Coincidentia Oppositorum

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

DARK CITY - ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΟΛΗ








Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
Πρωταγωνιστούν: Rufus Sewell, William Hurt, Kiefer Sutherland, Jennifer Connelly
Σκηνοθεσία: Alex Proyas
Σενάριο: Alex Proyas, Lem dobbs, David S. Goyer
Διάρκεια: 100'
Παραγωγής: 1998

ΤΗΝ ΣΥΝΙΣΤΩ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ

Ο Κυνοκέφαλος - Νέαρχος Γεωργιάδης

Τι ήτανε; Μια σύναξη πιστών στο προαύλιο ενός ναού για να λατρέψουνε τον Θεό τους ή μια ομάδα υπαλλήλων έξω από το Διευθυντήριο για να υποβάλουν τα σέβη στον Προϊστάμενό τους; Δε μπορεί κανείς να πει με σιγουριά. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο καθένας χωριστά κι όλοι μαζί αντάμα, γυναίκες και άντρες, πλέκαν εγκώμια και ύμνους που σε πολύ λίγους Θεούς ταιριάζουνε και σε θνητόν κανένα.
- Σπουδαίος που είναι ο Κύριος και Θεός μας! Δοξασμένο το όνομά του και θαυμαστά τα έργα του.
- Είναι παντοδύναμος. Εξουσιάζει την ευτυχία και τη δυστυχία μας κι εμάς και των παιδιών μας. Ότι ζητά ας το εκπληρώνουμε κι ας του ψάλλουμε ύμνους υποταγής.
- Μας κοιτάζει από ψηλά κι ότι κάνουμε το γνωρίζει. Δεν τον εμποδίζουν τοίχοι και κλειστές πόρτες.
- Είναι πανταχού παρών. Ό,τι πούμε αμέσως το μαθαίνει, για να τιμωρεί τους υβριστές και να αμοίβει τους υμνητές του.
- Του τα ψιθυρίζουν όλα οι αγγέλοι του στ' αυτί. Γιαυτό τον ονομάζουμε Παντογνώστη κι αδιάκοπα ευλογούμε το όνομά του.
- Ανάλογα με τα έργα μας, δίκαια μοιράζει τιμωρίες και αμοιβές.
- Κάνουμε το θέλημά του;
- Μας εξυψώνει.
-Τον αντιστρατευόμαστε;
- Μας ρίχνει κάτω και μας τσαλαπατά.
-Γιαυτό, είτε έτσι είτε αλλοιώς, αναγνωρίζουμε πως είναι σωστός και δίκαιος.
- Κι αν καμμιά φορά μας συντρίβει χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το γιατί…
- … σίγουρα κάπου θα σφάλαμε κι ας μην το έχομε συνειδητοποιήσει.
- Όμως ο Παντοδύναμος το γνωρίζει καλύτερα από μας, το αμάρτημά μας.
- Κι αν ακόμα χωρίς αιτία μας ταπεινώσει το κάνει για να δοκιμάσει τη μακροθυμία και την πίστη μας σ' Αυτόν.
- Αν αγόγγυστα υπομείνουμε, σίγουρα ο δίκαιος αυτός κριτής (μπορεί σε δέκα, μπορεί σε είκοσι χρόνια) θα μας υψώσει ξανά στην ίδια και πολύ καλύτερη, ακόμα, θέση.
- Στα μάτια το πρόσωπο και το κεφάλι, αχτινοβολεί η μεγαλωσύνη του και δεν τολμάς να τον κοιτάξεις καταπρόσωπο, γιατί κινδυνεύεις να τυφλωθείς.
- Τόσο πολύ αστράφτει σαν ήλιος. Και μερικοί που αποτολμούν να τον αντικρύσουν, λένε πως στην κάθε ρυτίδα του προσώπου του, είναι αποτυπωμένη σοφία αιώνων σε μια μυστηριώδη σημειογραφία. Ευτυχισμένος όποιος την αποκρυπτογραφήσει.
- Κι αν πεις για τη φωνή του, βροντερή σαν χίλια ορμητικά ποτάμια μαζί κι αρμονική σαν ουράνια μελωδία, μας υπαγορεύει τις καινούργιες του επιθυμίες, που άμποτε να εκπληρώνονται πάντα ως την τελευταία τους κεραία.
Ανάμεσα στην ομάδα, ήταν κι ένας νέος μη μυημένος ακόμη στα τόσα και τόσα που κατέχαν και λαλούσαν οι άλλοι· ή μάλλον για ν' ακριβολογούμε περισσότερο, σήμερα θα αντίκρυζε τον Κύριο για πρώτη φορά. Φύλαγε λοιπόν όλα τα αποθέματα του τεράστιου θαυμασμού του που ξεπήγαζε από τα όσα άκουγε, για να τα καταθέσει σαν θυμίαμα στον βωμό του Ενσαρκωμένου Θεού, με πρώτη ευκαιρία.
Όταν επιτέλους η μορφή του Κυρίου βγήκε από τα άδυτα των αδύτων της και κάθησε στον θρόνο, νεκρική επικράτησε σιγή, που διακοπτόταν μόνο από συριστικούς ήχους θαυμασμού και θαυμαστικά επιφωνήματα.
- Σίγουρα ο δικός μας, είναι ο ανώτερος Θεός της περιοχής κι ένας από τους σπουδαιότερους στον κόσμο! Ψιθύρισε κάποιος.
- Δοξασμένη η κάθε λέξη της ομιλίας του, που υλοποιεί ηχητικά τις αιώνιες και άφθαρτες αλήθειες, ψιθύρισε δεύτερος.
- Ευτυχισμένοι εμείς που ζούμε κάτω από την εξουσία του και τον υπηρετούμε.
Ο Νέος ο μη μυημένος, στη βιάση του να μυηθεί μιαν ώρα αρχίτερα κι όσο καλύτερα μπορούσε, μισοσήκωσε λίγο το κεφάλι και λοξοκοίταξε το πρόσωπο του Θεού. Αυτό που είδε ήταν κάτι το αναπάντεχο, κάτι που τον έκανε ν' αρχίσει ν' αμφιβάλλει για την αξία της μαρτυρίας των αισθητηρίων οργάνων της όρασης του.
- Χαμήλωσε το κεφάλι σου, του σφυρίξανε επιτακτικά οι διπλανοί του.
Αναγκάστηκε να κατεβάσει το ασεβές βλέμμα του στο δάπεδο. Όμως τέντωσε τώρα την ακοή και περίμενε ν' ακούσει τους πρώτους ήχους που θα βγαίναν απ' το θείο εκείνο στόμα. Ο "Θεός", πήρε ανάσα και άρχισε να μιλάει… Έ τώρα πια, ο Νέος βεβαιώθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία. Οι ήχοι που βγαίναν από κείνο το λαρύγγι δεν είχανε τίποτα το θεϊκό ή τουλάχιστον το ανθρώπινο. Δεν ήταν τίποτ' άλλο, παρά γαυγίσματα. Τα γαυγίσματα ενός σκυλιού!
- Μα αυτός έχει κεφάλι σκύλου, αποτόλμησε να ψελλίσει κοιτάζοντας καταπρόσωπο την πελώρια πτυχωτή και τριχωτή μουσούδα, με τη σφυριχτή ασθματική αναπνοή, τα σάλια που τρέχαν απ' την κρεμασμένη γλώσσα, τα τσιμπλιάρικα μάτια, τους μυτερούς κυνόδοντες, τα μεγάλα πέτσινα αυτιά.
Οι συνάδελφοί του, άντρες και γυναίκες, γυρίσανε και κοιτάξανε τον βέβηλο με ύφος εσχάτης αποστροφής, απέχθειας και περιφρόνησης. Σαν από κάποιο σύνθημα λες κι ήταν μολυσμένος από καμμιά επικίνδυνη και μεταδοτική αρρώστεια, όλοι τραβήχτηκαν από κοντά του σε απόσταση τουλάχιστον δυο μέτρων. Κι ένας κύκλος από κενό δημιουργήθηκε γύρω του: Ο κύκλος της απομόνωσης.
Την ίδια κιόλας μέρα, ο Κύριος κάλεσε τον ιερόσυλο στο Διευθυντήριο και τον παρακάλεσε να κλείσει πίσω του την πόρτα. Η γραμματεύς όσο κι αν έστησε το εξ επαγγέλματος εξασκημένο αυτί της, δεν μπόρεσε ν' ακούσει παρά μόνον άγρια γαυγίσματα, ήχους από καρέκλες κι άλλα έπιπλα που αναποδογυρίζονταν με πάταγο και τζάμια που σπάγανε με ορμή. Κραυγές πόνου και βογγητά.
Τελικά, ο Νέος ο μη μυημένος, βγήκε έξω: Το πουκάμισο και το πανταλόνι του καταξεσχισμένα. Ένα κομμάτι κρέας από τον μηρό του έλειπε. Νυχιές και δοντιές αφήσανε τα ίχνη τους στο υπόλοιπο σώμα και το πρόσωπο.
Δεν έγινε, δυστυχώς, γνωστό το τι ειπώθηκε και τι διαδραματίστηκε μέσα στο άδυτο, γιατί δεν κρατήθηκαν πρακτικά. Όμως από κείνη τη μέρα (κι αφού γύρισε από την αναρρωτική του άδεια) ο πρώην αμύητος άρχισε να μυήται με ένα ζήλο πραγματικά αξιοθαύμαστο. Και σε λίγους μήνες η όραση και η ακοή του τόσο πολύ διορθώθηκαν και λυτρώθηκαν από τις παραισθήσεις, ώστε έφθασε στο σημείο όχι να συμφωνεί, απλώς, με τους άλλους, αλλά και να υπερθεματίζει σε ύμνους και εγκώμια για τον Θεό τους. Μάλιστα σε αγώνες γονυκλισίας και κάμψης της σπονδυλικής στήλης, ο Νέος ο μυημένος τώρα πια, έσπασε το κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Και σε διαγωνισμό "Ψαλμού Υποταγής" πήρα το πρώτο χρηματικό βραβείο, συνοδευόμενο κι από τιμητικό χρυσογραμμένο δίπλωμα.
Τώρα πια η κεφαλή του Θεού του δεν του φαινόταν διόλου αποκρουστική. Αντίθετα, τον θαύμαζε. Κι έβαλε σκοπό και προορισμό της ζωής του να εξομοιωθεί μαζί του. Και με τα χρόνια με μια σειρά από σταδιακές μεταμορφώσεις, δοκιμές μπροστά στον καθρέφτη και κοπιαστικές προσαρμογές, το κατάφερα απόλυτα. Έγινε εικόνα και ομοίωση του Κυρίου. Έγινε ο κορυφαίος του λατρευτικού χορού.
Πολύ τα εχτίμησε όλ' αυτά ο Κύριος κι όταν ήρθε ο καιρός που έπρεπε Ε Εκείνος, ο Παλαιός Θεός, να αποχωρήσει και να αναπαυθεί για πάντα, μεγαλόψυχα παραχώρησε τη θέση του σ' αυτόν τον Νέο, που αγωνίστηκε σκληρά κι αδιάκοπα όσο κανένας άλλος, να του μοιάσει.
Κι όλα τα μέλη της ομάδας των πιστών, άντρες και γυναίκες, αναγνώρισαν και διακήρυξαν πως ο "Νέος Θεός" ήταν αντάξιος και παράξιος του παλαιού. Κι ο Νέος Θεός με τα σύμβολα της εξουσίας και την ακολουθία του (ευνούχους και παλλακίδες, γραμματείς και ποιητές, ψαλμωδούς και προσωπογράφους, κόλακες, αυλικούς και υπηρέτες, σωματοφύλακες και γελωτοποιούς και πλήθος άλλων πιστών), αποθανατίστηκε απ' τον ευνοούμενό του ζωγράφο σε μια θαυμαστή τοιχογραφία, με ωραία σχήματα και πλουσιότατους χρωματισμούς.
Κι όσον αφορά την εμφάνισή και τις βασικές ιδιότητες αυτού του "Θεού" και τις λατρευτικές συνήθειες των πιστών του, όλα αυτά παραμείνανε σχεδόν ανάλλαγα για αρκετές δεκαετίες ενός ταχύρυθμου σε αλλαγές αιώνα, που καθεμιά του δεκαετία, ισοδυναμούσε με αιώνες του παρελθόντος. Επί Αποικιοκρατίας, επί Δημοκρατίας, επί Δικτατορίας, επί ξένης Κατοχής… Μόνον όσον αφορά τις λατρευτικές συνήθειες, πρέπει οπωσδήποτε να σημειωθεί ότι από καιρό σε καιρό παρατηριόταν μια έξαρση σε τελετές ανθρωποθυσίας.
Τέλος αν θέλετε και τη δική μου προσωπική μαρτυρία για τον "Νέο Θεό", εκείνην ενός απλού υπηρέτη, αρκεί να σας πω ότι μια μέρα που τον συνάντησα τυχαία σε κάποιον δαιδαλώδη διάδρομο, γαύγισε τόσο πολύ άγρια, ώστε παρ' όλη την ευσέβεια και τον θαυμασμό που του είχα, αναγκάστηκα να πηδήξω να κρυφτώ πίσω απ' την πρώτη πόρτα που βρέθηκε κοντά μου και να την κλείσω ερμητικά με φόρα. Κι από κείνη την ώρα, για καλό και για κακό κουβαλάω πάντα μαζί μου μια σύριγγα και μερικά φιαλίδια αντιλυσσικού ορρού, ώσπου να φτάσει με το πέρασμα των εποχών, το τέλος της κυνοκέφαλης δυναστείας.

Νέαρχος Γεωργιάδης
Διηγήματα πολιτικής και επιστημονικής φαντασίας



Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι - Μπέρτολτ Μπρεχτ



"Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι", ρώτησε τον κύριο Κ. η κορούλα της σπιτονοικοκυράς του, "θα φερνόντουσαν καλύτερα στα μικρά ψάρια;"
"Και βέβαια", είπε αυτός.
"Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα τεράστια κουτιά για τα μικρά ψάρια, με λογιών λογιών τροφές μέσα, φυτικές και ζωικές.
Θα φρόντιζαν να έχουν τα κουτιά πάντα καθαρό νερό και γενικά θα έπαιρναν κάθε λογής υγειονομικά μέτρα. Αν λόγου χάρη ένα ψαράκι τραυματιζόταν στο πτερύγιο, τότε θα του το έδεναν αμέσως με επίδεσμο, για να μην πεθάνει και το χάσουν οι καρχαρίες πρόωρα.
Για να μη μελαγχολούν τα ψαράκια, θα γινόντουσαν κάθε τόσο μεγάλα υποθαλάσσια πάρτυ· γιατί τα εύθυμα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Φυσικά θα υπήρχαν και σχολεία στα μεγάλα κουτιά. Σ' αυτά τα σχολεία τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να μπαίνουν στο στόμα των καρχαριών. Θα μάθαιναν - για παράδειγμα - γεωγραφία, ώστε να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που κάθονται κάπου και χουζουρεύουν. Το κυριότερο βέβαια θα ήταν η ηθική αγωγή των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι η μεγαλύτερη και ωραιότερη πράξη είναι όταν ένα ψαράκι θυσιάζεται πρόθυμα, και ότι πρέπει όλα τους να πιστεύουν στους καρχαρίες, όταν οι τελευταίοι λένε ότι θα φροντίσουν για ένα όμορφο μέλλον. Τα ψαράκια θα διδάσκονταν πως το μέλλον αυτό θα εξασφαλιζόταν μόνον αν μάθαιναν να υπακούουν. Τα ψαράκια έπρεπε να φυλάγονται από κάθε χυδαία, υλιστική, εγωιστική και μαρξιστική τάση, και να το αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες αν κάποιο από αυτά πρόδινε τέτοιες τάσεις.
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κατακτήσουν ξένα κουτιά και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους διεξάγουν τα δικά τους ψαράκια. Θα μάθαιναν στα ψαράκια πως ανάμεσα σ' αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει κολοσσιαία διαφορά. Θα διακήρυσσαν πως τα ψαράκια ως γνωστόν είναι μουγκά, αλλά σωπαίνουν σ' ολότελα διαφορετικές γλώσσες και γι' αυτό είναι αδύνατο να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο κάμποσα άλλα ψαράκια, εχθρικά ψαράκια, από εκείνα που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θα του καρφίτσωναν ένα παράσημο από φύκια και θα του απένειμαν τον τίτλο του ήρωα.
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, εννοείται πως θα καλλιεργούσαν και την τέχνη. Θα υπήρχαν όμορφοι πίνακες, που θα παρίσταναν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα, όπου μπορεί να κάνει κανείς εξαίσιους περιπάτους. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πώς τα ηρωικά ψαράκια καταπλέουν γεμάτα ενθουσιασμό στα στόματα των καρχαριών, και η μουσική θα ήταν τόσο θεσπέσια που κάτω από τους ήχους της τα ψαράκια, σαγηνεμένα και παραδομένα στις πιο ευχάριστες σκέψεις, θ' ακολουθούσαν την ορχήστρα και θα έμπαιναν στο στόμα των καρχαριών.
Θα υπήρχε και θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε πως μόνο μέσα στην κοιλιά των καρχαριών τα ψαράκια αρχίζουν να ζουν πραγματικά.
Α ναι, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν να είναι όλα ίσα μεταξύ τους, όπως τώρα. Σε μερικά απ' αυτά οι καρχαρίες θα απονέμανε αξιώματα και θα τα έβαζαν πάνω από τα άλλα. Μάλιστα, τα κάπως μεγαλύτερα ψαράκια θα είχαν το δικαίωμα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό θα ήταν λίαν ευχάριστον για τους καρχαρίες, γιατί έτσι θα έβρισκαν συχνότερα μεγάλους μεζέδες. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν πόστα, θα φρόντιζαν να επικρατεί τάξη ανάμεσα στα ψαράκια, θα γινόντουσαν δάσκαλοι, αξιωματικοί, πολιτικοί μηχανικοί για να χτίζουν τα κουτιά κ.λ.π.
Με δυο λόγια, μόνον αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα υπήρχε κουλτούρα στη θάλασσα".

Μπέρτολτ Μπρεχτ
Ιστορίες του ημερολογίου
μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ
εκδ. Υάκινθος

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Είναι για μας ο θάνατος... - Juan Ramon Jimenez

Είναι για μας ο θάνατος πανάρχαιη μάνα,
η πρώτη μάνα μας, που μέσ' από τις άλλες
μας αγαπά, στους αιώνες των αιώνων,
και δε μας λησμονεί ποτέ, ποτέ.
μάνα που, αθάνατη, προβαίνει θησαυρίζοντας
-για τον καθένα από μας μονάχα-
της κάθε πεθαμένης μάνας την καρδιά.
που είναι τόσο περσότερο κοντά μας
όσο περσότερες μανάδες μας πεθαίνουν.
που κάθε μάνα είναι γι' αυτόν ένα σεντούκι
γεμάτο αγάπη για σπατάλεμα
-για τον καθέναν από μας μονάχα-.
μάνα που μας προσμένει στο τέρμα του δρόμου
με τα χέρια ανοιχτά σ' ένα απέραντο αγκάλιασμα
που, γρήγορο, θα κλείσει, και σκληρό, μια μέρα,
τριγύρω από τους ώμους μας, για πάντα.

ΠΕΤΡΟΣ Α. ΔΗΜΑΣ
ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ – ΡΟΜΠΕΡΤ ΓΚΡΕΪΒΣ


Ο ΠΕΛΑΣΓΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
α. Εν αρχή η ευρυνόμη, η Θεά των Πάντων, αναδύθηκςε γυμνή από το Χάος, αλλά δεν βρήκε τίποτε στέρεο για να ακουμπήσει τα πόδια της, και έτσι διαχώρισε τη θάλασσα από τον ουρανό χορεύοντας μόνη πάνω στα κύματα. Η Ευρυνόμη χόρεψε κατά τα νότια, και ο αέρας που αναδεύτηκε πίσω της, φάνταξε κάτι καινούριο και ξεχωριστό, κάτι για να αρχίσει έργο δημιουργίας. Η Ευρυνόμη στράφηκε κι άδραξε αυτόν το βόρειο άνεμο, τον έτριψε μέσα στα χέρια της, και ιδού! Ο μέγας όφις Οφίων. Η Ευρυνόμη χόρεψε για να ζεσταθεί, έξαλλα, όλο και πιο έξαλλα, ώσπου ο Οφίων κυριεύτηκε από λαγνεία, κουλουριάστηκε γύρω στα θεϊκά εκείνα μέλη, και ορέχτηκε να σμίξει μαζί της. Τώρα, ο Βόρειος Ανεμος, ο Βορέας, γονειμοποιεί. Γι' αυτό οι φοράδες στρέφουν τα καπούλια τους προς τον άνεμο και γεννούν πουλάρια χωρίς τη βοήθεια του επιβήτορα. Παρόμοια λοιπόν η Ευρυνόμη έπιασε παιδί.
β. Κατόπιν, η Ευρυνόμη έλαβε μορφή περιστέρας, πλανήθηκε πάνω στα κύματα, και όταν πέρασε ο καιρός που έπρεπε, γέννησε το Αβγό του Σύμπαντος. Με την προσταγή της, ο Οφίων κουλουριάστηκε επτά φορές γύρω στο αβγό, ώσπου το αβγό άνοιξε και χωρίστηκε στα δύο. Από μέσα του κύλησαν όλα όσα υπάρχουν, τα παιδιά της Ευρυνόμης: ο ήλιος, η σελήνη, οι πλανήτες, τα αστέρια, η γη με τα βουνά και τους ποταμούς της, με τα δέντρα, τα βότανά της και τα ζωντανά πλάσματα.
γ. Η Ευρυνόμη και ο Οφίων έστησαν το σπιτικό τους στο όρος Όλυμπο, όπου ο Οφίων εξόργισε την Ευρυνόμη υποστηρίζοντας ότι αυτός ήταν ο δημιουργός του Σύμπαντος. Ευθύς εκείνη τον χτύπησε στο κεφάλι με τη φτέρνα της, με κλοτσιές του πεταξε τα δόντια, και τον εξόρισε στις σκοτεινές σπηλιές κάτω από τη γη.
δ. Κατόπιν, η θεά δημιούργησε τις επτά πλανητικές δυνάμεις, ορίζοντας μια Τιτανίδα και έναν Τιτάνα για καθεμιά. Τη Θεία και τον Υπερίωνα για τον Ηλιο, τη Φοίβη και τον Ατλαντα για τη Σελήνη, τη Διώνη και τον Κρίο για τον πλανήτη Αρη, τη Μήτι και τον Κοίο για τον πλανήτη Ερμή, τη Θέμιδα και τον Ευρυμέδοντα για τον πλανήτη Δία, την Τηθύ και τον Ωκεανό για την Αφροδίτη, τη Ρέα και τον Κονο για τον πλανήτη Κρόνο. Αλλά ο πρώτος άνθρωπος ήταν ο Πελασγός, προπάτορας των Πελασγών, που ξεπήδησε από το έδαφος της Αρκαδίας και τον ακολούθησαν μερικοί άλλοι που Πελασγός τους έμαθε να φτιάχνουν καλύβες, να τρώνε βελανίδια και να ράβουν χιτώνες από χοιρόδερμα σαν κι αυτούς που φορεί ακόμη η φτωχολογιά στην Εύβοια και στη Φωκίδα.

ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΡΦΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
α. Μερικοί λένε ότι όλοι οι θεοί και όλα τα ζωντανά πλάσματα προήλθαν από το ρέυμα του Ωκεανού που περιζώνει τον κόσμο, και ότι η Τηθύς ήταν η μητέρα όλων των παιδιών του.
β. Αλλά οι ορφικοί λένε ότι ο Ανεμος ξελόγιασε τη μαυροφτέρουγη Νϋχτα, τη θεά που ακόμη και ο Ζευς τη σεβόταν, και αυτή γέννησε ένα ασημένιο αβγοό στους κόλπους του Σκότους. Και ότι από αυτό το αβγό βγήκε ο Ερως, που μερικοί τον αποκαλούν Φάνη, και έβαλε σε κίνηση το Σύμπαν. Ο Ερως είχε διπλό φύλο, χρυσά φτερά και τέσσερα κεφάλια, και έτσι άλλοτε μούγκριζε σαν ταύρος ή λιοντάρι, κι άλλοτε σφύριζε σαν φίδι ή βέλαζε σαν κριάρι. Η Νύχτα, που τον ονόμασε Ηρικεπαίο και Πρωτογενή Φαέθωντα, ζούσε μαζί του σε ένα σπήλαιο προβάλλοντας η ίδια σαν τριάδα: Νύχτα, Τάξη και Δικαιοσύνη. Μπροστά σ' αυτό το σπήλαιο καθόταν η αναπόδραστη μητέρα Ρέα κρούοντας χάλκινο τύμπανο και αναγκάζοντας έτσι τον άνθρωπο να δώσει προσοχή στους χρησμούς της θεάς. Ο Φάνης δημιούργησε γη, ουρανό, ήλιο και σελήνη, αλλά το σύμπαν το κυβερνούσε η τριπλή θεά, ώσπου το σκήπτρο της πέρασε στον Ουρανό.

Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
α. Στην αρχή όλων των πραγμάτων η Μητέρα Γη αναδύθηκε μέσα από το Χάος και γέννησε το γιό της τον Ουρανό ενώ κοιμόταν.
Ατενίζοντάς της με αγάπη πάνω από τα βουνά ο Ουρανός έριξε γόνιμη βροχή στις μυστικές σχισμές της, ακι η Γη γέννησε χοραρι, λουλούδια και δέντρα, με τα ζώα και τα πουλιά που ταίριαζαν στο καθένα. Αυτή η ίδια βροχή έκανε τους ποταμούς να κυλήσουν και γέμισε τις γούβες με νερό, και έτσι δημιουργήθηκαν οι λίμνες και οι θάλασσες.
β. Τα πρώτα παιδιά της γης, που είχαν ημιανθρώπινη μορφή, ήταν οι εκατογχειρς γίγαντες, ο Βριάρεως, ο Γύγης και ο Κόττος. Υστερα παρουσιάστηκαν οι τρεις άγριοι, μονόφθαλμοι Κύκλωπες, οικοδόμοι γιγάντιαίων τειχών και αρχισιδηρουργοί, πρώτα στη Θράκη, αργότερα στην Κρήτη και στη Λυκία, τους γιούς των οποίων συνάντησε ο Οδυσσεύς στη Σικελία. Τα ονόματά τους ήταν Βρόντης, Στερόπης και Αργης, και τα πνεύματά τους κατοικούσαν στα σπήλαια του ηφαιστείου της Αίτνας αφότου ο Απόλλων τους σκότωσε εκδικούμενος το θάνατο του Ασκληπιού.
γ. Οι Λύβιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι ο Γαράμας γεννήθηκε πριν από τους Εκατόγχειρες και ότι, όταν αναδύθηκε από την πεδιάδα, πρόσφερε στη Μητέρα Γη θυσία από φαγώσιμα βελανίδια.

ΔΥΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
α. Μερικοί λένε ότι το σκότος ήταν πρώτο και ότι από το Σκότος βγήκε το Χάος. Από την ένωση Σκότους και Χάους βγήκαν η Νύχτα, η Ημέρα, το Ερεβος και ο Αιθήρ.
Από την ένωση Νύχτας και Ερέβους βγήκαν το Πεπρωμένο, το Γήρας, ο Θάνατος, η Εγκράτεια, ο Υπνος, τα Ονειρα, η Διχόνοια, η Δυστυχία, ο Ψόγος, η Νέμεση, η Χαρά, η Φιλότητα, ο Οίκτος, οι Τρεις Μοίρες και οι τρεις Εσπερίδες.
Από την ένωση Αιθέρα και Ημέρας βγήκαν η Μητέρα Γη, ο Ουρανός και η Θάλασσα.
Από την ένωση Αιθέρα και Μητέρας Γης βγήκαν ο Τρόμος, η Απάτη, ο Θυμός, η ερις, το Ψεύδος, ο Ορκος, η Εκδίκηση, το Θράσος, η Φιλονεικία, η Συμφωνία, η Λήθη, ο Φόβος, η Αλαζονεία, η Μάχη. Επίσης ο Ωκεανός, η Μήτις και οι άλλοι Τιτάνες, ο Τάρταρος και οι Τρεις Ερινύες ή Κήρες.
Από την ένωση Γης και Ταρτάρου βγήκαν οι Γίγαντες.
β. Από την ένωση της Θάλασσας και των Ποταμών της βγήκαν οι Νηρηίδες. Αλλά θνητοί άνθρωποι δεν υπήρχαν ακόμη, ώσπου, με τη συναίνεση της θεάς Αθηνάς, ο Προμηθεύς, γιός του Ιαπετού, τους έπλασε καθ' ομοίωση των θεών. Ο Προμηθεύς χρησιμοποίησε πηλό και νερό από τον Πανοπέα της Φωκίδας, και η Αθηνά φύσηξε ζωή μέσα τους.
γ. Αλλοι λένε ότι ο Θεός των Πάντων – όποιος και αν ήταν αυτός, γιατί μερικοί τον ονομάζουν Φύση – παρουσιάστηκε ξαφνικά μέσα στο Χάος και διαχώρισε τη γη από τον ουρανό, το νερό από τη γη, και τον επάνω αέρα από τον κάτω. Αφού ξεμπέρδεψε τα στοιχεία, τα έβαλε στην πρέπουσα τάξη, όπως βρίσκονται σήμερα. Χώρισε τη γη σε ζώνες, μερικές πολύ θερμές, μερικές πολύ ψυχρές, άλλες εύκρατες. Την έπλασε σε πεδιαες και βουνά. Και την έντυσε με χορτάρι και δέντρα. Από πάνω της έβαλε το περιστρεφόμενο στερέωμα, διαστίζοντάς το με άστρα, και όρισε σταθμούς στους τέσσερις ανέμους. Γέμισε επίσης τα νερά με ψάρια, τη γη με ζώα, και τον ουρανό με τον ήλιο, τη σελήνη και τους πέντε πλανήτες. Τέλος, έφτιαξε τον άνθρωπο – που, μόνος από όλα τα ζώα, υψώνει το πρόσωπό τους προς τον ουρανό και παρατηρεί τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα – εκτός κι αν είναι αλήθεια ότι το σώμα του ανθρώπου το έφτιαξε από νερό και πηλό ο Προμηθεύς, ο γιός του Ιαπετού, και ότι την ψυχή του ανθρώπου του την προμήθευσαν ορισμένα περιπλανώμενα θεϊκά στοιχεία που είχαν επιζήσει από την Πρώτη Δημιουργία.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΓΚΡΕΪΒΣ
ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ
ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΕΩΝΙΔΑ ΖΕΝΑΚΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ


Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Η ευωδιά της Σαρσαπαρίλλα – Ρέυ Μπράντμπερυ

Τρεις μέρες τώρα, όλο το πρωί και το απόγευμα, ο κύριος Ουίλλιαμ Φιντς στεκόταν ήσυχα στη σκοτεινή και γεμάτη ρεύματα σοφίτα. Επί τρεις ολόκληρες μέρες στα τέλη του νοέμβρη στεκόταν μόνος εκεί, νιώθοντας τις απαλές γκρίζες νιφάδες του Χρρόνου να πέφτουν από τον απέραντο γκρίζο παγερό ουρανό, σιωπηλά, μαλακά, στρώνοντας τη στέγη και πασπαλίζοντας τις μαρκίζες. Στεκόταν εκεί, με τα μάτια κλειστά. Τις ατέλειωτες ανήλιαγες μέρες η σοφίτα κλυδωνίζονταν σε θάλασσες ανέμων, με τα κόκαλά της να τρίζουν και την αρχαία σκόνη να πέφτει από τα δοκάρια της, τα σκεβρωμένα σανίδια και τα κουφώματα. Ηταν σαν μια βροχή αναστεναγμών και πόνων ολόγυρά του, εκεί όπου στεκόταν μυρίζοντας τις ντελικάτες στεγνές ευωδιές και νιώθοντας τις συγκινήσεις των παλιών πραγμάτων. Α...Α...
Στήνοντας αφτί από το κάτω πάτωμα, η Κόρα, η γυναίκα του, δεν τον άκουγε να βηματίζει, να κινείται ή να σαλεύει. Φανταζόταν μόνο ότι άκουγε την ανάσα του, να εισπνέει και να εκπνέει αργά, σαν ένα σκονισμένο φυσερό εκεί πάνω στη σοφίτα, ψηλή στο ανεμοδαρμένο σπίτι.
«Ανοησίες!» μουρμούρησε.
Οταν ο άντρας της κατέβηκε για φαγητό το απομεσήμερο της τρίτης μέρας, χαμογέλασε στους γυμνούς τοίχους, στα ξεφτισμένα πιάτα, στα γρατζουνισμένα ασημικά, ακόμη και στη γυναίκα του!
«Τι καμώματα είναι αυτά;» ρώτησε εκείνη.
«Εχω κέφι, αυτό ειν’ όλο. Απίθανο κέφι!» γέλασε. Φαινόταν σχεδόν μεθυσμένος από χαρά. Ξεχείλιζε από μια ασυγκράτητη, ζεστή έξαψη που ήταν φανερό ότι δυσκολευόταν να κρύψει. Η γυναίκα του σούφρωσε τα φρύδια της.
«Τι είναι αυτή η μυρωδιά;»
«Μυρωδιά; Μυρωδιά; Τι μυρωδιά;» κούνησε το ψαρόμαλλο κεφάλι του πέρα δώθε.
«Μου θυμίζει σαρσαπαρίλλα». Η γυναίκα του οσμίστηκε τον αέρα καχύποπτα. «Ναι αυτό είναι!»
«Α, δεν μπορεί!» Η ξέφρενη ευτυχία του χάθηκε απότομα σαν τα λόγια της να την είχαν κόψει με το μαχάιρι. Φαινόταν αποσβολωμένος, ανήσυχος, και ξαφνικά πολύ επιφυλακτικός.
«Που ήσουν σήμερα το πρωί;» τον ρώτησε.
«Ξέρεις ότι καθάριζα τη σοφίτα».
«Ονειροβατούσες με τις παλιατζούρες. Δεν άκουσα κανένα θόρυβο. Μπορεί και να μην ήσουν καν στη σοφίτα. Τι είναι πάλι αυτό;» του έδειξε με το χέρι.
«Για δες! Πως βρέθηκαν αυτά εδώ;» αναρωτήθηκε εκείνος σαν να μονολογούσε.
Κοίταξε τα δυό μαύρα μετάλλινα κλιπ ποδηλάτου που στερέωναν τα στενά μπατζάκια στους κοκαλιάρικους αστραγάλους του.
«Τα βρήκα στη σοφίτα», απάντησε στον εαυτό του. Θυμάσαι όταν βγαίναμε μαζί στο χαλικόστρωτο δρόμο τα πρωινά με το διπλό μας ποδήλατο, Κόρα, τότε που το καθετί είχε φρεσκάδα και νιότη;»
«Αν δεν τελειώσεις με τη σοφίτα σήμερα, θ’ ανέβω εγώ επάνω και θα τα πετάξω όλα έξω».
«Α, όχι!» Φώναξε ανήσυχα ο άντρας της. «Εχω το καθετί έτσι όπως το θέλω!»
Τον κοίταξε ψυχρά.
«Κόρα», της είπε ενώ έτρωγε το φαγητό του, νιώθοντας πιο χαλαρωμένος και ξαναβρίσκοντας κάτι από τον αρχικό του ενθουσιασμό, «ξέρεις τι είναι οι σοφίτες; Είναι χρονομηχανές με τις οποίες οι γεροξεκούτηδες σαν κι εμένα μπορούν να ταξιδέψουν σαράντα χρόνια πίσω, τότε που το καλοκαίρι κρατούσε όλη τη χρονιά και τα παιδιά έκαναν εφόδους στα καροτσάκια των παγωτατζήδων. Θυμάσαι την αίσθηση στη γλώσσα σου; Κρατούσες τον πάγο στο μαντήλι σου και ήταν σαν να πιπίλιζες τη γεύση του λινού και του χιονιού συνάμα».
Η Κόρα έκανε μια νευρική κίνηση. Δεν είναι αδύνατο, συλλογιζόταν εκείνος μισοκλείνοντας τα μάτια του, προσπαθώντας να το δει και να το αναπλάσει. Σκέψου τι είναι μια σοφίτα! Η ίδια της η ατμόσφαιρα είναι χρόνος. Ανήκει σε άλλες μέρες, στις προνύμφες και τις χρυσαλλίδες μιας άλλης εποχής. Ολα τα συρτάρια του παλιού γραφείου είναι μικρά φέρετρα όπου χίλια χτες περιμένουν εκτεθειμένα για λαϊκό προσκύνημα. Α, η σοφίτα είναι ένας σκοτεινός, φιλικός τόπος, γεμάτος χρόνο. Και αν σταθείς στο κέντρο της, στητός και ντούρος, αν μισοκλείσεις τα μάτια σου, και αναπολήσεις... αναπολήσεις πολύ, και μυρίσεις το Παρελθόν... αν απλώσεις τα χέρια σου κι αγγίξεις τα Περασμένα, ε, τότε...
Κοντοστάθηκε, καταλαβαίνοντας ότι μερικές από αυτές τις σκέψεις του είχαν ξεφύγει και τις είχε πει μεγαλόφωνα. Η Κόρα έτρωγε νευρικά γοργά.
«Λοιπόν, δε θα ήταν ενδιαφέρον», τη ρώτησε κοιτάζοντας τη χωρίστρα στα μαλλιά της, «αν το Ταξίδι στο Χρόνο ήταν εφικτό; Και ποιό θα ήταν το καταλληλότερο, το πιο ιδανικό μέρος γι’ αυτό από μια σοφίτα σαν τη δική μας, ε;»
«Δεν ήταν πάντοτε καλοκαίρι τον παλιό καιρό», παρατήρησε εκείνη. «Απλώς φταίνε οι τρελές αναπολήσεις σου. Θυμάσαι μονάχα τα καλά και ξεχνάς τα άσχημα. Δεν ήταν πάντοτε καλοκαίρι τότε».
«Μιλώντας μεταφορικά, Κόρα, ναι ήταν».
«Δεν ήταν».
«Να τι θέλω να πω», της ψιθύρισε συνεπαρμένα, σκύβοντας μπροστά σαν να ήθελε να δει καλύτερα την εικόνα που ζωγράφιζε ο νους του στον άδειο τοίχο της τραπεζαρίας. «Αν οδηγούσες το μονόκυκλό σου προσεκτικά ανάμεσα στα χρόνια, ισορροπώντας με τα χέρια ανοιχτά, προσεκτικά, πολύ προσεκτικά, αν το οδηγούσες από χρόνο σε χρόνο, μένοντας μια βδομάδα στο 1909, μια μέρα στο 1900, ένα μήνα ή ένα δεκαπενθήμερο κάπου αλλού, στο 1905 ή το 1898, θα μπορούσες να ζεις στο καλοκαίρι για όλη σου τη ζωή».
«Μονόκυκλο;»
«Ξέρεις, ένα από εκείνα τα ψηλά, μονοθέσια ποδήλατα με μια ρόδα που χρησιμοποιούν με τόση δεξιοτεχνία οι ζογκλέρ στο τσίρκο. Ισορροπία, τέλεια ισορροπία είναι το μόνο που χρειάζεται για να μην πέσεις, να στροβιλίζεις τα λαμπερά μπαλάκια στον αέρα, όμορφα, ψηλά, ένα φως, μια λάμψη, ένα αστραποβόλημα, μια έκρηξη φαντασμαγορικών χρωμάτων, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, πράσινα, άσπρα, χρυσαφιά... Ολους να τους στριφογυρίζεις ψηλά στον αέρα, ολόγυρά σου, ταυτόχρονα, σχεδόν δίχως ν’ αγγίζουν τα χέρια σου, ιπτάμενος... κι εσύ, να χαμογελάς ανάμεσά τους. Ισορροπία, Κόρα, το παν είναι η ισορροπία».
«Ανοησίες», έκανε εκείνη. «Ανοησίες και πάλι ανοησίες!»
Ο άντρας της ανέβηκε τ’ ατέλειωτα κρύα σκαλοπάτια για τη σοφίτα, τουρτουρίζοντας.
Υπήρχαν νύχτες του χειμώνα που ξυπνούσε νιώθοντας τα κόκαλά του σαν πορσελάνη, με ψυχρές νότες ν’ αντηχούν στ’ αυτιά του, με παγοκρύσταλλα να διαπερνούν τα νεύρα του κάτω από ένα βάναυσο φως, σαν άσπρα παγερά πυροτεχνήματα που έσκαζαν κι έπεφταν σαν φλογερές χιονονιφάδες στη σιωπηλή χώρα του υποσυνειδήτου του. Ενιωθε παγωμένος, ανείπωτα παγωμένος, και θα χρειάζονταν καμιά εικοσαριά ατέλειωτα καλοκαίρια, με τους πράσινους πυρσούς και τους μπρούτζινους ήλιους τους για να τον ζεστάνουν και να τον λευτερώσουν λιώνοντας τη χειμωνιάτικη φυλακή του. Ηταν ολόκληρος ένα πελώριο ανούσιο κομμάτι εύθραυστου πάγου, ένας χιονάνθρωπος που άπλωνε να κοιμηθεί κάθε βράδυ, γεμάτος από το κομφετί των ονείρων, μέσα σε δίνες κρυστάλλων και ανεμοζάλης. Κι απ’ έξω βασίλευε ο αιώνιος χειμώνας, μια πελώρια μολυβένια πρέσα που κατέβαζε βαριά την άχρωμη πλάκα του ουρανού, λιώνοντας τους ανθρώπους σαν σταφύλια, αποστραγγίζοντας από μέσα τους το χρώμα, τη λογική, την ύπαρξη. Μονάχα τα παιδιά έμεναν ανέπαφα. Αυτά γλιστρούσαν με τα έλκηθρα και τα σκι τους στις αστραφτερές πλαγιές των λόφων που αντικαθρέφτιζαν τη βαριά σιδερένια πλάκα η οποία χαμήλωνε αδυσώπητα πάνω από την πόλη, με την κάθε μέρα και την κάθε ατέλειωτη νύχτα που περνούσε.
Ο κύριος Φιντς σήκωσε την πόρτα της καταπακτής της σοφίτας. Ομως εκεί, εκεί στη σοφίτα ήταν το κάτι άλλο! Η σκόνη του καλοκαιριού στοβιλιζόταν γύρω του. Ο αέρας της σοφίτας τρεμόπαιζε από τα λιοπύρια που είχαν ξεμείνει από άλλες εποχές. Αθόρυβα, ο κύριος Φιντς έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Και άρχισε να χαμογελά.

Στο πατάρι επικρατούσε σιγαλιά σαν τη γαλήνη πριν από καταιγίδα. Κατά διαστήματα η Κόρα Φιντς άκουγε τον άντρα της να σιγοψυθιρίζει, να μουρμουρίζει κάτι εκεί πάνω.
Στις πέντε το απόγευμα, τραγουδώντας το Νησί των Χρυσών Ονείρων, ο κύριος Φιντς πέταξε ένα ολοκαίνουργιο ψάθινο καπέλο στο κρεμαστάρι της πόρτας της κουζίνας. «Μπου!» έκανε κεφάτα.
«Κοιμόσουνα όλο το απόγευμα;» γρύλισε η γυναίκα του. «Σου φώναξα τέσσερις φορές και δεν πήρα καμία απάντηση.»
«Κοιμόμουν;» Το συλλογίστηκε, γέλασε, και μετά σκέπασε το στόμα με το χέρι του. «Μπορεί και να κοιμόμουν».
Ξαφνικά η γυναίκα του τον πρόσεξε. «Θεέ και Κύριε!» φώναξε. «Που τα βρήκες αυτά τα ρούχα;» Φορούσε ένα κόκκινο ριγέ σακάκι, με άσπρο ψηλό κολάρο και κρεμ παντελόνι. Η μυρωδιά από το ψαθάκι του ήταν σαν μια θημωνιά φρέσκου σανού που τη στριφογυρίζεις στον αέρα.
«Τα βρήκα σ’ ένα παλιό μπαούλο».
Η γυναίκα του οσμίστηκε τον αέρα. «Δε μου μυρίζουν ναφθαλίνη. Αυτά φαίνονται ολοκαίνουργια».
«Α, όχι!» βιάστηκε να τη διαβεβαιώσει εκείνος. Φαινόταν αμήχανος και νευρικός καθώς τα μάτια της περιεργάζονταν τη φορεσιά του.
«Τούτα δεν είναι αποκριάτικα ρούχα», του παρατήρησε η γυναίκα του.
«Ε, καλά! Δεν μπορεί να διασκεδάσει και λίγο ένας άνθρωπος;»
«Και σάμπως έκανες και τίποτε άλλο στη ζωή σου;» του πέταξε εκείνη, βροντώντας την πόρτα του φούρνου. «Ενώ εγώ έμενα στο σπίστι πλέκοντας, μάρτυράς μου ο Θεός, εσύ θα ήσουνα κάτω στο μαγαζί, κάνοντας τα γλυκά μάτια στις κυράτσες».
«Δε θα ήταν ωραία να κάναμε έναν κυριακάτικο περίπατο όπως παλιά, εσύ με το μεταξωτό παρασόλι σου και το μακρύ σου φόρεμα να θροϊζει απαλά, και μετά να καθίσουμε σ’ εκείνες τις σιδερένιες καρέκλες στο ζαχαροπλαστείο απολαμβάνοντας τον αέρα όπως μύριζε κάποτε; Γιατί άραγε τα ζαχαροπλαστεία δε μυρίζουν πια όπως παλιά; Και να παραγγείλουμε δύο αναψυκτικά σαρσαπαρίλλα για τους δυό μας, και ύστερα να πάμε με το Φορντάκι μας του 1910 στην Προβλήτα του Χάνναχαν για να τσιμπήσουμε κάτι και ν’ ακούσουμε την μπάντα του δήμου; Πως σου φαίνεται;»
«Το φαγητό είναι έτοιμο. Αντε βγάλε αυτά τα καρναβαλίστικα από πάνω σου».
«Αν μπορούσες να κάνεις μια ευχή και να ξαναβγείς μια βόλτα σ’ εκείνα τα δεεντρόφυτα δρομάκια που υπήρχαν πριν μας πνίξουν τ’ αυτοκίνητα, θα την έκανες;» επέμεινε εκείνος, κοιτάζοντας τη διαπεραστικά.
«Εκείνοι οι παλιοί δρόμοι ήταν όλο σκόνη. Γυρίζαμε σπίτι καταλερωμένοι σαν εξερευνητές της Αφρικής». Η γυναίκα του σήκωσε ένα βάζο από ζάχαρη και το κούνησε. «Σήμερα το πρωί είχα σαράντα δολάρια εδώ, και τώρα λείπουν! Μη μου πεις ότι πήγες κι αγόρασες αυτά τα ρούχα από κανένα μαγαζί γι’ αποκριάτικα. Είναι καινούργια, του κουτιού. Αποκλείεται να τα ξετρύπωσες από κανένα μπαούλο!»
«Ξέρεις...» άρχισε να της λέει εκείνος.
Η γυναίκα του τον έψελνε για καμιά ώρα, αλλά ο κύριος Φιντς δεν κατάφερνε να βρει το κουράγιο να πει τίποτα. Ο άνεμος του Νοέμβρη τράνταζε το σπίτι και, καθώς εκείνη μιλούσε, τα χιόνια του χειμώνα άρχισαν πάλι να πέφτουν από τον παγερό γκρίζο ουρανό. «Απάντησέ μου!» του φώναξε. «Τρελάθηκες και χαραμίζεις έτσι τα λεφτά μας αγοράζοντας ρούχα που δε φοριούνται πια;»
«Η σοφίτα...» άρχισε πάλι να της λέει εκείνος.
Η γυναίκα του τον παράτησε απότομα και πήγε να καθήσει στο σαλόνι.
Το χιόνι έπεφτε πυκνό τώρα. Ηταν ένα κρύο και σκοτεινό βράδυ του Νοέμβρη. Τον άκουσε να ανεβαίνει τη φορητή σκάλα, αργά, προς τη σοφίτα και να μπαίνει σ’ εκείνο το σκονισμένο χώρο των άλλων εποχών, στο μαύρο χώρο των θεατρικών φορεσιών και του Χρόνου, σ’ έναν κόσμο εντελώς αλλιώτικο από τον άλλο από κάτω.
Ο κύριος Φιντς έκλεισε την πόρτα πίσω του. Το αναμμένο κλεφτοφάναρό του ήταν αρκετή συντροφιά. Ναι, εδώ υπήρχε όλος ο Χρόνος αιχμαλωτισμένος σ’ ένα χάρτινο γιαπωνέζικο καθάριο νερό του μυαλού του, σε όμορφα λουλούδια και ανοιξιάτικες αύρες, σε πράγματα πιο μεγάλα από τη ζωή. Το κάθε συρτάρι του παλιού γραφείου, ανοίγοντας, μπορεί ν’ αποκάλυπτε μέσα του παλιές θειάδες και ξαδέρφια και γιαγιάδες σκεπασμένους όλους από τη σκόνη. Ναι, ο Χρόνος βρισκόταν εδώ. Μπορούσες να τον ακούσεις ν’ ανασαίνει, ένα ατμοσφαιρικό ρολόι αντί για μηχανικό.
Τώρα το σπίτι από κάτω ήταν τόσο μακρινό όσο κάποια χαμένη μέρα στο παρελθόν. Μισόκλεισε τα μάτια του και κοίταξε στην κάθε γωνιά της σοφίτας. Κάτι σαν προσμονή πλανιόταν στην ατμόσφαιρα.
Εδώ, στον πρισματικό πολυέλαιο, κρύβονταν ουράνια τόξα και αυγές και μεσημέρια λαμπερά σαν νέα ποτάμια που κυλούσαν αδιάκοπα πίσω στο χρόνο. Το φως του φαναριού του έπεσε πάνω τους και τα ζωντάνεψε. Τα ουράνια τόξα ξεπήδησαν για να πλημμυρίσουν τις σκιές με χρώματα, χρώματα σαν φτερά πουλιών, σαν φράουλες και σαν μεστωμένα σταφύλια, χρώματα σαν φέτες λεμονιού και σαν τον ουρανό όταν διαλύονταν τα σύννεφα αφήνοντας να φανεί το γαλάζιο. Και η σκόνη του παταριού ήταν ένα αναμμένο θυμίαμα που μαζί του καιγόταν κι ο χρόνος, και το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να κοιτάξεις στις φλόγες του. Ηταν στ’ αλήθεια μια μεγάλη μηχανή του Χρόνου τούτη η σοφίτα, το ήξερε, το ένιωθε, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Και αν άγγιζες κάποια κρυστάλλινα πρίσματα εδώ, κάποια πόμολα πόρτας εκεί, αν έξαινες τα κρόσσια από τα παλιά χαλιά, ανάδευες λίγο τη σκόνη, άνοιγες κλειδωνιές από σεντούκια και φύσαγες με το φυσερό του ακορντεόν μέχρι να σηκωθούν τα μάτια σου οι στάχτες από χίλιες αρχαίες φωτιές... αν, πράγματι, έπαιζες με το παλιό αυτό όργανο, με αυτή τη ζεστή μηχανή, αν άγγιζες τα πλήκτρα, τα κουμπιά και το κάθε του εξάρτημα, ε, τότε, τότε, τότε!...
Απλωσε τα χέρια του να ενορχηστρώσει, να διευθύνει τη μουσική, ν’ αυτοσχεδιάσει φιοριτούρες. Υπήρχαν μελωδίες στο μυαλό του, στο κλειστό στόμα του... και άρχισε να παίζει τη μεγάλη μηχανή, το βροντερό σιωπηλό όργανο, μπάσο, τενόρο, σοπράνο, σιγά, δυνατά, ώσπου τελικά μια νότα τον συγκλόνισε τόσο που αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια του!

Γύρω στις οκτώ εκείνο το βράδυ η γυναίκα του τον άκουσε να τη φωνάζει, «Κόρα!» Ανέβηκε πάνω να δει τι την ήθελε. Είδε το κεφάλι του να ξεπροβάλλει από την πόρτα της καταπακτής, με το πρόσωπο χαμογελαστό. Της κούνησε το καπέλο του.
«Αντίο Κόρα».
«Τι θες να πεις;» του φώναξε κείνη.
«Το συλλογίστηκα καλά τρεις μέρες τώρα, και σου λέω αντίο».
«Κατέβα από κει πάνω ηλίθιε!»
«Σήκωσα πεντακόσια δολάρια από την τράπεζα χθες. Το σκεφτόμουνα καιρό, ξέρεις. Και μετά, όταν συνέβη, καταλαβαίνεις... Κόρα...» Της άπλωσε με θέρμη το χέρι του. «Για τελευταία φορά, θέλεις να έρθεις μαζί μου;»
«Στη σοφίτα; Κατέβα από κείνη τη σκάλα Ουίλλιαμ! Αλλιώς θ’ ανέβω εγώ και θα σε βγάλω κουτρουβαλητό από αυτό το βρόμικο μέρος!»
«Πηγαίνω στην Προβλήτα του Χάνναχαν για ένα πιάτο μύδια», της απάντησε εκείνος. «Και θα ζητήσω από την μπάντα να παίξει τον Κόλπο στο φεγγαρόφωτο. Αχ; Έλα μαζί μου, Κόρα». Της έγνεψε απλώνοντας το χέρι του.
Εκείνη έμεινε ασάλευτη κοτάζοντας το καλοσυνάτο πρόσωπό του που την κοιτούσε ερωτηματικά. «Αντίο», της είπε τελικά.
Της κούνησε το χέρι τρυφερά, πολύ τρυφερά. Υστερα το πρόσωπό του χάθηκε. Το ψαθάκι του δεν φαινόταν πια.
«Ουίλλιαμ!» έσκουξε η γαυναίκα του.
Η σοφίτα παρέμεινε σκοτεινή και σιωπηλή. Ξεφωνίζοντας, η Κόρα έτρεξε να φέρει μια καρέκλα και ανέβηκε πάνω για να φτάσει ως την καταπακτή και να σκαρφαλώσει σ’ εκείνο το σκοτάδι που μύριζε κλεισούρα. Φώτισε μ’ ένα φανάρι ολόγυρα. «Ουίλλιαμ! Ουίλλιαμ!».
Ο σκοτεινός χώρος ήταν άδειος. Ενας χειμωνιάτικος άνεμος τράνταζε το σπίτι.
Τότε πρόσεξε ότι το αντικρινό, δυτικό παράθυρο της σοφίτας ήταν μισάνοιχτο.
Πλησίασε σκοντάφτοντας. Δίστασε για μια στιγμή, κρατώντας την ανάσα της. Υστερα το άνοιξε δισταχτικά. Η φορητή σκάλα ήταν στερεωμένη από την έξω μεριά, οδηγώντας κάτω στη στέγη της βεράντας.
Η Κόρα πισωπάτησε μακριά από το παράθυρο. Εξω από το ανοιχτό πλαίσιο οι μηλιές ήταν ανθισμένες σε κάποιο καλοκαιριάτικο δειλινό του Ιούλη. Αχνά, απόμακρα, άκουσε εκρήξεις από πυροτεχνήματα και βεγγαλικά. Στ’ αυτιά της έφταναν γέλια και μακρινές φωνές. Φωτοβολίδες έσκαζαν στο ζεστό αέρα, γλυκα, κόκκινες άσπρες και μπλέ, που μετά έσβηναν αργά.
Εκλεισε απότομα το παράθυρο και στάθηκε εκεί εμβρόντητη. «Ουίλλιαμ!» ψιθύρισε.
Το χειμωνιάτικο φως του Νοέμβρη περνούσε από το άνοιγμα της καταπακτής στο δάπεδο της σοφίτας πίσω της. Σκύβοντας από ψηλά είδε το χιόνι να ψιθυρίζει στα παγωμένα τζάμια κάτω, σ’ εκείνο το νοεμβριάτικο κόσμο όπου θα ξόδευε τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια της ζωής της.
Δεν ξαναζύγωσε στο παράθυρο. Σταθηκε ασάλευτη εκεί, μόνη μέσα στη σκοτεινή σοφίτα, μυρίζοντας τη μοναδική μυρωδιά που δε φαινόταν να χάνεται. Πλανιόταν στην ατμόσφαιρα σαν φιλικό χαμόγελο, σαν στεναγμός ικανοποίησης για όνειρα που εκπληρώθηκαν, πήρε μια βαθιά, πολύ βαθιά ανάσα.
Ηταν η παλιά, η γνώριμη, η αξέχαστη ευωδιά της σαρσαπαρίλλα.

ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7

ΟΙ "ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ" ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. 
ΤΟ ΣΥΝΙΣΤΩ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ. 
ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ