Coincidentia Oppositorum

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ / ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ – David Lynch

ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ

Μάθε ότι όλη η Φύση είναι ένα μαγικό θέατρο,
ότι η μεγάλη Μητέρα είναι ο αρχιμάγος,
κι ότι όλος αυτός ο κόσμος κατοικείται απ' τα πολλά της μέρη.
ΟΥΠΑΝΙΣΑΝΤ

Είναι τόσο μαγικό -άγνωστο γιατί- να μπαίνεις σε μια αίθουσα κινηματογράγου και να χαμηλώνουν τα φώτα. Επικρατεί ησυχία, και τότε ανοίγει η αυλαία, που μπορεί να 'ναι και κόκκινη. Κι αμέσως μπαίνεις σ' έναν άλλον κόσμο.
Είναι πολύ ωραίο όταν μοιράζεσαι αυτήν την εμπειρία με άλλους. Ωραίο είναι κι όταν είσαι σπίτι κι ο κινηματογράφος είναι ακριβώς μπροστά σου, αν και δεν είναι το ίδιο. Το καλύτερο είναι να βλέπεις σινεμά στη μεγάλη οθόνη. Μόνο έτσι μπορείς να μπεις στον κόσμο του.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ο κινηματογράφος είναι μια γλώσσα. Εχει τη δυνατότητα να λέει πράγματα – σπουδαία, αφηρημένα πράγματα. Κι αυτό είναι που λατρεύω σ' αυτόν.
Εγώ δεν είμαι πάντοτε καλός στα λόγια. Ορισμένοι άνθρωποι είναι ποιητές κι έχουν έναν ωραίο τρόπο να εκφράζονται με λέξεις. Το σινεμά όμως είναι μια γλώσσα από μόνο του. Και μ' αυτή τη γλώσσα μπορείς να πεις τόσα πράγματα, γιατί έχεις στα χέρια σου ένα σωρό εργαλεία: τον χρόνο και τις σκηνές που διαδέχονται η μία την άλλη, τον διάλογο, την μουσική, τα ηχητικά εφέ. Κι έτσι, μπορείς να εκφράσεις ένα συναίσθημα ή μια σκέψη που δεν μπορούν να μεταφερθούν με άλλον τρόπο. Είναι ένα μαγικό μέσο.
Για μένα είναι τόσο ωραίο να σκέφτομαι αυτές τις εικόνες και τους ήχους να ρέουν από κοινού σε χρονική αλληλουχία, δημιουργώντας κάτι που μπορεί να γίνει μόνο μέσω του κινηματογράφου. Δεν είναι μόνο τα λόγια ή η μουσική – είναι μια ολόκληρη γκάμα στοιχείων που ενώνονται για να δημιουργήσουν κάτι που δεν υπήρχε πριν. Είναι η αφήγηση μιας ιστορίας, η κατασκευή ενός κόσμου, μιας εμπειρίας που κανείς δεν μπορεί να έχει παρά μόνο αν δει την ταινία.
Οταν συλλαμβάνω μια ιδέα για ταινία, με γοητεύει ο τρόπος με τον οποίο αυτή μπορεί να εκφραστεί κινηματογραφικά. Μου αρέσουν οι ιστορίες που περικλείουν αφηρημένες ιδέες, κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει το σινεμά.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Η ταινία θα πρέπει να στέκεται από μόνη της, χωρίς δεκανίκια. Είναι παράλογο να πρέπει ο σκηνοθέτης να εξηγεί με λόγια το νόημά της. Ο κόσμος της ταινίας είναι επινοημένος, και στους ανθρώπους αρέσει ενίοτε να εισέρχονται σ' αυτόν. Γι' αυτούς είναι ένας πραγματικός κόσμος. Κι αν μάθουν κάποια πράγματα για το πως έγινε αυτό ή για το τι σημαίνει εκείνο ή το άλλο, την επόμενη φορά που θα δουν την ταινία, η γνώση αυτή παρεμβαίνει στην εμπειρία της θέασης. Και τότε η ταινία παίρνει άλλη μορφή, γίνεται μια διαφορετική ταινία. Πιστεύω ότι έχει μεγάλη σημασία να διατηρείται ανέπαφος ο κόσμος της ταινίας και να μη λέγονται πράγματα που θα μπορούσαν να χαλάσουν την κινηματογραφική εμπειρία.
Δε χρειάζεται τίποτα πέρα από το ίδιο το έργο. Εχουν γραφτεί πολλά σπουδαία βιβλία, κι οι συγγραφείς τους έχουν προ πολλού πεθάνει, και δεν υπάρχει περίπτωση να τους ξεθάψει κανείς. Εχουν μείνει όμως τα βιβλία, και τα βιβλία σε κάνουν να ονειρεύεσαι και να σκέφτεσαι πράγματα.
Μερικές φορές κάποιοι λένε ότι δυσκολεύονται να καταλάβουν μια ταινία, αλλά εγώ πιστεύω ότι καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα από όσα νομίζουν. Γιατί είμαστε όλοι προικισμένοι με τη διαίσθηση – μας έχει δοθεί το χάρισμα να διαισθανόμαστε πράγματα.
Κάποιος μπορεί να πει ότι δεν καταλαβαίνει από μουσική. Οι περισσότεροι όμως άνθρωποι βιώνουν τη μουσική με το συναίσθημα και συμφωνούν ότι η μουσική είναι κάτι αφηρημένο. Δε χρειάζεται να σπεύσεις να εξηγήσεις με λέξεις τη μουσική – αρκεί να την ακούσεις.
Ο κινηματογράφος μοιάζει πολύ με τη μουσική. Μπορεί να είναι κάτι πολύ αφηρημένο, αλλά οι άνθρωποι λαχταρούν να τον κατανοήσουν διανοητικά, να τον εξηγήσουν λεκτικά. Κι όταν δεν μπορούν, νιώθουν απογοήτευση. Μπορούν, ωστόσο, να βρουν κάποια εξήγηση που να πηγάζει από μέσα τους, αν βέβαια αφεθούν σε κάτι τέτοιο. Αν, για παράδειγμα, μιλούσαν σε φίλους, πολύ σύντομα θα άρχιζαν να καταλαβαίνουν πράγματα – τι είναι και τι δεν είναι το κάθε πράγμα. Και, φυσικά, θα συμφωνούσαν ή θα διαφωνούσαν με τους φίλους τους – πως είναι όμως δυνατόν να συμφωνούν ή να διαφωνούν χωρίς να ξέρουν ήδη; Το περίεργο είναι ότι πράγματι ξέρουν περισσότερα από όσα νομίζουν. Κι αυτά που ξέρουν, όταν τα εκφράσουν, γίνονται πιο ξεκάθαρα. Κι αφού κατανοήσουν κάτι, μπορούν να προσπαθήσουν να το διασαφηνίσουν λίγο παραπάνω συζητώντας πάλι με φίλους. Κι έτσι θα οδηγηθούν σε κάποιο συμπέρασμα. Και το συμπέρασμα αυτό να είναι βάσιμο.

DAVID LYNCH
ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΑΡΙ
ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ, ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΤΣΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Βαθύ & Εξαίσιο Βράδυ - Ναπολέων Λαπαθιώτης


Ήταν ένα βαθύ κι εξαίσιο βράδυ.
-Βράδυ λεπτό κι ασύλληπτο, Χιμαίρας!-
Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ημέρας,
δεν είχε λάμψει τόσο, σα πετράδι...

Κατέβαινε το φως -μιά ωχρή αγωνία-,
σε κήπους, όλο βάλσαμα γιομάτους,
τ' άνθη μεθούσαν από τ' άρωμά τους,
μέσα σε μιάν ανείπωτη αρμονία...

Δεν είχε καν υπάρξει τέτοια δύση,
μήτε στο νου των πιο γλυκών ζωγράφων.
Ακόμα και τα μάρμαρα των τάφων,
μιά δόξα μυστικά τα 'χε κερδίσει...

Κι όταν το θάμπος άρχιζε να φθάνει
κι η νύχτα τ' αργά μάγια να κλώθει,
το φεγγάρι, παντού, σα φλόγα απλώθη...
Κι ήταν το βράδυ αυτό που 'χα πεθάνει...

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Μια Ερμηνεία του Περιστεριού (Columba Patefacta) – ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ


Τι πιο ξένο από ένα Περιστέρι με το Χρώμα του Πορτοκαλιού; Ή μάλλον, τι πιο ξένο από ένα περιστέρι; Α, το περιστέρι ήταν μια εικόνα γεμάτη συμβολισμούς, και μάλιστα ακόμα πιο έντονους, διότι ο καθένας τους ερχόταν σε σύγκρουση με τους άλλους.
Οι πρώτοι που μίλησαν για το περιστέρι ήταν, όπως είναι φυσικό, οι Αιγύπτιοι με τα πανάρχαια Ιερογλυφικά του Ωραπόλλωνος, και μεταξύ των άλλων το πλάσμα αυτό θεωρούνταν το αγνότερο όλων, τόσο ώστε όταν ξεσπούσε ένας λοιμός που δηλητηρίαζε ανθρώπους και πράγματα, έμεναν σώοι και αβλαβείς εκείνοι οι οποίοι έτρωγαν μόνο περιστέρια. Πράγμα που δείχνει προφανες, αφού το πλάσμα αυτό είναι το μόνο που δεν έχει χολή (δηλαδή το δηλητήριο που τα άλλα ζώα έχουν κοντά στο συκώτι), και ο Πλίνιος έλεγε ότι, αν ένα περιστέρι αρρωστήσει, τρώει ένα φύλλο βάγιας και γιατρεύεται. Κι αφού η βάγια είναι η Δάφνη, συνεννοηθήκαμε.
Παρ' όλη όμως την αγνότητά τους, τα περιστέρια είναι κι ένα μάλλον πονηρό σύμβολο, αφού φημίζονται για τη μεγάλη τους λαγνεία: περνούν όλη τους την ημέρα με φιλιά (διπλασιάζοντας τα φιλιά για να κάνουν το ένα το άλλο να σωπάσει) και σταυρώνουν τις γλώσσες τους, πράγμα που έγινε πηγή πολλών λάγνων εκφράσεων, όπως γουργουρίζουν σαν πιτσούνια ή περιστερίσια φιλιά, για να το πούμε όπως οι καζουιστές. Κι οι ποιητές τις χρησιμοποιούσαν γι' αυτούς που έκαναν έρωτα σαν τα περιστέρια και το ίδιο συχνά. Κι ας μην ξεχνάμε ότι ο Ρομπέρτο θα έπρεπε να ξέρει εκείνους τους στίχους οι οποίοι έλεγαν: “Και στι κρεβάτι οι πρώτες φωτιές / όπου ξεδίψασε η λαχτάρα η καυτή / σαν περιστέρια οι δύο λάγνες καρδιές / δεθήκανε φιλί το φιλί”. Κι ας σημειώσουμε ότι – ενώ όλα τ' άλλα ζώα έχουν μια εποχή για τους έρωτές τους – δεν υπάρχει εποχή του χρόνου όπου το αρσενικό περιστέρι να μην καβαλάει το θηλυκό.
Για ν' αρχίσουμε, τα περιστέρια κατάγονται από την Κύπρο, το ιερό νησί της Αφροδίτης. Ο Απουλήιος, μα κι άλλοι πριν από αυτόν, είπε ότι στο άρμα της Αφροδίτης ήταν ζεμένα ολόλευκα περισερια, που τα ονόμαζαν πουλιά της Αφροδίτης ακριβώς εξαιτίας της ασυγκράτητης λαγνείας τους. Αλλοι μας θυμίζουν ότι οι Ελληνες έδωσαν στο πουλί το όνομα Περιστερά γιατί έτσι είχε μεταμορφώσει ο ζηλιάρης Ερως τη νύμφη Περιστερά – αγαπημένη της Αφροδίτης – η οποία είχε βοηθήσει τη θεά σε έναν αγώνα για το ποιός θα μάζευε περισσότερα λουλούδια. Ωστόσο, τι πάει να πει η Αφροδίτη “αγαπούσε” την Περιστερά;
Ο Αιλιανός λέει ότι τα περιστέρια αφιερώθηκαν στην Αφροδίτη επειδή στο όρος Ερυξ της Σικελίας γινόταν μια γιορτή όταν η θεά περνούσε στη Λιβύη. Τη μέρα εκείνη σ' ολόκληρη τη Σικελία δεν εμφανίζονταν καθόλου τα περιστέρια, καθώς διέσχιζαν τη θάλασσα για να συνοδέψουν τη θεά. Μα εννέα μέρες αργότερα έφτανε από τις ακτές της Λιβύης στην Τρινακρία ένα περιστέρι κόκκινο σαν τη φωτιά, όπως λέει ο Ανακρέων (και σας παρακαλώ να λάβετε υπόψη σας το χρώμα). Κι ήταν η ίδια η Αφροδίτη, η οποία ονομαζόταν Πορφυρά, ένω πίσω της έρχονταν κοπάδι τα υπόλοιπα περιστέρια. Και ο Αιλιανός πάλι μας μιλά για μια κοπέλα που την έλεγαν Φυτία και που ο Δίας την ερωτευτηκε και τη μεταμόρφωσε σε περιστέρι.
Οι Ασσύριοι αναπαριστούσαν την Σεμίραμι με μορφή περιστεριού. Περιστέρια τη σήκωσαν στον ουρανό κι εκεί μεραμορφώθηκε σε περιστέρι. Ολοι ξέρουμε ότι ήταν γυναίκα με ήθη κάθε άλλο παρά άμεμπτα, αλλά τόσο ωραία, ώστε ο Σκαυροβάτης, βασιλιάς της Ινδίας, ερωτεύτηκε παράφορα αυτή την παλλακίδα του βασιλιά των Ασσυρίων, η οποία δεν άφηνε να περάσει μέρα χωρίς να μοιχευτεί και, όπως λέει ο ιστορικός Ιουβας, ερωτεύτηκε ακόμα κι ένα άλογο.
Μα σ' ένα ερωτικό σύμβολο συγχωρούνται πολλά, δίχως αυτό να πάψει να γοητεύει τους ποιητές: κι έτσι (αλίμονο αν δεν το ήξερε ο Ρομπέρτο) ο Πετράρχης αναρωτιέται: “Ποιά χάρη, ποια αγάπη ή ποια μοίρα / θα μου χαρίσει φτέρωμα σαν του περιστεριού;” ή ο Μπαντέλο: “Πουλί που φλέγεται όπως κι εγώ / από Ερωτα που του ανάβει άσπλαχνη φωτιά / παντού το ταίρι του αναζητά / κι από λαχτάρα βρίσκει θάνατο σκληρό”.
Ομως τα περιστέρια είναι κάτι περισσότερο και καλύτερο από την Σεμίραμι, και τα ερωτευόμαστε επειδή έχουν ένα άλλο, τρυφερότατο χαρακτηριστικό: κλαψουρίζουν ή γουργουρίζουν, αντί να κελαηδούν, λες κι είναι δυνατόν να κορέσουν ποτέ το πάθος τους. Idem cantus gemitusque (που το τραγούδι του είναι σαν λυγμός), έλεγε ένα έμβλημα του Καμεράριους. Gemitibus Gaudet (λυγμοί ηδονής), έλεγε ένα άλλο, ακόμα πιο προκλητικά ερωτικό. Είναι να χάνεις το μυαλό σου.
Κι όμως το γεγονός ότι αυτά τα πουλιά φιλιούνται κι είναι τόσο ερωτύλα – κι αυτή είναι μια ωραία αντίθεση που χαρακτηρίζει το περιστέρι – είναι απόδειξη ότι παραμένουν πιστά, κι έτσι ταυτόχρονα γίνονται σύμβολο αγνότητας, τουλάχιστον με την έννοια της συζυγικής πίστης. Το είχε ήδη πει ο Πλίνιος: αν και πολύ ερωτύλα, έχουν την αίσθηση της αιδούς και δε γνωρίζουν τη μοιχεία. Τη συζυγική τους πίστη καταμαρτυρούν και ο παγανιστής Προπέρτιος και ο Τερτυλλιανός. Λέγεται ότι, στις σπάνιες περιπτώσεις όπου υπάρχει υπόνοια μοιχείας, τα αρσενικά γίνονται αυταρχικά, η φωνή τους παραπονιάρικη κι αρχίζουν να χτυπούν δυνατά με το ράμφος τους. Αλλά αμέσως μετά, για να αναπληρώσει το άδικο, το αρσενικό κορτάρει το θηλυκό και το καλοπιάνει τριγυρίζοντας συχνά – πυκνά γύρω του. Κι έτσι γεννιέται η ιδέα ότι η τρελή ζήλια αναζωπυρώνει τον έρωτα κι αυτός με τη σειρά του μια νέα πίστη – και δώστου πάλι ατέλειωτα φιλιά κάθε μέρα του χρόνου – πράγμα το οποίο φαίνεται πολύ ωραίο και, όπως θα δούμε, φαινόταν ακόμα ωραιότερο στον Ρομπέρτο.
Πως να μην αγαπήσεις μια εικόνα που σου υπόσχεται πίστη; Πίστη ακόμα και μετά θάνατον, γιατί όταν χάσουν το ταίρι τους, δε σμίγουν πια με άλλο. Ετσι η περιστερά έγινε σύμβολο της αγνής χηρείας, παρόλο που ο Φέρο μας θυμίζει την ιστορία μιας χήρας η οποία συντετριμμένη από το χαμό του συζύγου, είχε κοντά της ένα άσπρο περιστέρι, και όταν την κατηγόρησαν γι' αυτό, απάντησε, Dolor non color, η θλίψη μετράει, όχο το χρώμα.
Εν πάσει περιπτώσει, λάγνα ή όχι, αυτή η αφοσίωσή τους στον έρωτα κάνει τον Ωριγένη να πει ότι τα περιστέρια είναι σύμβολο της ευσπλαχνίας. Και γι' αυτό λέει ο Αγιος Κυπριανός, το Αγιο Πνεύμα μας έρχεται εν είδει περιστεράς, όχι μόνο επειδή το πλάσμα αυτό δεν έχει χολή, αλλά κι επειδή δε γρατζουνάει με τα νύχια του, δεν τσιμπάει, είναι στη φύση του ν' αγαπάει τις κατοικίες των ανθρώπων, δε γνωρίζει παρά ένα μόνο σπίτι, φροντίζει τα μικρά του και περνάει τη ζωή του σε μια κοινή συναυλία, διασκεδάζοντας με το ταίρι του μες στην αρμονία – σ' αυτή την περίπτωση απόλυτα χρηστή- του φιλιού. Εξ ου αποδεικνύεται ότι το φιλί είναι και ένδειξη μεγάλης αγάπης για τον πλησίον, και η Εκκλησία έχει το τελετουργικό του φιλιού της αγάπης. Οι Ρωμαίοι είχαν την συνήθεια να υποδέχονται ο ένας τον άλλον και να χαιρετιούνται με φιλιά, ακόμα και μεταξύ αντρών και γυναικών. Οι κακόβουλοι σχολιαστές λένε ότι το έκαναν επειδή απαγορευόταν στις γυναίκες να πιούν κρασί και, φιλώντας τες, μπορούσαν να ελέγξουν την αναπνοή τους, μα εν τέλει θεωρούσαν άξεστους τους Νουμίδες, οι οποίοι φιλούσαν μόνο τα παιδιά τους.
Καθώς όλοι οι λαοί θεωρούσαν τον αέρα το ευγενέστερο των στοιχείων, τίμησαν το περιστέρι, που πετά πιο ψηλά από τα άλλα πουλιά κι όμως επιστρέφει πάντα πιστό στη φωλιά του. Βεβαίως, το ίδιο κάνει και το χελιδόνι, αλλά κανένας ποτέ δεν κατάφερε να το φιλιώσει με το είδος μας και να το εξημερώσει, αντίθετα με το περιστέρι. Ο Αγιος Βασίλειος, λόγου χάρη, ανφέρει ότι οι ιδιοκτήτες περιστεριών αντιζαν μια περιστερά με ένα αρωματικό βάλσαμο που προσείλκυε τ' άλλα περιστέρια κι έτσι την ακολουθούσαν κοπαδιαστά. Odore trahit. Πράγμα το οποίο δεν έχει μεγάλη σχέση μ' αυτά που έλεγα προηγουμένως, με συγκινεί όμως η αρωματική καλοσύνη, αυτή η μυρωμένη αγνότητα, αυτή η πλάνα εγκράτεια.
Ωστόσο το περιστέρι δεν είναι μόνο αγνό και πιστό, αλλά και απλό (columbina simplicitas: να είστε συνετοί όπως το φίδι και απλοί όπως το περιστέρι, λέει η Βίβλος), και γι' αυτό είναι μερικές φορές σύμβολο της μοναστικής και ερημικής ζωής – και τι σχέση έχει αυτό μ' όλα εκείνα τα φιλιά, μη με πιέζετε να σας πω, για το Θεό!
Ενας επιπλέον λόγος γοητείας είναι η trepiditas του περιστεριού: το ελληνικό όνομά του τρήρων προέρχεται από το τρέω, “φεύγω τρέμοντας από φόβο”. Το λένε ο Ομηρος, ο Οβίδιος κι ο Βιργίλιος (“Τρομαγμένοι σαν πιτσούνια μες στη μαύρη καταιγίδα”), κι ας μην ξεχνάμε ότι τα περιστέρια ζουν με τον διαρκή φόβο του αετού ή, ακόμα χειρότερα, του γύπα. Διαβάζουμε στον Βαλεριανό ότι ακριβώς γι' αυτό φτιάχνουν φωλιές σ' απρόσιτα μέρη, ώστε να προστατευθούν (εξ ου και το έμβλημα Secura nidificat). Και ήδη το γράφει και ο Ιερεμίας, ενώ ο Ψαλμός νε' λέει: “Τις δώσει μοι πτερύγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω!”
Οι Εβραίοι έλεγαν ότι τα περιστέρια και τα τρυγόνια είναι τα πιο κυνηγημένα πουλιά, και συνεπώς άξια για το βωμό, διότι είναι προτιμότερο να είσαι κυνηγημένος παρά διώκτης. Αντιθέτως, για τον Αρετίνο, που δεν ήταν πράος σαν τους Εβραίους, όποιος κάνει το περιστέρι τον τρώει το γεράκι. Αλλά ο Επιφάνιος λέει ότι το περιστέρι δεν φυλάγεται ποτέ από τις παγίδες, και ο Αυγουστίνος επαναλαμβάνει πως αυτό δεν το κάνει μόνο με τα πολύ μεγαλύτερα ζώα, τα οποία δεν μπορεί ν' αντιπαλέψει, αλλά ακόμα και με τα σπουργίτια.
Ενας θρύλος λέει ότι στην Ινδία υπάρχει ένα δέντρο πυκνόφυλλο και καταπράσινο, που στα ελληνικά ονομάζεται Παραδείσιον. Στη μια μεριά του ζουν τα περιστέρια, χωρίς να βγαίνουν ποτέ από τη σκιά του. Αν απομακρυνθούν απ' το δέντρο, θα γίνουν βορά ενός δράκου που είναι εχθρός τους. Μα δική του εχθρά είναι η σκιά του δέντρου, κι όταν η σκιά είναι στα δεξιά, αυτός ενεδρεύει στ' αριστερά, και αντίστροφα.
Παρ' όλ' αυτά, όσο κι αν είναι φοβητσιάρικο, το περιστέρι έχει κάτι από τη σύνεση του φιδιού, κι αν στο Νησί υπήρχε ένας δράκος, το Περιστέρι με το Χρώμα του Πορτοκαλιού θα ήξερε τι να κάνει: πράγματι, λένε ότι το περιστέρι πετάει πάντα πάνω από τα νερά, γιατί, αν του ορμήσει γεράκι, θα δει έτσι την αντανάκλασή του. Εν τέλει, φυλάγεται ή δε φυλάγεται από τις παγίδες;

Με όλες αυτές τις ποικίλες και αντιφατικές ιδιότητες, το περιστέρι έγινε και μυστικό σύμβολο, και δε χρειάζεται να κάνω τον αναγνώστη να πλήξει με την ιστορία του Κατακλυσμού και το ρόλο που έπαιξε αυτό το πουλί ως αγγελιαφόρος της γαλήνης και της καλοκαιρίας και των νέων στεριών που αναδύθηκαν. Μα για πολλούς συγγραφείς ιερών κειμένων είναι και έμβλημα της Πονεμένης Μητέρας μας και των απελπισμένων στεναγμών της. Τότε λέγεται Intus et extra, επειδή είναι αγνό μέσα και έξω. Μερικές φορές αναπαριστάται τη στιγμή όπου σπάζει το σκοινί που το κρατούσε δέσμιο, Effracto libera vinculo, και γίνεται σύμβολο του Ιησού που ανασταίνεται εκ νεκρών. Επιπλέον, είναι βέβαιο, εμφανίζεται το δείλι, για να μην το προλάβει η νύχτα και συνεπώς να μην το σταματήσει ο θάνατος προτού εξαλείψει τους σπίλους της αμαρτίας. Για να μην πούμε, αφού ήδη το είπαμε, αυτό που πληροφορούμαστε από τον Ιωάννη: “Τεθέαμαι το Πνεύμα καταβαίνον ως περιστεράν εξ ουρανού”.
Οσο για τα άλλα Σύσσημα του Περιστεριού, ποιός ξέρει πόσα γνώριζε ο Ρομπέρτο: όπως το Mollius ut cubant, επειδή η περιστερά βγάζει τα πούπουλά της ώστε να κάνει πιο μαλακή τη φωλιά για τα μικρά της. Luce lucidior, γιατί λάμπει όταν υψώνεται προς τον ήλιο. Quiescit in motu, γιατί πάντα πετά με το ένα φτερό διπλωμένο, ώστε να μην κουράζεται. Υπήρξε μάλιστα ένας στρατιώτης ο οποίος, για να δικαιολογήσει τις ερωτικές απερισκεψίες του, είχε διαλέξει ως έμβλημά του ένα κράνος, όπου είχαν φτιάξει τη φωλιά τους δύο περιστέρια, με τη φράση Amica Venus.

Εν τέλει, αυτός που διααζει θα βγάλει το συμπέρασμα ότι το περιστέρι παραέχει ποικίλες σημασίες. Μα αν πρέπει να διαλέξουμε ένα σύμβολο ή ένα ιερογλυφικό και να επιμείνουμε μέχρι θανάτου, είναι προτιμότερο να είναι πολλά τα νοήματά του, αλλιώς λέμε ψωμί το ψωμί και κρασί το κρασί, ή άτομο το άτομο και κενό το κενό. Πράγμα που ίσως άρεσε στους φυσικούς φιλόσοφους τους οποίους ο Ρομπέρτο συναντούσε στο σπίτι των Ντιπουί, όχι όμως στον πατέρα Εμμανουήλ – και ξέρουμε ότι ο ναυαγός μας έκλινε πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη άποψη. Με λίγα λόγια, το ωραίο του Περιστεριού, τουλάχιστον (πιστεύω) για τον Ρομπέρτο, ήτυαν ότι δεν αποτελούσε απλώς ένα Μήνυμα, όπως κάθε Σύσσημο ή Εμβλημα, αλλά ένα μήνυμα που το μήνυμά του ήταν το ανεξιχνίαστο των ευφυών μηνυμάτων.
Οταν ο Αινείας πρέπει να κατέβει στον Αδη – για να ξαναβρεί τη σκιά του πατέρα του και συνεπώς, κατά κάποιον τρόπο, το χθες ή τα περασμένα – τι κάνει η Σιβυλλα; του λέει, ναι, να πάει να θάψει τον Μισηνό και να θυσιάσει ταύρους και άλλα ζώα, μα, αν πραγματικά θέλει να επιτελέσει έναν άθλο που κανένας δεν είχε το θάρρος ή την τύχη να φέρει εις πέρας, θα πρέπει να βρει ένα δέντρο σκιερό και πυκνόφυλλο που ένα του κλαδί να είναι χρυσό. Το δάσος το κρύβει και σκοτεινές κοιλάδες το κλείνουν, αλλά χωρίς εκείνο το “χρυσόκομο” κλαδί δεν μπορέι κανείς να διεισδύσει στα μυστικά της γης. Και ποιός βοηθάει τον Αινεία να ανακαλύψει το κλαδί; Δύο περιστέρια, συν τοις άλλοις – θα πρέπει πια να το ξέρουμε – μητρικά πουλιά. Τα υπόλοιπα τα ξέρουν όλοι. Εν πάση περιπτώσει, ο Βιργίλιος δεν γνώριζε τίποτα για τον Νώε, ωστόσο το περιστέρι φέρνει μια ειδοποίηση, δείχνει κάτι.
Αλλού λέγεται ότι τα περιστέρια έδιναν χρησμούς στο ναό του Δία, όπου ο θεός απαντούσε δια στόματός τους. Αργότερα, ένα από αυτά τα περιστέρια πέταξε ως το ναό του Αμμωνα και το άλλο στους Δελφούς, κι έτσι καταλαβαίνουμε πως γινόταν και οι Ελληνες κι οι Αιγύπτιοι έλεγαν τις ίδιες αλήθειες, αν και κρυμμένες κάτω από σκοτεινά πέπλα. Χωρίς περιστέρι, δεν έχει αποκάλυψη.
Εμείς όμως ακόμα και σήμερα αναρωτιόμαστε τι σήμαινε το Χρυσό Κλαδί. Απόδειξη ότι τα περιστέρια φέρνουν μηνύματα, μα είναι κρυπτογραφικά.
Δεν ξέρω πόσα πράγματα γνώριζε ο Ρομπέρτο για τις Καβάλες των Εβραίων, που ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή, αλλά, ανα συναναστεφόταν τον κύριο Γκαφαρέλ, κάτι θα πρέπει να είχε ακούσει: γεγονός είναι ότι οι Εβραίοι είχαν στήσει ολόκληρα κάστρα γύρω απ' το περιστέρι. Το θυμηθήκαμε, ή μάλλον μας το θύμισε ο πατήρ Κασπάρ: στον Ψαλμό ξη' μιλάει για τα φτερά του περιστεριού που σκεπάζονται με ασήμι και για τα πούπουλά του τα οποία έχουν χρυσές αντανακλάσεις. Γιατί; Και γιατί στις Παροιμίες επιστρέφει μια παρόμοια εικόνα μήλων χρυσών “εν ορμίσκω σαρδίου”, με το σχόλιο “ούτως ειπείν λόγον”; Και γιατί το Ασμα του Σολομώντος, μιλώντας στην κόρη με τα μάτια περιστέρια, λέει, “ομοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετά στιγμάτων του αργυρίου”;
Οι Εβραίοι έλεγαν ότι το χρυσάφι είναι η γραφή, και το ασήμι τα κενά διαστήματα ανάμεσα στα γράμματα ή στις λέξεις. Κι ένας απ' αυτούς, που ίσως ο Ρομπέρτο δε γνώριζε, αλλά είχε εμπνεύσει πλήθος ραβίνους, έλεγε ότι τα χρυσά μήλα τα οποία βρίσκονται μέσα σ' ένα λεπτοϋφασμένο αργυρό δίχτυ σημαίνουν ότι σε κάθε φράση των Γραφών (μα και σε κάθε αντικείμενο ή γεγονός του κόσμου) υπάρχουν δύο όψεις, η έκδηλη και η κρυφή, και η έκδηλη είναι από ασήμι, μα η κρυφή είναι πιο πολύτιμη, γιατί είναι από χρυσάφι. Κι όποιος κοιτάζει το δίχτυ από μακριά, με τα μήλα τυλιγμένα μες στ' αργυρά του νήματα, νομίζει ότι τα μήλα είναι ασημένια, όταν όμως κοιτάξει καλύτερα, ανακαλύπτει τη λάμψη του χρυσού.
Ολα όσα εμπεριέχονται στα Ιερά Κείμενα, εκ prima facie λάμπουν σαν ασήμι, αλλά το απόκρυφο νόημά τους αστράφτει σαν χρυσός. Η ακατάλυτη αγνότητα του θείου λόγου, κρυμμένη από τα μάτια των ασεβών, καλύπτεται από ένα πέπλο σεμνότητας και βρίσκεται στη σκιά του μυστηρίου. Λέει ότι τα μαργαριτάρια δεν πρέπει να πετιούνται στα γουρούνια. Το να 'χεις μάτια περιστέρια σημαίνει να μη μένεις στην κυριολεξία των φράσεων, αλλά να μπορείς να διεισδύεις στο μυστικό νόημά τους.
Κι όμως, αυτό το μυστικό, σαν το περισερι, μας διαφεύγει και δεν ξέρουμε ποτέ που είναι . Το περιστέρι σημαίνει ότι ο κόσμος μιλάει με ιερογλυφικά, κι αυτό το ίδιο είναι το ιερογλυφικό που σημαίνει τα ιερογλυφικά. Και ένα ιερογλυφικό δε λέει και δεν κρύβει, μα μόνο δείχνει.
Αλλοι Εβραίοι είπαν ότι το περιστέρι είναι ένας χρησμός. Και δεν είναι τυχαίο ότι στα εβραϊκά το περιστέρι ονομάζεται τόρε, που θυμίζει την Τορά, τη Βίβλο τους, ιερό βιβλίο, πηγή κάθε αποκάλυψης.
Το περιστέρι, ενώ πετάει στον ήλιο, φαντάζει σαν ασημένιο, αλλά μόνον όποιος ξέρει να περιμένει πολύ για ν' ανακαλύψει την κρυφή του όψη θα δει το αληθινό χρυσάφι του ή μάλλον χρώμα του λαμπερού πορτοκαλιού.
Από τον σεβάσμιο Ισίδωρο και πέρα, οι χριστιανοί θυμήθηκαν ότι το περιστέρι, αντανακλώντας στο πέταγμά του τις ηλιαχτίδες που το φωτίζουν, μας εμφανίζεται με διαφορετικά χρώματα. Εξαρτάται από τον ήλιο, κι έχουμε εμβληματικές φράσεις, όπως Από το Φως Σου τα Στολίδια μου ή Για σένα στολίζομαι και λάμπω. Το στήθος του κάμπει με πλήθος χρώματα, κι όμως παραμένει το ίδιο. Και γι' αυτό οφείλουμε να μην εμπιστευόμαστε τα φαινόμενα, αλλά ν' αναζητάμε την αληθινή όψη κάτω από τις ψευδείς.
Πόσα χρώματα έχει το περισερι; Οπως λέει κι ένα παλιό ζωολόγιο,
Uncor m' estuel que vos devis
des columps, qui sunt blans et bis:
li un ont color aierine;
et li autre l' ont stephanine;
li un sont neir, li autre rous,
li un vermel, l' autre cendrous,
et des columps i a plusors
qui ont trestotes les colors.

Τι είναι λοιπόν ένα Περιστέρι με Χρώμα του Πορτοκαλιού;

Για να τελειώνουμε, αν δεχτούμε ότι ο Ρομπέρτο ήξερε κάτι, μαθαίνω από το Ταλμούδ ότι οι άρχοντες της Εδόμ είχαν αποφασίσει ότι όποιος Ισραηλίτης φορούσε το φυλακτήριο θα του έκοβαν το κεφάλι. Ο Ελισσάιος το φόρεσει και βγήκε στο δρόμο. Ενας νομοδιδάσκαλος τον είδε και τον κυνήγησε, κι εκείνος το έβαλε στα πόδια. Οταν ό άλλος τον πρόλαβε, ο Ελισσαίος έβγαλε το φυλακτήριο και το 'κρυψε ανάμεσα στα χέρια του. Ο εχθρός τον ρώτησε: “Τι έχεις στα χέρια σου;” Κι εκείνος απάντησε: “Τα φτερά ενός περιστεριού”. Ο άλλος του άνοιξε τα χέρια. Κι αντίκρισε φτερά περιστεριού.
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η ιστορία, μα τη βρίσκω πολύ όμορφη. Και το ίδιο θα πρέπει να συνέβαινε και στον Ρομπέρτο.

Anabilis columba,
unde, unde ades volando?
Quid est rei, quod altum
coelum cito secando
tam copia benigna
spires liquentem odorem?
Tam copia benigna
unguenta grata stilles?

Θέλω να πω ότι το περιστέρι είναι ένα σπουδαίο σημείο, και μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ένας άνθρωπος χαμένος στους αντίποδες αποφασίζει να 'χει τα μάτια του δεκατέσσερα για να καταλάβει τι νόημα έχει για τον ίδιο.
Απρόσιτο το Νησί, χαμένη η Λίλια, τσακισμένη κάθε του ελπίδα, γιατί άραγε δε θα 'πρεπε το άφαντο Περισερι με το Χρώμα του Πορτοκαλιού να μεταμορφωθεί στο χρυσό μυελό, τη φιλοσοφική λίθο, τον υπέρτατο σκοπό, άπιαστο όπως καθετί που θέλουμε με πάθος; το να ζητάς κάτι το οποίο δε θ' αποκτήσεις ποτέ δεν είναι μήπως το αποκορύφωμα των ευγενέστερων πόθων;

Το πράγμα μου φαίνεται τόσο σαφές (luce lucidior), ώστε δε χρειάζεται να επεκταθώ στην Ερμηνεία του Περιστεριού.

ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ
Το Νησί της προηγούμενης ημέρας
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΦΗ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Πάσχα με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

…………………………………………………………………………………………

Εισήλθον εις το μικρόν εξωκκλήσιον του αγίου Δημητρίου. Εις μετά τον άλλον προσήρχοντο οι χωρικοί με τας χωρικάς των και με τα καλά των ενδύματα.
Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν.
Ο μπάρμπ’ Αναγνώστης ήρχισεν να τα λέγη όλα απ’ έξω, την προκαραρκτικήν προσευχήν και τον Κανόνα, το «Κύματι θαλάσσης».
Ο παπα-Κυριάκος προέκυψεν εις τα βημόθυρα, ψάλλων το «Δεύτε λάβετε φως».

Ήναψαν τας λαμπάδας κι εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν’ ακούσωσι την Ανάστασιν. Γλυκείαν και κατανυκτικήν Ανάστασιν εν μέσω ανθούντων δέντρων, υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων και των λευκών ανθέων της αγραμπελιάς...
Ψαλέντος του «Χριστός Ανέστη», εισήλθον πάντες εις τον ναόν. Θα ήσαν το πολύ εβδομήκοντα άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παίδες…
…………………………………………………………………………………………
Ο μπάρμπα-Κίτσος, αφού ησπάσθη τρις ή τετράκις την τσότρα*, ήρχισε να ψάλλη το Χριστός Ανέστη, κατ’ ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, ως εξής:
Κ’στο – μπρε – Κ’στός ανέστη
εκ νεκρών θανάτων
θάνατον μπατήσας
κι εντοις έντοις μνήμασι
ζωήν παμμακάριστε!
Και όμως, μεθ’ όλην την ιδιορυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτε έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το «Άλαλα τα χείλη των ασεβών…» με την εξής προσθήκην: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες! την εικόνα σου την σεπτήν …»
Αληθείς ορθόδοξοι Έλληνες!
…………………………………………………………………………………………..
*τσότρα: ξύλινο δοχείο κρασιού

Απόσπασμα από το πασχαλινό διήγημα 
του  Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 
«Εξοχική Λαμπρή»

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ – ΤΟΜΑΣ ΜΑΝΝ

...Εβγήκε έξω, μόνο όσο να περπατήσει πάνω στο σανιδένιο δρομάκι που οδηγούσε στο υγρό κατάστρωμα του πλοίου, που τον επερίμενε για να τον φέρει στη Βενετία.
Ήτανε ένα παμπάλαιο ιταλικό καράβι, ξεχαρβαλωμένο, γιομάτο σκουριές, σκυθρωπό. Σε μια θολωτή και φτωχά φωτισμένη αίθουσα του πλοίου, όπου υποδέχτηκε τον Άσσενμπαχ ένας καμπούρης και βρώμικος ναύτης, με μια κακομοιριασμένη ευγένεια, καθότανε πίσω από ένα τραπέζι με το καπέλο στραβά στο μέτωπο και μ' ένα τσιγάρο στην άκρη των χειλιών του, ένας τραγογένης μεσόκοπος, φυσιογνωμία διευθυντού τσίρκου της παλαιάς εποχής. Μ' ανάλαφρους μορφασμούς κατά τη διεκπεραίωση της δουλειάς του, ζητούσε τις ταυτότητες των επιβατών και τους έδινε τα εισιτήριά τους.
“Για τη Βενετία!” επανέλαβε την επιθυμία του Άσσενμπαχ, τεντώνοντας το χέρι του και βουτώντας τον κοντυλοφόρο στο πηχτό απομεινάρι κάποιου γερμένου μελανοδοχείου.
“Βενετία, πρώτη θέσις. Είστε εν τάξει, κύριε!”
Και έγραψε κάτι μεγάλα ορνιθοσκαλίσματα, τα πασπάλισε με μαύρη άμμο, ύστερα την έχυσε σε μια πήλινη κούπα, δίπλωσε το χαρτί με τα κίτρινα κοκκαλιάρικα δάχτυλά του και ξανάσκυψε στο γράψιμο δίχως να σταματήσει και τη φλυαρία:
“Πολύ πετυχημένη εκλογή”, μουρμούρισε, “Α! Βενετία! Εξαίσια πόλη! Τραβάει με μια ακαταμάχητη έλξη κάθε μορφωμένο, εξ αιτίας και της ιστορίας της, μα και της σημερινής της αίγλης!”
Οι μηχανικές κινήσεις του και τα ανούσια λόγια του που τις συνόδευαν σ' ένα τόνο αποχαυνωμένο, είχαν κάτι το αποκαρδιωτικό, σα νάθελε με τον τρόπο αυτό να κάνει τον ταξιδιώτη ν' αλλάξει την απόφασή του για ένα ταξίδι στη Βενετία. Εισέπραξε το αντίτιμο βιαστικά και άφησε τα ρέστα με γραγοράδα γκρουπιέ πάνω στο λεκιασμένο τραπεζομάντηλο.
“Καλή διασκέδαση, κύριέ μου”, είπε και έκανε μια θεατρινίστικη υπόκλιση. “Τιμή μου να διεκπεραιώνω τις υποθέσεις σας, κύριοι!” φώναξε με σηκωμένο το χέρι ψηλά, σα νάχε φούριες το μαγαζί και ας μη βρισκόταν εκεί κανείς που να χρειαζόταν την εξυπηρέτησή του...
Ο Άσσενμπαχ γύρισε στο κατάστρωμα. Με το ένα χέρι ακουμπισμένο στα κάγκελα κοιτούσε τους αργόσχολους που κόβανε βόλτες στην προκυμαία, περιμένοντας να δούνε το καράβι που θα σαλπάρει σε λίγο, καθώς και τους ταξιδιώτες που διασχίζανε το λιμάνι. Στη δεύτερη θέση, άντρες και γυναίκες μασουλούσαν, καθισμένοι σε κιβώτια και μπόγους. Ένας όμιλος από νεαρούς αποτελούσε την ταξιδιωτική παρέα του πρώτου καταστρώματος. Σίγουρα ήταν εμποροϋπάλληλοι απ' την Πόλα, που γιομάτοι διάθεση είχαν αποφασίσει να κάνουν μια εκδρομή στην Ιταλία. Παίνευαν τον εαυτό τους και τις δουλειές τους, φλυαρούσαν, γελούσαν, χαιρόντουσαν απολαβαίνοντας τα καμώματά τους και πείραζαν τους συναδέλφους τους που κάτω στο λιμάνι τραβούσαν με το χαρτοφύλακα στο χέρι για τις δουλειές τους. Και κείνοι από κάτω φοβέριζαν με το μπαστουνάκι τους γλεντζέδες, που ακουμπισμένοι στην κουπαστή τόχαν ρίξει στην καζούρα. Ένας από δαύτους, μ' ανοιχτοκίτρινο, της τελευταίας μόδας, καλοκαιρινό κοστούμι, κόκκινη γραβάτα και γυρισμένο αγέρωχα τον παναμά προς τα πάνω, εξεδήλωνε ασυγκράτητα το μεγάλο κέφι του με τσιριχτή φωνή. Όταν όμως, ο Άσσενμπαχ τον επρόσεξε από πιο κοντά, διαπίστωσε με έκπληξη πως ο “νεαρός” αυτός δε φαινόταν νάναι και τόσο νέος. Ήταν ηλικιωμένος, δε χωρούσε συζήτηση. Ρυτίδες αυλάκωναν τα μάτια και το στόμα του. Το κόκκινο σκούρο χρώμα στα μάγουλά του ήτνα βαρύ, τα καφετιά μαλλιά του κάτω απ' το γυρισμένο χρωματιστό παναμά ήταν περούκα, ο πλαδαρός λαιμός του όλο φλέβες και ζάρες, το στριμμένο μουστάκι του και το μουσάκι του βαμμένα. Τα κίτρινα και χωρίς κενά δόντια του, που τάδειχνε όταν γελούσε – φτηνό υποκατάστατο και τα χέρια του στολισμένα στους δυό δείχτες μ' αρχοντικά δαχτυλίδια ήταν κι αυτά γεροντικά. Με δέος ο Άσσενμπαχ τον παρατηρούσε και απορούσε για το θάρρος που έδειχνε στη συντροφιά. Δεν το βλέπανε, δεν καταλαβαίνανε, πως τον είχαν πάρει τα χρόνια; δεν ήταν ανάρμοστο νάναι ντυμένος δανδίστικα και παρδαλά σαν και αυτούς και να χαριεντίζεται μαζί τους; Από συνήθεια βέβαια, φαίνεται πως τον ανέχονταν στην παρέα τους και τον μεταειρίζονταν σαν όμοιό τους, ανταποδίδοντας, δίχως να θυμώνουν, τα άγαρμπα καμώματά του. “Πως γινόταν τέτοιο πράμα;” αναρωτήθηκε ο Άσσενμπαχ, σηκώνοντας το χέρι στο μέτωπό του και κλείνοντας τα ερεθισμένα από την αυπνία βλέφαρά του. Είχε την παράισθηση πως πήγαινε ν' αλλάξει ο γνώριμος ρυθμός των πραγμάτων, πως άρχιζε ν' αποξενώνεται απ' την γύρω πραγματικότητα, πως γινόταν μια μετάθεση του κόσμου στο αλλόκοτο. Και πίστευε πως θα μπορούσε να κρατηθεί και να σταματήσει ίσως τούτη την κατάσταση, αν σκέπαζε το πρόσωπό του για λίγο και ξανακοίταζε πάλι γύρω του. Ξαφνικά την ίδια στιγμή ένιωσε να ταλαντεύεται και ρίχνοντας μια τρομαγμένη ματιά γύρω σα να τραντάχτηκε απότομα, διαπίστωσε πως ο βαρύς και σκυθρωπός όγκος του καραβιού ξεμάκραινε αργά αργά απ' την αποβάθρα. Σε γραμμές, τη μια δίπλα στην άλλη, απλωνόταν μια λουρίδα βρώμικα και χρωματιστά νερά, που αντιφέγγιζαν ανάμεσα στην προκυμαία και στα ύφαλα του καραβιού. Με το μπρος πίσω της μηχανής και ύστερα από δύσκολες μανούβρες το καράβι έβαλε πλώρη για την ανοιχτή τη θάλασσα. Ο Άσσενμπαχ μετατοπίστηκε στην πλώρη, όπου ο καμπούρης του είχε ετοιμάσει μια σαιζ λογκ και ένας καμαρότος με λεκιασμένο φράκο περίμενε διαταγές του...

ΤΟΜΑΣ ΜΑΝΝ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Ο ΕΠΙΣΤΡΕΦΩΝ ΝΕΚΡΟΣ - ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ

Σαν τους αγγέλους με το άγριο μάτι θηρίου
Θα ξαναγυρίσω στην κόγχη του δωματίου σου
Και προς εσένα θα γλιστρήσω χωρίς θόρυβο
Μαζί με τους ίσκιους της νύχτας.

Και θα σου δώσω, μελαχροινή μου,
Κρύα φιλιά, όπως η σελήνη,
Και χάδια φιδιού
Που έρπει γύρω από ένα λάκκο.

Οταν έρθει το πελιδνό πρωί,
Θα βρεις τη θέση μου άδεια,
Οπου μέχρι τη νύχτα θα κάνει κρύο.

Οπως άλλοι με την τρυφερότητα,
Στη ζωή σου και τη νεότητά σου,
Εγω θέλω να βασιλεύω με τη φρίκη.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ
ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ