", είπε ο Μόνυ, "μείνε καθιστός."
Και ξαπλώνοντας πάνω στην ετοιμοθάνατη, έχωσε το σηκωμένο καυλί του στο θνήσκον μουνί. Απόλαυσε έτσι τους τελευταίους σπασμούς της γυναίκας που ψυχορραγούσε και ο ύστατος αυτός πόνος πρέπει να της ήταν αφόρητος, και βούτηξε τα χέρια του στο ζεστό αίμα που ανάβλυζε από την κοιλιά. Οταν έχυσε, η ηθοποιός δεν κουνιόταν πια. Ηταν άκαμπτη και τα ανεστραμμένα μάτια της ήταν γεμάτα σκατά.
"Τωρα", είπε ο Κορναμπέ, "πρέπει να φεύγουμε."
Πλύθηκαν και ντύθηκαν. Ηταν έξι η ώρα το πρωί. Καβάλησαν την πόρτα και θαρραλέα ξάπλωσαν στο σκαλοπάτι του τρένου που έτρεχε ολοταχώς. Μετά, στο σινιάλο του Κορναμπέ, αφέθηκαν να πέσουν μαλακά πλάι στις γραμμές. Σηκώθηκαν λίγο ζαλισμένοι, μα δίχως ίχνος αμυχής, και χαιρέτησαν με μια μεγαλόπρεπη χειρονομία το τρένο που μίκραινε φεύγοντας.
"Επιτέλους!" είπε ο Μόνυ.
Μπήκαν στην πρώτη πόλη, ξεκουράστηκαν δύο μέρες, κι έπειτα πήραν το τρένο για το Βουκουρέστι.
Η διπλή δολοφονία στο Οριαν Εξπρές τροφοδότησε τις εφημερίδες για έξι μήνες. Δεν βρήκαν τους δολοφόνους και το έγκλημα χρεώθηκε στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, που ήταν βεβαρυμένος.
GUILLAUME APOLLINAIRE
ΟΙ ΕΝΤΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΒΕΡΓΕΣ (ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΕΝΟΣ ΟΣΠΟΔΑΡΟΥ)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ /ΑΡΚΤΟΣ
"Κορναμπέ" είπε ο Μόνυ. "Γάμησε με καθώς εγώ θα περιποιούμαι αυτή την ωραία κοπέλα."
Το γδύσιμο της Εστέλ ήταν πιο αργό, κι όταν γυμνώθηκε εντελώς, ο Μόνυ είχε χωθεί πισωκολλητά στο μουνί της Μαριέττας, που είχε αρχίσει να καβλώνει και κουνούσε τον χοντρό πισινό της χτυπώντας τον πάνω στην κοιλιά του Μόνυ. Ο Κορναμπέ είχε περάσει το κοντόχοντρο στολίδι του στο διεσταλμένο σφικτήρα του Μόνυ που ούρλιαζε.
"Διαολοτρένο! Δεν μπορούμε να κρατήσουμε την ισορροπία μας."
Η Μαριέττα κακάριζε σαν κότα και κελαϊδούσε σαν τσίχλα στα αμπέλια. Ο Μόνυ είχε βάλει γύρω της τα χέρια του και της τσάκιζε τις ρώγες. Θαύμαζε την ομορφιά της Εστέλ και το τέλειο χτένισμά της που φανέρωνε το χέρι ενός επιδέξιου κομμωτή. Ηταν μια μοντέρνα γυναίκα με όλη τη σημασία της λέξης. Μαλλιά κυματιστά, πιασμένα με κοκκαλάκια σε χρώμα ασορτί με τη σοφά ξεβαμμένη κόμη της. το σώμα της ήταν φοβερά γοητευτικό. Ο κώλος της ήταν νευρώδης και προκλητικά ορθός. Το πρόσωπό της, μακιγιαρισμένο με τέχνη, της έδινε το γαργαλιστικό αέρα μιας πόρνης υπερπολυτελείας. Τα βυζιά της λίγο πεσμένα μα καθόλου άσχημα, ήταν μικρά, ισχνά και σε σχήμα αχλαδιού. Οταν τα 'πιανες ήταν μαλακά και λεία, που νόμιζες ότι πιάνεις μαστούς γαλακτοφόρου κατσίκας και όταν γύριζε, χοροπηδούσαν σαν μαντηλάκι που το στριφοργυρνάς στο χέρι.
Στο μουνί δεν είχε παρά μια τούφα μεταξωτές τρίχες. Ξάπλωσε μ' ένα πήδημα στο κρεβάτι, πέταξε τα μακριά της μπούτια γύρω απ' το λαιμό της Μαριέτας που έχοντας το μουνί της κυρίας της στο στόμα της, άρχισε να το γλύφει με γλαφυρότητα, ενώ η μύτη της, περνώντας ανάμεσα από τα κωλομέρια, χωνόταν στην κωλοτρυπίδα. Η Εστέλ είχε κιόλας χώσει τη γλώσσα της στο μουνί της καμαριέρας γλείφοντας μαζί με το ξαναμένο μουνάκι, και τη χοντρή πούτσα του Μόνυ που κουνιόταν με ορμή. Ο Κορναμπέ απολάμβανε μακαρίως το θέαμα. Το χοντρό καβλί του, χωμένο ως τη ρίζα στον τριχωτό κώλο του πρίγκιπα, πηγαινοερχόταν αργά. Αφησε δυο τρεις δυνατές πορδές που βρόμισαν την ατμόσφαιρα, αυξάνοντας την ηδονή του πρίγκιπα και των δύο γυναικών. Ξαφνικά η Εστέλ άρχισε ένα τρομερό ταρακούνημα, ο κώλος της άρχισε να χορεύει μπροστά στη μύτη της Μαριέτας, που δυνάμωσε επίσης τα κακαρίσματα και τα κουνήματα του πισινού της. Η Εστέλ τίναξε δεξιά κι αριστερά τις γάμπες της στολισμένες με μαύρες, μεταξωτές κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια στυλ Λουί Κενζ. Καθώς κουνιόταν έτσι έδωσε μια τρομερή κλωτσιά στη μύτη του Κορναμπέ που τα 'χασε κι άρχισε να αιμορραγεί ακατάσχετα. "Γαμώτο", ούρλιαξε ο Κορναμπέ και για να εκδικηθεί τσίμπησε βίαια τον κώλο του Μόνυ. Αυτός, λυσσασμένος, έδωσε μια τρομερή δαγκωνιά στον ώμο της Μαριέτας που έχυνε μουγκρίζοντας. Από τον πόνο έμπηξε τα δόντια της στο μουνί της Κυρίας της που υστερικά, έσφιξε τα μπούτια της γύρω απ' το λαιμό της Μαριέτας.
"Πνίγομαι!" άρθρωσε με δυσκολία η Μαριέτα. Μα κανείς δεν την άκουσε.
Η λαβή των μπουτιών έγινε πιο δυνατή. Το πρόσωπο της Μαριέτας έγινε βιολετί, το αφρισμένο στόμα της έμεινε κολλημένο στο μουνί της ηθοποιού.
Ο Μόνυ έχυνε ουρλιάζοντας μέσα σ' ένα αδρανές μουνί. Ο Κορναμπέ, με τα μάτια έξω, έριχνε το χύσι του μέσα στον κώλο του Μόνυ, δηλώνοντας δειλά:
"ΑΝ ΔΕΝ ΓΚΑΣΤΡΩΘΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ!"
Τα τέσσερα πρόσωπα είχαν καταρρεύσει. Ξαπλωμένη στην κουκέτα, η Εστέλ έτριζε τα δόντια της κι έδινε γροθιές σ' όλες τις κατευθύνσεις κουνώντας τα πόδια της. Ο Κορναμπέ κατουρούσε από το παραθυράκι. Ο Μόνυ προσπαθούσε να τραβήξει το καβλί του από το μουνί της Μαριέτας. Μα στάθηκε αδύνατο. Το σώμα της καμαριέρας έμενε ακίνητο.
"Ασε με να βγω", της έλεγε ο Μόνυ, και τη χάϊδευε, μετά της τσίμπησε τα κωλομέρια, τη δάγκωσε, μα δεν γινόταν τίποτα.
"Ελα να της ανοίξεις τα μπούτια, λιποθύμησε!" είπε ο Μόνυ στον Κορναμπέ.
Με μεγάλο κόπο κατάφερε ο Μόνυ να βγάλει το καβλί του από το μουνί που είχε σφίξει τρομακτικά. Προσπάθησαν ύστερα να συνεφέρουν την Μαριέτα, αλλά μάταια.
"Χέσε μέσα! Τα τίναξε", δήλωσε ο Κορναμπέ. Και ήταν αλήθεια, η Μαριέτα ήταν νεκρή. Στραγγαλισμένη από τις γάμπες της κυρίας της, κειτόταν νεκρή, τελεσίδικα νεκρή.
"Τη βάψαμε!" είπε ο Μόνυ.
"Αυτή η βρώμα φταίει για όλα", είπε ο Κορναμπέ, δείχνοντας την Εστέλ που είχε αρχίσει να συνέρχεται. Κι αρπάζοντας τη βούρτσα των μαλλιών από το νεσεσέρ της Εστέλ, άρχισε να τη χτυπά βίαια. Οι τρίχες της βούρτσας την τρυπούσαν σε κάθε χτύπημα. Αυτή η τιμωρία έμοιαζε να την ερεθίζει αφάνταστα.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησαν την πόρτα.
"Είναι το σινιάλο", είπε ο Μόνυ. "Σε λίγο περνάμε τα σύνορα. τ' ορκίστηκα, πρέπει να ρίξουμε έναν πούτσο, μισό στη Γαλλία μισό στη Γερμανία. Γάμησε την τη νεκρή."
Ο Μόνυ με το καβλί σηκωμένο, ρίχτηκε στην Εστέλ, που με τα πόδια ανοιχτά τον δέχτηκε στο καυτό μουνί της φωνάζοντας: "Βάλτον όλο, Ναι!... Ναι!"
Τα χτυπήματα του κώλου της είχαν κάτι δαιμονικό, από το στόμα της έτρεχε ένα σάλιο που, ανακατεμένο με τις μπογιές, έσταζε σιχαμερό στο πηγούνι και στο στήθος.
Ο Μόνυ έβαλε τη γλώσσα του στο στόμα της και έχωσε το χερούλι της βούρτσας στην κωλοτρυπίδα της. Κάτω από την επήρεια αυτής της νέας ηδονής, η Εστέλ δάγκωσε τόσο άγρια τη γλώσσα του Μόνυ, που χρειάστηκε να την τσιμπίσει μέχρι αίματος για να την κάνει να την αφήσει.
Καθώς συνέβαιναν αυτά, ο Κορναμπέ αναποδογύρισε το νεκρό κορμί της Μαριέτας που το μπλαβί της πρόσωπο ήταν τρομακτικό. Ανοιξε τα κωλομέρια της και έχωσε με κόπο το τεράστιο καυλί του στην οπή των Σοδόμων... Επειτα άφησε ελεύθερη τη φυσική του σκληρότητα. Τα χέρια του ξερίζωναν τούφες τούφες τα ξανθά μαλλιά της νεκρής. Τα δόντια του ξέσκιζαν την πολική λευκότητα της πλάτης της και το πορφυρό αίμα που ξεπηδούσε και έπηζε γρήγορα έμοιαζε σαν ν' απλωνόταν πάνω στο χιόνι.
Λίγο πριν την εκσπερμάτωση, έβαλε το χέρι του μέσα στο χλιαρό ακόμα αιδοίο και χώνοντας όλο του το μπράτσο βάλθηκε να τραβάει τα εντόσθια της δύστυχης καμαριέρας. Τη στιγμή του οργασμού, είχε τραβήξει ήδη δύο μέτρα άντερα και τα είχε τυλίξει γύρω από τη μέση του σαν σωσίβιο.
Εκσπερμάτωσε ξερνώντας το γεύμα του, τόσο εξ αιτίας των κραδασμών του τρένου όσο και εξ αιτίας των συγκινήσεων που είχε νιώσει. Ο Μόνυ μόλις είχε εκσπερματώσει και κοίταζε έκπληκτος τον υπηρέτη του να υποφέρει από έναν απαίσιο λόξυγγα και να ξερνάει πάνω στο αξιολύπητο πτωμα. Ματωμένα μαλλιά, εντόσθια, αίμα και εμετός: όλα ανακατεμένα.
"Ατιμο γουρούνι", αναφώνησε ο πρίγκηπας, "ο βιασμός αυτής της νεκρής κοπέλας που όφειλες να παντρευτείς, όπως είχα υποσχεθεί, θα σε βαραίνει στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Αν δεν σ' αγαπούσα τόσο θα σε σκότωνα σαν σκυλί."
Ο Κορναμπέ σηκώθηκε ματωμένος, διώχνοντας τα τελευταία ίχνη του εμετού του. Εδειξε την Εστέλ, που με ορθάνοιχτα μάτια θωρούσε έντρομη το απαίσιο θέαμα.
"Αυτή φταίει για όλα", είπε.
"Μην είσαι τόσο σκληρός", είπε ο Μόνυ, "αυτή σου έδωσε την ευκαιρία να ικανοποιήσεις τις νεκρόφιλες ορέξεις σου."
Και καθώς περνούσαν πάνω από μια γέφυρα, ο πρίγκιπας κάθησε στην πόρτα για ν' αγναντέψει το ρομαντικό πανόραμα του Ρήνου που ξεδίπλωνε τις πράσινες ομορφιές του και χανόταν με πλατείς μαιάνδρους στον ορίζοντα. Ηταν τέσσερις το πρωί. οι αγελάδες έβοσκαν στα λιβάδια, τα παιδιά χόρευαν κιόλας κάτω απ' τα γερμανικά χαμομήλια. Η μουσική της φλογέρας, μονότονη και πένθιμη, ανήγγειλε την παρουσία ενός πρωσικού συντάγματος και η μελωδία ανακατευόταν θλιμμένα με το θόρυβο των σιδερικών της γέφυρας και την υπόκωφη υπόκρουση του τρένου που έτρεχε. Ευτυχισμένα χωριά έδιναν ζωή στις όχθες του ποταμού, προστατευμένες από αιωνόβια φρούρια, τ' αμπέλια της Ρηνανίας άπλωναν το πολύτιμο και καλοσχεδιασμένο μωσαϊκό τους στο άπειρο.
Οταν ο Μόνυ γύρισε, είδε τον φρικαλέο Κορναμπέ καθισμένο πάνω στο πρόσωπο της Εστέλ. Ο κολοσσιαίος κώλος του κάλυπτε το πρόσωπο της ηθοποιού. Είχε χέσει και τα σκατά, δύσοσμα και μαλακά, χύνονταν από παντού.
Κρατούσε ένα τεράστιο μαχαίρι και όργωνε την πάλλουσα κοιλιά. Το κορμί της ηθοποιού τιναζόταν πότε πότε από μικρούς σπασμούς.
"Περίμενε", είπε ο Μόνυ, "μείνε καθιστός."
Και ξαπλώνοντας πάνω στην ετοιμοθάνατη, έχωσε το σηκωμένο καυλί του στο θνήσκον μουνί. Απόλαυσε έτσι τους τελευταίους σπασμούς της γυναίκας που ψυχορραγούσε και ο ύστατος αυτός πόνος πρέπει να της ήταν αφόρητος, και βούτηξε τα χέρια του στο ζεστό αίμα που ανάβλυζε από την κοιλιά. Οταν έχυσε, η ηθοποιός δεν κουνιόταν πια. Ηταν άκαμπτη και τα ανεστραμμένα μάτια της ήταν γεμάτα σκατά.
"Τωρα", είπε ο Κορναμπέ, "πρέπει να φεύγουμε."
Πλύθηκαν και ντύθηκαν. Ηταν έξι η ώρα το πρωί. Καβάλησαν την πόρτα και θαρραλέα ξάπλωσαν στο σκαλοπάτι του τρένου που έτρεχε ολοταχώς. Μετά, στο σινιάλο του Κορναμπέ, αφέθηκαν να πέσουν μαλακά πλάι στις γραμμές. Σηκώθηκαν λίγο ζαλισμένοι, μα δίχως ίχνος αμυχής, και χαιρέτησαν με μια μεγαλόπρεπη χειρονομία το τρένο που μίκραινε φεύγοντας.
"Επιτέλους!" είπε ο Μόνυ.
Μπήκαν στην πρώτη πόλη, ξεκουράστηκαν δύο μέρες, κι έπειτα πήραν το τρένο για το Βουκουρέστι.
Η διπλή δολοφονία στο Οριαν Εξπρές τροφοδότησε τις εφημερίδες για έξι μήνες. Δεν βρήκαν τους δολοφόνους και το έγκλημα χρεώθηκε στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, που ήταν βεβαρυμένος.
GUILLAUME APOLLINAIRE
ΟΙ ΕΝΤΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΒΕΡΓΕΣ (ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΕΝΟΣ ΟΣΠΟΔΑΡΟΥ)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ /ΑΡΚΤΟΣ
Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010
Τα πτερόεντα δώρα - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ξένος του κόσμου και της σαρκός, κατήλθε την παραμονήν από τα ύψη, συστείλας τας πτέρυγας όπως τας κρύπτη ο θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως.
Εκράτει εις την χείρα εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις, και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.
Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός, και ήκουσε τα δύο τεκνία να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Αγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του, και έφυγε τρέχων εκείθεν.
Επήγεν εις την καλύβην πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την εσπέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει ν’ αποκοιμίση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθη. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγος της. Αυτή τον ύβρισε νευρική με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη, και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν χωρίς να κάμουν την προσευχήν των, και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Έφυγεν εκείθεν ο Αγγελος.
Ανέβει εις μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας, κ’ επάνω των έκυπτον άνθρωποι μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτία. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του δια να μη βλέπη κ’ έφυγε δρομαίος.
Εις τον δρόμον συνάντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχόμενους από τα καπηλεία, οινοβαρείς, και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε ν’ ασχημονούν, και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Άι – Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγας τα ώτα, δια να μην ακούη και αντιπαρήλθεν.
Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς, και ο Άγγελος δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις μίαν εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον της θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας. Και εις το βάθος, αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!
Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρα του – το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν την ικανήν δια να δροσίζη τας ψυχάς, και την ζωήν, την πλασμένην δια να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας, και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας.
(ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΛΗΘΕΙΑ, 1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1907)
Από το βιβλίο Τα ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)